Ερώτηση

65AA. ΕΧΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΑΓΡΟΤΗ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ.  ΑΠΑΛΛΑΣΣΟΜΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΩΝ. ΕΧΕΙ ΕΝΑ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ-ΔΕΛΤΙΟ ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ ΠΟΥ ΚΟΒΕΙ ΣΕ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΕΜΠΟΡΟΥΣ. ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ  ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΦΠΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΕΣΟ ΟΡΟ 11% ΠΟΥ ΠΡΟΒΛΕΠΕΙ Ο ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΕΑΝ ΝΑΙ ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟ ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΤΖΙΡΟ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΚΑΠΟΙΟΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΜΕ ΒΙΒΛΙΑ Β ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ ΔΗΛΑΔΗ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΚΑΙ ΑΥΤΟΣ Ή ΟΧΙ.

 

Απάντηση

Αναφορικά με το πρώτο σας ερώτημα σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στις παρ. 1 & 2 του άρθρου 41 του ν.2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.) :

1.Οι αγρότες, για την παράδοση αγροτικών προϊόντων παραγωγής τους και για την παροχή αγροτικών υπηρεσιών, υπάγονται στο καθεστώς του άρθρου αυτού και δικαιούνται να ζητήσουν την επιστροφή του φόρου του παρόντος νόμου που επιβάρυνε τις αγορές αγαθών ή λήψεις υπηρεσιών, τις οποίες πραγματοποίησαν για την άσκηση της εκμετάλλευσης τους.

2. Η επιστροφή του φόρου ενεργείται από το Δημόσιο με καταβολή στον αγρότη ποσού, το οποίο προκύπτει με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή 11%, στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών του Παραρτήματος IV του παρόντος προς άλλους υποκείμενους στο φόρο, εκτός των αγροτών που υπάγονται στο καθεστώς του παρόντος άρθρου.
 Ειδικά για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων δικής τους παραγωγής που πραγματοποιούνται από αγρότες του παρόντος άρθρου από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή εξάγονται ή παραδίδονται σε άλλο κράτος - μέλος, η επιστροφή πραγματοποιείται με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή 5% στην αξία των εν λόγω πωλήσεων, όπως αυτή προκύπτει από το τηρούμενο βιβλίο εσόδων εξόδων.
 Για την παράδοση αγροτικών προϊόντων από την αγροτική εκμετάλλευση στην εμπορική δραστηριότητα που περιγράφεται στο προηγούμενο εδάφιο εκδίδεται ειδικό στοιχείο που περιλαμβάνει το είδος, την ποσότητα, την ποιότητα και την κανονική αξία των παραδιδόμενων αγαθών, όπως αυτή ορίζεται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 19.
 Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής, ως αξία των παραδιδομένων προϊόντων ή των παρεχομένων υπηρεσιών, λαμβάνεται αυτή που προκύπτει από τα οικεία νόμιμα παραστατικά.
Σε περίπτωση παράδοσης αγροτικών προϊόντων από τρίτους υποκείμενους στο φόρο, για λογαριασμό των παραγωγών αγροτών, η παραπάνω αξία λαμβάνεται χωρίς φόρο και προμήθεια.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα  με τα όσα ορίζονται στην ΠΟΛ 1045/2010 Υπουργική Απόφαση με θέμα:
Αύξηση κατ’ αποκοπή συντελεστή επιστροφής ΦΠΑ στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος, ισχύουν τα ακόλουθα:
Με την παράγραφο 12 του άρθρου 62 του ψηφισθέντος  νομοσχεδίου με τίτλο «Αποκατάσταση φορολογικής δικαιοσύνης,  αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και άλλες διατάξεις» αντικαθίσταται το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ (ν.2859/2000) και ορίζεται ότι η επιστροφή του φόρου που δικαιούνται οι αγρότες του ειδικού καθεστώτος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου,  προκύπτει με την εφαρμογή κατ’ αποκοπή συντελεστή 11% στην αξία των παραδιδόμενων αγροτικών προϊόντων και των παρεχόμενων αγροτικών υπηρεσιών του Παραρτήματος IV του Κώδικα ΦΠΑ προς άλλους υποκείμενους στο φόρο, εκτός των αγροτών του καθεστώτος αυτού.

Ο ενιαίος συντελεστής 11% ισχύει για πωλήσεις αγροτικών προϊόντων και παροχές αγροτικών υπηρεσιών που πραγματοποιήθηκαν από 1.1.2009, δηλαδή θα εφαρμοστεί για τις αιτήσεις επιστροφής που θα υποβληθούν κατά το έτος 2010 και μεταγενέστερα.

Για την ομοιόμορφη συμπλήρωση του εντύπου, μετά την αύξηση του κατ’ αποκοπή συντελεστή ΦΠΑ, δίνονται οι ακόλουθες οδηγίες:
 
Στον Πίνακα Γ΄ (δεύτερη και τρίτη σελίδα του εντύπου), στον  οποίο καταχωρούνται αναλυτικά όλα τα παραστατικά με τα ακαθάριστα έσοδα των αγροτών για  τα οποία δικαιούνται επιστροφή του φόρου, θα συμπληρωθεί μόνο η στήλη (6), όπου εκτός από τα ακαθάριστα έσοδα από δασικά προϊόντα,  προϊόντα αλιείας και  παροχές αγροτικών υπηρεσιών θα συμπεριληφθούν και αυτά που αφορούν τη φυτική και τη ζωική παραγωγή. Εξυπακούεται ότι οι επόμενες στήλες (7) και (8) του Πίνακα Γ΄ δεν θα συμπληρωθούν.
 
Το σύνολο των ακαθαρίστων εσόδων της στήλης (6), όπως προκύπτει από τον κωδικό 201 της τρίτης σελίδας του εντύπου, θα μεταφερθεί στον αντίστοιχο κωδικό του Πίνακα Β΄ στην πρώτη σελίδα του εντύπου. Το προς επιστροφή ποσό ΦΠΑ, στον κωδικό 205, θα προκύψει από τον πολλαπλασιασμό των ακαθαρίστων εσόδων του κωδικού 201 με το νέο συντελεστή επιστροφής 11%, διορθώνοντας σχετικά το έντυπο.

Ανάλογη θα είναι και η συμπλήρωση του «Βιβλίου μεταγραφής Αιτήσεων αγροτών του ειδικού καθεστώτος» (έντυπο 011 Α- ΦΠΑ), όπου στη στήλη με τον κωδικό 205 μεταφέρονται τα ποσά του αντίστοιχου κωδικού του Πίνακα Β΄ των αιτήσεων επιστροφής ΦΠΑ αγροτών.
 
Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο νέος συντελεστής υιοθετήθηκε με το ανωτέρω φορολογικό νομοσχέδιο, το οποίο ψηφίστηκε από τη Βουλή των Ελλήνων στις 20.4.2010 και αναμένεται η δημοσίευσή του, οι αιτήσεις επιστροφής μπορούν να υποβάλλονται μετά την έκδοση της παρούσας. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την ΑΥΟ ΠΟΛ.1017/3.3.2010, οι αιτήσεις επιστροφής μπορούν να υποβάλλονται μέχρι 29 Οκτωβρίου 2010.
 
Για τη διευκόλυνση της διαδικασίας επιστροφής, καθώς και για την έγκαιρη επιστροφή του ΦΠΑ στους αγρότες, παρακαλούνται οι αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις να προσκομίζουν το Βιβλίο Μεταγραφής των Αιτήσεων Επιστροφής σε ηλεκτρονική μορφή, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές που περιλαμβάνονται στο συνημμένο Παράρτημα της παρούσας.

 

Περεταίρω για την πληρέστερη ενημέρωσή σας, παραθέτουμε την

ΠΟΛ. 1084/30.03.2012 Υπουργική Απόφαση με θέμα Επιστροφή ΦΠΑ στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος, σύμφωνα με την οποία
κατά παρέκκλιση των διατάξεων της ΑΥΟ Π. 953/432/64/ΠΟΛ.41/3.2.1988 (ΦΕΚ 107 Β725.2.88), για την επιστροφή ΦΠΑ στους αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 41 του Κώδικα ΦΠΑ (ν. 2859/2000), προκειμένου για τις αιτήσεις επιστροφής που θα υποβληθούν κατά το έτος 2012, ακολουθούνται οι κατωτέρω διαδικασίες:

1. Η αίτηση επιστροφής υποβάλλεται:
α) Είτε απευθείας από το δικαιούχο αγρότη στη Δ.Ο.Υ. που διαθέτει τμήμα ελέγχου στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας ασκεί μία από τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις του. Η αίτηση επιστροφής υποβάλλεται υποχρεωτικά απευθείας από το δικαιούχο αγρότη σε κάθε περίπτωση που το προς επιστροφή ποσό είναι ίσο ή μεγαλύτερο με 10.000 ευρώ.

β) Είτε μέσω συνεταιριστικής οργάνωσης στη Δ.Ο.Υ. που διαθέτει τμήμα ελέγχου στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της συνεταιριστικής οργάνωσης.

Εάν κατά την υποβολή των αιτήσεων επιστροφής διαπιστώνεται ότι δεν υποβάλλονται στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. σύμφωνα με τα ανωτέρω, οι αιτήσεις δεν θα παραλαμβάνονται και θα ενημερώνονται οι δικαιούχοι για την Δ.Ο.Υ. στην οποία πρέπει να υποβληθούν.

2. Στην περίπτωση που οι αιτήσεις επιστροφής υποβάλλονται μέσω συνεταιριστικών οργανώσεων, υποβάλλονται συγχρόνως και τα πρωτότυπα φορολογικά στοιχεία στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ..

3. Ως νόμιμα φορολογικά στοιχεία γίνονται δεκτά και τα τιμολόγια αγοράς, στην περίπτωση που λόγω μη έγκαιρης προσαρμογής στο νέο τρόπο τιμολόγησης, από 1.6.2010, οι αγοραστές αγροτικών προϊόντων δεν έχουν εκδώσει το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του ΚΒΣ (Π.Δ. 186/1992) συνενωμένο στοιχείο «Δελτίο Αποστολής - Τιμολόγιο».

4. Πριν τη διενέργεια της επιστροφής πραγματοποιείται σύντομος προληπτικός έλεγχος των καταχωρηθέντων στην αίτηση επιστροφής φορολογικών στοιχείων, λαμβάνοντας υπόψη πληροφορίες που διαθέτουν οι Δ.Ο.Υ. περί εκδοτών - ληπτών εικονικών ή πλαστών φορολογικών στοιχείων. Στην περίπτωση που από τον έλεγχο αυτό διαπιστωθεί ότι στην αίτηση επιστροφής περιλαμβάνονται εικονικά ή πλαστά φορολογικά στοιχεία ή υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι τα αιτούμενα προς επιστροφή ποσά δεν ανταποκρίνονται σε πραγματικές συναλλαγές, εκδίδεται άμεσα εντολή για διενέργεια φορολογικού ελέγχου. Η επιστροφή ενεργείται άμεσα εντός μηνός για τα φορολογικά στοιχεία που δεν κρίνονται εικονικά ή πλαστά.

5. Ο φορολογικός έλεγχος, κατόπιν έκδοσης σχετικής εντολής, αφορά τη συνολική αίτηση επιστροφής ολοκληρώνεται εντός τεσσάρων μηνών από την υποβολή της αίτησης επιστροφής και λαμβάνει υπόψη κάθε στοιχείο που διαθέτει η αρμόδια Δ.Ο.Υ., και κυρίως:
α) Τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος. Σε όσες περιπτώσεις κρίνεται σκόπιμο ζητείται η συνδρομή της αρμόδιας για τη φορολογία του εισοδήματος του αγρότη Δ.Ο.Υ..

β) Τη δήλωση Καλλιέργειας/Εκτροφής που υποβάλλεται σύμφωνα με το ν. 3877/2010. Στοιχεία της δήλωσης αυτής διατίθενται από τη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων μέσω telnet, μετά από διάθεσή τους από τον ΕΛΓΑ, στα οποία εμφανίζεται η ασφαλιζόμενη αξία της αγροτικής παραγωγής προσαυξημένη κατά 50%, αξία η οποία θεωρείται κατ' αρχήν συμβατή με την αξία επί της οποίας ζητείται επιστροφή ΦΠΑ. Σε περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο κατά τον έλεγχο, ολόκληρη η δήλωση Καλλιέργειας/Εκτροφής μπορεί να αναζητηθεί από τον ΕΛΓΑ.

Η επιστροφή ενεργείται εντός μηνός από την ολοκλήρωση του ελέγχου.

6. Σε κάθε περίπτωση η απόφαση και το ΑΦΕΚ για την επιστροφή εκδίδεται και εκκαθαρίζεται από τη Δ.Ο.Υ. στην οποία έχει υποβληθεί η αίτηση επιστροφής.

7. Στην περίπτωση που οι συνεταιριστικές οργανώσεις δεν επιστρέφουν στη Δ.Ο.Υ. εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας το αντίγραφο της συγκεντρωτικής κατάστασης από την οποία προκύπτει η πραγματική καταβολή των οφειλόμενων ποσών επιστροφής στους δικαιούχους αγρότες, καθώς και σε κάθε περίπτωση που δεν εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται από την ΑΥΟ Π.953/432/64/ΠΟΛ.41/3.2.1988 και την παρούσα απόφαση οι αρμόδιες Δ.Ο.Υ. επιβάλλουν τις κυρώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του ν. 2523/1997.

8. Αιτήσεις επιστροφής δεν γίνονται δεκτές εάν το αιτούμενο προς επιστροφή ποσό είναι μικρότερο των 20 ευρώ.

9. Για τη συμπλήρωση των αιτήσεων επιστροφής ΦΠΑ (έντυπο 010Α-ΦΠΑ, έκδοση 2007, Φ6 TAXIS) ισχύουν οι οδηγίες που δόθηκαν με την εγκύκλιο Πολ. 1045/22.04.2010.

10. Μετά τη διενέργεια της επιστροφής, οι αρμόδιες Δ.Ο.Υ. διενεργούν φορολογικό έλεγχο, στις περιπτώσεις που ο έλεγχος αυτός δεν έχει διενεργηθεί πριν την πραγματοποίηση της επιστροφής σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους 4 και 5, κατά προτεραιότητα ανάλογα με το ύψος του αιτούμενου ποσού. Κατ' αρχήν ο έλεγχος επικεντρώνεται στις αιτήσεις με αιτούμενο ποσό από 10.000 ευρώ και άνω και στη συνέχεια στις υπόλοιπες αιτήσεις επιστροφής, με προτεραιότητα τα υψηλότερα ποσά επιστροφής.
 

Αναφορικά με το δεύτερο ερώτημά σας, σύμφωνα με τις παρ. 4 & 5 του άρθρου 41

4.Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 δεν εφαρμόζονται στους αγρότες που:
 α) ασκούν τις αγροτικές εκμεταλλεύσεις και παρέχουν τις αγροτικές υπηρεσίες που προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 42, με τη μορφή εταιρείας οποιουδήποτε τύπου ή αγροτικών συνεταιρισμών,
 β) πωλούν αγροτικά προϊόντα παραγωγής τους, ύστερα από επεξεργασία που μπορεί να προσδώσει σε αυτά χαρακτήρα βιομηχανικών ή βιοτεχνικών προϊόντων,
 γ) ασκούν παράλληλα και άλλη οικονομική δραστηριότητα, για την οποία έχουν υποχρέωση να τηρούν βιβλία δεύτερης ή ανώτερης κατηγορίας του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων. Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για τους αγρότες που πωλούν προϊόντα δικής τους παραγωγής από δικό τους κατάστημα ή από λαϊκές αγορές ή πραγματοποιούν εξαγωγές ή παραδόσεις προς άλλο κράτος  μέλος, καθώς και για τους αγρότες οι οποίοι εντάσσονται στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, σύμφωνα με το ν. 3874/2010 (ΦΕΚ 151 Α΄) και ασχολούνται με τη διαχείριση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας έως 100 KW ή τη λειτουργία αγροτουριστικών μονάδων έως 10 δωματίων.

5.Οι αγρότες της παραγράφου 4 εντάσσονται στο κανονικό καθεστώς του φόρου για τις δραστηριότητες αυτές.
 Ειδικά για τους αγρότες της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 4, η ένταξη στο κανονικό καθεστώς ισχύει από την ημερομηνία κατά την οποία θα εφαρμοστεί η τήρηση βιβλίου εσόδων εξόδων στους εμπόρους που πραγματοποιούν τις ίδιες δραστηριότητες.
 Για την ένταξη στο κανονικό καθεστώς υποβάλλεται δήλωση έναρξης ή μεταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 36.

Περαιτέρω, με την ΠΟΛ.1036/2008Υπουργική Απόφαση επισημαίνεται ότι με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 21 προσετέθη εδάφιο στο τέλος της παραγράφου 5 του άρθρου 41 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν.2859/2000). Ουσιαστικά πρόκειται για νομοτεχνική τακτοποίηση καθόσον το εδάφιο αυτό προϋπήρχε στο τέλος της παραγράφου 7 του άρθρου 41, και ισχύουν οι οδηγίες που έχουν δοθεί με την εγκύκλιο 10/Π.4336/3162/10.7.1987.

Συμπληρωματικά, όσον αφορά την παράγραφο 5 του άρθρου 41, διευκρινίζεται ότι στην περίπτωση που για συγκεκριμένο αγρότη συντρέξει μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στις περιπτώσεις α), β) και γ) της ίδιας παραγράφου, κατά τη διάρκεια της χρήσης, ο αγρότης αυτός δεν θα έχει δικαίωμα επιστροφής για τις πωλήσεις που θα πραγματοποιήσει από την έναρξη της επόμενης χρήσης.

 

Για την ομοιόμορφη εφαρμογή της διάταξης αυτής επισημαίνουμε τα εξής:

α) Αγρότης του ειδικού καθεστώτος που είναι κτηνοτρόφος, αποφασίζει από 1 Ιουνίου 2008 να ασκεί την κτηνοτροφική του εκμετάλλευση με τη μορφή εταιρίας.

Στην περίπτωση αυτή δικαιούται επιστροφής Φ.Π.Α. με τους κατ` αποκοπή συντελεστές, μόνο για τις πωλήσεις που πραγματοποίησε κατά την χρήση του 2008 από την ατομική άσκηση του επαγγέλματός του, δηλαδή μέχρι 31.5.08, που ασκούσε την ατομική του επιχείρησή. Από την ημερομηνία αυτή και μετά δεν δικαιούται επιστροφής, καθόσον δεν είναι αγρότης του ειδικού καθεστώτος.

Στην περίπτωση όμως που ο κτηνοτρόφος αποφασίσει σε οποιοδήποτε χρόνο να συμμετάσχει ως μέλος σε εταιρία η οποία ασκεί οποιαδήποτε δραστηριότητα, αγροτική ή εμπορική, διατηρώντας παράλληλα την ατομική αγροτική του εκμετάλλευση, εξακολουθεί να υπάγεται στο ειδικό καθεστώς αγροτών και δικαιούται επιστροφής με τους κατ` αποκοπή συντελεστές, για τις πωλήσεις που πραγματοποιεί από την ατομική αυτή δραστηριότητά του, καθόσον η εταιρεία αποτελεί διαφορετικό πρόσωπο. Είναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση αυτή, η διάκριση των περιουσιακών στοιχείων και των συναλλαγών των δύο επιχειρήσεων, ατομικής και εταιρίας, πρέπει να είναι σαφής και αποτελεί αντικείμενο ελέγχου.

β) Αγρότης του ειδικού καθεστώτος που έχει παραγωγή δημητριακών και ροδακίνων, μπορεί οποτεδήποτε εντός του έτους, π.χ. από την 1η Σεπτεμβρίου 2008, να επεξεργάζεται και να διαθέτει ως βιομηχανικό ή βιοτεχνικό προϊόν ένα από τα προϊόντα του, όπως τα ροδάκινα σε κονσέρβες κομπόστα. Στην πώληση του προϊόντος αυτού υποχρεούται βεβαίως να επιβάλλει Φ.Π.Α.. Για το προϊόν αυτό (ροδάκινα) έχει δικαίωμα επιστροφής μόνο για τις πωλήσεις που έχει πραγματοποιήσει μέχρι 31.8.08, ενώ για τα δημητριακά δικαιούται επιστροφή με τους κατ` αποκοπή συντελεστές για τις πωλήσεις που πραγματοποιεί καθ` όλο το έτος 2008. Στην περίπτωση που υποχρεούται να τηρεί βιβλία Β΄ ή ανώτερης κατηγορίας για την επεξεργασία των ροδακίνων, από το έτος 2009 δεν έχει δικαίωμα επιστροφής με τους κατ` αποκοπή συντελεστές για τα προϊόντα που πωλεί αυτούσια, καθόσον ουσιαστικά ασκεί και δεύτερη δραστηριότητα με βιβλία Β΄ ή ανώτερης κατηγορίας.

γ) Αγρότης του ειδικού καθεστώτος μπορεί οποτεδήποτε εντός του έτους να αρχίσει να ασκεί, παράλληλα με την αγροτική του δραστηριότητα και άλλη δραστηριότητα.

Εάν για τη νέα αυτή δραστηριότητα υποχρεούται να τηρεί βιβλία Β΄ κατηγορίας του ΚΒΣ ή ανώτερης, δεν έχει δικαίωμα επιστροφής για τα αγροτικά του προϊόντα από την έναρξη της επόμενης διαχειριστικής περιόδου. Αντίθετα εάν για τη νέα δραστηριότητα υποχρεούται σε τήρηση βιβλίου Αγορών, ή δεν υποχρεούται στην τήρηση βιβλίων, το δικαίωμα επιστροφής με τους κατ` αποκοπή συντελεστές διατηρείται.

 

Συνεπώς εκ των ανωτέρω, συνάγεται ότι ο αγρότης του κανονικού καθεστώτος δεν δικαιούται επιστροφή Φ.Π.Α. με τους κατ αποκοπή συντελεστές, καθώς έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των λοιπών επιτηδευματιών που δεν εντάσσονται σε κάποιο από τα ειδικά καθεστώτα του ν.2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.)