Ερώτηση

257AA    Καλησπέρα, Θα ήθελα να ρωτήσω εάν μια Ιταλική επιχείρηση χωρίς εγκατάσταση στην Ελλάδα που αγοράζει εμπόρευμα από ελληνική εταιρεία το οποίο πουλάει σε άλλη ελληνική εταιρεία θα πρέπει να χρεώσει ΦΠΑ στην πώληση ή όχι. Θα πρέπει να ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο; Ευχαριστώ.

 

Απάντηση

Αν έχουμε καταλάβει σωστά εννοείτε ότι η το εμπόρευμα που αγοράστηκε από την ιταλική εταιρεία πωλήθηκε σε ελληνική εταιρεία χωρίς να έχει προηγηθεί φυσική διακίνησή του στην Ιταλία.

Σε αυτή την περίπτωση δεν θεωρούνται ενδοκοινοτικές συναλλαγές απαλλασσόμενες από τον ΦΠΑ, ούτε η αγορά του εμπορεύματος από την Ιταλική επιχείρηση (από την πρώτη ελληνική εταιρεία), αλλά  ούτε και   πώληση του εμπορεύματος  προς την δεύτερη ελληνική εταιρεία.

Για την απαλλαγή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας στα τιμολόγια που αφορούν ενδοκοινοτικές παραδόσεις  ή λήψεις αγαθών απαραίτητη προϋπόθεση είναι (σύμφωνα με την ΠΟΛ.1201/29.10.1999):

1. Η εγγραφή των υποκειμένων στο φόρο πωλητών στο σύστημα των ενδοκοινοτικών συναλλαγών VIES,

2. Η επαλήθευση από τους υποκείμενους στο φόρο  πωλητές του ΑΦΜ/ΦΠΑ του αλλοδαπού αγοραστή, αν δηλαδή αυτός ο ΑΦΜ/ΦΠΑ είναι εγγεγραμμένος στο σύστημα VIES στη χώρα του.

3. Αποδεδειγμένη φυσική διακίνηση των αγαθών.

 

Επομένως εφόσον δεν έλαβε χώρα φυσική διακίνηση αγαθών από κράτος μέλος  σε άλλο κράτος μέλος η Ιταλική εταιρεία θα πρέπει να τιμολογήσει με ΦΠΑ. Επιπλέον ο φόρος οφείλεται στην Ελλάδα διότι κατά τον χρόνο γέννησης της φορολογικής υποχρέωσης τα αγαθά βρίσκονταν στο εσωτερικό της χώρας .

 

Υπόχρεος στο φόρο είναι η Ιταλική εταιρεία κατά το άρθρο 35 παρ. 1, περ. β:

 

“β) ο εγκατεστημένος στο εσωτερικό άλλου κράτους -μέλους υποκείμενος στον φόρο, για τις ενεργούμενες από αυτόν πράξεις, για τις οποίες ο τόπος φορολογίας βρίσκεται στο εσωτερικό της χώρας, εκτός των πράξεων που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε', στ' και η' και εφόσον δεν έχει ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο, σύμφωνα με την περίπτωση ε' της παραγράφου 4 του άρθρου 36”

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 36, παρ. 4, περ. ε ο ορισμός φορολογικού αντιπροσώπου εν προκειμένω δεν είναι πλέον πράξη υποχρεωτική:

 

“Άρθρο 36

...

4. Ο υποκείμενος στο φόρο υποχρεούται επίσης:

...

δ) να ορίζει φορολογικό αντιπρόσωπο του, πριν από την ενέργεια οποιασδήποτε φορολογητέας πράξης στο εσωτερικό της χώρας, εφόσον πρόκειται για υποκείμενο στο φόρο που δεν είναι μόνιμα εγκαταστημένος στο εσωτερικό της χώρας ή στο εσωτερικό άλλου κράτους - μέλους και για την οποία είναι ο ίδιος υπόχρεος στο φόρο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35.

 Ο ορισμός του φορολογικού αντιπροσώπου γίνεται με την κατάθεση αντιγράφου του σχετικού πληρεξούσιου εγγράφου στον προϊστάμενο Δ.Ο.Υ., που είναι αρμόδιος για τη φορολογία εισοδήματος του φορολογικού αντιπροσώπου.

 Το αντίγραφο αυτό πρέπει να είναι θεωρημένο από την ελληνική προξενική αρχή του τόπου, όπου είναι εγκαταστημένος ο υποκείμενος στο φόρο, ή από την Αρχή που έχει οριστεί για τη θεώρηση, σύμφωνα με την από 5.10.1961 Σύμβαση της Χάγης.

ε) Φορολογικό αντιπρόσωπο δύνανται να ορίζουν, σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου αυτής, και οι υποκείμενοι στο φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν διαθέτουν εγκατάσταση στην Ελλάδα. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος της περίπτωσης αυτής δεν υποχρεούται στην τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων για τις πράξεις που πραγματοποιεί ο εντολέας του.”

 

Επομένως σύμφωνα με τα ανωτέρω η ιταλική επιχείρηση μπορεί να μη ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο για την απόδοση του οφειλόμενου φόρου. Ωστόσο σύμφωνα με τις ΠΟΛ 1174/2002 και 1010/2003 προβλέπεται η υποχρέωση φορολογικού εκπροσώπου για την απόδοση του φόρου.

 

ΠΟΛ 1174/2002

 

Αρθρο 1 - Ορισμός εκπροσώπου

1. Οι υποκείμενοι στο φόρο, οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Κοινότητας και πραγματοποιούν, από την εγκατάσταση τους αυτή, πράξεις οι οποίες υπάγονται στο ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 13 και 14 του Κώδικα ΦΠΑ, και με την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές δεν δημιουργούν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 του ν.2238/1994 ή της οικείας σύμβασης για την αποφυγή της διπλής φορολογίας, οφείλουν να ορίσουν εκπρόσωπο, για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους στην Ελλάδα.

Ο ορισμός αυτός γίνεται πριν από την έναρξη πραγματοποίησης πράξεων, για τις οποίες οφείλεται φόρος στην Ελλάδα.

2. Η ανωτέρω υποχρέωση δεν ισχύει:

α) για πράξεις για τις οποίες υπόχρεος στην καταβολή του φόρου είναι ο λήπτης αγαθών ή υπηρεσιών, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1, περίπτωση δ', υποπεριπτώσεις αα) και ββ) του άρθρου 35 του Κώδικα ΦΠΑ, και

β) στην περίπτωση εξαγωγής αγαθών, από εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας πωλητή που ενεργεί στο όνομα του και για λογαριασμό υποκειμένου στο φόρο αγοραστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμοζόμενης αναλόγως της διαδικασίας που ορίζεται στο άρθρο 1.α της ΑΥΟ 1111374/9160/2152/0014/ΠΟΛ.1281/26.8.1993, όπως τροποποιήθηκε με την ΑΥΟ 1077223/4331/869/0014/ΠΟΛ.1180/29.7.1995.
 

 

 ΠΟΛ 1010/2003:

Φορολογικός εκπρόσωπος υποκείμενων σε ΦΠΑ, εγκατεστημένων σε άλλο κράτος - μέλος της Κοινότητας

 

Σχετικά με το προαναφερόμενο θέμα και ύστερα από ερωτήματα φορολογούμενων και ΔΟΥ, όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 18 του Ν.2992/2002 (ΦΕΚ 54/Α’/20.3.2002), με το οποίο τροποποιούνται οι διατάξεις των άρθρων 35, 36 και 55 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000), λαμβανομένης υπόψη και της διαδικασίας η οποία ορίζεται με την υπ’ αριθ. 1048281/2583/529/Α0014/ΠΟΛ.1174/4.6.2002 ΑΥΟ, παρέχουμε αναλυτικότερα τις ακόλουθες οδηγίες και διευκρινίσεις για την ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή τους:

 

1. Έννοια του υπόχρεου - Ορισμός φορολογικού εκπροσώπου

 

Με τις διατάξεις του άρθρου 35 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000) ορίζονται οι υπόχρεοι στον φόρο, δηλαδή τα πρόσωπα που έχουν υποχρέωση να υποβάλουν τις σχετικές δηλώσεις και να αποδίδουν στο Δημόσιο τον φόρο στις ενεργούμενες από αυτά πράξεις παράδοσης αγαθών, ενδοκοινοτικής απόκτησης αγαθών και παροχής υπηρεσιών που διενεργούν, καθώς και στις εισαγωγές αγαθών.

 

Κατά κανόνα, η έννοια του υπόχρεου στον φόρο συμπίπτει μ’ αυτή του υποκείμενου στον φόρο.

 

Διευκρινίζεται όμως στο σημείο αυτό ότι στην έννοια του υποκείμενου εμπίπτει τόσο ο υποκείμενος ο οποίος πραγματοποιεί φορολογητέες πράξεις ή πράξεις απαλλασσόμενες από τον φόρο με δικαίωμα έκπτωσης, όσο και ο υποκείμενος στον φόρο ο οποίος πραγματοποιεί απαλλασσόμενες πράξεις χωρίς δικαίωμα έκπτωσης του φόρου [άρθρο 22 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000)].

 

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις, από την 1.1.2002 καταργήθηκε η υποχρέωση ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου στην περίπτωση κατά την οποία υποκείμενος στον φόρο εγκατεστημένος σε άλλο κράτος - μέλος πραγματοποιεί πράξεις στο εσωτερικό της χώρας, για τις οποίες οφείλεται ΦΠΑ στο Ελληνικό Δημόσιο.

 

Η υποχρέωση καταβολής του φόρου ανήκει πλέον στον ίδιο τον εγκατεστημένο σε άλλο κράτος - μέλος υποκείμενο στον φόρο, ο οποίος πρέπει να λαμβάνει ΑΦΜ στην Ελλάδα με βάση τον οποίο θα γίνεται η υποβολή δηλώσεων και η καταβολή του φόρου.

 

Για τη διασφάλιση του Ελληνικού Δημοσίου προβλέπεται η υποχρέωση ορισμού φορολογικού εκπροσώπου, ο οποίος πρέπει να είναι εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας, να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του υποκείμενου και να επιδεικνύει τα ζητούμενα στοιχεία στα αρμόδια για τον φορολογικό έλεγχο πρόσωπα.

 

Ο εκπρόσωπος αυτός ουσιαστικά, ως προς τη διαδικασία, εφαρμόζει ό,τι και ο φορολογικός αντιπρόσωπος, με τη διαφορά όμως ότι υπόχρεος στην καταβολή του φόρου είναι ο εγκατεστημένος στην Κοινότητα επιτηδευματίας, δηλαδή δεν έχει ο φορολογικός εκπρόσωπος αλληλέγγυα ευθύνη για την καταβολή του φόρου (όπως ο φορολογικός αντιπρόσωπος).

 

Επίσης, για την εφαρμογή του άρθρου αυτού διευκρινίζεται καταρχήν ότι η υποχρέωση για μόνιμη ή μη εγκατάσταση του αλλοδαπού υποκείμενου, υπόχρεου στον φόρο, στο εσωτερικό της χώρας, κρίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 100 του Ν.2238/1994 ή της οικείας σύμβασης για την αποφυγή διπλής φορολογίας που η χώρα μας έχει υπογράψει με άλλα κράτη - μέλη.

 

Παρόλα αυτά όμως, επισημαίνεται ότι ο προαναφερόμενος υπόχρεος έχει τη δυνατότητα να λαμβάνει ΑΦΜ και να πραγματοποιεί πράξεις, οι οποίες δεν σχετίζονται σε καμία περίπτωση με τη μόνιμη εγκατάστασή του που τυχόν έχει αποκτήσει στην Ελλάδα.

 

2. Πράξεις για τις οποίες απαιτείται ορισμός φορολογικού εκπροσώπου

 

Ορισμός φορολογικού εκπροσώπου απαιτείται ενδεικτικά στις παρακάτω πράξεις:

 

- Παροχές υπηρεσιών της παρ. 2 του άρθρου 14 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000), εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις για τη φορολόγησή τους στη χώρα μας, όπως π.χ. υπηρεσίες σε ακίνητα που βρίσκονται στην Ελλάδα.

 

- Πωλήσεις από απόσταση με λήπτες πρόσωπα εγκατεστημένα στην Ελλάδα, εφόσον πληρούνται οι όροι και οι προϋποθέσεις για τη φορολόγηση των πράξεων αυτών στην Ελλάδα.

 

- Εισαγωγή αγαθών τα οποία στη συνέχεια παραδίδονται στην Ελλάδα ή αποστέλλονται ή μεταφέρονται σε άλλο κράτος - μέλος της Κοινότητας.

 

- Για τους σκοπούς λειτουργίας φορολογικής αποθήκης.

 

- Αποθήκευση αγαθών (στην περίπτωση που δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις απόκτησης μόνιμης εγκατάστασης).

 

3. Πράξεις για τις οποίες ΔΕΝ απαιτείται ορισμός φορολογικού εκπροσώπου

 

Δεν απαιτείται ορισμός φορολογικού εκπροσώπου για τις παρακάτω πράξεις:

 

Α. Όταν υπόχρεος του φόρου ορίζεται ο λήπτης των αγαθών και υπηρεσιών, εφόσον αυτός είναι υποκείμενος στον φόρο και ειδικά στις ακόλουθες πράξεις:

 

α) Παράδοσης αγαθών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της χώρας στα πλαίσια των τριγωνικών ενδοκοινοτικών συναλλαγών οι οποίες εντάσσονται στο απλοποιημένο καθεστώς, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 15 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000).

 

β) Παροχής υπηρεσιών των παρ. 3 και 4 του άρθρου 14 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000), εφόσον ο λήπτης των υπηρεσιών αυτών διαθέτει ΑΦΜ/ΦΠΑ στο εσωτερικό της χώρας, όπως υπηρεσίες ενδοκοινοτικής μεταφοράς αγαθών και μεσολάβησης για την παροχή των υπηρεσιών αυτών, εκμετάλλευσης δικαιωμάτων, παροχής υπηρεσιών διαφημίσεων, μελετών κ.λπ.

 

Β. Στην εξαγωγή αγαθών από εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας πωλητή που ενεργεί στο όνομά του και για λογαριασμό υποκείμενου στον φόρο αγοραστή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμοζόμενης ανάλογα της διαδικασίας που ορίζεται στο άρθρο 1α’ της υπ’ αριθ. 1111374/9160/2152/0014/ΠΟΛ.1281/26.8.1993 ΑΥΟ, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. 1077223/4331/869/0014/ΠΟΛ.1180/29.7.1995 ΑΥΟ.

 

Γ. Σε περίπτωση ευκαιριακής πραγματοποίησης πολιτιστικών, καλλιτεχνικών, αθλητικών, επιστημονικών, εκπαιδευτικών, ψυχαγωγικών ή παρόμοιων εκδηλώσεων στο εσωτερικό της χώρας, στις οποίες περιλαμβάνεται και η διοργάνωση συνεδρίων, από τους υποκείμενους που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος - μέλος της Κοινότητας.

 

Τα πρόσωπα αυτά μπορούν, αντί του ορισμού εκπροσώπου, να καταθέτουν εγγυητική επιστολή τράπεζας εγκατεστημένης στην Ελλάδα, η οποία να καλύπτει το ποσό του ΦΠΑ που αναλογεί στις ανωτέρω ευκαιριακές πράξεις. Λεπτομέρειες ως προς τη διαδικασία καταβολής του οφειλόμενου φόρου δίνονται με την υπ’ αριθ. 1048281/2583/529/Α0014/ΠΟΛ.1174/4.6.2002 ΑΥΟ.

 

4. Διαδικασία ορισμού φορολογικού εκπροσώπου

 

Τα πρόσωπα που ενεργούν πράξεις για τις οποίες απαιτείται ο ορισμός φορολογικού εκπροσώπου, οφείλουν πριν την πραγματοποίηση των πράξεων αυτών να ορίσουν μοναδικό φορολογικό τους εκπρόσωπο στην Ελλάδα.

 

Ο ορισμός του φορολογικού εκπροσώπου γίνεται με σχετικό έγγραφο (εξουσιοδότηση), στο οποίο πρέπει να γίνεται ρητή μνεία για τη μοναδικότητα του φορολογικού εκπροσώπου που ορίζεται και από το οποίο θα πρέπει να προκύπτουν τα πλήρη στοιχεία του εντολέα, όπως ο ΑΦΜ/ΦΠΑ που του έχει χορηγηθεί στη χώρα εγκατάστασής του ή οποιοσδήποτε άλλος ΑΦΜ - η εγκυρότητα του οποίου θα πρέπει να μπορεί να επαληθεύεται μέσω του ενδοκοινοτικού μηχανογραφικού συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών (ΦΠΑ) – VIES, η νομική μορφή, η διεύθυνση και η δραστηριότητά του σ' αυτή.

 

Το έγγραφο αυτό αποστέλλεται από τον κοινοτικό υποκείμενο προς το πρόσωπο το οποίο είναι ήδη υποκείμενο στον φόρο στη χώρα μας και εξουσιοδοτείται να πραγματοποιήσει και να διεκπεραιώσει για λογαριασμό του εν λόγω υπόχρεου συγκεκριμένες πράξεις στην Ελλάδα.

 

Στην περίπτωση που το προαναφερόμενο έγγραφο έχει συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, απαιτείται να υποβληθεί μεταφρασμένο επίσημα στην ελληνική γλώσσα.

 

5. Πρόσωπα που μπορούν να ορισθούν ως φορολογικοί εκπρόσωποι

 

Ως φορολογικοί εκπρόσωποι ορίζονται πρόσωπα φυσικά ή νομικά (με εξαίρεση τα μη υποκείμενα στον φόρο νομικά πρόσωπα) τα οποία είναι ήδη υποκείμενα στον φόρο και έχουν την έδρα της επαγγελματικής τους δραστηριότητας ή τη μόνιμη εγκατάστασή τους στην Ελλάδα. Τα πρόσωπα αυτά πρέπει να είναι φερέγγυα, πλήρως ικανά για δικαιοπραξία, να λειτουργούν νόμιμα, να αποδεχθούν τον διορισμό τους και να μην έχουν υποπέσει στις παραβάσεις των διατάξεων του άρθρου 30, παρ. 4, 6 και 7 του ΚΒΣ που επισύρουν ανακρίβεια των βιβλίων.

 

Σημειώνεται ότι η περ. β' της παρ. 2 του άρθρου 2 της ΑΥΟ ΠΟΛ.1174/4.6.2002, με την οποία οριζόταν προσκόμιση εγγράφου για την μη εκκρεμότητα ποινικής δίωξης σε βάρος των φορολογικών εκπροσώπων, καταργήθηκε με την ΑΥΟ ΠΟΛ.1009/2003, γιατί κρίθηκε ότι αυτό ήταν εξαιρετικά δύσκολο και προκαλούσε πρακτικές δυσχέρειες και επιπλέον ότι την ευθύνη καταβολής του φόρου την έχει σε κάθε περίπτωση ο κοινοτικός υπόχρεος και όχι ο εκπρόσωπος.

 

6. Υποχρεώσεις φορολογικού εκπροσώπου

 

α) Σχετικά με το Μητρώο και τον ΦΠΑ

 

Ο φορολογικός εκπρόσωπος που αποδέχεται τον διορισμό του, υποχρεούται να υποβάλει δήλωση έναρξης εργασιών για λογαριασμό του υποκείμενου στον φόρο εντολέα, συνυποβάλλοντας αντίγραφο του σχετικού εγγράφου (εξουσιοδότησης) στην αρμόδια για τη φορολογία του εισοδήματός του ΔΟΥ ή στη ΔΟΥ που έχει την έδρα της επιχείρησής του, καθώς και υπεύθυνη δήλωση περί αποδοχής του διορισμού του ως φορολογικού εκπροσώπου.

 

Με τη δήλωση έναρξης εργασιών συνυποβάλλεται και η δήλωση σχέσεων φορολογούμενου (Μ7), με την οποία δηλώνονται τα στοιχεία του φορολογικού εκπροσώπου και ο ΑΦΜ που του έχει χορηγηθεί για τις δικές του φορολογικές υποχρεώσεις. Επίσης συνυποβάλλεται και η δήλωση στοιχείων έδρας αλλοδαπής επιχείρησης (Μ9), με την οποία δηλώνονται ο ΑΦΜ, η επωνυμία, η διεύθυνση και η δραστηριότητα του εντολέα στη χώρα του, ενώ στη δήλωση έναρξης αναγράφεται η δραστηριότητα που ασκείται στην Ελλάδα, η οποία θα πρέπει να είναι ίδια μ’ αυτή που ασκείται στο κράτος – μέλος της εγκατάστασής του.

 

Επίσης, με την υποβολή της προαναφερόμενης δήλωσης έναρξης εργασιών από τον φορολογικό εκπρόσωπο, χορηγείται στον εντολέα ΑΦΜ στην Ελλάδα, αφού προηγουμένως επαληθευθεί ο ΑΦΜ του στη χώρα εγκατάστασής του και ελεγχθεί η νομική του υπόσταση από το Τμήμα Δ' VIES της 14ης Διεύθυνσης ΦΠΑ.

 

Για τη διευκόλυνση του φορολογικού εκπροσώπου, η αρμόδια ΔΟΥ θα αποστέλλει με fax το έντυπο της δήλωσης Μ9, συμπληρωμένο στην ανωτέρω υπηρεσία, προκειμένου να επαληθευθούν τα δηλούμενα στοιχεία του εντολέα.

 

Στην περίπτωση που η δήλωση έναρξης εργασιών υποβληθεί εκπρόθεσμα εκ μέρους του φορολογικού εκπροσώπου για λογαριασμό του υποκείμενου στον φόρο εντολέα του, υποβάλλονται στην αρμόδια ΔΟΥ και όλες οι σχετικές δηλώσεις ΦΠΑ (περιοδικές και εκκαθαριστικές) που όφειλαν να έχουν υποβληθεί από τον δηλούμενο ως χρόνο έναρξης πραγματοποίησης φορολογητέων πράξεων στην Ελλάδα.

 

Υπενθυμίζεται ότι, στην περίπτωση μεταβολής του φορολογικού εκπροσώπου, ο ΑΦΜ του εντολέα παραμένει ο ίδιος, όπως και σε περίπτωση υποβολής δήλωσης παύσης και εκ νέου έναρξης εργασιών του ίδιου εντολέα, έστω και με διαφορετικό φορολογικό εκπρόσωπο.

 

Για την αλλαγή του φορολογικού εκπροσώπου υποβάλλεται δήλωση μεταβολής από τον νέο εκπρόσωπο, συνυποβάλλοντας αντίγραφο του σχετικού εγγράφου (εξουσιοδότηση) του εντολέα, από το οποίο να προκύπτει η αλλαγή του φορολογικού εκπροσώπου. Και σ’ αυτή την περίπτωση, απαιτείται η προηγούμενη επαλήθευση του ΑΦΜ, καθώς και ο έλεγχος της νομικής υπόστασης του εντολέα από το Δ' Τμήμα (VIES) της 14ης Διεύθυνσης ΦΠΑ, όπως προκύπτουν από τη δήλωση στοιχείων έδρας αλλοδαπής επιχείρησης (Μ9).

 

Τέλος εξυπακούεται ότι, σε περίπτωση αλλαγής των στοιχείων Μητρώου της αλλοδαπής επιχείρησης (εντολέας), απαιτείται η υποβολή νέας δήλωσης (Μ9) για την ενημέρωση των στοιχείων του φακέλου του φορολογικού εκπροσώπου.

 

β) Σχετικά με τον ΚΒΣ

 

Ο υποκείμενος στον φόρο ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε άλλο κράτος – μέλος, έχει ειδικότερα και τις εξής υποχρεώσεις:

 

- Τηρεί βιβλία Β' ή Γ' κατηγορίας του ΚΒΣ, κατ' επιλογή του και ανεξάρτητα της νομικής μορφής του.

 

- Εκδίδει, υποβάλλει και διαφυλάσσει τα στοιχεία που ορίζονται από τις διατάξεις του ΚΒΣ.

 

Οι ανωτέρω υποχρεώσεις εκπληρώνονται από τον ορισμένο στην Ελλάδα φορολογικό εκπρόσωπο.

 

Ο κοινοτικός υπόχρεος, για τις πραγματοποιούμενες πράξεις στη χώρα μας, μπορεί να εκδίδει ο ίδιος τιμολόγια από τη χώρα εγκατάστασής του προς τους πελάτες του, αναγράφοντας τον ΑΦΜ τον οποίο έχει λάβει στη χώρα μας, τα στοιχεία της επιχείρησής του και τον ΑΦΜ που του έχει χορηγηθεί στην κοινοτική χώρα εγκατάστασής του, καθώς και το ποσό του ΦΠΑ που αναλογεί στα αγαθά ή τις υπηρεσίες που παρέχει με τον συντελεστή που ισχύει στην Ελλάδα. Αντίγραφα των τιμολογίων αυτών αποστέλλονται στον οριζόμενο στη χώρα μας φορολογικό εκπρόσωπο για ενημέρωση των τηρούμενων βιβλίων.

 

Εξυπακούεται ότι ο φόρος αυτός εκπίπτει από τον λήπτη του εν λόγω στοιχείου, όταν βέβαια το δικαίωμα αυτό απορρέει από τις διατάξεις του Κώδικα ΦΠΑ (άρθρο 30 του Ν.2859/2000).

 

Σε περίπτωση αλλαγής φορολογικού εκπροσώπου, τα τηρούμενα βιβλία και στοιχεία παραδίδονται στον νέο φορολογικό εκπρόσωπο. Τα φορολογικά αυτά στοιχεία συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται, αφού αναγραφούν σ' αυτά (εντύπως ή με σφραγίδα) τα πλήρη στοιχεία του νέου φορολογικού εκπροσώπου, μέχρι εξάντλησής τους.

 

Γενικά, ο κοινοτικός υπόχρεος ο οποίος είναι υποκείμενος στον φόρο, έχει όλες τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των εγκατεστημένων στο εσωτερικό της χώρας υποκείμενων στον φόρο, που απορρέουν από τις διατάξεις περί ΦΠΑ και του ΚΒΣ.

 

Σχετικά με τη δικαιούμενη αμοιβή, ο φορολογικός εκπρόσωπος εκδίδει προς τον εντολέα τιμολόγιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 του ΚΒΣ, το οποίο και καταχωρεί στα τηρούμενα βιβλία της επιχείρησής του.

 

7. Μη ορισμός φορολογικού εκπροσώπου στην Ελλάδα - Έλλειψη ΑΦΜ ή μόνιμης εγκατάστασης στη χώρα μας

 

Σε περίπτωση που ο κοινοτικός υπόχρεος υποκείμενος στον φόρο δεν ορίσει, ως όφειλε, φορολογικό εκπρόσωπο με σκοπό τη λήψη ΑΦΜ στην Ελλάδα για τις φορολογητέες πράξεις που πραγματοποιεί στη χώρα μας ούτε έχει αποκτήσει μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα και εκδίδει φορολογικά στοιχεία από την κοινοτική χώρα εγκατάστασής του απευθείας προς τους υποκείμενους στον φόρο Έλληνες πελάτες του, αναγράφοντας τον ΑΦΜ που του έχει χορηγηθεί στη χώρα αυτή, το είδος και την αξία των αγαθών ή των υπηρεσιών που παρέχει στη χώρα μας, ο λήπτης των στοιχείων αυτών οφείλει, ανεξάρτητα από τις κυρώσεις που θα επιβληθούν σε βάρος του υπόχρεου για τον μη ορισμό φορολογικού εκπροσώπου, να απεικονίζει το ποσό αυτό μόνο στις εκκαθαριστικές δηλώσεις ΦΠΑ (Κωδικός 666, Υποπίνακας β’ - Εισροές του Πίνακα Γ’ ΕΙΣΡΟΕΣ - ΕΚΡΟΕΣ), χωρίς να χρεοπιστώνει τον οφειλόμενο φόρο ούτε να αποδίδει αυτόν με έκτακτη περιοδική δήλωση ΦΠΑ.

 

8. Υποκείμενοι εγκατεστημένοι σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης

 

Σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. δ' της παρ. 4 του άρθρου 36 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000), παραμένει σε ισχύ η υποχρέωση ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου για τους υποκείμενους που είναι εγκατεστημένοι σε χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης (τρίτες χώρες).

 

Υπενθυμίζεται ότι, σε κάθε περίπτωση που ο εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα υποκείμενος στον φόρο, παρότι είχε υποχρέωση, δεν έχει ορίσει φορολογικό αντιπρόσωπο στην Ελλάδα, υπόχρεος για την καταβολή του οφειλόμενου φόρου είναι ο λήπτης των αγαθών ή υπηρεσιών, χωρίς φυσικά να σημαίνει αυτό ότι ο υποκείμενος αυτός απαλλάσσεται από τις κυρώσεις που προβλέπονται για την μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του.

 

Ειδικά στις περιπτώσεις μίσθωσης αεροσκαφών που ο εκμισθωτής είναι υποκείμενος εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα και δεν έχει οριστεί φορολογικός αντιπρόσωπος για την απόδοση του αναλογούντος ΦΠΑ, ο υποκείμενος στον φόρο (μισθωτής) εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας, ως λήπτης της ως άνω υπηρεσίας, αντί υποβολής έκτακτης περιοδικής δήλωσης ΦΠΑ, συμπεριλαμβάνει τον οφειλόμενο φόρο στην περιοδική δήλωση ΦΠΑ της οικείας φορολογικής περιόδου τόσο στις εισροές όσο και στις εκροές, την αξία του μισθώματος, καθώς και τον αναλογούντα ΦΠΑ.

 

Δίνεται επίσης η δυνατότητα να οριστεί ως υπόχρεος για την καταβολή του φόρου ο ίδιος ο υποκείμενος, ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, εφόσον υπάρχει συμφωνία μεταξύ της χώρας εγκατάστασής του και της Ελλάδας για λειτουργία μηχανισμού διοικητικής συνεργασίας, η οποία θα διασφαλίζει την ορθή απόδοση του φόρου κατά τρόπο ανάλογο μ’ αυτόν που ισχύει για τη συνεργασία μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

 

Δηλαδή θα μπορεί ένας υποκείμενος στον φόρο εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, στην περίπτωση που θα υπάρξει ανάλογη συμφωνία, να μην υποχρεούται σε ορισμό φορολογικού αντιπροσώπου, αλλά να εκπληρώνει, μέσω εκπροσώπου του, τις υποχρεώσεις ΦΠΑ, όπως οι κοινοτικοί υποκείμενοι.

 

Διευκρινίζεται όμως ότι προς το παρόν δεν υπάρχει ανάλογη συμφωνία με καμία τρίτη χώρα.

 

9. Ευθύνη εις ολόκληρον καταβολής του φόρου από τον μη υποκείμενο στον φόρο λήπτη αγαθών ή υπηρεσιών

 

Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. δ' του άρθρου 55 του Κώδικα ΦΠΑ (Ν.2859/2000), μη υποκείμενο στον φόρο πρόσωπο (ιδιώτης κ.λπ.) το οποίο λαμβάνει αγαθά ή υπηρεσίες από υποκείμενο στον φόρο μη εγκατεστημένο στο εσωτερικό της χώρας, έχει αλληλέγγυα ευθύνη για την καταβολή του φόρου που οφείλεται από τον ίδιο τον υποκείμενο στον φόρο.

 

Υπόχρεος δηλαδή του φόρου και στην περίπτωση αυτή θεωρείται ο προαναφερόμενος υποκείμενος στον φόρο, ενώ ο λήπτης, και μόνο στην περίπτωση που είναι μη υποκείμενος στον φόρο, θεωρείται ως συνοφειλέτης αλληλεγγύως υπεύθυνος για την καταβολή του φόρου.

 

Εξυπακούεται ότι η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο μη εγκατεστημένος στο εσωτερικό της χώρας πραγματοποιεί πράξεις οι οποίες φορολογούνται στην Ελλάδα και ο φόρος οφείλεται είτε από τον ίδιο τον υποκείμενο με ορισμό φορολογικού εκπροσώπου (για τον εγκατεστημένο σε άλλο κράτος - μέλος) είτε από τον φορολογικό αντιπρόσωπο (για τον εγκατεστημένο σε τρίτη χώρα).

 

Κατά συνέπεια, στις περιπτώσεις που ο λήπτης είναι μη υποκείμενος στον φόρο και δεν καταστεί δυνατόν να εισπράξει το Ελληνικό Δημόσιο τον αναλογούντα ΦΠΑ από τον μη εγκατεστημένο στην Ελλάδα υποκείμενο στον φόρο, έχει το δικαίωμα να στραφεί στον μη υποκείμενο λήπτη για την απόδοση του φόρου.

 

10. Διοικητική συνεργασία στην είσπραξη απαιτήσεων

 

Για τη διευκόλυνση του ελέγχου και τον εντοπισμό των υποκείμενων οι οποίοι είναι υπόχρεοι για την καταβολή του φόρου στην Ελλάδα, σας επισυνάπτουμε προς διευκόλυνσή σας την υπ’ αριθ. 1080842/6357-3/0016/ΠΟΛ.1207/10.7.1996 εγκύκλιο διαταγή, σχετικά με την αμοιβαία συνδρομή για την είσπραξη απαιτήσεων ΦΠΑ.

 

11. Διατάξεις μεταβατικού χαρακτήρα

 

Παρέχεται ο αναγκαίος χρόνος στους υποκείμενους στον φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε ένα άλλο κράτος - μέλος και έχουν ορίσει ήδη φορολογικό αντιπρόσωπό τους στην Ελλάδα, να μετατρέψουν το πρόσωπο αυτό από φορολογικό αντιπρόσωπο σε απλό εκπρόσωπο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους.

 

Κατά συνέπεια, δίδεται η ευχέρεια στους κοινοτικούς υποκείμενους στον φόρο οι οποίοι πραγματοποιούσαν, κατά την έναρξη εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος νόμου (1.1.2002) φορολογητέες πράξεις στο εσωτερικό της χώρας μέσω φορολογικού τους αντιπροσώπου, να μπορούν να συνεχίσουν να πραγματοποιούν πράξεις μέσω αυτού, μέχρι 31.12.2002.

 

Για την κατά τα ανωτέρω μετατροπή, υποβάλλεται στην αρμόδια ΔΟΥ δήλωση μεταβολής εργασιών, με αιτία μεταβολής τη μετατροπή του φορολογικού αντιπροσώπου σε φορολογικό εκπρόσωπο, συνυποβάλλοντας αντίγραφο του σχετικού εγγράφου (εξουσιοδότηση) του εντολέα, από το οποίο να προκύπτει η μετατροπή του φορολογικού αντιπροσώπου σε εκπρόσωπο, καθώς και δήλωση στοιχείων έδρας αλλοδαπής επιχείρησης (Μ9), τα στοιχεία της οποίας επαληθεύονται επίσης σύμφωνα με την προαναφερόμενη (παρ. 6) διαδικασία.

 

Επισημαίνεται επίσης ότι, αναφορικά με τον ΚΒΣ, πρέπει να θεωρηθούν νέα βιβλία (Β’ ή Γ’ κατηγορίας) από τον φορολογικό εκπρόσωπο για λογαριασμό του εντολέα του και το ειδικό βιβλίο φορολογικού αντιπροσώπου να διαφυλαχθεί για όσο χρόνο προβλέπεται από τις σχετικές διατάξεις του ΚΒΣ. Το ίδιο ισχύει και για τα τηρούμενα φορολογικά στοιχεία.

 

 

Αν η ιταλική επιχείρηση επιλέξει τον ορισμό φορολογικού αντιπροσώπου έχει εφαρμογή  η ΠΟΛ 1011/2011.

 

 

ΘEMA: «Υποχρεώσεις φορολογικού αντιπροσώπου από υποκείμενους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

 

Με αφορμή γραπτά και προφορικά αιτήματα ενδιαφερομένων αναφορικά με υποχρεώσεις φορολογικού αντιπροσώπου από υποκείμενους εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διευκρινίζονται τα ακόλουθα:

 

1. Με τις διατάξεις της Α.Υ.Ο.1111374/9160/2152/0014/ΠΟΛ.1281/26.8.1993 (ΦΕΚ 700Β’/9.9.1993) καθορίστηκαν οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία ορισμού φορολογικού αντιπροσώπου από υποκείμενους εγκατεστημένους εκτός Ελλάδας καθώς και υποχρεώσεις και δικαιώματα αυτών.

 

2. Με τις διατάξεις του άρθρου 36 του ν.2859/2000 (ΦΕΚ 248Α΄) όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν με το άρθρο 5 του ν.3453/2006 (ΦΕΚ 74Α΄) οι υποκείμενοι στο φόρο που είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν διαθέτουν εγκατάσταση στην Ελλάδα δύνανται να ορίζουν φορολογικό αντιπρόσωπο, ο οποίος στην περίπτωση αυτή δεν υποχρεούται στην τήρηση βιβλίων και έκδοση στοιχείων για πράξεις που πραγματοποιεί ο εντολέας του.

 

3. Ενόψει των προαναφερόμενων ο κοινοτικός εντολέας, υποκείμενος στο φόρο, για τις πραγματοποιούμενες πράξεις στη χώρα μας εκδίδει τιμολόγιο από το κράτος μέλος εγκατάστασής του απευθείας προς τους πελάτες του αναγράφοντας τον Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α. τον οποίο έχει λάβει στη χώρα μας, τα πλήρη στοιχεία της επιχείρησής του και τον Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α. που του έχει χορηγηθεί στην κοινοτική χώρα εγκατάστασής του, τον Α.Φ.Μ./Φ.Π.Α. του πελάτη του, την αξία, το ποσό του φόρου και τον συντελεστή του Φ.Π.Α. που αναλογεί στη συναλλαγή που πραγματοποίησε στη χώρα μας. Ο φορολογικός αντιπρόσωπος του εν λόγω κοινοτικού εντολέα υποβάλλει τις δηλώσεις Φ.Π.Α. και αποδίδει τον οφειλόμενο φόρο με βάση τα αντίγραφα των τιμολογίων αυτών που του αποστέλλονται.

 

4. Τέλος, σημειώνεται ότι, οι φορολογικοί αντιπρόσωποι υποκείμενων εγκατεστημένων σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν υποχρέωση τήρησης του ειδικού βιβλίου φορολογικού αντιπροσώπου και μπορούν να ακυρώσουν τα θεωρημένα στοιχεία που κατέχουν.

 

Η ομάδα της AST BOOKS.