ASTbooks - Η νομική αντιμετώπιση της αξίωσης του εργαζομένου για καταβολή του μισθού του
Η αξίωση για μισθό είναι κατά βάση ενοχική αξίωση και έχει την μεταχείριση που έχουν αυτού του είδους οι αξιώσεις, αν και με αρκετές εξαιρέσεις λόγω της ιδιαίτερης φύσης της. Οι ιδιορρυθμίες αυτές αφορούν τον τόπο, χρόνο, καθώς και γενικά την προστασία του εργαζομένου. Η, δε, τελευταία παραδοσιακά ρυθμίζεται με το ιδιωτικό δίκαιο αλλά συνάμα προωθούνται περισσότερες κοινωνικές ρυθμίσεις. Το ζητούμενο ασφαλώς είναι η σταθμισμένη εναρμόνιση των δύο τάσεων, διότι, ναι μεν, το ιδιωτικό δίκαιο προκρίνεται λόγω ευελιξίας για να ρυθμίζει τις σχέσεις των μερών, ωστόσο η προστασία που παρέχει ορισμένες φορές είναι ελλιπής απέναντι σε εργοδότες που λειτουργούν κακόπιστα. Φυσικά και ο εργοδότης αντίστοιχα μπορεί να αντιμετωπίσει προβλήματα σε ζητήματα μισθοδοσίας από κακόβουλους εργαζομένους και αυτό δεν πρέπει να παραβλέπεται ως νοηματικά αντίθετη πτυχή της αξίωσης του εργαζόμενου για μισθό. Γενικά, ως ευνόητο, τα μισθολογικά ζητήματα είναι από τα πλέον δυσχερή στην επίλυση τους. Σημειώνεται, επίσης, ότι η κρατική επέμβαση κρίνεται συνήθως αναγκαία, αλλά, αν είναι εκτεταμένη, μπορεί να δημιουργήσει επιπλέον προβλήματα από αυτά που αποσκοπούσε να ρυθμίσει.
Καταρχήν, ο εργαζόμενος υποχρεούται σε προεκπλήρωση. Ως ήδη είπαμε, ισχύει και η αρχή της περιοδικότητας της καταβολής του μισθού, ήτοι ο μισθός καταβάλλεται ανά ορισμένα χρονικά διαστήματα (ημέρα, εβδομάδα, μήνας). Άρα ο εργαζόμενος υποχρεούται να παράσχει πρώτα την εργασία του και έπειτα να απαιτήσει να πληρωθεί. Αυτό είναι ένα βάρος που επιρρίπτεται σε αυτόν που μπορεί να τον αφήσει έκθετο από μη φανερά κακόπιστους και αφερέγγυους εργοδότες. Σε ορισμένα άλλα επαγγέλματα, όπως στους ελεύθερους επαγγελματίες, έχει υιοθετηθεί στην πράξη η τακτική της προκαταβολής για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο των εντολέων που λαμβάνουν παροχή και δεν καταβάλλουν το αντίτιμο (λχ δικηγόροι). Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να κάνουν το ίδιο, ωστόσο σε ορισμένες περιπτώσεις και ανάλογα τον κλάδο της επιχείρησης και τις σχέσεις με τον εργοδότη και την προσωπικότητα του τελευταίου, έχει υιοθετηθεί η τακτική της προκαταβολής, όταν συντρέχει κάποιος σπουδαίος λόγος. Η αρχή της προεκπλήρωσης θεσπίζεται με το άρθρο 655 ΑΚ και είναι ενδοτικού δικαίου, οπότε μπορεί να συμφωνηθεί η αρχή της ταυτόχρονης εκπλήρωσης της παροχής και αντιπαροχής που είναι και η πλέον ορθή, εξ ου και συνιστά τον κανόνα στις αμφοτεροβαρείς συμβάσεις.
Η περιοδικότητα της πληρωμής του μισθού απορρέει και αυτή από το άρθρο 655 ΑΚ. Ωστόσο περί αυτής και σε σχέση με την εξαρτημένη εργασία προβλέπει η ΔΣΕ 95 (άρθρο 12) που αποτελεί αναγκαστικό δίκαιο και σύμφωνα με αυτήν πρέπει τα σχετικά ζητήματα, όταν δεν έχουν, ήδη, προβλεφθεί ικανοποιητικά δια ιδιωτικής συμφωνίας, να ρυθμίζονται με νόμο ή ΣΣΕ ή και με ΔΑ. Υπενθυμίζουμε ότι με τις νομοθετικές εξελίξεις στην περίοδο των Μνημονίων, πλέον οι ΔΑ ρυθμίζουν μόνο τα περί του μισθού. Αν η ρύθμιση της ΠΥΣ 6/2012 για την διαιτησία θεωρηθεί ότι επιτρέπει στους διαιτητές να καθορίζουν μόνο το ύψος του μισθού και όχι το χρόνο καταβολής, εύλογα κανείς μπορεί να επιχειρηματολογήσει ότι υπάρχει αντίθεση στο διεθνές δίκαιο. Από γενικότερη άποψη, πρόκειται για την περίπτωση που οι πολιτικές και γενικότερες εξελίξεις, ήτοι κοινωνικές και οικονομικές, αγνοούν τα συμφωνημένα, μια αλήθεια με την οποία είναι εξοικειωμένη η επιστήμη της ιστορίας. Σύμφωνα με την ίδια ΔΣΕ, η καταβολή πρέπει να γίνεται σε εργάσιμη ημέρα και κατά μια άποψη σε χρόνο εργασίας. Πάντως, ο εργοδότης δεν μπορεί μονομερώς να αλλάξει τον συμφωνημένο χρόνο πληρωμής (βλ. Κουκιάδη σελ. 210).
Σχετική είναι και η ρύθμιση που απαντάται στο άρθρο 2 του ΒΔ του 1920 (24-7/21-8 σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο), με την οποία προβλέπεται η πληρωμή του ημερομισθίου ή της αμοιβής με το κομμάτι των εργατών να γίνεται κάθε εβδομάδα το Σάββατο ή δύο με τρεις φορές το μήνα κατά το χρόνο της ημερήσιας εργασίας. Για επιχειρήσεις που απασχολούνται περισσότεροι από 200 εργάτες, ο χρόνος πληρωμής καθορίζεται με Υπουργική Απόφαση. Το ΒΔ τιτλοφορείται ως “περί κωδικοποίησεως εις ενιαίον κείμενον των μισθών υπηρετών και υπαλλήλων” και ισχύει συμπληρωματικά και για τους εργάτες.
Για την πληρωμή του μισθού/ημερομισθίου λαμβάνεται υπόψη η έννοια της δήλης ημέρας κατά το άρθρο 341 ΑΚ και τυχόν αργοπορία του εργοδότη καθιστά αυτόν υπερήμερο και μάλιστα χωρίς να χρειάζεται όχληση. Επιπλέον, ο εργοδότης αντιμετωπίζει ποινικές και αστικής φύσης κυρώσεις. Η υπερημερία του εργοδότη δεν αποτελεί αδικοπραξία και με την αγωγή του ο εργαζόμενος μπορεί να ζητήσει και μισθούς για χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου συζήτησης της αγωγής. Ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα επίσχεσης, καθ όσον χρόνο ο εργοδότης είναι απέναντι του υπερήμερος. Το δικαίωμα αυτό υπόκειται στον περιορισμό του 281 ΑΚ περί μη καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος.Τα όρια είναι αληθώς δυσδιάκριτα.
Υπάρχει πάντα η δυνατότητα να ζητήσει την κήρυξη του εργοδότη σε πτώχευση, όμως αυτό θα είναι δυνατόν, μόνο εφόσον το χρέος προς τον εργαζόμενο είναι τέτοιου μεγέθους που να συνιστά παύση πληρωμών, δηλαδή αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρεών κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Πτωχευτικού Κώδικα. Η έννοια της επαπειλούμενης αδυναμίας λαμβάνεται υπόψη, όταν την κήρυξη της πτώχευσης ζητά ο οφειλέτης (δηλαδή ο εργοδότης). Μια τέτοια δυνατότητα θα μπορούσε να ασκηθεί συλλογικά από τους εργαζόμενους, κατά ορθή γνώμη, εφόσον, κατά την κοινή λογική, αν δεν μπορεί να πληρωθεί το προσωπικό, σημαίνει ότι η επιχείρηση έχει εξαντλήσει τις πιθανότητες επιβίωσης της.
Οι ποινικές κυρώσεις εντοπίζονται στον Α.ν. 690/1945, ν. 1876/1990 και ν. 3996/2011.
Επιμέρους εκφάνσεις της προστασίας του εργαζομένου για εξασφάλιση της πληρωμής του μισθού του
Η επιστημονική ομάδα της ASTbooks.