Οδηγός Φορολογίας Ακινήτων (Δείγμα Βιβλίου 09/2014)

 

 

Άρθρο 1

  1. Εφ' εκάστης εξ' επαχθούς αιτίας μεταβιβάσεως ακινήτου ή πραγματικού επί ακινήτου δικαιώματος ως και επί μεταβιβάσεως πλοίου υπό ελληνικήν σημαία επιβάλλεται φόρος επί της αξίας αυτών.
  1. Ακίνητα λογίζονται τα κατά τα άρθρα 948 και 953 του Αστικού Κώδικος χαρακτηριζόμενα ως τοιαύτα.

Σχετική νομοθεσία : Αστικός Κώδικας

Άρθρο 948 : Ακίνητα πράγματα είναι το έδαφος και τα συστατικά του μέρη. Κινητά είναι όσα δεν είναι ακίνητα.

Άρθρο 949 : Όπου στον νόμο ή σε δικαιοπραξία γίνεται διάκριση ανάμεσα στην ακίνητη περιουσία ενός προσώπου, ως σύνολο, και στην κινητή του περιουσία, στα ακίνητα περιλαμβάνεται και η επικαρπία ακινήτου, καθώς και οι πραγματικές δουλείες πάνω σε ακίνητα, ενώ στα κινητά περιλαμβάνονται και όλες οι απαιτήσεις.

Άρθρο 953 : Συστατικό μέρους πράγματος που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος.

Άρθρο 954 : Συστατικά του ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι και 1. τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα 2. Τα προϊόντα του ακινήτου εφόσον συνέχονται με το έδαφος 3. το νερό κάτω από το έδαφος και η πηγή 4. οι σπόροι μόλις σπαρθούν και τα φυτά μόλις φυτευτούν. Συστατικά του οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του ή συναρμόστηκαν σε αυτό.

Άρθρο 955 : Πράγματα που έχουν συνδεθεί με το έδαφος για παροδικό μόνο σκοπό δεν θεωρούνται συστατικά του ακινήτου. Το ίδιο ισχύει και για τα οικοδομήματα ή κτίσματα γενικώς που ανεγέρθηκαν σε ξένο ακίνητο από αυτόν που έχει εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε αυτό για την άσκηση αυτού του δικαιώματος του. Κινητά πράγματα προσαρμοσμένα στο οικοδόμημα για παροδικό μόνο σκοπό δεν θεωρούνται συστατικά του οικοδομήματος.

 

Σ.Σ. H έννοια της φράσης «πραγματικού επί ακινήτου δικαιώματος» στην παράγραφο 1 του νόμου 1521/1950 αναλύεται στο άρθρο 949ΑΚ. Κατ’ουσίαν πρόκειται για τα εμπράγματα δικαιώματα της επικαρπίας και της δουλείας επί ακινήτων, τα οποία εκτενώς αναλύονται στα πλαίσια του παρόντος πρώτου μέρους του έργου. Τα δικαιώματα αυτά, μαζί με την κυριότητα, το ενέχυρο και την υποθήκη συνιστούν το σύνολο των εμπραγμάτων δικαιωμάτων που περιοριστικά προβλέπει το ο Νόμος (άρθρο 973 του Αστικού Κώδικα).

Δικαιοπραξία  είναι η δήλωση βουλήσεως που αποσκοπεί στην παραγωγή έννομων αποτελεσμάτων. Επαχθής αιτία είναι η δικαιοπραξία η οποία γίνεται έναντι ανταλλάγματος (λ.χ. μίσθωση ή πώληση), σε αντιδιαστολή με τη χαριστική (λ.χ. δωρεά).

Μολονότι το πλοίο είναι κινητό πράγμα (Απ. Γεωργιάδης, ΣΕΑΚ ΠΝ Σάκκουλας, Αθήνα 2013, Τόμος ΙΙ, άρθρο 948,  σελ.13), ο νόμος υπό ορισμένες συνθήκες εξομοιώνει τα πλοία με ακίνητα ως προς την νομική τους μεταχείριση, ωστόσο οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις δεν θα μας απασχολήσουν στην παρούσα μελέτη. Θα ασχοληθούμε με τα ακίνητα κατά την κυριολεχτική τους έννοια.

Το συστατικό διαφοροποιείται από το παράρτημα. Στο άρθρο 956 του ΑΚ δίνεται ο ορισμός του τελευταίου και σύμφωνα με το άρθρο αυτό παράρτημα είναι το κινητό πράγμα που χωρίς να είναι συστατικό του κύριου πράγματος έχει προοριστεί να εξυπηρετεί διαρκώς τον οικονομικό του σκοπό και έχει τεθεί ήδη  σε τοπική σχέση προς το κύριο πράγμα αντίστοιχη προς αυτό το σκοπό.

 

Σχετική Νομολογία : φόρος μεταβίβασης ακινήτων σε περίπτωση αναγκαστικού πλειστηριασμού, φόρος μεταβίβασης ακινήτων σε περίπτωση εισφοράς ακινήτου της ΕΠΕ κατά τη μετατροπή αυτής σε ΑΕ, έννοια του όρου μεταβίβαση, απαλλαγή για εισφορά ακινήτου ΑΕ.

 

ΣτΕ535/2013 : Φόρος μεταβίβασης ακινήτων σε περιπτώσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού (περίληψη) : Σε περίπτωση μεταβιβάσεως ακινήτου με αναγκαστικό πλειστηριασμό, ο φόρος μεταβιβάσεως υπολογίζεται με βάση το εκπλειστηρίασμα, εφόσον αυτό είναι μεγαλύτερο από την αξία που προκύπτει με βάση το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού. Συνεπώς, στην περίπτωση που το επιτευχθέν εκπλειστηρίασμα είναι μικρότερο της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου, ο οφειλόμενος φόρος υπολογίζεται επί της αξίας αυτής, εκτός εάν ο φορολογούμενος αμφισβητήσει τις προκαθορισμένες τιμές του αντικειμενικού συστήματος, οπότε ο προσδιορισμός της φορολογητέας αξίας ενεργείται κατά τις πάγιες διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 4 και 3 παρ. 2 του α.ν. 1521/1959, που κυρώθηκε με το ν. 1587/1950, σύμφωνα με τις οποίες η φορολογική αρχή και, στη συνέχεια, τα διοικητικά δικαστήρια, για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας του εκπλειστηριαζόμενου ακινήτου αποβλέπουν στην αγοραία αξία αυτού.

            ΣτΕ1656/2011 (περίληψη) : Δεν αποτελεί μετάθεση εμπράγματου δικαιώματος, και κατά συνέπεια δεν οφείλεται φόρος μεταβίβασης ακινήτων του Α.Ν. 1587/1950, η εισφορά ακινήτων περιουσιακών στοιχείων της Ε.Π.Ε η οποία μετατρέπεται σε Α.Ε. Με τη μετατροπή Ε.Π.Ε. σε Α.Ε., βάσει του άρθρου 67 του Ν. 2190/1920, δεν επέρχεται κατάλυση του νομικού προσώπου της πρώτης και ίδρυση νέου νομικού προσώπου, της Α.Ε., αλλά μεταβάλλεται απλώς ο νομικός τύπος της υφισταμένης εταιρείας σε Α.Ε.

               ΓνμδΝΣΚ  622/2004 (περίληψη) : Φορολογία μεταβίβασης ακινήτων. Εννοια του όρου "μεταβίβαση". Η μεταγραφή της μεταβιβαστικής πράξης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της φορολογικής υποχρέωσης στο φόρο μεταβίβασης ακινήτων.

               ΣτΕ 2928/2002, Ε7 2004, 43 (περίληψη) : Απαλλαγή για εισφορά ακινήτου ΑΕ, εφόσον το ακίνητο χρησιμοποιείται για τις ανάγκες της σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρείας. Σε περίπτωση που δεν χρησιμοποιεί το ακίνητο ως άνω επί μια πενταετία από τη συγχώνευση ή μετατροπή της, αίρεται αυτοδικαίως η χορηγηθείσα απαλλαγή και η ΑΕ υποχρεούται να καταβάλει τους φόρους αναδρομικά.

  1. Εν τη εννοία του όρου μεταβίβασις, δια την εφαρμογήν του παρόντος νόμου, είναι:
    α) η απαλλοτρίωσις της πλήρους ή της ψιλής κυριότητος, αδιαφόρως αν αύτη γίνεται υπό αναβλητικήν ή διαλυτικήν αίρεσιν ή επί τω όρω της εξωνήσεως,
    β) η σύστασις επικαρπίας, οικήσεως ή άλλης δουλείας εκ των προβλεπομένων υπό των άρθρων 1188 έως 1191 του Αστικού Κώδικος,

γ) η κατά την διάλυσιν ομορρύθμου ή ετερορρύθμου εταιρίας μεταβίβασης της ακινήτου περιουσίας της εις τα μέλη αύτης,

δ) η παραίτησις από της κυριότητος επί ακινήτου περιουσίας ή από πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου ή από της κυριότητος πλοίου
ε) η απαλλοτρίωσις ακινήτου δια δημόσιαν ωφέλειαν

στ) η εναλλαγή προικός εχούσης αντικείμενον ακινήτου ή πραγματικόν δικαίωμα επί ακινήτου ή πλοίον και

ζ) η διανομή ακινήτων κλπ. μεταξύ των συγκυριών των.

η) Η σύσταση, απόσβεση ή η μεταβίβαση μαζί με το δεσπόζον ακίνητο πραγματικής δουλείας από τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 1118 επ. του Αστικού Κώδικα.

 

Σχετική Νομοθεσία : Αστικός Κώδικας

Άρθρο 201 : Αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης).

Άρθρο 202 : Αν με τη δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση.

Άρθρο 565 : Με το σύμφωνο της εξώνησης ο πωλητής έχει δικαίωμα μέσα σε ορισμένη προθεσμία να πάρει πίσω το πράγμα αντί τιμήματος που έχει συμφωνηθεί.

Άρθρο 1033: Κτήση ακινήτου με σύμβαση : Για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Άρθρο 1188 : Πάνω σε ακίνητο μπορεί να συσταθεί εμπράγματο δικαίωμα προσωπικής δουλείας που να παρέχει κάποια εξουσία ή χρησιμότητα υπέρ ορισμένου προσώπου (περιορισμένες προσωπικές δουλείες). Οι δουλείες αυτές μπορούν να συνίστανται και σε οτιδήποτε αποτελεί περιεχόμενο πραγματικής δουλείας.

Άρθρο 1118 : Πάνω σε ακίνητο μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια (πραγματική δουλεία).

Άρθρο 1142 : Η προσωπική δουλεία της επικαρπίας συνίσταται στο εμπράγματο δικαίωμα του επικαρπωτή να χρησιμοποιεί και να καρπώνεται ξένο πράγμα, διατηρώντας όμως ακέραιη την ουσία του.

Άρθρο 1183 : Η προσωπική δουλεία της οίκησης συνίσταται στο εμπράγματο και αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου να χρησιμοποιεί ως κατοικία ξένη  οικοδομή ή διαμέρισμά της.

Άρθρο 1113 : Κοινό πράγμα : Αν η κυριότητα του πράγματος ανήκει σε περισσότερους εξ αδιαιρέτου κατά ιδανικά μέρη, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την κοινωνία.

 

Σ.Σ. Μόνο οι εδώ αναφερόμενες μεταβιβάσεις υπόκεινται σε φόρο.

Όταν έχει συσταθεί επικαρπία, τότε μιλάμε για ψιλή κυριότητα, ενώ στην αντίστροφη περίπτωση για πλήρη.

Για την μεταβίβαση της κυριότητας απαιτείται σύμβαση, η οποία είναι έγγραφη και υποβάλλεται σε συγκεκριμένο τύπο. Ειδικότερα η εμπράγματη σύμβαση (η εκποιητική, διακρινόμενη από την πώληση που είναι ενοχική) είναι αιτιώδης, απαιτείται, δηλαδή, να μνημονεύεται σε αυτήν η αιτία, ότι, δηλαδή, η μεταβίβαση γίνεται για κάποιο νόμιμο λόγο (πώληση, δωρεά κοκ). Πρέπει να υπάρχει κυριότητα του μεταβιβάζοντος και συμφωνία μεταξύ του αποκτώντος και του μεταβιβάζοντος λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα ότι για κάποιο νόμιμο λόγο μετατίθεται η κυριότητα. Η συμφωνία πρέπει να περιαφθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και να υποβληθεί σε μεταγραφή. Το ίδιο ισχύει και για το τυχόν καταρτιζόμενο προσύμφωνο, το οποίο, επίσης, απαιτείται να περιβληθεί το συμβολαιογραφικό τύπο, χωρίς όμως να μεταγράφεται. Στην πράξη τα στοιχεία της ενοχικής σύμβασης, της αιτίας, δεν μνημονεύονται απλώς αλλά περιλαμβάνονται αυτούσια μέσα στην συμβολαιογραφική πράξη μεταβίβασης. Η παράδοση του ακινήτου δεν αποτελεί νόμιμο όρο για το κύρος της μεταβίβασης και αν παραλειφθεί η μεταβίβαση έχει συντελεστεί, εφόσον τηρήθηκαν οι λοιποί όροι.

 

Πραγματική δουλεία είναι λ.χ. η δουλεία διόδου (δηλαδή να ανέχεται κάποιος την διέλευση τρίτου διαμέσου της ακίνητης περιουσίας του), η δουλεία διοχέτευσης ή αποχέτευσης ή άντλησης νερού, η δουλεία βοσκής, η δουλεία ξυλείας κοκ.

Η διαφορά της οίκησης με την επικαρπία έγκειται στην ειδικότερη έννοια της οίκησης, η οποία απαγορεύει στον κύριο την συγκατοίκηση στο ακίνητο για το οποίο έχει συσταθεί η οίκηση. Επίσης το δικαίωμα της οίκησης δεν επεκτείνεται στην εκμετάλλευση του ακινήτου καθ’ οποιονδήποτε τρόπο σε αντίθεση με την επικαρπία και περιορίζεται (η οίκηση) αυστηρά στη χρήση του ακινήτου ως οικίας. Γίνεται όμως δεκτό, ότι είναι δυνατή η άσκηση επαγγέλματος στο βεβαρημένο ακίνητο, αν η λειτουργία αυτή είναι δευτερεύουσα σε σχέση με την κατοικία και πρόκειται για επάγγελμα που κατά κανόνα ασκείται σε οικία σύμφωνα με τις αντιλήψεις των συναλλαγών (Απ. Γεωργιάδης, ΣΕΑΚ ΙΙ, ΠΝ Σάκκουλας Δίκαιο και Οικονομία, Αθήνα 2013, σελ. 374).

 

Απαλλοτρίωση συνίσταται σε διοικητική διαδικασία, κατά την οποία το δημόσιο για αποδεδειγμένη, προσηκόντως, δημόσια ωφέλεια καταλαμβάνει ακίνητα των ιδιωτών για να κάνει χρήση αυτών σύμφωνα με την δημόσια ωφέλεια που επικαλείται, υποχρεούται, όμως, σε καταβολής πλήρους αποζημίωσης στον εκάστοτε ιδιώτη που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της απαίτησης (για περισσότερες πληροφορικές βλέπε άρθρο 17 του Συντάγματος).

 

Ομόρρυθμη εταιρεία είναι η εταιρεία, η οποία αποτελείται από ομόρρυθμους εταίρους (ακόμα και έναν, μονοπρόσωπη), οι οποίοι ευθύνονται αλληλεγγύως και εις απεριόριστο με την ομόρρυθμη εταιρεία για τα χρέη αυτής, δηλαδή οι δανειστές μπορούν να στραφούν κατά απόλυτη επιλογή τους, είτε κατά της εταιρείας, είτε κατά του εταίρου, ικανοποιούμενοι μάλιστα και από την ατομική του περιουσία, η οποία είναι ανεξάρτητη από την περιουσία της εταιρείας.

 

Ετερόρρυθμη εταιρεία είναι η εταιρεία, για τα χρέη της οποίας ένας τουλάχιστον εταίρος ευθύνεται απεριόριστα ως ομόρρυθμος εταίρος και ένας ευθύνεται σαν ετερόρρυθμος, ο οποίος ευθύνεται μέχρι το ύψος της εταιρικής του μερίδας (βλ. και ν. 4072/2012 που κωδικοποίησε τις διατάξεις για τις ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες.

 

Η συγκυριότητα ορίζεται ως η κυριότητα επί πράγματος από πολλούς, οι οποίοι ασκούν αυτήν (την κυριότητα) σε ιδανικά μέρη του πράγματος και εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κοινωνία δικαιώματος. Αν δεν έχει γίνει ειδική ρύθμιση, οι ιδανικές μερίδες των συγκύριων θεωρούνται ότι είναι ίσες. Η συγκυριότητα συστήνεται, είτε εκ του νόμου, είτε με δικαιοπραξία.

Η υλική χρήση του πράγματος από κάθε κοινωνό συγκύριο προς αντιμετώπιση των ιδίων αναγκών αυτού, δεν πρέπει να εμποδίζει την χρήση των λοιπών συγκοινωνών. Η συντήρηση ανήκει σε όλους από κοινού, ωστόσο, αν επίκειται κίνδυνος, καθένας μπορεί να λάβει τα απαραίτητα μέτρα, ακόμη και χωρίς συμφωνία από τους υπολοίπους. Κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα στους καρπούς του πράγματος σε ποσότητα ανάλογη της ιδανικής μερίδας του. Ομοίως έχει υποχρέωση και στις δαπάνες του πράγματος. Δηλαδή οι συγκύριοι έχουν τόσο δικαιώματα όσο και υποχρεώσεις.

Ανά πάσα χρονική στιγμή κάθε συγκύριος έχει δικαίωμα να προκαλέσει τη διανομή του κοινού πράγματος. Η σχετική αξίωση δεν υποκύπτει σε παραγραφή. Η διανομή αυτή μπορεί να γίνει με δύο βασικούς τρόπους : εκουσίως ή δικαστικώς. Στην εκούσια διανομή υπάρχει συμφωνία από κοινού όλων των συγκύριων, αντίθετα η δικαστική διανομή προβάλλει ως η έσχατη λύση, όταν δεν μπορεί να επιτευχθεί συναίνεση και κοινή αποδεκτή από όλους τους κοινωνούς συμφωνία για την λύση της συγκυριότητας. Η δικαστική αυτή διανομή μπορεί να γίνει με τρείς τρόπους : αυτούσια, με πλειστηριασμό και με συνδυασμό των δύο πρώτων μεθόδων. Αυτούσια γίνεται η διανομή, όταν το πράγμα επιδέχεται διαίρεση σε ομοειδή μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών. Ωστόσο με τον τρόπο αυτό πρέπει να αποφεύγεται κατά το δυνατόν η υπερβολική κατάτμηση του ακινήτου, της επιχείρησης κοκ, διότι αυτό συντελεί στην απομείωση της οικονομικής αξίας του πράγματος. Σχετική είναι και η διάταξη του άρθρου 483 ΚΠΟΛΔ (Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας), σύμφωνα με την οποία επιχείρηση που θεωρείται οικονομικό σύνολο μπορεί να επιδικαστεί σε ένα και μόνο πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) αντί να διαιρεθεί σε πολλά μικρότερα τμήματα ή να εκποιηθούν τα στοιχεία αυτής επιμέρους. Ασφαλώς θα πρέπει ο υποψήφιος δικαιούχος, αφενός να είναι ικανός για την πλέον επωφελή διοίκηση αυτής, αφετέρου να είναι σε θέση να καταβάλει το χρηματικό αντάλλαγμα που απαιτείται για την απόκτηση της (αγοραία αξία). Με την μέθοδο του πλειστηριασμού πάλι, γίνεται διανομή του εκπλειστηριάσματος ανάλογα με την ιδανική μερίδα του καθενός κυρίου και μπορεί να απαγορευτεί η συμμετοχή τρίτων σε αυτόν με σύμβαση, με διαθήκη ή από τον νόμο. Αποκλείεται η διανομή και όταν υπάρχει κοινό πράγμα, το οποίο, όμως, έχει τεθεί προς εξυπηρέτηση κάποιου διαρκούς σκοπού λ.χ. δεν νοείται διανομή κοινού φρέατος ή κοινού δρόμου. (εξηγμένα τα ανωτέρω περί συγκυριότητας από το  εγχειρίδιο Αστικού Δικαίου υπό τον Κων. Α. Βαβούσκο, σελ. 266-9)

  1. Ως μεταβίβαση λογίζονται:

α) η περαιτέρω, πλην της πρώτης, μεταβίβαση του τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης και

β) η παραχώρηση του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσης επί κοινόκτητων κύριων, βοηθητικών ή ειδικών χώρων κτισμάτων ή επί κοινόκτητου τμήματος οικοπέδου.

 

Σ.Σ. Συντελεστής δόμησης σύμφωνα με την πολεοδομική νομοθεσία είναι το αριθμητικό κριτήριο, σύμφωνα με το οποία καθορίζεται η ανέγερση ενός κτιρίου καθ΄ ύψος και έκταση. Πιο συγκεκριμένα είναι ο αριθμός, ο οποίος πολλαπλασιάζεται με την επιφάνεια του οικοπέδου και δίνει την συνολική επιφάνεια όλων των χώρων και ορόφων που θα ανεγερθούν στο οικόπεδο. Ο ορισμός αυτός γίνεται καλύτερα κατανοητός με ένα παράδειγμα : λ.χ. αν η επιφάνεια οικοπέδου σε βιομηχανική περιοχή είναι 185 μ2 και επί αυτής έχει συσταθεί συντελεστής δόμησης εκ 0,80, τότε η συνολική επιφάνεια όλων των κτιρίων σε όλους τους ορόφους ισούται με το γινόμενο :1 85 χ 0,80 = 148 μ2

 Κοινόκτητα είναι τα πράγματα, τα οποία υπόκεινται σε συγκυριότητα και κάθε μερίδα εκφράζεται σε εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του συνολικού πράγματος (βλ. και ανωτέρω για την έννοια τω συγκύριων). Πρέπει να διακρίνονται από τα κοινόχρηστα, τα οποία είναι πράγματα κοινής χρήσης (άρθρο 967 και επόμενα του Αστικού Κώδικα), όπως λ.χ. τα νερά, οι δρόμοι, οι αιγιαλοί, και υπάρχει τεκμήριο κυριότητας τους υπέρ των δήμων και κοινοτήτων, ή τέλος υπέρ του δημοσίου. Το γεγονός ότι οι κοινόκτητοι χώροι μιας πολυκατοικίας έχει επικρατήσει να λέγονται κοινόχρηστοι, δεν πρέπει να προκαλεί λόγο σύγχυσης, αφού στην ουσία δεν πρόκειται για κοινόχρηστα πράγματα κατά την έννοια που δίνεται στον Αστικό Κώδικα αλλά στην πραγματικότητα για κοινόκτητα.

  1. Ως αξία λογίζεται η αγοραία αξία την οποίαν έχει το ακίνητον ή το πραγματικόν επί του ακινήτου δικαίωμα ή το πλοίον κατά την ημέραν της μεταβιβάσεως των.
  2. Παραλείπεται (αφορά αποκλειστικά τα πλοία)

 

Σ.Σ.  Ως γνωστόν από τις συναλλαγές, η αγοραία αξία ισοδυναμεί με την λεγόμενη εμπορική αξία του ακινήτου, η οποία είναι ανώτερη της αντικειμενικής αξίας, η τελευταία, δε, προσδιορίζεται από τις δημόσιες αρχές, επί το πλείστο τις φορολογικές. Βέβαια στην εποχή της πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης που ζούμε, συμβαίνει πλέον η αγοραία-εμπορική αξία να ισούται με την αντικειμενική αξία ή ακόμη και  να υπολείπεται αυτής κατά περίπτωση.

  1. Η επανάληψη συμβολαίου μεταξύ των αυτών προσώπων ή των ειδικών ή καθολικών διαδόχων τους, για το αυτό ακίνητο, για οποιοδήποτε λόγο, καθώς και η διόρθωση συμβολαίου, εφ' όσον δεν αναφέρεται στο όνομα του αγοραστή και πωλητή, στο τίμημα, στην έκταση ή στη θέση και στην περιγραφή του ακινήτου, δεν δημιουργεί υποχρέωση καταβολής φόρου. Αν με μεταγενέστερο συμβόλαιο διευκρινίζεται ότι το τίμημα ή η έκταση του ακινήτου που αγοράστηκε είναι μεγαλύτερα από αυτά που περιγράφονται στο αρχικό συμβόλαιο, φόρος οφείλεται μόνο για το επιπλέον τίμημα ή για την αξία της επιπλέον έκτασης του ακινήτου αυτού. Αντίθετα, αν με μεταγενέστερο συμβόλαιο διευκρινίζεται ότι, το τίμημα ή η έκταση του ακινήτου που αγοράστηκε είναι μικρότερα από αυτά που περιγράφονται στο αρχικό συμβόλαιο, δεν οφείλεται φόρος. Δεν οφείλεται φόρος, όταν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στο συμβόλαιο που επαναλαμβάνεται ή διορθώνεται και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

 

Σ.Σ. Η παράγραφος αυτή κάνει λόγο για την περίπτωση που έχει εμφιλοχωρήσει σφάλμα στο συμβόλαιο μεταβίβασης περί την αληθινή αξία του ακινήτου.

8. Αν σε συμβόλαιο μεταβίβασης ακινήτου ή εμπράγματου σε αυτό δικαιώματος, που συντάσσεται με οποιαδήποτε αιτία, η έκταση του μεταβιβαζόμενου ακινήτου είναι μεγαλύτερη της αναγραφόμενης στον με επαχθή αιτία τίτλο κτήσης αυτού, εκτός του οικείου φόρου για τη σύμβαση μεταβίβασης καταβάλλεται και φόρος μεταβίβασης για την αξία της επιπλέον έκτασης, με χρόνο φορολογίας το χρόνο κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου που βαρύνει τον μεταβιβάζοντα το ακίνητο. Δεν οφείλεται φόρος, αν η επιπλέον έκταση δεν υπερβαίνει το ποσοστό δύο τοις εκατό (2%) της έκτασης που αναγράφεται στον αρχικό τίτλο κτήσης και η αξία του ποσοστού αυτού δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

 

Σ.Σ. Η παράγραφος αυτής είναι εξειδίκευση της προηγούμενης (της έβδομης)  και αφορά την περίπτωση που δεν έχει γίνει διόρθωση του συμβολαίου αλλά διαπιστώνεται το σφάλμα από έλεγχο των ελεγκτικών αρχών.

Άρθρο 2

 

  1. Σε κάθε περίπτωση μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, στο οποίο ανεγείρεται ή πρόκειται να ανεγερθεί πολυκατοικία, με σχέδιο εγκεκριμένο από την πολεοδομική υπηρεσία πριν από τη μεταβίβαση, θεωρείται κατά αμάχητο τεκμήριο, ότι μαζί με το ιδανικό μερίδιο του οικοπέδου μεταβιβάζεται αποπερατωμένο διαμέρισμα της πολυκατοικίας που αντιστοιχεί σ' αυτά, εφ' όσον η πολυκατοικία πρόκειται να ανεγερθεί από αυτόν τον ίδιο τον πωλητή του ιδανικού μεριδίου του οικοπέδου ή από τον εργολάβο ο οποίος ανέλαβε με αντιπαροχή την ανέγερση της πολυκατοικίας ή από τρίτον που ενεργεί για λογαριασμό τους. Το αυτό ισχύει και εις περίπτωσιν μεταβιβάσεως ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, εάν εντός δύο ετών από της μεταβιβάσεως τούτου ήθελεν εγκριθή ή υποβληθή προς έγκρισιν εις την πολεοδομικήν υπηρεσίαν σχέδιον ανεγέρσεως πολυκατοικίας. Εν τη περιπτώσει ταύτη ο επί της αξίας των προβλεπομένων υπό του εγκριθησομένου σχεδίου κτισμάτων συμπληρωματικός φόρος καταβάλλεται υπό του αγοραστού βάσει δηλώσεως, υποβαλλομένης εντός του έτους από της εγκρίσεως του σχεδίου της πολυκατοικίας. Το ανωτέρω αμάχητον τεκμήριον δεν έχει εφαρμογήν επί μεταβιβάσεως ιδανικού μεριδίου οικοπέδου προς πρόσωπα αναλαμβάνοντα κατ’ επάγγελμα την ιδίαις δαπάναις ανέγερσιν ολοκλήρου της πολυκατοικίας. Ως πολυκατοικία θεωρείται κάθε πολυώροφη οικοδομή, η οποία αποτελείται από τρείς τουλάχιστον ορόφους κύριας χρήσης, στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και το ισόγειο ή η οικοδομή που ανεξάρτητα από αριθμό ορόφων, έχει διαμερίσματα συνολικού εμβαδού πεντακοσίων τουλάχιστον τετραγωνικών μέτρων (500 μ2), οι οποίες προορίζονται σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού, για πολύωρη σ' αυτές παραμονή ανθρώπων, για διημέρευση, συναναστροφή, εργασία ή ύπνο.

 

Σ.Σ. Η εν λόγω παράγραφος ασχολείται με το ζήτημα μεταβίβασης ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, στο οποίο ανεγείρεται ή πρόκειται να αναγερθεί στο μέλλον πολυκατοικία, καθώς και με την φορολογική αντιμετώπιση της συγκεκριμένης έννομης κατάστασης.

Όταν αποδίδεται ο χαρακτηρισμός αμάχητο τεκμήριο σε μια πραγματική κατάσταση ή πράγμα, από νομική άποψη, δεν χωρεί ανταπόδειξη από το πρόσωπο εις βάρος του οποίου θεσπίζεται το τεκμήριο αυτό. Το τεκμήριο είναι δηλαδή απρόσβλητο και δεν μπορεί ο θιγόμενος να το ανατρέψει. Αποτελεί πλήρη απόδειξη υπέρ του οποίου έχει θεσπιστεί.

 Αντιπαροχή είναι το σύστημα ενοικοδόμησης, με το οποίο κύριος ακινήτου αναθέτει σε εργολάβο την ανέγερση οικοδομής με συμφωνία κατά την αποπεράτωση να μεταβιβαστεί μέρος αυτής (της οικοδομής) λ.χ. διαμερίσματα ή και ολόκληροι όροφοι, ως αντάλλαγμα για την αξία του οικοπέδου. Αποτελεί μια συναλλακτική πρακτική αρκετά διαδεδομένη για τα ελληνικά δεδομένα.

2. Εάν κατά την σύνταξιν του οριστικού συμβολαίου συμβάλληται ως αγοραστής πρόσωπον μη κατονομασθέν εν τω προσυμφώνω, θεωρείται δια την εφαρμογήν του παρόντος νόμου, ότι λαμβάνουσι χώραν δύο μεταβιβάσεις, η μεν πρώτη εκ μέρους του αρχικού πωλητού προς τον δια του προσυμφώνου συμβληθέντα ως αγοραστήν, η δε δευτέρα εκ μέρους του τελευταίου τούτου προς το υπ' αυτού υποδεικνυόμενον τρίτον πρόσωπον. Εάν το προσύμφωνον αφορά την μεταβίβασιν οικοπέδου ιδανικού μεριδίου αυτού, συντρεχουσών των προϋποθέσεων της προηγουμένης παραγράφου, τα εν τη παραγράφω ταύτη οριζόμενα εφαρμόζονται μόνον ως προς την δευτέραν μεταβίβασιν, το τεκμήριον όμως περί μεταβιβάσεως αποπερατωμένης οικοδομής τυγχάνει αμάχητον.

 

Σχετική νομοθεσία : Αστικός Κώδικας

Άρθρο 166 : Η σύμβαση με την οποία τα μέρη ανέλαβαν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση (προσύμφωνο) υπόκειται στον τύπο που ο νόμος ορίζει για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί.

 

Σ.Σ. Η παράγραφος τούτη ασχολείται με το ζήτημα τριγωνικής απάτης σε μεταβιβάσεις ακινήτων. Εν συντομία αφορά την περίπτωση που ο καθοριζόμενος στο προσύμφωνο αγοραστής δεν αναφέρεται στο τελικό συμβόλαιο. Στην περίπτωση αυτή τεκμαίρεται ότι έχει μεσολαβήσει τρίτο πρόσωπο, το οποίο επιθυμεί την διατήρηση της ταυτότητας του κρυφή για αποφυγή έννομων συνεπειών και πρωτίστως των φορολογικών. Σημειώνουμε ότι προσύμφωνο είναι το έγγραφο με την οποία ο αγοραστής αναλαμβάνει έναντι του πωλητή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του από την πώληση σε μεταγενέστερο χρόνο. Το προσύμφωνο υποβάλλεται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μπορεί να αποτελέσει τίτλο προς εκτέλεση, αν δεν τηρηθούν οι απορρέουσες υποχρεώσεις από αυτό. Αν μεταβιβάζεται μόνο ιδανικό μερίδιο οικοπέδου, η ρύθμιση του παρόντος νόμου διαφοροποιείται ούσα ελαφρύτερη. Ως προς την δεύτερη περίοδο, το τελευταίο εδάφιο της παραπέμπει στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο και σαφώς υποδεικνύει την συνδυαστική εφαρμογή και ερμηνεία τους.

               Σχετική Νομολογία : σύμβαση μεσιτείας αντί πώλησης σε προσύμφωνο

               ΣΤΕ 267/2010, ΝΟΒ 2011/412, ΔΔΙΚΗ 2010/1248 (περίληψη) : Φορολογία μεταβιβάσεως ακινήτων. Θεωρείται ότι λαμβάνουν χώρα δύο μεταβιβάσεις, η μεν πρώτη από τον αρχικό πωλητή προς τον συμβληθέντα δια του προσυμφώνου ως αγοραστή, η δε δεύτερη από τον τελευταίο προς το υποδεικνυόμενο από αυτόν τρίτο πρόσωπο, μόνον εφόσον προκύπτει ότι η σχέση στην οποία απέβλεψαν οι συμβαλλόμενοι ήταν η πώληση ή, τουλάχιστον, προεχόντως η πώληση ακινήτου και όχι όταν προκύπτει, κατά τη σχετική αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι οι συμβαλλόμενοι απέβλεψαν ή απέβλεψαν κυρίως στη σύναψη άλλου περιεχομένου σύμβασης, όπως σύμβασης μεσιτείας. Το δικάσαν δικαστήριο μη νομίμως απαίτησε να προκύπτει η σύμβαση της μεσιτείας μόνο από το συμβολαιογραφικό προσύμφωνο και δεν εκτίμησε και το ιδιωτικό συμφωνητικό και δεν απήντησε σε ισχυρισμό του αναιρεσείοντα ότι ενεργούσε ως μεσίτης και ελάμβανε αμοιβές από τους οριστικούς αγοραστές της ένδικης έκτασης. Δεκτή η αναίρεση για πλημμελή αιτιολογία (αναιρεί την υπ΄ αριθμ. 188/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής).

3. Επί μεταγραφής ή σημειώσεως εις το βιβλίον μεταγραφών ή καταχωρίσεως εις το νηολόγιον :

α) αποφάσεως δικαστικής, διεπομένης υπό των διατάξεων του άρθρου 882 της Πολιτικής Δικονομίας, ένεκα μη εκτελέσεως προσυμφώνου μεταβιβάσεως κλπ.,

β) αποφάσεως δικαστικής, δι' ης αναγνωρίζεται τελεσιδίκως δικαίωμα κυριότητος επί ακινήτου κλπ. επ' ονόματι προσώπου τινός, λόγω υπερβάσεως εντολής του φερομένου ως εντολοδόχου αυτού,

γ) αποφάσεως δικαστικής δι`ης ακυρούται λόγω εικονικότητας συμβόλαιον μεταβιβάσεως ακινήτου ή πραγματικού επ`αυτού δικαιώματος ή πλοίου και

δ) απόφασης δικαστικής με την οποία αναγνωρίζεται η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητο, λόγω συμπλήρωσης των όρων της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας ή από οποιαδήποτε άλλη αιτία, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία στο όνομα του προσώπου, στο οποίο γίνεται η αναγνώριση, υπάρχει μεταγεγραμμένος τίτλος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η δήλωση που προβλέπεται από το νόμο,

ε) συμβάσεως μεταβιβάσεως ακινήτου κειμένου εν Ελλάδι ή πραγματικού δικαιώματος επί ακινήτου ή πλοίου, ήτις κατηρτίσθη εν τη αλλοδαπή καθ' οιονδήποτε εκεί νόμιμον ισχύοντα τύπον, δι` ην μεταβίβασιν δεν κατεβλήθη ο φόρος του παρόντος νόμου,

ο ζητών την μεταγραφήν ή την σημείωσιν εις το περιθώριον του βιβλίου μεταγραφών ή την καταχώρησιν εις το νηολόγιον υποχρεούται, προ της ενεργείας της μεταγραφής κλπ. να επιδώσει δήλωσιν εις τον αρμόδιον Οικονομικόν Έφορον και να καταβάλη συγχρόνως τον φόρον μεταβιβάσεως.

Εις την δήλωσιν, δια την ανωτέρω περίπτωσιν ε', επισυνάπτεται, εν επισήμω μεταφράσει εις την ελληνικήν γλωσσαν, ακριβές αντίγραφον της μεταγραφησομένης συμβάσεως.


Σχετική Νομοθεσία :
Αστικός Κώδικας

Άρθρο 1041 : Τακτική χρησικτησία : Εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία)

Άρθρο 1045 : Έκτακτη χρησικτησία : Εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος (έκτακτη χρησικτησία).

Σ.Σ. Η παράγραφος αυτή αναφέρει τις φορολογικές υποχρεώσεις που προκύπτουν κατά το στάδιο της μεταγραφής.

Το άρθρο 882ΚΠΟΛΔ αναφέρεται στην διαιτησία. Διαιτησία είναι η επίλυση όχι από δικαστές αλλά από τρίτα πρόσωπα (οι οποίοι είναι φυσικά και δικαστές) με κατάλληλες γνώσεις, οι οποίοι ορίζονται ως διαιτητές. Είναι θεσμός ανάλογος της πιο σύγχρονης διαμεσολάβησης. Η βασική τους διαφορά έγκειται στο ότι η διαιτησία είναι απόλυτα δεσμευτική για τα μέρη και επέχει ισχύ δικαστικής απόφασης, ενώ ο μεσολαβητής φέρνει τα μέρη σε επαφή για εύρεση μια κοινής αποδεκτής λύσης, στην οποία είναι δυνατόν να μην παίζουν σημαντικό ρόλο οι ρυθμίσεις του νόμου αλλά η βούληση των μερών και η διάθεση για επίλυση της διαφοράς κατά τρόπο που πρωτίστως να εξυπηρετεί τα συμφέροντα τους.

Για την  μεταγραφή, αρκούμαστε να αναφέρουμε τα εξής :

Η μεταγραφή κρίνεται από το δίκαιο ως πρόσθετος, τυπικός όρος, πλην, όμως, απαραίτητος, για το έγκυρο της μεταβίβασης εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα, είτε αυτή γίνεται με σύμβαση, είτε με κληρονομική διαδοχή, είτε ακόμα και με κληροδοσία. Συνίσταται σε καταχώριση περίληψης της μεταγραπτέας πράξης λ.χ. της συμβάσεως που έχει περιαφθεί τον συμβολαιογραφικό έγγραφο, η οποία χρειάζεται να προκύπτει από δημόσιο έγγραφο. Η ταυτότητα του ακινήτου πρέπει, πάντως, να προκύπτει από την μεταγραφόμενη πράξη, παρότι θα πρόκειται για περίληψη αυτής. Σημασία ανά πάσα στιγμή έχει ο κανόνας της χρονικής προτεραιότητας που θα καθορίζει την ισχύ κάποιας μεταγραφής έναντι άλλης, εφόσον μιλάμε για το ίδιο πράγμα. Κοντολογίς όποια πράξη μεταγραφεί πρώτη, εφόσον δεν πάσχει από ελάττωμα, υπερισχύει όσων έπονται.

Υπογραμμίζουμε ότι στην πράξη μεταγράφονται κυρίως συμβάσεις μεταβίβασης κυριότητας, δωρεές αιτία θανάτου, κληρονομητήρια ή αποδοχές κληρονομιάς-κληροδοσίας. Στην πραγματικότητα κάθε δικαιοπραξία με την οποία συστήνεται, καταργείται ή μεταβάλλεται εμπράγματο δικαίωμα σε ακίνητα (και όχι ασφαλώς μόνο η κυριότητα) πρέπει να μεταγράφεται λ.χ. προσκύρωση, δικαστική απόφαση περί διανομής ακινήτου ή περί καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως για διάπραξη εμπράγματος δικαιοπραξίας που αφορά ακίνητο, οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες αναγνωρίζεται κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο, που έχουν κτηθεί με έκτακτη χρησικτησία, οι εκθέσεις δικαστικής διανομής ακινήτου  (άρθρο 1192 ΑΚ)κ.α.

Πολύ σημαντικό είναι ότι πρέπει να μεταγράφονται και οι μισθώσεις οι οποίες διαρκούν άνω των εννέα ετών. Η μεταγραφή ενεργείται οποτεδήποτε. Πολύ μεγάλη πρακτική αξία αυτού του κανόνα βρίσκουμε στο κληρονομικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου, η επαγωγή της κληρονομιάς γίνεται αυτοδικαίως και αυτόματα στους κληρονόμους άμα το θάνατο του διαθέτη ή του κληρονομούμενου, όταν θα ακολουθήσει εξ αδιαθέτου διαδοχή. Ως είδαμε ανωτέρω, στην περίπτωση των ακινήτων για να αποκτήσει δικαίωμα (κυριότητα) πρέπει να προηγηθεί μεταγραφή. Δηλαδή η επαγωγή τελεί υπό νόμιμο όρο-αίρεση που μόλις πληρωθεί ανατρέχει πίσω στον χρόνο του διαθέτη. Έτσι ο κληρονόμος που αμέλησε να μεταγράψει την αποδοχή κληρονομιάς ή που πληροφορήθηκε τον θάνατο του διαθέτη αρκετά έτη αργότερα, επειδή λ.χ. απουσίαζε στο εξωτερικό, μπορεί να προβεί στην μεταγραφή και εκ των υστέρων. Πάντως η νομή κληρονομείται και χωρίς να έχει γίνει μεταγραφή. Ο περιορισμός τίθεται για την απόκτηση κυριότητας.

Οι μεταγραφές γίνονται και από ειδικά εξουσιοδοτημένο δικηγόρο και συνήθως μόνο από αυτόν σε περίπτωση που μεταγράφεται δικαστική απόφαση. (εξηγμένα τα περί μεταγραφής, κυρίως, εκ Κων. Α. Βαβούσκου, όμοιο με άνω αναφερθέν πόνημα, σελ. 264-266)

Πολύ σημαντική περίπτωση κτήσης κυριότητας είναι αυτή που γίνεται με χρησικτησία τόσο σε κινητά και ακίνητα. Ο τρόπος αυτός κτήσης κυριότητας συνίσταται στην άσκηση νομής από πρόσωπο επάνω σε πράγμα με διάνοια κυρίου, η οποία κρίνεται από τον νομοθέτη ικανή να του προσπορίσει κυριότητα υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Νομή είναι η φυσική εξουσία πάνω σε ένα πράγμα που ασκείται με διάνοια κυρίου (ΑΚ 974). Με τη θέσπιση της χρησικτησίας ο νομοθέτης θέλησε να εκκαθαρίσει συγκεχυμένες πραγματικές καταστάσεις σχετικά με τον αληθινό κύριο πράγματος, προάγοντας την επιβράβευση- έννομη ρυθμιστική αποκατάσταση όσων επί σειρά ετών επέδειξαν αληθινή και αδιάκοπη επιμέλεια πάνω στο πράγμα, ανεξάρτητα αν αυτοί ήταν όντως οι πραγματικοί δικαιούχοι. Για το λόγο αυτό η χρησικτησία καταρχήν προσπορίζει στον δικαιούχο κυριότητα απαλλαγμένη από τυχόν εμπράγματα δικαιώματα τρίτων.

Η χρησικτησία διακρίνεται σε έκτακτη και τακτική. Και στις δύο κατηγορίες απαιτείται το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας λ.χ. δεν νοείται χρησικτησία στα εκτός συναλλαγής πράγματα κοκ. Ειδικότερα για τις προϋποθέσεις αυτής (της χρησικτησίας) :

Για την τακτική χρησικτησία : απαιτείται ύπαρξη/άσκηση νομής και όχι απλά κατοχή επί του πράγματος, η οποία πρέπει να είναι αδιάλειπτη, δηλαδή να υπάρχει καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της υποστηριζόμενης χρησικτησίας και πρέπει να αποδεικνύεται από τον χρησιδεσπόζοντα. Προς αποδεικτική διευκόλυνση του τελευταίου έχει θεσπιστεί το μαχητό τεκμήριο (δηλαδή μπορεί να ανατραπεί με ανταπόδειξη) του 1046ΑΚ. Απαιτείται ακόμα καλή πίστη του νομέα και ύπαρξη νόμιμου τίτλου.

Καλή πίστη θεμελιώνεται, όταν υφίσταται πεποίθηση του νομέα, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι αυτός απέκτησε καλώς την κυριότητα. Η πίστη αυτή πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής και δεν απαιτείται να συνεχίζει καθ’ όλο το διάστημα που συνεχίζει αυτή. Τυχόν μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει. Βλέπουμε εδώ ότι η ρύθμιση του νόμου είναι αρκετά ευνοϊκή για όποιον προσπαθεί να θεμελιώσει κυριότητα δια χρησικτησίας, σε σημείο που συγχωρείτο από τον νόμο τυχόν δόλια κίνητρα που ανακύπτουν εκ των υστέρων. Αρκεί, δηλαδή, η καλή πίστη να υπήρχε χρονικά στην αφετηρία της απόκτησης της νομής, η οποία και κρίνεται άξια προστασίας από το θετό δίκαιο, έστω και αν αντιστρατεύεται κατά κάποιο τρόπο το περί δικαίου αίσθημα ή την κοινή λογική. Ο λόγος για αυτό είναι ότι ο νομοθέτης θέλησε να μη πάνε χαμένες οι ενέργειες στις οποίες κάποιος προέβη για την απόκτηση ενός ακινήτου καλή τη πίστη (περί τον νόμιμο τίτλο κοκ). Ωστόσο η διάταξη αυτή είναι επιρρεπής σε μεθοδευμένες καταστρατηγήσεις.

Η έννοια του νόμιμου τίτλου δεν δίνεται στον Αστικό Κώδικα αναφορικά με την χρησικτησία. Εξ αυτού νόμιμος τίτλος πρέπει να θεωρηθεί κάθε τρόπος απόκτησης κυριότητας (πρωτότυπος και παράγωγος), ο οποίος έπασχε από εσωτερικό ελάττωμα λ.χ. πώληση ακινήτου από μη κύριο με μεταβιβαστική σύμβαση, κληροδοσία, κληρονομική διαδοχή, συμβιβασμό, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης, κατάληψη αδεσπότου, επιδίκαση, προσκύρωση κλπ. (Απ. Γεωργιάδης, ΣΕΑΚ, ΙΙ, ΠΝ Σάκκουλας, σελ. 181). Πρέπει, ωστόσο, και για κάθε περίπτωση, ο νόμιμος τίτλος να είναι εξωτερικά έγκυρος. Δηλαδή, αν ο τίτλος δεν έχει λάβει τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ο οποίος είναι απαραίτητος για την μεταβίβαση ακινήτων, δεν μπορεί να χωρέσει χρησικτησία τακτική, διότι δεν υπάρχει νόμιμος τίτλος. Εξαίρεση έχουμε στην περίπτωση του νομιζόμενου τίτλου. Νομιζόμενος τίτλος υφίσταται όταν λ.χ. ο τίτλος, ο οποίος δεν πληροί τα εξωτερικά τυπικά στοιχεία εγκυρότητας, εκλαμβάνεται από τον νομέα ως καθόλα υπαρκτός. Για παράδειγμα, θεωρεί ο νομέας ότι απέκτησε κυριότητα με κληροδοσία (εγκατάσταση κληρονόμου σε συγκεκριμένο πράγμα κληρονομιάς), ενώ δεν απέκτησε κάποιο περιουσιακό στοιχείο με τον συγκεκριμένο τρόπο κληρονομικής διαδοχής. Για να αναγνωριστεί ο νομιζόμενος τίτλος πρέπει να υπάρχει δικαιολογημένη καλή πίστη του νομέα και ως προς αυτόν πέρα από την γενική καλή πίστη ότι απέκτησε καλώς το ακίνητο. Πάντως και εδώ πρέπει να πληρούνται όλες οι τυπικές προϋποθέσεις του νόμου (λ.χ. μεταγραφή).

Περαιτέρω προϋπόθεση της τακτικής χρησικτησίας (όπως άλλωστε και στην έκτακτη) είναι η παρέλευση χρόνου. Για τα ακίνητα πρέπει να παρέλθει μια δεκαετία. Για, δε, τον ειδικό η καθολικό διάδοχο του χρησιδεσπόζοντος, αυτός μπορεί να συνυπολογίσει στον δικό του χρόνο χρησικτησίας τον χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπάροχου του, εφόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις (θεωρία περί προσαύξησης του χρόνου). Έχει διατυπωθεί και αντίθετη άποψη, η οποία έχει αποκαλεστεί ως θεωρία της διαδοχής κατά ρίζες, στην οποία δεν ενδιαφέρει η καλή πίστη του προκατόχου, ούτε απαιτείται δεύτερη μεταγραφή (αρκεί του δικαιοπάροχου).

 

Έκτακτη χρησικτησία : Πρόκειται για απλουστευμένη διαδικασία απόκτησης κυριότητας, όπου απαιτείται για την πλήρωση της, νομή, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και πάροδος εικοσαετίας. Οι υπόλοιπες προϋποθέσεις που έχουν τεθεί στο σύστημα της τακτικής χρησικτησίας δεν ενδιαφέρουν. Η έκτακτη χρησικτησία συμπίπτει με την παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής, δηλαδή η άσκηση της διεκδικητικής αγωγής εντός της εικοσαετίας από την προσβολή της νομής, διακόπτει τη συμπλήρωση του χρόνου της έκτακτης χρησικτησίας, ώστε ο νομέας δεν καθίσταται κύριος του ακινήτου δι’έκτακτης χρησικτησίας. Κατά τις περιστάσεις είναι δυνατόν, η άσκηση της αγωγής μετά από λ.χ. την παρέλευση 19 ετών να αποκρουστεί ως καταχρηστική, λόγω της παρέλευσης πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο ο νομέας προέβη π.χ. σε σημαντικές δαπάνες για ανοικοδόμηση του ακινήτου.

Κοινοί κανόνες και στα δύο είδη χρησικτησίας : Το άρθρο 1047 ΑΚ παραπέμπει στις γενικές διατάξεις περί αναστολής της παραγραφής που εφαρμόζονται αναλόγως και για την αναστολή της χρησικτησίας. Αντίθετα η διακοπή της χρησικτησίας ρυθμίζεται ευθέως από τις οικείες διατάξεις και όχι αναλογικά. (και εδώ τα περί χρησικτησίας, επί το πλείστον, εκ Βαβούσκου Κων., σελ. 252-257)

  1. Εάν ακίνητον ή πλοίον, εκτεθέν εις πλειστηριασμόν, ήθελε κατακυρωθή εις τινα των κατ' ιδανικά μερίδια συγκυρίων αύτου, εις τον φόρον του παρόντος υπόκεινται μόνον τα περιερχόμενα εις τον υπερθεματιστήν μερίδια των λοιπών συνιδιοκτητών ή συμπλοιοκτητών, κατά περίπτωσιν.

 

Σ.Σ. Υπερθεματιστής είναι το πρόσωπο που αναδεικνύεται επιτυχών μέσα από τη διαδικασία πλειστηριασμού, δηλαδή τη δημόσια διαδικασία, με την οποία εκποιείται κινητή και ακίνητη περιουσία προς ικανοποίηση των δανειστών του οφειλέτη και επιβάλλεται στον τελευταίο σαν κύρωση για την μη ανταπόκριση στις οικονομικές υποχρεώσεις του. Νικητής υπερθεματιστής, στον οποίο κατακυρώνεται το πράγμα είναι πάντα αυτός που υπέβαλε τη μεγαλύτερη προσφορά.

5. Επί μεταβιβάσεως, εις εκτέλεσιν συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, ιδανικού μεριδίου οικοπέδου, υπό του οικοπεδούχου προς τον κατά κύριον επάγγελμα εργολήπτην, όστις ανέλαβε την επί τούτου ιδίαις δαπάναις ανέγερσιν οικοδομής επί αντιπαροχή, ο φόρος μεταβιβάσεως υπολογίζεται μόνον επί της αγοραίας αξίας των ποσοστών του οικοπέδου, έστω και εάν κατά την κατάρτισιν του οριστικού συμβολαίου έχουν ανεγερθή υπό του εργολήπτου κτίσματα.

 

Σ.Σ. Εφαρμόζεται και ερμηνεύεται συνδυαστικά σύμφωνα με ανάλογα οριζόμενα στην παράγραφο 1 και 2 του ιδίου άρθρου.

6. Αν σε συμβόλαιο μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου ή σύστασης άλλου εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο, από οποιαδήποτε αιτία, γίνεται από το μεταβιβάζοντα επίκληση της κτήσης τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία στο πρόσωπο του, εκτός από το φόρο για τη μεταβιβαστική αυτή σύμβαση, οφείλεται και φόρος μεταβίβασης για την κτήση με χρησικτησία, εκτός αν στο όνομα του μεταβιβάζοντος υπάρχει τίτλος μεταγραμμένος για το δικαίωμα αυτό, για το οποίο έχει υποβληθεί η κατά νόμο φορολογική δήλωση ή τα οικεία βιβλία μεταγραφών έχουν καταστραφεί. Ο φόρος μεταβίβασης, για την κτήση με χρησικτησία, υπολογίζεται στην αξία της κυριότητας του ακινήτου ή του εμπράγματου δικαιώματος του χρόνου κατάρτισης του μεταβιβαστικού συμβολαίου και βαρύνει το μεταβιβάζοντα, αφαιρουμένων των επωφελών δαπανών που έγιναν από το χρησιδεσπόζοντα.

 

Σ.Σ. αφορά τον φόρο σε περίπτωση που η μεταβίβαση αφορά κτήση ακινήτου με χρησικτησία από τον δικαιοπάροχο, η οποία δεν είχε καταβληθεί προηγουμένως.

Άρθρο 3

1. Δια τον καθορισμό της αξίας του ακινήτου ή του πραγματικού δικαιώματος επί του ακινήτου ή του πλοίου λαμβάνεται υπ` όψει :

α) Η ημέρα σύνταξης του συμβολαιογραφικού προσυμφώνου, αν το οριστικό συμβόλαιο συντάσσεται μέσα σε δύο (2) χρόνια από την κατάρτιση του προσυμφώνου. Στην περίπτωση αυτή ο φόρος υπολογίζεται με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν κατά το χρόνο σύνταξης του προσυμφώνου. Σε κάθε περίπτωση σύνταξης οριστικού συμβολαίου σε εκτέλεση προσυμφώνου και ανεξάρτητα από το χρόνο σύνταξης του προσυμφώνου ή του οριστικού συμβολαίου, στην αξία του ακινήτου δεν υπολογίζονται οι προσθήκες και βελτιώσεις που έχουν πραγματοποιηθεί από τον εκ προσυμφώνου αγοραστή μετά την υπογραφή του προσυμφώνου και πριν την κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, με την προϋπόθεση ότι κατά τη σύνταξη του προσυμφώνου καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου το συμφωνηθέν τίμημα και παραδόθηκε στον αγοραστή, νομή και κατοχή του ακινήτου. Τα ανωτέρω ισχύουν για οριστικά συμβόλαια μεταβίβασης, τα οποία συντάσσονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος, ανεξάρτητα από το χρόνο κατάρτισης του προσυμφώνου,

β) Παραλείπεται ως μη ισχύουσα

γ) η ημέρα της μεταγραφής εις τας περιπτώσεις της παραγρ. 3 του άρθρου 2 του παρόντος,
δ) η ημέρα της εκθέσεως του πλειστηριασμού επί μεταβιβάσεως ακινήτου κλπ. ενεργουμένης κατόπιν αναγκαστικού ή εκουσίου πλειστηριασμού και
ε) η ημέρα της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου εις τας λοιπάς περιπτώσεις.

  1. Δια τον προσδιορισμόν της αξίας του ακινήτου ή του πραγματικού επί του ακινήτου δικαιώματος ή του πλοίου λαμβάνονται υπ` όψει και συνεκτιμώνται τα στοιχεία μεταβιβάσεων παρομοίων περουσιακών στοιχείων, τα οποία προκύπτουσιν εξ ετέρων συμβολαίων ή εξ εκτιμήσεως γενομένης δια την επιβολήν του φόρου κληρονομιών, δωρεών και προικών ή εξ άλλων εκτιμήσεων. Εν περιπτώσει καθ` ην ελλείπουν τα στοιχεία ταύτα ή, κατά την κρίσιν του Οικον. Εφόρου. τα υπάρχοντα ειναι ανεπαρκή ή απρόσφορα ενεργείται υπό τούτου προσδιορισμος της αξίας δια χρήσεως παντός άλλου μέσου.
  1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3, καταργήθηκε με την παράγραφο 9 του άρθρου 10 του ν.2386/1996. Η κατάργηση αυτή ισχύει από την έναρξη ισχύος του ν.2386/1996, ήτοι 07-03-1996.
    Με την ίδια παράγραφο ορίζεται ότι η διάταξη αυτή εξακολουθεί να ισχύει για τις μεταβιβάσεις ακινήτων, επιχειρήσεων, οι οποίες έχουν τεθεί υπό το καθεστώς εξυγίανσης των άρθρων 8 και 9 του ν. 1386/1983 (ΦΕΚ 107 Α') και εφόσον για τον προσδιορισμό της φορολογητέας αξίας των ακινήτων αυτών δεν εφαρμόζεται το αντικειμενικό σύστημα, που προβλέπεται από το άρθρο 41 του ν. 1249/1982.
  1. Για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας, της επικαρπίας, της οίκησης, της περιορισμένης προσωπικής δουλείας ή της πραγματικής δουλείας επί ακινήτου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 15, 16 και της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών.
  1. Επί μεταβιβάσεως ιδανικού μεριδίου ακινήτου, διά τον υπολογισμόν του φόρου λαμβάνεται υπ' όψιν η αναλογούσα αξία του μεταβιβαζομένου μεριδίου του ακινήτου ή του εμπραγμάτου επί του ακινήτου δικαιώματος. Εάν μεταβιβάζωνται ιδανικά μερίδια υπό του αυτού πωλητού προς τον αυτόν αγοραστήν διά πλειόνων της μιας πράξεων, απεχουσών αλλήλων έλλασσον των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, διά τον υπολογισμόν του φόρου λαμβάνεται υπ' όψιν η συνολική αγοραία αξία των διά των πράξεων τούτων μεταβιβαζομένων μεριδίων, εκπιπτομένου του διά τας προηγουμένας μεταβιβάσεις καταβληθέντος φόρου.
  1. Επί μεταβίβασης βάσει ειδικών διατάξεων ακινήτων του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ. σε ιδιώτες ως αξία θεωρείται το τίμημα που αναγράφεται στο παραχωρητήριο ή κάθε άλλη σχετική πράξη που εκδίδεται.

Σ.Σ. Το άρθρο 3 με αρκετά σαφή τρόπο περιγράφει πώς υπολογίζεται η αξία του μεταβιβαζόμενου ακινήτου για τον προσδιορισμό της αξίας του καταβλητέου φόρου. Ως προς τα άρθρα 15, 16 και της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών (νόμος 2961/2001) που παραπέμπει το οικείο άρθρο γίνεται ξεχωριστή αναφορά στο βιβλίο τούτο παρακάτω στη συνέχεια της ανάλυσης του. Χάριν νοηματικής συνοχής, τα δύο πρώτα αφορούν τον προσδιορισμό της αξίας της επικαρπίας και ψιλής κυριότητας ενώ το άρθρο 40 περιέχει μεταξύ άλλων συναφείς ρυθμίσεις στα δύο πρώτα. Τέλος ο Ν. 1587/1950 τροποποίησε, και συμπλήρωσε στο παρελθόν, τον εδώ αναλυόμενο νόμο 1521/1950.

 

Σχετική Νομολογία : υπολογισμός φόρου σε περίπτωση πλειστηριασμού ακινήτου με βάση την αγοραία αξία αυτού, πρόσθετος φόρος σε περίπτωση ανακριβούς δηλώσεως του φόρου, αντικειμενικό σύστημα καθορισμού αγοραίας αξίας ακινήτων

 

ΔΕΦΑΘΗΝΩΝ (3μελές) 1212/2007 : παράθεση αποσπάσματος

«……..Επειδή με την προσφυγή και το υπόμνημά της η προσφεύγουσα εταιρεία αμφισβητεί τον ανωτέρω προσδιορισμό και υποστηρίζει ότι η αγοραία αξία του ακινήτου δεν υπερβαίνει το ποσό του εκπλειστηριάσματος, το οποίο και δηλώθηκε, ενώ σύμφωνα με το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού της αξίας αυτού, το οποίο ίσχυσε τρία χρόνια αργότερα ήτοι το 1999 η αντικειμενική του αξία ανέρχεται σε 50.620.500 για τα κτίσματα και 21.705.750 για το οικόπεδο δηλαδή 4.950 δραχ. ανά τ.μ. Ο ισχυρισμός αυτός της προσφεύγουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί ως αξία επί της οποίας επιβάλλεται ο φόρος μεταβιβάσεως, λογίζεται η αγοραία αξία του ακινήτου και ο κανόνας αυτός ισχύει και επί μεταβιβάσεως ακινήτου δια πλειστηριασμού (πρβλ ΣτΕ 2055/1995). Εξάλλου, το αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού της αξίας των ακινήτων αποτελεί σύστημα αντικειμενικού υπολογισμού του φόρου και είναι διαφορετικό από το σύστημα προσδιορισμού της αγοραίας αξίας αυτού που θεσπίζεται με τις προαναφερθείσες διατάξεις του προαναφερθέντος ν.1587/1950, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να ληφθεί υπόψη ως συγκριτικό στοιχείο για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας…….»

«……..Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη ότι α) το προτεινόμενο από τη Φορολογική Αρχή συγκριτικό αποτελεί πρόσφορο στοιχείο για συγκριτική αξιολόγηση με το κρινόμενο, γιατί αφορά σε ακίνητο ομοειδές και πλησιόχωρο του κρινομένου, της ίδιας περίπου με αυτό εκτάσεως, έναντι του οποίου το ένδικο πλεονεκτεί κατά τι λόγω διαφοράς χρόνου εκτιμήσεως, ενώ μειονεκτεί λόγω της μεταβιβάσεώς του στην προσφεύγουσα κατά ιδανικό μερίδιο, λόγω των μειονεκτημάτων που προκύπτουν από την κοινωνία και β) ότι ως αξία επί της οποίας επιβάλλεται ο φόρος μεταβιβάσεως, λογίζεται η αγοραία αξία του ακινήτου και ο κανόνας αυτός ισχύει και επί μεταβιβάσεως ακινήτου δια πλειστηριασμού, κρίνει ότι η αγοραία αξία του κρινομένου ακινήτου πρέπει να προσδιοριστεί σε 42.000 δραχμές ανά τ.μ και συνολικά σε (4.385,10 Χ42.000) 184.174.200 δραχμές πλέον αντικειμενική αξία κτισμάτων ύψους 45.876.000 δραχμές ίσον 230.000.000 (κατά στρογγυλοποίηση) δραχμές, που αντιστοιχεί σε 674.981,70 κατά μερική παραδοχή της προσφυγής και ανάλογη μεταρρύθμιση του προσβληθέντος φύλλου…»

«………Επειδή, τέλος, κατά το άρθρο 9 του Ν. 1587/1950, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 31 παρ. 1 του Ν. 820/1978 (Α 170) και, εν συνεχεία, με το άρθρο 16 παρ. 1 του Ν. 1563/1985 (Α 151), επί ανακριβούς δηλώσεως της αξίας ή του φόρου επιβάλλεται πρόσθετος φόρος σε ποσοστό 75% επί της διαφοράς μεταξύ καταβληθέντος και καταλογιζομένου ποσοστού φόρου , ενώ δεν επιβάλλεται πρόσθετος φόρος ανακριβείας εάν το επί έλλατον δηλωθέν ποσό φόρου δεν υπερβαίνει το 1/5 του ποσού του οριστικώς προσδιορισθέντος φόρου. . Επομένως, είναι νόμιμη η επιβολή σε βάρος της προσφεύγουσας εταιρείας προσθέτου φόρου λόγω της ανακριβείας της δηλώσεως, ενόψει του ότι το ποσόν του καταβληθέντος φόρου υπερβαίνει κατά 1/5 το ποσό του οριστικώς προσδιορισθέντος, ο οποίος όμως πρέπει να προσδιοριστεί με βάση την παρούσα απόφαση……»

ΔεφΤριπ 17/2001, ΔΦΟΡΝ 2004/504 (περίληψη) : Αντικειμενικό σύστημα καθορισμού αγοραίας αξίας ακινήτων, έχει τον χαρακτήρα νομίμου τεκμηρίου. Το εν λόγω καθεστώς ισχύει, ενόσω δε αμφισβητείται από τον φορολογούμενο η κατά το αντικειμενικό σύστημα καθοριζόμενη αξία του ακινήτου. Στην αντίθετη περίπτωση το βάρος αποδείξεως της αξίας του ακινήτου επανέρχεται στον προϊστάμενο της αρμόδιας ΔΟΥ. Εάν δε, σε μια τέτοια περίπτωση, το ανωτέρω όργανο δεν στέλνει στο δικαστήριο την έκθεση του ελέγχου, και ιδιαιτέρως εάν η άρνησή του προς αποστολή της εκθέσεως αυτής συνεχισθεί παρά την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, η ανωτέρω στάση του επιτρέπει στο δικαστήριο να θεωρήσει ακριβή την πραγματική βάση των ισχυρισμών του αιτούντος διαδίκου.

               ΔΕΦ 1629/2011, (584425) ΝΟΜΟΣ (περίληψη) :  ΦΜΑ. Κρίσιμη η αγοραία αξία του ακινήτου κατά την υπογραφή του συμβολαίου. Συγκριτικά στοιχεία που είναι πρόσφορα. Το αναφερόμενο στην έκθεση ελέγχου συγκριτικό στοιχείο, είναι πρόσφορο, αφού πρόκειται για αγρό που βρίσκεται στην ίδια περιοχή και του οποίου η μεταβίβαση απέχει μόλις ενάμιση έτος από το κρινόμενη, όμως αυτό πλεονεκτεί έναντι του κρινόμενου γιατί είναι μικρότερης έκτασης, αλλά μειονεκτεί γιατί αποτελεί ποσοστό 1/3 του εξ αδιαιρέτου μεγαλύτερου αγρού. Επίσης το κρινόμενο μειονεκτεί διότι το συγκριτικό εφάπτεται του σχεδίου πόλεως και απέχει μόλις 1 km από την κεντρική πλατεία της πόλης, ενώ το κρινόμενο απέχει 2  km απ’ αυτήν. Ενόψει και της αντικειμενικής αξίας του κρινόμενου, είναι ορθή η δηλωθείσα αξία και νομίμως ακυρώθηκε το φύλλο ελέγχου. Απορρίπτεται η έφεση.

Η επιστημονική ομάδα της ASTbooks.