Άρθρο 4

Το άρθρο 74 του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 74

1.  Με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που πε­ριλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρω­θεί από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την α­πέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη, εάν κρίνει ότι η παραμονή του στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης, λαμβάνο­ντας υπόψη ιδίως το είδος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, το βαθμό της υπαιτιότητας του, τις ειδι­κές συνθήκες τέλεσης της πράξης, τις συνέπειες αυτής, το χρόνο παραμονής του στο ελληνικό έδαφος, τη νομι­μότητα ή μη της παραμονής του, την εν γένει συμπερι­φορά, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την ύπαρξη οικογένειας και γενικότερα το βαθμό ένταξης αυτού στην ελληνική κοινωνία. Αν ο αλλοδαπός κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης ήταν ανήλικος, για την απέλαση του λαμβάνεται υπόψη και η τυχόν νόμιμη εγκατάσταση και παραμονή της οικογένειας του στη χώρα ή στην περί­πτωση που η οικογένεια του διαμένει στην αλλοδαπή, ο υφιστάμενος στη χώρα προορισμού σοβαρός κίνδυνος κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της προ­σωπικής ή γενετήσιας ελευθερίας του. Η απέλαση εκτε­λείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. Το ίδιο ισχύει και όταν η απέλαση επι­βλήθηκε από το δικαστήριο ως παρεπόμενη ποινή.

2.  Το δικαστήριο μπορεί, επίσης, να διατάξει την απέ­λαση από τη χώρα κάθε αλλοδαπού στον οποίο επιβλή­θηκε μέτρο ασφάλειας των άρθρων 69, 71 και 72. Σε αυ­τή την περίπτωση, η απέλαση μπορεί να διαταχθεί σε α­ντικατάσταση αυτών των μέτρων.

3. Το δικαστήριο που αποφασίζει την απέλαση του αλ­λοδαπού δράστη επιβάλλει σε αυτόν απαγόρευση επα-νεισόδου του στη χώρα, για χρονικό διάστημα έως δέκα (10) ετών. Το συμβούλιο πλημμελειοδικών του τόπου του δικαστηρίου που επέβαλε την απέλαση, μετά από γνώμη της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα ύστερα από αί­τηση του, αφού περάσει μια τριετία από την εκτέλεση της απέλασης, με την επιφύλαξη των διατάξεων του δι­καίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο χρονικός περιορισμός του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει σε περίπτωση αλ­λοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Ελληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής. Το συμβούλιο αποφαίνεται αμετάκλητα και μπορεί να εξε­τάσει νέα αίτηση για επιστροφή μόνο μετά την πάροδο ενός (1 ) έτους από την απόρριψη της προηγούμενης.

4.α. Η απέλαση εκτελείται με ενέργειες των αρμόδιων αστυνομικών αρχών, σύμφωνα με την οικεία νομοθεσία περί αλλοδαπών, καθώς και τους κανόνες του διεθνούς και του ευρωπαϊκού δικαίου. Πέντε (5) μήνες πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου για την υφ ' όρον απόλυση του κρατούμενου, ο διευθυντής του καταστήματος κράτησης υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά τον εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, ώστε ο τελευταί­ος να παραγγείλει αμέσως στην αρμόδια αστυνομική αρ­χή τη διερεύνηση του εφικτού της απέλασης και την προετοιμασία για την υλοποίηση της. Τουλάχιστον ένα (1) μήνα πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου για την υφ' όρον απόλυση, η αρμόδια αστυνομική αρχή αναφέ­ρει, με αιτιολογημένη έκθεση της, στον εισαγγελέα του τόπου κράτησης εάν η απέλαση είναι εφικτή. Σε περί­πτωση που η απέλαση είναι εφικτή, εκτελείται αμέσως μετά την υφ' όρον απόλυση ή την έκτιση της ποινής του κρατουμένου. Με αιτιολογημένη διάταξη του εισαγγε­λέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης, η κράτηση μπορεί να παραταθεί για ένα (1 ) μήνα μόνο από το χρόνο της υφ' όρον απόλυσης ή έκτισης της ποινής, εφόσον η διαδικασία απέλασης έχει ξεκινήσει και πρόκειται να ε­κτελεστεί μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα. Μετά την παρέλευση του χρόνου αυτού και εφόσον η απέλαση δεν έχει πραγματοποιηθεί, με διάταξη του εισαγγελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλλεται υ­ποχρεωτικά η απέλαση του αλλοδαπού, του επιβάλλο­νται οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 100 ή ορισμένοι από αυτούς και ο κρατούμενος απολύε­ται αμέσως.

β. Σε περίπτωση που ο αλλοδαπός παρεμποδίζει την προετοιμασία της απομάκρυνσης του, αρνούμενος να συνεργαστεί με τις αρχές και να αποκαλύψει τα πραγμα­τικά του στοιχεία, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης μπορεί να παρατείνει την κράτηση του μέχρι και τρεις (3) μήνες από το χρόνο της υφ' όρον α­πόλυσης ή έκτισης της ποινής. Στην περίπτωση αυτή, ό­πως και στην περίπτωση α ', ο αλλοδαπός παραμένει μέ­χρι την εκτέλεση της απέλασης του σε ειδικό χώρο του καταστήματος κράτησης ή του θεραπευτικού καταστή­ματος ή σε ειδικό χώρο των αστυνομικών αρχών που δη­μιουργούνται για το σκοπό αυτόν, με εντολή του εισαγ­γελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης. Κατά της εισαγγελικής διάταξης που παρατείνει την κράτηση, ο κρατούμενος μπορεί να υποβάλει προσφυγή, για την ο­ποία αποφαίνεται αμετάκλητα ο αρμόδιος εισαγγελέας εφετών μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών. Με­τά την παρέλευση του τριμήνου, με διάταξη του εισαγ­γελέα πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλ­λεται υποχρεωτικά η απέλαση του αλλοδαπού, του επι­βάλλονται οι όροι που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρ­θρου 100 ή ορισμένοι από αυτούς και ο κρατούμενος α­πολύεται αμέσως.

γ. Όταν η απέλαση καταστεί εφικτή κατά την αιτιολο­γημένη γνώμη της αστυνομικής αρχής, η απόφαση ανα­στολής αυτής ανακαλείται με την ίδια διαδικασία που εκ­δόθηκε και διατάσσεται η κράτηση του αλλοδαπού για την πραγματοποίηση της απέλασης για χρονικό διάστη­μα το πολύ δεκαπέντε (15) ημερών.

5. Εάν, σύμφωνα με την αιτιολογημένη έκθεση της α­στυνομικής αρχής κατά την περίπτωση α ՝ της παραγρά­φου 4, η απέλαση δεν είναι εφικτή για οποιονδήποτε λόγο και ιδίως επειδή: α) ο αλλοδαπός είναι ανιθαγενής ή ζητεί διεθνή προστασία ή απολαμβάνει διεθνή προστα­σία, ή β) δεν λειτουργεί ή δεν συνεργάζεται η προξενική αρχή της χώρας καταγωγής του ή γ) η χώρα του δεν συ­νιστά ασφαλή προορισμό ή τυχόν επιστροφή συνιστά παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ή δ) δεν τον δέχεται η χώρα καταγωγής του, τότε, μετά την υφ' όρον απόλυ­ση ή την έκτιση ποινής, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών του τόπου κράτησης αναστέλλει υποχρεωτικά με διάτα­ξη του την απέλαση, επιβάλλει τους όρους που προβλέ­πονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 100 ή ορισμένους από αυτούς και ο κρατούμενος απολύεται αμέσως. Όταν η απέλαση καταστεί εφικτή, εφαρμόζεται αναλόγως η περίπτωση γ ' της προηγούμενης παραγράφου.

6. Αυτός που παραβιάζει τον όρο ή τους όρους που του έχουν επιβληθεί από τον εισαγγελέα πλημμελειοδι­κών κατά την αναστολή της απέλασης, τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 182 παρ. 1.»