Άρθρο 6

1. Το άρθρο 105 παράγραφος 1 περίπτωση γ' του Ποι­νικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«γ) προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τουλάχιστον δε­καεννέα (19) έτη».

2.  Η παρ. 2 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:

"2. Το χρονικό διάστημα των τριών πέμπτων περιορί­ζεται στα δύο πέμπτα της ποινής που επιβλήθηκε και προκειμένου για ισόβια κάθειρξη, τα δεκαεννέα (19) έτη περιορίζονται σε δεκαπέντε (15) έτη, αν ο κατάδικος έ­χει υπερβεί το εβδομηκοστό (70ο) έτος της ηλικίας του. Το χρονικό διάστημα των δεκαπέντε (15) ετών προσαυ­ξάνεται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυ­χόν έχουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέ­χουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως, ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί, αν έχει εκτίσει δεκαεννέα (19) έτη. Μετά τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου (65ο) έ­τους της ηλικίας του καταδίκου, κάθε ημέρα παραμονής του σε σωφρονιστικό κατάστημα υπολογίζεται ευεργετι­κά ως δύο (2) ημέρες εκτιόμενης ποινής. Αν ο κατάδικος εργάζεται, κάθε ημέρα απασχόλησης υπολογίζεται ως ε­πιπλέον μισή ημέρα εκτιόμενης ποινής. Αν για τους κα­τάδικους αυτούς προκύπτει από άλλες διατάξεις ευνοϊ­κότερος υπολογισμός, εφαρμόζονται εκείνες. Οι διατά­ξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε κατάδικους για το έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει η παρ. 2 του άρθρου 105 του ν. 1492/1950, Κύρωση του Ποινικού Κώδικα.»

3.  Η παρ. 6 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:

«6. Για τη χορήγηση της υφ' όρον απόλυσης, ως ποινή που εκτίθηκε θεωρείται αυτή που υπολογίστηκε ευεργε­τικά σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Προκειμένου για ποινές κάθειρξης δεν μπορεί να χορηγηθεί πάντως στον κατάδικο η υφ' όρον απόλυση, αν δεν έχει παραμεί­νει στο σωφρονιστικό κατάστημα για χρονικό διάστημα ίσο με το ένα τρίτο της ποινής που του επιβλήθηκε και, σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης, δεκαπέντε (15) έτη. Το χρονικό διάστημα του ενός τρίτου ή, σε περίπτωση ισό­βιας κάθειρξης, των δεκαπέντε (15) ετών, προσαυξάνε­ται κατά τα δύο πέμπτα των λοιπών ποινών που τυχόν έ­χουν επιβληθεί, στην περίπτωση που αυτές συντρέχουν σωρευτικά. Σε κάθε περίπτωση όμως ο κατάδικος μπορεί να απολυθεί αν έχει εκτίσει δεκαεννέα (19) έτη. Οι δια­τάξεις της παρούσας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικάσθηκαν για το έγκλημα της εσχάτης προ­δοσίας, για τους οποίους εξακολουθεί να ισχύει το άρ­θρο 5 του ν. 2058/1952. Επίσης, οι διατάξεις της παρού­σας παραγράφου δεν εφαρμόζονται σε όσους καταδικά­σθηκαν για το έγκλημα της παραγράφου 1 του άρθρου 299, εφόσον η πράξη τελέσθηκε κατά τη διάρκεια της κράτησης τους σε σωφρονιστικό κατάστημα.»

4.  Η παρ. 7 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα αντι­καθίσταται ως εξής:

«7. Κάθε ημέρα κράτησης κρατουμένων που πάσχουν από ημιπληγία ή παραπληγία, σκλήρυνση κατά πλάκας ή έχουν υποβληθεί σε επέμβαση μεταμόσχευσης καρδιάς, ήπατος, νεφρού ή μυελού ή είναι φορείς του συνδρόμου επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας ή πάσχουν από κακοήθη νεοπλάσματα ή από νεφρική ανεπάρκεια για την οποία γίνεται τακτική αιμοκάθαρση ή από φυματίωση κατά τη διάρκεια της θεραπείας της, υπολογίζεται ευερ­γετικά ως δύο (2) ημέρες εκτιόμενης ποινής.

Το ίδιο ισχύει και για: α) κρατούμενους με ποσοστό α­ναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, που δεν μπορούν να εργαστούν, εφόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επα­χθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης, β) κρατούμε­νους με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, γ) κρατούμενους στους οποίους απαγο­ρεύεται ύστερα από γνωμάτευση από Κέντρο Πιστοποίη­σης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.) η ανάληψη εργασίας ή απασχό­λησης που μπορεί βάσιμα να προκαλέσει σοβαρή και μό­νιμη βλάβη στην υγεία τους, δ) κρατούμενους οι οποίοι νοσηλεύονται σε θεραπευτικά καταστήματα ή νοσοκο­μεία εφόσον η νοσηλεία τους έχει διαρκέσει τουλάχι­στον τέσσερις (4) μήνες, ε) κρατούμενες μητέρες για ό­σο διάστημα έχουν μαζί τους τα ανήλικα τέκνα τους, στ) κρατούμενους που συμμετέχουν σε θεραπευτικό πρό­γραμμα ψυχικής απεξάρτησης από ναρκωτικά εγκεκριμέ­νου, κατά το άρθρο 51 του ν. 4139/2013 (A' 74), οργανι­σμού και ζ) κρατούμενους για όσο διάστημα διαρκεί η κράτηση τους σε χώρους αστυνομικών τμημάτων ή α­στυνομικών διευθύνσεων.

Η διακρίβωση της αναπηρίας στις περιπτώσεις α ' και β ' γίνεται με τη διαδικασία της παραγράφου 4 του άρ­θρου 110Α. Ο ευεργετικός υπολογισμός διενεργείται α­πό τον αρμόδιο δικαστικό λειτουργό κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 46 παρ. 1 του Σωφρονιστικού Κώδικα και λαμ­βάνεται υπόψη εκτός από την υφ' όρον απόλυση και για τη λήξη της έκτισης της ποινής, τη μετατροπή της σε χρηματική ποινή ή κοινωφελή εργασία ή την αθροιστική έκτιση των ποινών.»

5.  Μετά την παρ. 7 του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδι­κα προστίθεται παράγραφος 8 ως εξής:

«8. Σε κάθε περίπτωση, η προσμέτρηση για τον ευερ­γετικό υπολογισμό των ημερών ποινής των καταδίκων ή υποδίκων δεν διακόπτεται λόγω νοσηλείας στο Νοσοκο­μείο Κρατουμένων, στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυ­δαλλού, καθώς και σε οποιοδήποτε άλλο νοσηλευτικό ί­δρυμα.»

6. Το άρθρο 110Α του Ποινικού Κώδικα αντικαθίσταται ως εξής:

«Άρθρο 110Α

1.  Η απόλυση υπό όρο χορηγείται ανεξαρτήτως της συνδρομής των προϋποθέσεων των (χρθρων 105 και 106, εφόσον ο κατάδικος νοσεί από σύνδρομο επίκτητης ανο­σοποιητικής ανεπάρκειας ή από χρόνια νεφρική ανεπάρ­κεια και υποβάλλεται σε τακτική αιμοκάθαρση ή από αν­θεκτική φυματίωση ή είναι τετραπληγικός ή έχει υποστεί μεταμόσχευση ήπατος, μυελού και καρδιάς ή πάσχει από κακοήθη νεοπλάσματα τελικού σταδίου ή από κίρρωση του ήπατος με αναπηρία άνω του εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ή από γεροντική άνοια έχοντας υπερβεί το ογδοη-κοστό (80ο) έτος της ηλικίας.

2.  Η απόλυση χορηγείται, ανεξαρτήτως της συνδρο­μής των προϋποθέσεων των άρθρων 105 και 106 και στις πιο κάτω περιπτώσεις, που έχει επιβληθεί πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή: α) στους κατάδικους με ποσοστό αναπηρίας πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω ε­φόσον κρίνεται ότι η παραμονή τους στο κατάστημα κράτησης καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής λόγω αδυναμίας αυτοεξυπηρέτησης και β) στους κατάδικους με ποσοστό αναπηρίας εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω. Σε πε­ρίπτωση πρόσκαιρης κάθειρξης, απαιτείται να έχει εκτι-θεί με οποιονδήποτε τρόπο το ένα πέμπτο της ποινής.

3. Σε περίπτωση ισόβιας κάθειρξης ο κρατούμενος που έχει ποσοστό αναπηρίας ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω αν έχει εκτίσει με οποιονδήποτε τρόπο πέντε (5) έ­τη στην περίπτωση που το έγκλημα του δεν ενέχει αν­θρωποκτονία, ή δέκα (10) έτη σε κάθε άλλη περίπτωση, εκτίει το υπόλοιπο της ποινής του στην κατοικία του, με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 56 παρ. 3. Στην περίπτω­ση αυτή δύναται να επιβληθεί ηλεκτρονική επιτήρηση, ό­πως αυτή ορίζεται στο άρθρο 283Α του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Επίσης, είναι δυνατή η επιβολή όρων κατά ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 100 παράγραφοι 2 και 3 του Ποινικού Κώδικα.

4.  Η διακρίβωση των προηγούμενων προϋποθέσεων γίνεται μετά από αίτηση του κρατούμενου από το αρμό­διο συμβούλιο πλημμελειοδικών ή, στην περίπτωση κρα­τούμενου που εκτίει ποινή ισόβιας κάθειρξης, από το συμβούλιο εφετών. Ο εισαγγελέας, μετά την υποβολή της αίτησης, διατάσσει ειδική πραγματογνωμοσύνη για τη διακρίβωση των προϋποθέσεων των προηγούμενων παραγράφων και την πιστοποίηση του ποσοστού αναπη­ρίας, αν αυτό δεν έχει βεβαιωθεί από το Κέντρο Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕ.Π.Α.). Η κατά τα άνω ειδική πραγματογνωμοσύνη ή η βεβαίωση από το ΚΕ.Π.Α. υπο­βάλλεται από τον εισαγγελέα στο αρμόδιο συμβούλιο μαζί με την πρόταση του. Κατά του βουλεύματος του συμβουλίου εφετών μπορεί να ασκηθεί αναίρεση. Οι λε­πτομέρειες σχετικά με την ως άνω ειδική πραγματογνω­μοσύνη καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Υγείας.

5.  Με την επιφύλαξη των άρθρων 107 και 108, η από­λυση υπό όρο κατά τις παραγράφους 1 και 2 σημειώνεται στο Ποινικό Μητρώο του καταδίκου, χορηγείται μόνο μια φορά και επεκτείνεται αυτοδικαίως σε όλες τις συντρέ­χουσες στην έκτιση ποινές, για τις οποίες μπορεί να κα­θοριστεί συνολική ποινή κατ' άρθρο 551 του Κώδικα Ποι­νικής Δικονομίας.

6.  Η καταδίκη κατά τη διάρκεια της δοκιμασίας για πράξη που τελέστηκε πριν την έναρξη της έκτισης της ποινής, για την οποία χορηγήθηκε η απόλυση υπό όρο, δεν επιφέρει την ανάκληση της απόλυσης.

7. Σε όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις, εκτός της επιβο­λής ισόβιας κάθειρξης, δύναται να επιβληθεί μόνο ο ό­ρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα. Ανάκληση α­πόλυσης για παραβίαση όρου δεν χωρεί όταν αυτή προ­κλήθηκε από λόγους υγείας.

8.  Σε όσους απολύονται κατά τις διατάξεις του παρό­ντος άρθρου δεν χωρεί προσωποκράτηση.»