.
Άρθρο 2
Ανάκαμψη και εξυγίανση πιστωτικών ιδρυµάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων (ενσωµάτωση οδηγίας 2014/59/ΕΕ, ΕΕ L 173) και άλλες διατάξεις
«ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ, ΟΡΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΑΡΜΟΔΙΕΣ ΑΡΧΕΣ
«Άρθρο 1 Αντικείµενο και πεδίο εφαρµογής
(άρθρο 1 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Ο παρών νόµος θεσπίζει κανόνες και διαδικασίες για την ανάκαµψη και την εξυγίανση των εξής οντοτήτων:
α) ιδρύµατα που είναι εγκατεστηµένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ),
β) χρηµατοδοτικά ιδρύµατα που είναι εγκατεστηµένα στην EE, όταν το χρηµατοδοτικό ίδρυµα είναι θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύµατος ή επιχείρησης επενδύσεων ή εταιρείας που αναφέρεται στην περίπτωση γ΄ ή δ΄, και καλύπτεται από την εποπτεία της µητρικής επιχείρησης σε ενοποιηµένη βάση, σύµφωνα µε τα άρθρα 6 έως 17 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 (ΕΕ L 176), γ) χρηµατοοικονοµικές εταιρείες συµµετοχών, µεικτές χρηµατοοικονοµικές εταιρείες συµµετοχών και µεικτές εταιρείες συµµετοχών που είναι εγκατεστηµένες στην ΕΕ,
δ) µητρικές χρηµατοδοτικές εταιρείες συµµετοχών εγκατεστηµένες σε κράτος - µέλος, µητρικές χρηµατοδοτικές εταιρείες συµµετοχών εγκατεστηµένες στην ΕΕ, µητρικές µεικτές χρηµατοοικονοµικές εταιρείες συµµετοχών εγκατεστηµένες σε κράτος - µέλος, µητρικές µεικτές χρηµατοοικονοµικές εταιρείες συµµετοχών εγκατεστηµένες στην ΕΕ,
ε) υποκαταστήµατα ιδρυµάτων που εδρεύουν σε τρίτες χώρες, σύµφωνα µε τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα νόµο.
- Οι αρχές εξυγίανσης και οι αρµόδιες κατά περίπτωση αρχές κατά τον καθορισµό και την εφαρµογή των απαιτήσεων βάσει του παρόντος νόµου και κατά τη χρήση των διαφόρων µέτρων που έχουν στη διάθεσή τους, σε οντότητα του πρώτου εδαφίου, και µε την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, λαµβάνουν υπόψη τη φύση της επιχειρηµατικής δραστηριότητας, τη µετοχική δοµή, τον εταιρικό τύπο, το προφίλ κινδύνου, το µέγεθος και το νοµικό πλαίσιο της οντότητας, τις διασυνδέσεις της µε άλλα ιδρύµατα ή µε το χρηµατοπιστωτικό σύστηµα γενικότερα, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της, τη συµµετοχή της σε Θεσµικό Σύστηµα Προστασίας (Θ.Σ.Π.) που πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 113 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 ή σε άλλα συνεταιριστικά συστήµατα αµοιβαίας αλληλεγγύης της παραγράφου 6 του άρθρου 113 του εν λόγω Κανονισµού και κατά πόσον ασκεί επενδυτικές υπηρεσίες ή δραστηριότητες, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3606/2007 (Α΄195) ή άλλως στο σηµείο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ (EE L 173).
«Άρθρο 2 Ορισµοί
(άρθρο 2 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Για τους σκοπούς του παρόντος νόµου, ισχύουν οι κάτωθι ορισµοί:
(1) «αναδιάρθρωση παθητικού»: ο µηχανισµός για την άσκηση, από την αρχή εξυγίανσης, των εξουσιών αποµείωσης και µετατροπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενός ιδρύµατος που τελεί υπό εξυγίανση σύµφωνα µε το άρθρο 43,
(2) «ανώτερα διοικητικά στελέχη»: όπως ορίζονται στο σηµείο 9 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (Α΄ 107), (σηµείο 9 παράγραφος 1 άρθρο 3 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ)
(3) «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων»: οι απαιτήσεις που θεσπίζονται στα άρθρα 92 έως 98 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(4) «αποδέκτης»: η οντότητα στην οποία µεταβιβάζονται οι µετοχές, άλλα µέσα ιδιοκτησίας, χρεόγραφα, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα και υποχρεώσεις ή οποιοσδήποτε συνδυασµός των εν λόγω στοιχείων από ένα ίδρυµα υπό εξυγίανση,
(5) «αρµόδια αρχή»: αρµόδια αρχή όπως ορίζεται στο σηµείο 40 της παρ. 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013, συµπεριλαµβανοµένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας όσον αφορά τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάµει του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1024/2013 (EE L 287) του Συµβουλίου. Στην Ελλάδα αρµόδια αρχή είναι η Τράπεζα της Ελλάδος ή η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 4 του ν. 4261/2014,
(6) «αρµόδιο υπουργείο»: το Υπουργείο Οικονοµικών για την Ελλάδα και, κατά περίπτωση, τα υπουργεία των λοιπών κρατών - µελών που ορίζονται αρµόδια σύµφωνα µε την παράγραφο 5· του άρθρου 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ,
(7) «αρχή ενοποιηµένης εποπτείας»: όπως ορίζεται στο σηµείο 41 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(8) «αρχή εξυγίανσης»: η αρχή που ορίζεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3,
(9) «αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου»: η αρχή εξυγίανσης στο κράτος µέλος στο οποίο είναι εγκατεστηµένη η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας,
(10) «βασικοί επιχειρηµατικοί τοµείς»: οι επιχειρηµατικοί τοµείς και οι συναφείς υπηρεσίες που αποτελούν ουσιώδεις πηγές εισοδήµατος, κέρδους ή αξίας δικαιόχρησης για ένα ίδρυµα ή για έναν όµιλο του οποίου το ίδρυµα αποτελεί µέλος,
(11) «διαδικασία εξυγίανσης σε τρίτη χώρα»: ενέργεια βάσει της νοµοθεσίας τρίτης χώρας για τη διαχείριση της αφερεγγυότητας ιδρύµατος ή µητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία είναι συγκρίσιµη, ως προς τους στόχους και τα αναµενόµενα αποτελέσµατα, µε τις ενέργειες εξυγίανσης του παρόντος νόµου,
(12) «διασυνοριακός όµιλος»: όµιλος τα µέλη του οποίου είναι εγκατεστηµένα σε περισσότερα του ενός κράτη - µέλη,
(13) «διαχωρισµός περιουσιακών στοιχείων»: ο µηχανισµός για την πραγµατοποίηση µεταβίβασης, από µια αρχή εξυγίανσης, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωµάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύµατος που τελεί υπό εξυγίανση σε µια εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σύµφωνα µε το άρθρο 42,
(14) «δικαίωµα καταγγελίας»: το δικαίωµα καταγγελίας µιας σύµβασης, το δικαίωµα επίσπευσης, εκκαθάρισης (close out), συµψηφισµού ή εκκαθαριστικού συµψηφισµού (set off or netting) των υποχρεώσεων, ή κάθε παρόµοια διάταξη που αναστέλλει, τροποποιεί ή εξαλείφει υποχρέωση ενός συµβαλλόµενου µέρους της σύµβασης, ή διάταξη η οποία εµποδίζει τη γένεση, στο πλαίσιο της σύµβασης, υποχρέωσης η οποία διαφορετικά θα είχε προκύψει,
(15) «διοικητικό συµβούλιο»: διοικητικό όργανο, όπως ορίζεται στο σηµείο 7 της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4261/2014 (σηµείο 7 της παραγράφου 1 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),
(16) «δυνατότητα ανάκαµψης»: η δυνατότητα ενός ιδρύµατος να αποκαταστήσει τη χρηµατοοικονοµική του θέση µετά από σηµαντική επιδείνωση,
(17) «εγγυηµένες καταθέσεις»: όλες οι επιλέξιµες καταθέσεις µέχρι ποσού ίσο µε το όριο κάλυψης που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 (Α΄ 27),
(18) «εθνική αρχή µακροπροληπτικής εποπτείας»: η Τράπεζα της Ελλάδος ή η αντίστοιχη εθνική αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η µακροπροληπτική πολιτική που αναφέρεται στη Σύσταση Β1 της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Συµβουλίου Συστηµικού Κινδύνου σχετικά µε τη µακροπροληπτική αρµοδιότητα των εθνικών αρχών (ΕΣΣΚ/2011/3),
(19) «εκκαθάριση»: η ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων ιδρύµατος ή οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
(20) «έκτακτη δηµόσια χρηµατοοικονοµική στήριξη»: κρατική ενίσχυση κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 107 της Συνθήκης για τη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), ή οποιαδήποτε άλλη δηµόσια χρηµατοοικονοµική στήριξη σε υπερεθνικό επίπεδο η οποία, αν παρεχόταν σε εθνικό επίπεδο, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, και η οποία παρέχεται µε σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η βιωσιµότητα, η ρευστότητα ή η φερεγγυότητα ενός ιδρύµατος ή µιας οντότητας σύµφωνα µε τις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή ενός οµίλου του οποίου το εν λόγω ίδρυµα ή η οντότητα αποτελεί µέλος,
(21) «ενδεδειγµένη αρχή»: η αρµόδια αρχή στην Ελλάδα για την εφαρµογή των περιπτώσεων β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 59, ή η αρχή που έχει καθοριστεί στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους - µέλους σύµφωνα µε τη παράγραφο 2 του άρθρου 61 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ,
(22) «ενδοοµιλική εγγύηση»: σύµβαση µε την οποία ένα µέλος του οµίλου εγγυάται για τις υποχρεώσεις άλλου µέλους του οµίλου προς ένα τρίτο µέρος,
(23) «ενέργειας εξυγίανσης»: η απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση ένα ίδρυµα ή µία οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, σύµφωνα µε το άρθρο 32 ή το άρθρο 33, η εφαρµογή ενός µέτρου εξυγίανσης ή η άσκηση µιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης,
(24) «ενοποιηµένη βάση»: η βάση της ενοποιηµένης κατάστασης του οµίλου, όπως η τελευταία ορίζεται στο σηµείο 47 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(25) «εντολή µεταβίβασης»: ο µηχανισµός για την εκτέλεση της µεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυµα που τελεί υπό εξυγίανση, ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωµάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύµατος που τελεί υπό εξυγίανση, σε έναν αγοραστή που δεν είναι µεταβατικό ίδρυµα, σύµφωνα µε το άρθρο 38,
(26) «εξασφαλισµένη υποχρέωση»: υποχρέωση στην οποία το δικαίωµα του πιστωτή για είσπραξη ή άλλης µορφής παροχή εξασφαλίζεται µε βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ενέχυρο ή εµπράγµατο δικαίωµα, ή συµφωνίες παροχής ασφάλειας, συµπεριλαµβανοµένων των υποχρεώσεων που προκύπτουν από πράξεις επαναγοράς και άλλες συµφωνίες παροχής ασφάλειας µε µεταβίβαση τίτλου,
(27) «εξουσίες αποµείωσης και µετατροπής»: οι εξουσίες που προβλέπονται στην παράγραφο 9 του άρθρου 59 και στις περιπτώσεις ε΄ έως θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63,
(28) «εξουσίες µεταβίβασης»: οι εξουσίες που ορίζονται στις περιπτώσεις γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63 για τη µεταβίβαση προς αποδέκτη µετοχών, άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, χρεωστικών µέσων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωµάτων και υποχρεώσεων ή οποιουδήποτε συνδυασµού των εν λόγω στοιχείων ιδρύµατος υπό εξυγίανση,
(29) «εξουσίες εξυγίανσης»: οι εξουσίες που ορίζονται στα άρθρα 63 έως 72,
(30) «εξυγίανση»: η εφαρµογή ενός µέτρου εξυγίανσης, προκειµένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης όπως ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 31,
(31) «εξυγίανση οµίλου»: α) η ενέργεια εξυγίανσης στο επίπεδο µητρικής επιχείρησης ή ιδρύµατος που υπόκειται σε ενοποιηµένη εποπτεία, ή β) ο συντονισµός της εφαρµογής µέτρων εξυγίανσης και η άσκηση εξουσιών εξυγίανσης από τις αρχές εξυγίανσης όσον αφορά τα µέλη του οµίλου που πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης,
(32) «επείγουσα στήριξη της ρευστότητας»: η παροχή από κεντρική τράπεζα χρήµατος κεντρικής τράπεζας, ή οποιαδήποτε άλλη στήριξη που µπορεί να επιφέρει αύξηση του χρήµατος κεντρικής τράπεζας, σε ένα φερέγγυο χρηµατοπιστωτικό ίδρυµα ή έναν όµιλο φερέγγυων χρηµατοπιστωτικών ιδρυµάτων που αντιµετωπίζει προσωρινά προβλήµατα ρευστότητας, χωρίς η ενέργεια αυτή να εντάσσεται στη νοµισµατική πολιτική,
(33) «επενδυτής»: ο επενδυτής κατά την έννοια του σηµείου 4 του άρθρου 1 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ (EE L 084) το οποίο ενσωµατώθηκε µε την παρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 2533/1997 (Α΄ 228),
(34) «επιλέξιµες καταθέσεις»: όλες οι καταθέσεις πλην όσων εµπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζηµιώσεων σύµφωνα µε το άρθρο 11 του ν. 3746/2009 (Α΄ 27),
(35) «επιλέξιµες υποχρεώσεις»: οι υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά µέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως κεφαλαιακά µέσα κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1, πρόσθετα µέσα Κατηγορίας 1 και µέσα Κατηγορίας 2 ενός ιδρύµατος ή οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄ γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρµογής της αναδιάρθρωσης παθητικού, δυνάµει της παραγράφου 2 του άρθρου 44,
(36) «επιχείρηση επενδύσεων»: όπως ορίζεται στο σηµείο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 και η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4261/2014 (παράγραφο 2 του άρθρου 28 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),
(37) «εργάσιµη ηµέρα»: κάθε ηµέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας στην Ελλάδα ή σε άλλο εµπλεκόµενο κράτος - µέλος,
(38) «εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων»: νοµικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2·του άρθρου 42,
(39) «θεσµικό σύστηµα προστασίας» ή «Θ.Σ.Π.»: ρύθµιση που πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 7 του άρθρου 113 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(40) «θιγόµενος κάτοχος ή δικαιούχος»: κάτοχος τίτλων ιδιοκτησίας του οποίου οι τίτλοι ιδιοκτησίας ακυρώνονται µέσω της εξουσίας που αναφέρεται στην περίπτωση η) της παραγράφου 1 του άρθρου 63,
(41) «θιγόµενος πιστωτής»: πιστωτής του οποίου η απαίτηση αφορά υποχρέωση που µειώνεται ή µετατρέπεται σε µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας, µέσω της άσκησης της εξουσίας αποµείωσης ή µετατροπής µε χρήση της αναδιάρθρωσης παθητικού,
(42) «θυγατρική»: κάθε θυγατρική όπως ορίζεται στο σηµείο 16 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(43) «θυγατρικό ίδρυµα τρίτης χώρας»: ίδρυµα το οποίο είναι εγκατεστηµένο σε κράτος - µέλος και είναι θυγατρική επιχείρηση ιδρύµατος ή µητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας,
(44) «ίδια κεφάλαια»:, όπως ορίζονται στο σηµείο 118 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(45) «ίδρυµα» πιστωτικό ίδρυµα ή επιχείρηση επενδύσεων,
(46) «ίδρυµα τρίτης χώρας»: οντότητα, της οποίας η κεντρική διοίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η οποία, εάν ήταν εγκατεστηµένη εντός της EE, θα ενέπιπτε στον ορισµό του ιδρύµατος,
(47) «ίδρυµα υπό εξυγίανση»: ίδρυµα, χρηµατοδοτικό ίδρυµα, χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών, µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών, µεικτή εταιρεία συµµετοχών, µητρική χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη σε κράτος - µέλος, µητρική χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη στην EE µητρική µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη σε κράτος - µέλος ή µητρική µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία αναλαµβάνεται ενέργεια εξυγίανσης,
(48) «καλυµµένο οµόλογο»: µέσο που αναφέρεται στην περίπτωση β΄ της παρ. 4 του άρθρου 61 του ν. 4099/2012 (Α΄ 250), (άρθρο 52 παράγραφος 4 της οδηγίας 2009/65/ΕΚ),
(49) «κανόνες της ΕΕ σχετικά µε τις κρατικές ενισχύσεις»: οι κανόνες που έχουν καθοριστεί σύµφωνα µε τα άρθρα 107, 108 και 109 της ΣΛΕΕ και µε τους κανονισµούς και όλες τις πράξεις της ΕΕ, συµπεριλαµβανοµένων κατευθυντήριων γραµµών, κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων, που έχουν διατυπωθεί ή εκδοθεί δυνάµει της παραγράφου 4 του άρθρου 108 ή του άρθρου 109 της ΣΛΕΕ,
(50) «καταθέτης»: όπως ορίζεται στο σηµείο 6 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ,
(51) «κεντρικός αντισυµβαλλόµενος»:, όπως ορίζεται στο σηµείο 1 του άρθρου 2 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 648/2012 (EE L 201),
(52) «κεφαλαιακά µέσα κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1»: κεφαλαιακά µέσα που πληρούν τους όρους των παραγράφων 1 έως 4, του άρθρου 28 των παραγράφων 1 έως 5 του άρθρου 29 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(53) «κρίσιµες λειτουργίες»: οι δραστηριότητες, υπηρεσίες ή λειτουργίες των οποίων η διακοπή ενδέχεται, να οδηγήσει στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος - µέλος σε διαταραχή της παροχής ουσιωδών υπηρεσιών στην πραγµατική οικονοµία ή να διαταράξει τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα λόγω του µεγέθους, του µεριδίου στην αγορά, των εξωτερικών και εσωτερικών διασυνδέσεων, της πολυπλοκότητας ή των διασυνοριακών δραστηριοτήτων του ιδρύµατος ή του οµίλου, ιδίως σε ό,τι αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης των εν λόγω δραστηριοτήτων, υπηρεσιών ή λειτουργιών,
(54) «µεικτή εταιρεία συµµετοχών»: όπως ορίζεται στο σηµείο 22 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(55) «µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών»: µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών όπως ορίζεται στο σηµείο 21 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(56) «µέλος του οµίλου»: ένα νοµικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί µέλος ενός οµίλου,
(57) «µέσα της Κατηγορίας 2»: κεφαλαιακά µέσα ή δάνεια µειωµένης εξασφάλισης που πληρούν τους όρους του άρθρου 63 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(58) «µεταβατικό ίδρυµα»: νοµικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 40,
(59) «µέτοχοι»: µέτοχοι, κάτοχοι ή δικαιούχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,
(60) «µέτρο διαχείρισης κρίσεων»: ενέργεια εξυγίανσης ή διορισµός ειδικού διαχειριστή δυνάµει του άρθρου 35 ή ενός προσώπου δυνάµει του άρθρου 51 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 72,
(61) «µέτρο εξυγίανσης»: µέτρο εξυγίανσης κατά την έννοια της παραγράφου 1 του άρθρου 37,
(62) «µέτρο πρόληψης κρίσεων»: η άσκηση εξουσιών για την αντιµετώπιση των ελλείψεων ή την εξάλειψη των εµποδίων προς τη δυνατότητα ανάκαµψης σύµφωνα µε τις παραγράφους 6 έως 9 του άρθρου 6, η άσκηση εξουσιών για την αντιµετώπιση ή την εξάλειψη των εµποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύµφωνα µε τα άρθρα 25 ή 26, η εφαρµογή οποιουδήποτε µέτρου έγκαιρης παρέµβασης σύµφωνα µε το άρθρο 27, ο διορισµός επιτρόπου σύµφωνα µε το άρθρο 29 ή βάσει της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση, ή η άσκηση εξουσιών αποµείωσης ή µετατροπής σύµφωνα µε το άρθρο 59,
(63) «µητρική επιχείρηση»: όπως ορίζεται στο στοιχείο α΄ του σηµείου 15 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(64) «µητρική επιχείρηση της ΕΕ»: µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην EE, µητρική χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη στην EE ή µητρική µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη στην EE,
(65) «µητρική επιχείρηση τρίτης χώρας»: µητρική επιχείρηση, µητρική χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών ή µητρική µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη σε τρίτη χώρα,
(66) «µητρική µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη σε κράτος - µέλος»: όπως ορίζεται στο σηµείο 32 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(67) «µητρική µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη στην ΕΕ»: όπως ορίζεται στο σηµείο 33 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(68) «µητρική χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη σε κράτος - µέλος»: όπως ορίζεται στο σηµείο 30 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(69) «µητρική χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση»: µητρική χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών της ΕΕ, όπως ορίζεται στο σηµείο 31 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(70) «µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο σε κράτος - µέλος»: όπως ορίζεται στο σηµείο 28 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(71) «µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην ΕΕ»: όπως ορίζεται στο σηµείο 29 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(72) «πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου»: σχέδιο που καταρτίζεται για τους σκοπούς της εξυγίανσης οµίλου σύµφωνα µε το άρθρο 88,
(73) «όµιλος»: η µητρική επιχείρηση και οι θυγατρικές της,
(74) «παράγωγα»: όπως ορίζονται στο σηµείο 5 του άρθρου 2 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 648/2012,
(75) «πιστωτικό ίδρυµα»: όπως ορίζεται στο σηµείο 1 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 5 του άρθρου 2 του ν. 4261/2014 (παράγραφος 5 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),
(76) «πολύ µικρές, µικρές και µεσαίες επιχειρήσεις»: όπως ορίζονται µε βάση το κριτήριο του ετήσιου κύκλου εργασιών που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 του παραρτήµατος της σύστασης 2003/361/ΕΚ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (EE L 124),
(77) «πρόσθετα µέσα της Κατηγορίας 1»: κεφαλαιακά µέσα που πληρούν τους όρους της παραγράφου 1 του άρθρου 52 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(78) «προϋποθέσεις εξυγίανσης»: οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 32,
(79) «ρυθµιζόµενη αγορά»: η οργανωµένη αγορά όπως ορίζεται στο σηµείο 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007. Άλλως, η αγορά, όπως ορίζεται στο σηµείο 21 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.,
(80) «σηµαντικό υποκατάστηµα»: υποκατάστηµα που στο κράτος µέλος υποδοχής κρίνεται σηµαντικό σύµφωνα µε την παρ. 1 του άρθρου 52 του ν. 4261/2014 (άρθρο 51 παράγραφος 1 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),
(81) «Σκέλος Εξυγίανσης Συνεγγυητικού»: το Σκέλος Εξυγίανσης του Συνεγγυητικού όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 73Α του ν. 2533/1997,
(82) «Σκέλος Εξυγίανσης Τ.Ε.Κ.Ε.»: το Σκέλος Εξυγίανσης του Τ.Ε.Κ.Ε. όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3746/2009,
(83) «Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων (Σ.Κ.Ε.)»: το Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3746/2009,
(84) «Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων (Σ.Κ.Κ.)»: το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. όπως ορίζεται στην παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 3746/2009,
(85) «στόχοι εξυγίανσης»: οι στόχοι εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 31,
(86) «συµφωνία παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας µε µεταβίβαση τίτλων»: συµφωνία παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας µε µεταβίβαση τίτλων κατά την έννοια της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3301/2004, (σηµείο β΄ της παραγράφου 1 άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/47/ΕΚ),
(87) «συµφωνία εκκαθαριστικού συµψηφισµού (netting arrangement)»: συµφωνία βάσει της οποίας ένας αριθµός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων µπορεί να µετατραπεί σε µια ενιαία καθαρή απαίτηση, συµπεριλαµβανοµένων των συµφωνιών εκκαθαριστικού συµψηφισµού (close-out netting), βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση (όπως ή όπου ορίζεται), επισπεύδεται η λήξη των υποχρεώσεων των µερών, ούτως ώστε να καθίστανται αµέσως απαιτητές, ή να λήγουν και σε κάθε περίπτωση µετατρέπονται σε µια ενιαία καθαρή απαίτηση ή αντικαθίστανται από αυτήν και στις δύο περιπτώσεις, συµπεριλαµβανοµένων και των «ρητρών εκκαθαριστικού συµψηφισµού», κατά την έννοια της περίπτωσης ιδ΄ της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3301/2004 (σηµείο i του στοιχείου ιδ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2002/47/ΕΚ) ή του «εκκαθαριστικού συµψηφισµού» (netting) κατά την έννοια της περίπτωσης ια΄ του άρθρου 1 του ν. 2789/2000 (στοιχείο ια΄ του άρθρου 2 της Οδηγίας 98/26/ΕΚ),
(88) «συµφωνία συµψηφισµού (set off arrangement)»: συµφωνία βάσει της οποίας δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που υφίστανται µεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύµατος και ενός αντισυµβαλλοµένου µπορούν να συµψηφιστούν µεταξύ τους,
(89) «συναλλαγή αντιστήριξης»: µια συναλλαγή που συνάπτεται µεταξύ δύο µελών του οµίλου για το σκοπό της µεταβίβασης, εν όλω ή εν µέρει, του κινδύνου που δηµιουργείται από άλλη συναλλαγή που συνάπτεται µεταξύ ενός από αυτά τα µέλη του οµίλου και ενός τρίτου µέρους,
(90) «συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας»: η ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυµάτων σύµφωνα µε το άρθρο 145 του ν. 4261/2014 και η ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων σύµφωνα µε το άρθρο 22 του ν. 3606/2007,
(91) «συνολικό ποσό»: το συνολικό ποσό κατά το οποίο έχει εκτιµήσει η αρχή εξυγίανσης ότι πρέπει να αποµειωθούν ή να µετατραπούν οι επιλέξιµες υποχρεώσεις, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρο 46,
(92) «συντελεστής µετατροπής»: ο συντελεστής που καθορίζει τον αριθµό των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στον οποίο µετατρέπεται µια υποχρέωση συγκεκριµένης τάξης, µε αναφορά είτε σε ένα µόνο µέσο της εν λόγω τάξης είτε σε µια µονάδα αξίας µιας χρεωστικής απαίτησης,
(93) «Σύστηµα Αποζηµίωσης Επενδυτών»: σύστηµα αποζηµίωσης επενδυτών του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών (Συνεγγυητικό) του ν. 2533/1997, και το Σκέλος Κάλυψης Επενδύσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. (ν. 3746/2009),
(94) «σύστηµα εγγύησης των καταθέσεων»: σύστηµα εγγύησης των καταθέσεων του ν. 3746/2009, καθώς και κάθε τέτοιο σύστηµα που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσηµα από ένα κράτος - µέλος, σύµφωνα µε το άρθρο 4 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ,
(95) «συστηµική κρίση»: η αποσταθεροποίηση του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος µε εν δυνάµει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την εσωτερική αγορά και την πραγµατική οικονοµία. Όλες οι κατηγορίες φορέων παροχής χρηµατοοικονοµικής διαµεσολάβησης, αγορών και υποδοµών ενδέχεται να είναι συστηµικά σηµαντικές σε κάποιο βαθµό,
(96) «σχέδιο ανάκαµψης»: σχέδιο ανάκαµψης που καταρτίζεται, εφαρµόζεται και αναπροσαρµόζεται από ένα ίδρυµα, σύµφωνα µε το άρθρο 5,
(97) «σχέδιο ανάκαµψης οµίλου»: σχέδιο ανάκαµψης οµίλου που καταρτίζεται, εφαρµόζεται και αναπροσαρµόζεται σύµφωνα µε το άρθρο 7,
(98) «σχέδιο εξυγίανσης»: σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίζεται για ένα ίδρυµα σύµφωνα µε το άρθρο 18,
(99) «σχέδιο εξυγίανσης οµίλου»: σχέδιο εξυγίανσης ενός οµίλου, που καταρτίζεται σύµφωνα µε τα άρθρα 20 και 21,
(100) «σχετικά κεφαλαιακά µέσα»: πρόσθετα µέσα της Κατηγορίας 1 και µέσα της Κατηγορίας 2, για τους σκοπούς των άρθρων 43 έως 62,
(101) «σχετική αρχή τρίτης χώρας»: αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρόµοιων καθηκόντων µε εκείνα των αρχών εξυγίανσης ή των αρµοδίων αρχών, σύµφωνα µε τον παρόντα νόµο,
(102) «σχετικό µητρικό ίδρυµα ή οντότητα »: µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο σε κράτος - µέλος, µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην ΕΕ, χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών, µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών, µεικτή εταιρεία συµµετοχών, µητρική χρηµατοδοµέλος, µητρική χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη στην ΕΕ, µητρική µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη σε κράτος µέλος ή µητρική µεικτή χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών εγκατεστηµένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία εφαρµόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού,
(103) «Σώµα Αρχών Εξυγίανσης»: σώµα που έχει συσταθεί σύµφωνα µε το άρθρο 85 για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 85,
(104) «Σώµα Εποπτών»: σώµα εποπτών, που έχει συσταθεί µε το άρθρο 109 του ν. 4261/2014 (άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ),
(105) «Ταµείο Εξυγίανσης»: για τα πιστωτικά ιδρύµατα ορίζεται το Σκέλος Εξυγίανσης του Ταµείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (Τ.Ε.Κ.Ε.), και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων το Σκέλος Εξυγίανσης του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών (Συνεγγυητικό) σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο άρθρο 95,
(106) «Ταµείο Εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου»: οι πόροι του Ταµείου ή των ταµείων εξυγίανσης που προβλέπεται να χρησιµοποιηθούν από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου
(107) «τίτλος ιδιοκτησίας»: µετοχές, άλλοι τίτλοι που εκχωρούν δικαιώµατα ιδιοκτησίας, τίτλοι που είναι µετατρέψιµοι σε µετοχές ή παρέχουν το δικαίωµα απόκτησης µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, και τίτλοι που αντιπροσωπεύουν δικαιώµατα επί µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,
(108) «υποκατάστηµα»: κάθε υποκατάστηµα όπως ορίζεται στο σηµείο 17 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(109) «υποκατάστηµα τρίτης χώρας»: υποκατάστηµα ιδρύµατος τρίτης χώρας που βρίσκεται σε κράτος - µέλος,
(110) «χρεωστικά µέσα» που αναφέρονται στις περιπτώσεις ζ΄ και ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63: οµολογίες και άλλες µορφές µεταβιβάσιµων χρεών, µέσα µε τα οποία δηµιουργείται ή αναγνωρίζεται µια οφειλή, καθώς και µέσα που παρέχουν δικαιώµατα απόκτησης χρεωστικών µέσων,
(111) «χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών»: όπως ορίζεται στο σηµείο 20 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
(112) «χρηµατοδοτικό ίδρυµα»: όπως ορίζεται στο σηµείο 26 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013, 113) «χρηµατοπιστωτική σύµβαση»:
α) συµβάσεις τίτλων στις οποίες συµπεριλαµβάνονται:
αα) συµβάσεις αγοράς, πώλησης ή δανεισµού ενός τίτλου, µιας οµάδας ή ενός δείκτη τίτλων,
ββ) δικαιώµατα προαίρεσης επί ενός τίτλου ή µιας οµάδας ή ενός δείκτη τίτλων,
γγ) συναλλαγή πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγή αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε των ανωτέρω τίτλων, οµάδας ή δείκτη τίτλων,
β) συµβάσεις βασικών εµπορευµάτων στις οποίες συµπεριλαµβάνονται:
αα) συµβάσεις αγοράς, πώλησης ή δανεισµού ενός βασικού εµπορεύµατος ή µιας οµάδας ή ενός δείκτη βασικών εµπορευµάτων για µελλοντική παράδοση,
ββ) δικαιώµατα προαίρεσης επί ενός βασικού εµπορεύµατος ή µιας οµάδας ή ενός δείκτη βασικών εµπορευµάτων,
γγ) συναλλαγές πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγές αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου βασικού εµπορεύµατος, οµάδας ή δείκτη,
γ) συµβόλαια µελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και προθεσµιακές συµβάσεις (forwards) στις οποίες συµπεριλαµβάνονται συµβάσεις (εκτός από σύµβαση βασικών εµπορευµάτων) για αγορά, πώληση ή µεταβίβαση, σε µελλοντική ηµεροµηνία, βασικού εµπορεύµατος ή περιουσιακού στοιχείου κάθε άλλης φύσεως, υπηρεσίας, δικαιώµατος ή τόκου σε συγκεκριµένη τιµή,
δ) συµβάσεις ανταλλαγής (swaps), στις οποίες συµπεριλαµβάνονται:
αα) συµβάσεις ανταλλαγής και δικαιώµατα προαίρεσης που σχετίζονται µε: επιτόκια, συµφωνίες άµεσης παράδοσης ή άλλες συµφωνίες συναλλάγµατος, ανταλλαγή νοµισµάτων, δείκτες µετοχών ή µετοχές, δείκτες χρέους ή χρέος, δείκτες βασικών εµπορευµάτων ή βασικά εµπορεύµατα, το κλίµα, τις εκποµπές ρύπων ή τον πληθωρισµό,
ββ) συµβάσεις ανταλλαγής συνολικής απόδοσης, πιστωτικών περιθωρίων ή πιστωτικού κινδύνου,
γγ) κάθε συµφωνία ή συναλλαγή που είναι παρεµφερής µε συµφωνία που αναφέρεται στις υποπεριπτώσεις αα΄ ή ββ΄ και η οποία αποτελεί αντικείµενο τακτικής διαπραγµάτευσης στις αγορές συµβάσεων ανταλλαγής ή παραγώγων,
ε) διατραπεζικές συµφωνίες δανεισµού µε διάρκεια δανεισµού τρεις µήνες κατ’ ανώτατο όριο,
στ) γενικές συµφωνίες για οποιεσδήποτε από τις συµβάσεις ή συµφωνίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ε΄.
«Άρθρο 3 Αρχή εξυγίανσης
(άρθρο 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Αρχή εξυγίανσης, αρµόδια για την εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των σχετικών εξουσιών είναι η Τράπεζα της Ελλάδος, µε την επιφύλαξη του επόµενου εδαφίου. Για επιχειρήσεις επενδύσεων, για οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και έχουν θυγατρική επιχείρηση επενδύσεων, ή για υποκαταστήµατα επιχειρήσεων επενδύσεων εγκατεστηµένων εκτός της ΕΕ, αρχή εξυγίανσης είναι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς.
- Η αρµόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης συνεργάζονται στενά κατά την προετοιµασία, το σχεδιασµό και την εφαρµογή των αποφάσεων εξυγίανσης, τηρουµένης σε κάθε περίπτωση της παρ. 10 του άρθρου 4 του ν. 4261/ 2014.
- Το Υπουργείο Οικονοµικών είναι υπεύθυνο για την άσκηση των λειτουργιών, ως αρµόδιο υπουργείο κατά τον παρόντα νόµο. Η αρχή εξυγίανσης ενηµερώνει τον Υπουργό Οικονοµικών για τις αποφάσεις της, δυνάµει του παρόντος νόµου. Για τις αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης που έχουν άµεσο δηµοσιονοµικό αντίκτυπο ή συστηµικές συνέπειες απαιτείται η σύµφωνη γνώµη του Υπουργού Οικονοµικών.
- Οι αποφάσεις που λαµβάνονται από την αρµόδια αρχή ή την αρχή εξυγίανσης βάσει του παρόντος νόµου συνεκτιµούν τις ενδεχόµενες επιπτώσεις της απόφασης σε όλα τα κράτη - µέλη στα οποία δραστηριοποιείται το ίδρυµα ή ο όµιλος και ελαχιστοποιούν τις αρνητικές επιπτώσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα και τις δυσµενείς οικονοµικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα εν λόγω κράτη - µέλη.
- Ως αρχή επικοινωνίας µε την έννοια της παραγράφου 10 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ για τους σκοπούς της συνεργασίας και του συντονισµού µε τις αντίστοιχες αρχές άλλων κρατών - µελών ορίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος.
- Η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, στο πλαίσιο των αρµοδιοτήτων τους κατά την παράγραφο 1, µπορούν να καθορίζουν κριτήρια, να θεσπίζουν κανόνες, να λαµβάνουν µέτρα, γενικά ή ειδικά, ανά ίδρυµα ή οντότητα που εµπίπτει στην αρµοδιότητά τους, και να παρακολουθούν διαρκώς την τήρηση των υποχρεώσεων των ιδρυµάτων ή οντοτήτων, ιδίως µέσω του καθορισµού υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων και γραπτών επεξηγήσεων και µέσω της διενέργειας επιτόπιων ελέγχων. Μεταξύ άλλων, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς µπορεί να θεσπίζουν κανόνες προς συµµόρφωση µε κατευθυντήριες γραµµές της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (Ε.Α.Τ.).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ
«Άρθρο 4 Απλουστευµένες υποχρεώσεις για ορισµένα ιδρύµατα
(άρθρο 4 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρµόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης έχοντας υπόψη:
α) τις επιπτώσεις που θα µπορούσε να έχει η αφερεγγυότητα ενός ιδρύµατος λόγω της φύσης των επιχειρηµατικών του δραστηριοτήτων, της µετοχικής του σύνθεσης, του εταιρικού του τύπου, του προφίλ κινδύνου, του µεγέθους και του νοµικού καθεστώτος του, της διασύνδεσής του µε άλλα ιδρύµατα ή µε το χρηµατοπιστωτικό σύστηµα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων του, της συµµετοχής του σε θεσµικό σύστηµα προστασίας ή άλλο συνεταιριστικό σύστηµα αµοιβαίας αλληλεγγύης σύµφωνα µε παράγραφο 7 του άρθρου 113 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013, της άσκησης επενδυτικών υπηρεσιών ή δραστηριοτήτων όπως ορίζονται στο άρθρο 4 του ν. 3606/2007, και
β) το αν η αφερεγγυότητά του και η επακόλουθη εκκαθάρισή του υπό τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι πιθανό να έχει σηµαντική αρνητική επίπτωση στις χρηµατοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύµατα, στους όρους χρηµατοδότησης ή στην ευρύτερη οικονοµία, προσδιορίζουν: αα) το περιεχόµενο και τις λεπτοµέρειες των σχεδίων ανάκαµψης και εξυγίανσης, που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως 9 και 18 έως 20,
ββ) την προθεσµία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων ανάκαµψης και εξυγίανσης σύµφωνα µε τον παρόντα νόµο και τη συχνότητα επικαιροποίησής τους, η οποία µπορεί να είναι µικρότερη εκείνης που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 5, στην παράγραφο 5 του άρθρου 7, στην παράγραφο 6 του άρθρου 18 και στην παράγραφο 3 του άρθρου 21,
γγ) το περιεχόµενο και τα επιµέρους στοιχεία των απαιτούµενων από τα ιδρύµατα πληροφοριών όπως προβλέπεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 5, στην παράγραφο 1 του άρθρου 19, στην παράγραφο 2 του άρθρου 20, καθώς και στα τµήµατα Α και Β του παραρτήµατος που αποτελεί αναπόσπαστο µέρος του παρόντος νόµου, και
δδ) το βαθµό της λεπτοµέρειας για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 23 και 24 και στο τµήµα Γ του παραρτήµατος.
- Η αρµόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, η αρχή εξυγίανσης, πραγµατοποιούν την αξιολόγηση της παραγράφου 1 έπειτα από διαβούλευση, στις περιπτώσεις που αυτό ενδείκνυται, µε την αρχή µακροπροληπτικής εποπτείας.
- Στην περίπτωση εφαρµογής απλουστευµένων υποχρεώσεων, η αρµόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, η αρχή εξυγίανσης µπορούν ανά πάσα στιγµή να επιβάλλουν στο ίδρυµα πλήρεις, µη απλουστευµένες υποχρεώσεις.
- Η εφαρµογή απλουστευµένων υποχρεώσεων δεν επηρεάζει τις εξουσίες της αρµόδιας αρχής και, κατά περίπτωση, της αρχής εξυγίανσης να λαµβάνει µέτρα πρόληψης κρίσεων ή µέτρα διαχείρισης κρίσεων.
- Η αρµόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης ενηµερώνουν την Ε.Α.Τ. για τον τρόπο εφαρµογής των παραγράφων 1, 6, 7 και 8.
- Με την επιφύλαξη των παραγράφων 7 και 8, η αρµόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, η αρχή εξυγίανσης µπορούν να απαλλάσσουν:
α) τα ιδρύµατα που συνδέονται µε κεντρικό οργανισµό και απαλλάσσονται πλήρως ή µερικώς από τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σύµφωνα µε το άρθρο 10 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 από την εφαρµογή των απαιτήσεων των άρθρων 5 έως 9 και 18 έως 22,
β) τα ιδρύµατα που είναι µέλη ενός θεσµικού συστήµατος προστασίας από την εφαρµογή των απαιτήσεων των άρθρων 18 έως 22.
- Όταν χορηγείται απαλλαγή σύµφωνα µε την παράγραφο 6:
α) οι απαιτήσεις των άρθρων 5 έως 9 και 18 έως 22 εφαρµόζονται στον κεντρικό οργανισµό και στα ιδρύµατα που συνδέονται µε αυτόν κατά την έννοια του άρθρου 10 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 σε ενοποιηµένη βάση,
β) οι απαιτήσεις των άρθρων 18 έως 22 εκπληρώνονται από το θεσµικό σύστηµα προστασίας σε συνεργασία µε καθένα από τα µέλη του στα οποία έχει χορηγηθεί απαλλαγή.
Για τον σκοπό αυτό, κάθε αναφορά των άρθρων 5 έως 9 και 18 έως 22 σε όµιλο συµπεριλαµβάνει έναν κεντρικό οργανισµό και τα ιδρύµατα που συνδέονται µε αυτόν κατά την έννοια του άρθρου 10 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013, καθώς επίσης και τις θυγατρικές τους. Περαιτέρω κάθε αναφορά σε µητρικές επιχειρήσεις ή ιδρύµατα που υπόκεινται σε ενοποιηµένη εποπτεία σύµφωνα µε το άρθρο 104 του ν. 4261/2014 περιλαµβάνει επίσης τον κεντρικό οργανισµό.
- Τα ιδρύµατα που τελούν υπό την άµεση εποπτεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου 6 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1024/2013 ή αντιπροσωπεύουν σηµαντικό µερίδιο του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος, καταρτίζουν σε κάθε περίπτωση σχέδια ανάκαµψης σύµφωνα µε τα άρθρα 5 έως 9 και υπόκεινται σε σχέδια εξυγίανσης σύµφωνα µε τα άρθρα 18 έως 22.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, οι λειτουργίες ενός ιδρύµατος θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν σηµαντικό µερίδιο του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος εφόσον πληρούται µια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η συνολική αξία του ενεργητικού τους υπερβαίνει
τα 30.000.000.000 ευρώ ή
β) το ποσοστό του συνόλου του ενεργητικού τους ως προς το ΑΕΠ υπερβαίνει το 20%, εκτός εάν η συνολική αξία του ενεργητικού τους δεν υπερβαίνει τα 5.000.000.000 ευρώ.
- Ειδικότερα θέµατα για την εφαρµογή του παρόντος άρθρου ρυθµίζονται µε απόφαση της αρµόδιας αρχής και της αρχής εξυγίανσης, στο πεδίο της αρµοδιότητάς τους κατά τις παραγράφους 1 και 6 του άρθρου 4 του ν. 4261/ 2014 και την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του παρόντος νόµου.
«Άρθρο 5 Σχέδια ανάκαµψης
(άρθρο 5 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κάθε ίδρυµα, το οποίο δεν αποτελεί µέλος οµίλου που υπόκειται σε ενοποιηµένη εποπτεία σύµφωνα µε τα άρθρα 104 και 105 του ν. 4261/2014, καταρτίζει και αναπροσαρµόζει σχέδιο ανάκαµψης, το οποίο προβλέπει τα µέτρα που θα λάβει το εν λόγω ίδρυµα για την αποκατάσταση της χρηµατοοικονοµικής του θέσης έπειτα από σηµαντική επιδείνωση της χρηµατοοικονοµικής του κατάστασης. Τα σχέδια ανάκαµψης θεωρούνται ρύθµιση διακυβέρνησης του ιδρύµατος κατά την έννοια του άρθρου 66 του ν. 4261/2014.
- Η αρµόδια αρχή διασφαλίζει ότι τα ιδρύµατα επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαµψής τους τουλάχιστον ετησίως ή έπειτα από µεταβολή στη νοµική ή οργανωτική τους δοµή, στις δραστηριότητές τους ή στη χρηµατοοικονοµική τους κατάσταση, η οποία θα µπορούσε να έχει ουσιώδη επίδραση ή να απαιτήσει τροποποίηση του σχεδίου. Η αρµόδια αρχή µπορεί να απαιτεί από τα ιδρύµατα να επικαιροποιούν τα σχέδια ανάκαµψής τους σε συχνότερη βάση.
- Τα σχέδια ανάκαµψης δεν προβλέπουν πρόσβαση σε ή λήψη έκτακτης δηµόσιας χρηµατοοικονοµικής στήριξης.
- Τα σχέδια ανάκαµψης περιέχουν:
α) Κατά περίπτωση, µια ανάλυση του τρόπου και του χρονικού σηµείου στο οποίο ένα ίδρυµα µπορεί να υποβάλει αίτηση, υπό τις προϋποθέσεις του σχεδίου, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και προσδιορίζουν τα στοιχεία του ενεργητικού που θα αναµενόταν εύλογα να γίνουν αποδεκτά ως εξασφαλίσεις.
β) Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, τις πληροφορίες του τµήµατος Α του παραρτήµατος του παρόντος νόµου και τις ενδεχόµενες ενέργειες στις οποίες θα µπορούσε να προβεί το ίδρυµα, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της έγκαιρης παρέµβασης σύµφωνα µε το άρθρο 27. Η αρµόδια αρχή µπορεί µε γενικής ισχύος απόφασή της να καθορίζει πρόσθετες πληροφορίες που πρέπει να περιέχονται στα σχέδια ανάκαµψης.
γ) Τις κατάλληλες προϋποθέσεις και διαδικασίες ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη εφαρµογή δράσεων ανάκαµψης, καθώς και ένα ευρύ φάσµα επιλογών ανάκαµψης, λαµβάνοντας επίσης υπόψη ένα φάσµα σεναρίων σοβαρών µακροοικονοµικών και χρηµατοοικονοµικών πιέσεων (stress) που σχετίζονται µε γεγονότα που αφορούν συγκεκριµένα το ίδρυµα, περιλαµβανοµένων γεγονότων συστηµικής εµβέλειας και πιέσεων που σχετίζονται ειδικά µε συγκεκριµένα νοµικά πρόσωπα και οµίλους.
- Η αρµόδια αρχή µπορεί µε απόφασή της να απαιτεί από το ίδρυµα να διατηρεί λεπτοµερή αρχεία των χρηµατοπιστωτικών συµβάσεων που συνάπτει.
- Το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος της παραγράφου 1 αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο ανάκαµψης πριν από την υποβολή του στην αρµόδια αρχή.
- Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρµόζονται και επί χρηµατοδοτικών ιδρυµάτων που υπόκεινται σε ατοµική βάση στην εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος σύµφωνα µε την ισχύουσα νοµοθεσία.
«Άρθρο 6 Αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαµψης
(άρθρο 6 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Τα ιδρύµατα που υποχρεούνται να καταρτίζουν σχέδια ανάκαµψης, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 5 και την παράγραφο 1 του άρθρου 7, οφείλουν να τα υποβάλλουν στην αρµόδια αρχή προς εξέταση αποδεικνύοντας ότι πληρούν τα κριτήρια της παραγράφου 2.
- Η αρµόδια αρχή, εντός έξι µηνών από την υποβολή του σχεδίου ανάκαµψης και µετά από διαβούλευση µε τις αρµόδιες αρχές των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα, εφόσον το σχέδιο τα αφορά, εξετάζει το σχέδιο και αξιολογεί κατά πόσον πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 5, καθώς και τα ακόλουθα κριτήρια:
α) η εφαρµογή των ρυθµίσεων που προτείνονται στο σχέδιο αναµένεται ευλόγως ότι θα διατηρήσει ή θα αποκαταστήσει τη βιωσιµότητα και τη χρηµατοοικονοµική θέση του ιδρύµατος ή του οµίλου, λαµβανοµένων υπόψη των προπαρασκευαστικών µέτρων τα οποία έχει λάβει ή σκοπεύει να λάβει το ίδρυµα,
β) το σχέδιο και οι συγκεκριµένες επιλογές που περιλαµβάνονται σε αυτό αναµένεται ευλόγως ότι θα εφαρµοστούν γρήγορα και αποτελεσµατικά σε καταστάσεις χρηµατοοικονοµικής πίεσης, αποφεύγοντας στο µέγιστο δυνατό βαθµό τυχόν σηµαντικές δυσµενείς επιπτώσεις στο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα, περιλαµβανοµένων και σεναρίων που θα µπορούσαν να οδηγήσουν και άλλα ιδρύµατα να εφαρµόσουν σχέδια ανάκαµψης εντός της ιδίας χρονικής περιόδου.
- Κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των σχεδίων ανάκαµψης, η αρµόδια αρχή λαµβάνει υπόψη την καταλληλότητα των κεφαλαίων και της χρηµατοδοτικής δοµής του ιδρύµατος, σε συνάρτηση µε την πολυπλοκότητα της οργανωτικής του δοµής, καθώς και το προφίλ κινδύνου του.
- Η αρµόδια αρχή διαβιβάζει το σχέδιο ανάκαµψης στην αρχή εξυγίανσης, η οποία µπορεί να το εξετάσει, προκειµένου να προσδιορίσει αν τυχόν δράσεις που περιλαµβάνονται σε αυτό ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του ιδρύµατος και να υποβάλει συστάσεις στην αρµόδια αρχή σχετικά.
- Αν η αρµόδια αρχή κρίνει ότι υπάρχουν ουσιώδεις ελλείψεις στο σχέδιο ανάκαµψης ή ουσιώδη εµπόδια για την εφαρµογή του, κοινοποιεί στο ίδρυµα ή τη µητρική επιχείρηση του οµίλου την αξιολόγησή της και απαιτεί από αυτό να υποβάλει, εντός προθεσµίας δύο µηνών, η οποία µπορεί, κατόπιν έγκρισης των αρµοδίων αρχών, να παραταθεί κατά ένα µήνα, αναθεωρηµένο σχέδιο, στο οποίο να παρουσιάζεται ο τρόπος αντιµετώπισης των εν λόγω ελλείψεων ή εµποδίων.
Η αρµόδια αρχή, πριν ζητήσει από ένα ίδρυµα να υποβάλει εκ νέου σχέδιο ανάκαµψης, παρέχει τη δυνατότητα σε αυτό να διατυπώσει τη γνώµη του για την εν λόγω απαίτηση.
- Αν η αρµόδια αρχή κρίνει ότι οι ελλείψεις και τα εµπόδια δεν έχουν αντιµετωπιστεί κατάλληλα στο αναθεωρηµένο σχέδιο, µπορεί να απαιτήσει από το ίδρυµα να προβεί σε συγκεκριµένες τροποποιήσεις στο σχέδιο.
- Αν το ίδρυµα δεν υποβάλει αναθεωρηµένο σχέδιο ανάκαµψης ή εάν η αρµόδια αρχή διαπιστώσει ότι το αναθεωρηµένο σχέδιο ανάκαµψης δεν αντιµετωπίζει κατάλληλα τις ελλείψεις ή τα πιθανά εµπόδια που εντοπίστηκαν κατά την αρχική της αξιολόγηση, και αυτά δεν είναι δυνατόν να αντιµετωπισθούν επαρκώς µέσω της παροχής κατευθύνσεων για την πραγµατοποίηση συγκεκριµένων τροποποιήσεων στο σχέδιο, η αρµόδια αρχή απαιτεί από το ίδρυµα να προσδιορίσει, εντός εύλογης προθεσµίας, τις αλλαγές τις οποίες µπορεί να επιφέρει στις επιχειρηµατικές του δραστηριότητες προκειµένου να αντιµετωπίσει τις ελλείψεις ή τα εµπόδια στην εφαρµογή του σχεδίου ανάκαµψης.
Αν το ίδρυµα δεν προσδιορίσει τις αλλαγές αυτές εντός της ορισθείσας από την αρµόδια αρχή προθεσµίας, ή αν η αρµόδια αρχή αξιολογήσει ότι οι προτεινόµενες από το ίδρυµα δράσεις δεν αντιµετωπίζουν κατάλληλα τις ελλείψεις ή τα εµπόδια, η αρµόδια αρχή µπορεί να απαιτήσει από το ίδρυµα να λάβει κάθε µέτρο, το οποίο η ίδια κρίνει απαραίτητο και αναλογικό, λαµβάνοντας υπόψη τη σοβαρότητα των ελλείψεων και των εµποδίων και την επίπτωση των µέτρων στις επιχειρηµατικές δραστηριότητες του ιδρύµατος.
- Με την επιφύλαξη του άρθρου 96 του ν. 4261/2014, η αρµόδια αρχή µπορεί, ειδικότερα, να απαιτήσει από το ίδρυµα:
α) να µειώσει το προφίλ κινδύνου του, περιλαµβανοµένου του κινδύνου ρευστότητας,
β) να καταστήσει δυνατή την έγκαιρη λήψη µέτρων ανακεφαλαιοποίησης,
γ) να επανεξετάσει τη στρατηγική και τη δοµή του,
δ) να προβεί σε αλλαγές στη στρατηγική χρηµατοδότησής του, ώστε να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα των βασικών επιχειρηµατικών τοµέων και των κρίσιµων λειτουργιών του, και
ε) να προβεί σε αλλαγές στη δοµή διακυβέρνησής του. 9. Η αρµόδια αρχή µπορεί να λαµβάνει πρόσθετα µέτρα δυνάµει της ισχύουσας νοµοθεσίας.
«Άρθρο 7 Σχέδια ανάκαµψης οµίλου
(άρθρο 7 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οι µητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ καταρτίζουν και υποβάλλουν στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας σχέδιο ανάκαµψης οµίλου. Το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου συνίσταται σε σχέδιο ανάκαµψης για ολόκληρο τον όµιλο, επικεφαλής του οποίου είναι µητρική επιχείρηση της ΕΕ και προσδιορίζει τα µέτρα τα οποία µπορεί να απαιτηθεί να εφαρµοστούν στο επίπεδο της µητρικής επιχείρησης της ΕΕ και σε κάθε θυγατρική.
- Σύµφωνα µε το άρθρο 8, οι αρµόδιες αρχές µπορούν να απαιτήσουν από τις θυγατρικές να καταρτίσουν και να υποβάλουν σχέδιο ανάκαµψης σε ατοµική βάση.
- Υπό την προϋπόθεση της τήρησης των κανόνων εµπιστευτικότητας, σύµφωνα µε τον παρόντα νόµο, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας διαβιβάζει το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου:
α) στις εµπλεκόµενες αρµόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 108 και 109 του ν. 4261/2014,
β) στις αρµόδιες αρχές των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα εφόσον το σχέδιο τα αφορά,
γ) στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, και
δ) στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών του οµίλου.
- Το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου έχει ως στόχο την επίτευξη της σταθεροποίησης του οµίλου ως συνόλου ή οποιουδήποτε ιδρύµατος του οµίλου, όταν βρίσκεται σε κατάσταση πίεσης, ώστε να αντιµετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα αίτια της κρίσης και να αποκατασταθεί η χρηµατοοικονοµική θέση του οµίλου ή του συγκεκριµένου ιδρύµατος, λαµβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη χρηµατοοικονοµική θέση άλλων µελών του οµίλου.
Το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου περιέχει ρυθµίσεις για τη διασφάλιση του συντονισµού και της συνέπειας των µέτρων που πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο:
α) της µητρικής επιχείρησης της ΕΕ,
β) των οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις
γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
γ) των θυγατρικών, και
δ) όπου αυτό προβλέπεται, σύµφωνα µε το ν. 4261/ 2014, στο επίπεδο σηµαντικών υποκαταστηµάτων.
- Το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου, καθώς και κάθε σχέδιο που καταρτίζεται για µια επιµέρους θυγατρική, περιέχει τα στοιχεία που καθορίζονται στο άρθρο 5, και, κατά περίπτωση, ρυθµίσεις για την παροχή ενδοοµιλικής χρηµατοδοτικής στήριξης, οι οποίες υιοθετούνται βάσει σχετικής συµφωνίας σύµφωνα µε τα άρθρα 10 έως 17.
- Το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου περιλαµβάνει µια σειρά επιλογών ανάκαµψης, οι οποίες προσδιορίζουν τις ενέργειες που θα πρέπει να γίνουν για την αντιµετώπιση των σεναρίων που προβλέπονται στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 4 του άρθρου 5.
Για κάθε ένα από τα σενάρια αυτά, το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου προσδιορίζει αν υπάρχουν εµπόδια στην εφαρµογή µέτρων ανάκαµψης εντός του οµίλου και στο επίπεδο επιµέρους µελών που καλύπτει το σχέδιο, καθώς και αν υπάρχουν ουσιαστικά πρακτικά ή νοµικά εµπόδια για την άµεση µεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την αποπληρωµή των στοιχείων του παθητικού ή του ενεργητικού εντός του οµίλου.
- Το διοικητικό συµβούλιο του µέλους του οµίλου που καταρτίζει το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου, σύµφωνα µε την παράγραφο 1, αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο αυτό, πριν από την υποβολή του στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας.
«Άρθρο 8 Αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαµψης οµίλου
(άρθρο 8 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, από κοινού µε τις αρµόδιες αρχές των θυγατρικών, και µετά από διαβούλευση µε τις αρµόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 109 του ν. 4261/2014 και τις αρµόδιες αρχές των σηµαντικών υποκαταστηµάτων, στο βαθµό που τα αφορά, εξετάζει το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου και αξιολογεί κατά πόσο αυτό ικανοποιεί τις απαιτήσεις και τα κριτήρια των άρθρων 6 και 7. Η αξιολόγηση γίνεται σύµφωνα µε τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 και στο παρόν άρθρο και λαµβάνει υπόψη την ενδεχόµενη επίπτωση των µέτρων ανάκαµψης στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη µέλη, στα οποία ασκεί δραστηριότητα ο όµιλος.
- Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και οι αρµόδιες αρχές των θυγατρικών καταβάλλουν προσπάθεια να καταλήξουν σε κοινή απόφαση σχετικά µε τα εξής:
α) την εξέταση και την αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαµψης οµίλου
β) την ενδεχόµενη αναγκαιότητα κατάρτισης σχεδίου ανάκαµψης σε ατοµική βάση για ιδρύµατα που αποτελούν µέλη του οµίλου, και
γ) την εφαρµογή των µέτρων που αναφέρονται στις
παραγράφους 5 έως 9 του άρθρου 6.
Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και οι αρµόδιες αρχές των θυγατρικών καταβάλλουν προσπάθεια να καταλήξουν σε κοινή απόφαση εντός τεσσάρων µηνών από την ηµεροµηνία διαβίβασης από την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας του σχεδίου ανάκαµψης οµίλου σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 7. Αρµόδια αρχή µπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράµει στη λήψη κοινής απόφασης των αρµοδίων αρχών βάσει του στοιχείου γ΄ του άρθρου 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
- Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση των αρµοδίων αρχών, εντός τεσσάρων µηνών από την ηµεροµηνία διαβίβασης, σχετικά µε:
α) την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαµψης οµίλου ή
β) οποιαδήποτε µέτρα απαιτείται να λάβει η µητρική επιχείρηση της ΕΕ σύµφωνα µε τις παραγράφους 5 έως 9 του άρθρου 6, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας αποφασίζει η ίδια σχετικά, λαµβάνοντας υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν οι άλλες αρµόδιες αρχές κατά την τετράµηνη περίοδο και κοινοποιεί την απόφασή της στη µητρική επιχείρηση της ΕΕ και στις υπόλοιπες αρµόδιες αρχές.
- Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση των αρµόδιων αρχών εντός τεσσάρων µηνών από την ηµεροµηνία διαβίβασης σχετικά µε:
α) την κατάρτιση σχεδίου ανάκαµψης σε ατοµική βάση για τα ιδρύµατα που υπάγονται στη δικαιοδοσία τους ή
β) την εφαρµογή, σε επίπεδο θυγατρικών, των µέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους 5 έως 9 του άρθρου 6, κάθε αρµόδια αρχή αποφασίζει η ίδια επί των θεµάτων αυτών.
- Οι λοιπές αρµόδιες αρχές που δεν έχουν διαφωνήσει στο πλαίσιο της παραγράφου 4 µπορούν να λάβουν κοινή απόφαση σχετικά µε το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου, η οποία καλύπτει τα µέλη του οµίλου υπό τη δικαιοδοσία τους.
- Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στις παραγράφους 2 και 5, καθώς και οι αποφάσεις που λαµβάνονται από τις αρµόδιες αρχές ελλείψει κοινής απόφασης, σύµφωνα µε τις παραγράφους 3 και 4, αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρµόζονται από τις αρµόδιες αρχές στα οικεία κράτη µέλη.
- Η αρµόδια αρχή µπορεί, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 ή 4, να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράµει στη λήψη κοινής απόφασης των αρµοδίων αρχών βάσει της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010 (EE L 331) µόνον σε ό,τι αφορά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαµψης και την εφαρµογή των µέτρων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄, β΄ και δ΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 6. Αν µέχρι την πάροδο της τετράµηνης προθεσµίας που καθορίζεται στην παράγραφο 2 για την λήψη κοινής απόφασης, οποιαδήποτε από τις αρµόδιες αρχές του παρόντος άρθρου έχει ζητήσει της συνδροµή της Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε το πρώτο εδάφιο, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας κατά την παράγραφο 3 ή η αρµόδια αρχή για τη θυγατρική κατά την παράγραφο 4, αντίστοιχα, αναβάλλουν τη λήψη απόφασής τους και αναµένουν την απόφαση της Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010, οπότε και λαµβάνουν την απόφασή τους σύµφωνα µε την απόφαση της Ε.Α.Τ.. Η τετράµηνη περίοδος θεωρείται ως περίοδος συµβιβασµού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισµού. Αν δεν ληφθεί απόφαση της Ε.Α.Τ. εντός ενός µηνός, εφαρµόζεται η απόφαση της αρχής ενοποιηµένης εποπτείας ή της αρµόδιας αρχής για τη θυγατρική, κατά περίπτωση. Το ζήτηµα δεν παραπέµπεται στην Ε.Α.Τ. µετά την πάροδο της τετράµηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.
«Άρθρο 9 Δείκτες σχεδίου ανάκαµψης
(άρθρο 9 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Για τους σκοπούς των άρθρων 5 έως 8, οι αρµόδιες αρχές απαιτούν κάθε σχέδιο ανάκαµψης να περιλαµβάνει πλαίσιο δεικτών το οποίο καταρτίζεται από το ίδρυµα και προσδιορίζει τα σηµεία ενεργοποίησης για την ανάληψη των αναφερόµενων στο σχέδιο κατάλληλων δράσεων. Οι δείκτες αυτοί, οι οποίοι αποτελούν αντικείµενο συµφωνίας από τις αρµόδιες αρχές κατά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαµψης σύµφωνα µε τα άρθρα 6 και 8, µπορεί να είναι ποιοτικής ή ποσοτικής φύσης, να συνδέονται µε τη χρηµατοοικονοµική θέση του ιδρύµατος και πρέπει να είναι ευχερώς παρακολουθήσιµοι.
- Οι αρµόδιες αρχές διασφαλίζουν ότι τα ιδρύµατα καθιερώνουν κατάλληλες ρυθµίσεις για την τακτική παρακολούθηση των δεικτών.
- Ανεξαρτήτως του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου, ένα ίδρυµα µπορεί:
α) να αναλάβει δράση σύµφωνα µε το σχέδιο ανάκαµψής του ακόµη και αν δεν έχει ξεπεράσει το προβλεπόµενο στο σχέδιο ανάκαµψης όριο του σχετικού δείκτη, σε περίπτωση που το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος το κρίνει κατάλληλο λόγω των συνθηκών, ή
β) να µην αναλάβει τέτοιου είδους δράση, αν το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος το κρίνει ακατάλληλο λόγω των συγκεκριµένων συνθηκών.
- Η απόφαση να αναληφθεί ή όχι µια δράση που αναφέρεται στο σχέδιο ανάκαµψης κοινοποιείται στην αρµόδια αρχή χωρίς καθυστέρηση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ
«Άρθρο 10 Συµφωνία χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου
(άρθρο 19 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Μητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην Ελληνική Επικράτεια ή µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην ΕΕ ή οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και οι θυγατρικές τους σε άλλα κράτη µέλη ή τρίτες χώρες, οι οποίες είναι ιδρύµατα ή χρηµατοδοτικά ιδρύµατα που καλύπτονται από την ενοποιηµένη εποπτεία της µητρικής επιχείρησης, µπορούν να συνάπτουν συµφωνία παροχής χρηµατοδοτικής στήριξης σε κάθε άλλο συµβαλλόµενο µέρος της συµφωνίας, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέµβαση σε αυτό σύµφωνα µε το άρθρο 27, καθώς και οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 11 έως 17.
- Το παρόν άρθρο και τα άρθρα 11 έως 17 δεν εφαρµόζονται στις ενδοοµιλικές χρηµατοπιστωτικές διευθετήσεις, περιλαµβανοµένων των διευθετήσεων χρηµατοδότησης και της λειτουργίας των κεντροποιηµένων διευθετήσεων χρηµατοδότησης, εφόσον κανένα από τα συµβαλλόµενα µέρη των συµφωνιών αυτών δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέµβαση σύµφωνα µε το άρθρο 27.
- Η συµφωνία χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου δεν αποτελεί προϋπόθεση:
α) για την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου σε οποιοδήποτε µέλος του αντιµετωπίζει χρηµατοοικονοµικές δυσκολίες, εάν το ίδρυµα το αποφασίσει, κατά περίπτωση, και σύµφωνα µε τις πολιτικές του οµίλου, εφόσον αυτό δεν συνιστά κίνδυνο για το σύνολο του οµίλου ή
β) για την άσκηση δραστηριότητας σε κράτος - µέλος.
- Οι συναλλαγές χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου οι οποίες πραγµατοποιούνται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των άρθρων 11 έως 17 επιτρέπονται, υπό την προϋπόθεση ότι καµία από τις διατάξεις αυτές δεν εµποδίζει την επιβολή περιορισµών στις ενδοοµιλικές συναλλαγές βάσει:
α) της ισχύουσας νοµοθεσίας µε την οποία ασκούνται οι διακριτικές ευχέρειες που προβλέπει ο Κανονισµός (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
β) του ν. 4261/2014, ή
γ) των διατάξεων δυνάµει των οποίων απαιτείται ο διαχωρισµός τµηµάτων ενός οµίλου, ή δραστηριοτήτων που διεξάγονται εντός ενός οµίλου, για λόγους χρηµατοπιστωτικής σταθερότητας.
- Η συµφωνία χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου µπορεί:
α) να καλύπτει µια ή περισσότερες θυγατρικές του οµίλου, και να προβλέπει την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης από τη µητρική επιχείρηση προς θυγατρικές της, από θυγατρικές προς τη µητρική τους επιχείρηση, µεταξύ θυγατρικών του οµίλου που αποτελούν συµβαλλόµενα µέρη της συµφωνίας, ή κάθε άλλου συνδυασµού αυτών των οντοτήτων,
β) να προβλέπει την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης µε τη µορφή δανείου, παροχής εγγυήσεων ή παροχής περιουσιακών στοιχείων προκειµένου να χρησιµοποιηθούν ως εξασφάλιση, ή οποιονδήποτε συνδυασµό των ανωτέρω, σε µια ή περισσότερες συναλλαγές, περιλαµβανοµένων συναλλαγών µεταξύ του αποδέκτη της στήριξης και τρίτου µέρους.
- Σε περίπτωση που, σύµφωνα µε τους όρους της συµφωνίας χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου, µια οντότητα του οµίλου συµφωνεί να παρέχει χρηµατοδοτική στήριξη σε άλλη οντότητα του οµίλου, η συµφωνία µπορεί να περιλαµβάνει ρήτρα αµοιβαιότητας.
- Η συµφωνία χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου προσδιορίζει τις αρχές του υπολογισµού του ανταλλάγµατος για κάθε συναλλαγή που πραγµατοποιείται δυνάµει αυτής. Οι αρχές αυτές περιλαµβάνουν την υποχρέωση το αντάλλαγµα να καθορίζεται κατά το χρονικό σηµείο παροχής της χρηµατοδοτικής στήριξης. Η συµφωνία διέπεται από τις ακόλουθες αρχές:
α) Κατά τη σύναψη της συµφωνίας κάθε µέρος πρέπει
να ενεργεί ελεύθερα.
β) Κατά τη σύναψη της συµφωνίας και τον καθορισµό του ανταλλάγµατος για την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης, κάθε µέρος πρέπει να ενεργεί για το µέγιστο ίδιο συµφέρον του, λαµβάνοντας υπόψη κάθε άµεσο ή έµµεσο όφελος που ενδέχεται να προκύψει για κάποιο µέρος ως αποτέλεσµα της παροχής χρηµατοδοτικής στήριξης.
γ) Σε κάθε µέρος που παρέχει χρηµατοδοτική στήριξη πρέπει να γνωστοποιούνται πλήρως όλες οι σχετικές πληροφορίες από τα µέρη που λαµβάνουν χρηµατοδοτική στήριξη πριν από τον καθορισµό του ανταλλάγµατος και πριν από κάθε απόφαση για την παροχή της.
δ) Κατά τον υπολογισµό του ανταλλάγµατος για την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης µπορεί να λαµβάνονται υπόψη πληροφορίες, τις οποίες κατέχει το µέρος που παρέχει χρηµατοδοτική στήριξη λόγω του γεγονότος ότι ανήκει στον ίδιο όµιλο µε το µέρος που λαµβάνει τη χρηµατοδοτική στήριξη και οι οποίες δεν είναι διαθέσιµες στην αγορά.
ε) Οι αρχές που διέπουν τον υπολογισµό του ανταλλάγµατος για την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης δεν είναι υποχρεωτικό να λαµβάνουν υπόψη οποιαδήποτε αναµενόµενη προσωρινή επίπτωση στις τιµές αγοράς η οποία απορρέει από εξωτερικά προς τον όµιλο γεγονότα.
- Η συµφωνία χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου συνάπτεται µόνον εφόσον κατά την υποβολή της πρότασης συµφωνίας κανένα από τα συµβαλλόµενα µέρη δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέµβαση σύµφωνα µε το άρθρο 27 κατά τη γνώµη των οικείων αρµόδιων αρχών.
- Κάθε δικαίωµα, απαίτηση ή ενέργεια που απορρέει από τη συµφωνία χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου µπορεί να ασκείται µόνον από τα συµβαλλόµενα µέρη της, εξαιρουµένων τρίτων µερών.
«Άρθρο 11 Εξέταση της πρότασης συµφωνίας από τις αρµόδιες αρχές και διαµεσολάβηση
(άρθρο 20 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Το µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην ΕΕ υποβάλλει στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας αίτηση για την αδειοδότηση κάθε πρότασης συµφωνίας χρηµατοδοτικής στήριξης βάσει του άρθρου 10. Η αίτηση περιέχει το κείµενο της πρότασης συµφωνίας και προσδιορίζει τις οντότητες του οµίλου οι οποίες προτείνουν να είναι συµβαλλόµενα µέρη. Οι διατάξεις των άρθρων 11 έως 13 εφαρµόζονται επίσης και στην περίπτωση τροποποίησης της συµφωνίας χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου.
- Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση την αίτηση στις αρµόδιες αρχές κάθε θυγατρικής που προτείνει να είναι συµβαλλόµενο µέρος της συµφωνίας.
- Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, σύµφωνα µε τη διαδικασία των παραγράφων 4 και 5, χορηγεί τη σχετική άδεια εφόσον οι όροι της πρότασης συµφωνίας είναι συµβατοί µε τις προϋποθέσεις παροχής χρηµατοδοτικής στήριξης που καθορίζονται στο άρθρο 14 και µπορεί να απαγορεύει τη σύναψη της προτεινόµενης συµφωνίας σε περίπτωση ασυµβατότητάς της µε το ως άνω άρθρο.
- Οι αρµόδιες αρχές καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια στο πλαίσιο των εξουσιών τους προκειµένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση ως προς το αν οι όροι της πρότασης συµφωνίας είναι συµβατοί µε τις προϋποθέσεις παροχής χρηµατοδοτικής στήριξης που καθορίζονται στο άρθρο 14, εντός τεσσάρων (4) µηνών από την ηµεροµηνία παραλαβής της αίτησης από την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας. Στο πλαίσιο αυτό, λαµβάνουν υπόψη τη δυνητική επίπτωση, περιλαµβανοµένων οποιωνδήποτε δηµοσιονοµικών συνεπειών, από την εφαρµογή της συµφωνίας σε όλα τα κράτη µέλη στα οποία ασκεί δραστηριότητα ο όµιλος. Η κοινή απόφαση περιέχεται σε κείµενο το οποίο περιλαµβάνει πλήρη αιτιολόγηση και διαβιβάζεται στον αιτούντα από την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας.
Η αρµόδια αρχή µπορεί µε αίτησή της να ζητήσει τη συνδροµή της Ε.Α.Τ. προκειµένου να βοηθήσει τις αρµόδιες αρχές να καταλήξουν σε συµφωνία, σύµφωνα µε το άρθρο 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
- Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση µεταξύ των αρµοδίων αρχών εντός τεσσάρων (4) µηνών, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας λαµβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά µε την αίτηση σύµφωνα µε την παράγραφο 3. Η απόφαση περιέχεται σε κείµενο το οποίο περιλαµβάνει την πλήρη αιτιολόγηση και λαµβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις που εξέφρασαν κατά τη διάρκεια της τετράµηνης περιόδου οι άλλες αρµόδιες αρχές. Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας κοινοποιεί την απόφασή της στον αιτούντα και στις λοιπές αρµόδιες αρχές.
- Εάν, µέχρι την πάροδο της τετράµηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις εµπλεκόµενες αρµόδιες αρχές έχει παραπέµψει το ζήτηµα στην Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε το άρθρο 19 του Κανονισµού (EE) αριθµ. 1093/2010, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας αναβάλλει την λήψη απόφασής της και αναµένει την απόφαση της Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισµού, λαµβάνει δε την απόφασή της σύµφωνα µε την απόφαση της ΕΑΤ. Η τετράµηνη περίοδος θεωρείται ως περίοδος συµβιβασµού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισµού. Η Ε.Α.Τ. λαµβάνει την απόφασή της εντός ενός µηνός. Το ζήτηµα δεν παραπέµπεται στην Ε.Α.Τ. µετά την πάροδο της τετράµηνης περιόδου ή µετά τη λήψη κοινής απόφασης.
«Άρθρο 12 Έγκριση της πρότασης συµφωνίας από τη γενική συνέλευση
(άρθρο 21 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κάθε πρόταση συµφωνίας, για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια από τις αρµόδιες αρχές, υποβάλλεται προς έγκριση στη γενική συνέλευση κάθε µέλους του οµίλου που προτείνει να συµβληθεί. Η συµφωνία είναι έγκυρη µόνο για τα µέρη των οποίων η γενική συνέλευση ενέκρινε τη συµφωνία, σύµφωνα µε την παράγραφο 2.
- Συµφωνία χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου είναι έγκυρη ως προς ένα µέλος του οµίλου µόνον αν η γενική συνέλευσή του έχει εξουσιοδοτήσει το διοικητικό του συµβούλιο να αποφασίζει για τη χορήγηση ή την αποδοχή χρηµατοδοτικής στήριξης σύµφωνα µε τους όρους της συµφωνίας και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 10 έως 11 και 13 έως 17 και εφόσον η σχετική έγκριση δεν έχει ανακληθεί.
- Το διοικητικό συµβούλιο κάθε µέλους, το οποίο αποτελεί µέρος της συµφωνίας, υποβάλλει ετησίως έκθεση στη γενική συνέλευση σχετικά µε την εκτέλεση της συµφωνίας και την εφαρµογή κάθε απόφασης που έχει ληφθεί σύµφωνα µε αυτήν.
«Άρθρο 13 Διαβίβαση των συµφωνιών χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου στις αρχές εξυγίανσης
(άρθρο 22 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Οι αρµόδιες αρχές διαβιβάζουν τις συµφωνίες χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου για τις οποίες έχουν χορηγήσει άδεια, καθώς και τυχόν τροποποιήσεις τους σε αυτές, στις εµπλεκόµενες αρχές εξυγίανσης.
«Άρθρο 14 Προϋποθέσεις για την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου
(άρθρο 23 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Χρηµατοδοτική στήριξη παρέχεται από µέλος του οµίλου σύµφωνα µε το άρθρο 10 µόνον εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Υπάρχει εύλογη προοπτική ότι η παρεχόµενη στήριξη θα αποκαταστήσει σε σηµαντικό βαθµό τις χρηµατοοικονοµικές δυσκολίες του µέλους του οµίλου το οποίο τη λαµβάνει.
β) Η παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης έχει ως στόχο τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηµατοπιστωτικής σταθερότητας ολόκληρου του οµίλου ή οποιουδήποτε µέλους του και είναι προς το συµφέρον του µέλους του οµίλου το οποίο την παρέχει.
γ) Η χρηµατοδοτική στήριξη παρέχεται υπό όρους, περιλαµβανοµένου και ανταλλάγµατος, σύµφωνα µε την παράγραφο 7 του άρθρου 10.
δ) Υπάρχει εύλογη προοπτική ότι, βάσει των πληροφοριών που είναι διαθέσιµες στο διοικητικό συµβούλιο του µέλους του οµίλου που παρέχει τη χρηµατοδοτική στήριξη κατά τη λήψη της απόφασης για την παροχή της, το αντάλλαγµα για τη στήριξη θα καταβληθεί και, εάν η στήριξη παρασχεθεί υπό µορφή δανείου, το δάνειο θα αποπληρωθεί από το µέλος του οµίλου το οποίο το λαµβάνει. Εάν η στήριξη παρασχεθεί υπό µορφή εγγύησης ή υπό οποιαδήποτε µορφή εξασφάλισης, ο ίδιος όρος ισχύει για την υποχρέωση που προκύπτει για τον αποδέκτη, αν καταπέσει η εγγύηση ή γίνει χρήση της εξασφάλισης.
ε) Η παροχή της χρηµατοδοτικής στήριξης δεν θα έθετε σε κίνδυνο τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα του µέλους του οµίλου το οποίο την παρέχει. στ) Η παροχή της χρηµατοδοτικής στήριξης δεν θα δηµιουργούσε απειλή στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως του κράτους - µέλους στο οποίο είναι εγκατεστηµένο το µέλος του οµίλου το οποίο την παρέχει.
ζ) Το µέλος του οµίλου το οποίο παρέχει τη στήριξη συµµορφώνεται, κατά την παροχή της, µε τις απαιτήσεις του ν. 4261/2014 όσον αφορά τα ίδια κεφάλαια ή τη ρευστότητα και µε κάθε απαίτηση που επιβάλλεται δυνάµει της παρ. 2 του άρθρου 96 του ν. 4261/2014. Επιπλέον η παροχή της χρηµατοδοτικής στήριξης δεν οδηγεί την οντότητα του οµίλου σε παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων, εκτός εάν το επιτρέψει η αρµόδια αρχή εποπτείας σε ατοµική βάση του µέλους του οµίλου που παρέχει τη στήριξη.
η) Το µέλος του οµίλου το οποίο παρέχει τη στήριξη συµµορφώνεται, κατά την παροχή της, µε τις απαιτήσεις περί µεγάλων ανοιγµάτων του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 και του ν. 4261/2014, περιλαµβανοµένης της ισχύουσας νοµοθεσίας µε την οποία ασκούνται οι διακριτικές ευχέρειες που προβλέπονται στον εν λόγω Κανονισµό, εκτός εάν το επιτρέψει η αρµόδια αρχή εποπτείας σε ατοµική βάση του µέλους του οµίλου που παρέχει τη στήριξη.
θ) Η παροχή της χρηµατοδοτικής στήριξης δεν θα υπονόµευε τη δυνατότητα εξυγίανσης του µέλους του οµίλου η οποία την παρέχει.
«Άρθρο 15 Απόφαση για την παροχή και αποδοχή χρηµατοδοτικής στήριξης
(άρθρο 24 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Η απόφαση για την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου, στο πλαίσιο της συµφωνίας, λαµβάνεται από το διοικητικό συµβούλιο του µέλους του οµίλου το οποίο την παρέχει. Η εν λόγω απόφαση πρέπει να είναι αιτιολογηµένη, και να αναφέρει τον στόχο της πρότασης χρηµατοδοτικής στήριξης ιδίως δε, µε ποιον τρόπο η παροχή της χρηµατοδοτικής στήριξης είναι σύµφωνη µε τις προϋποθέσεις του άρθρου 14. Η απόφαση αποδοχής της χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου, στο πλαίσιο της συµφωνίας, λαµβάνεται από το διοικητικό συµβούλιο του µέλους του οµίλου το οποίο την λαµβάνει.
«Άρθρο 16 Υποχρεώσεις κοινοποίησης και δικαίωµα εναντίωσης των αρµόδιων αρχών
(άρθρο 25 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Πριν από την παροχή στήριξης στο πλαίσιο συµφωνίας χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου, το διοικητικό συµβούλιο του µέλους του οµίλου, το οποίο σκοπεύει να παράσχει χρηµατοδοτική στήριξη, κοινοποιεί την πρόθεσή του:
α) στη σχετική αρµόδια αρχή,
β) στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και γ΄, κατά περίπτωση,
γ) στην αρµόδια αρχή του µέλους οµίλου που λαµβάνει τη χρηµατοδοτική στήριξη, αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ και
δ) στην ΕΑΤ..
Η κοινοποίηση περιέχει την αιτιολογηµένη απόφαση του διοικητικού συµβουλίου σύµφωνα µε το άρθρο 15 και αναλυτικά στοιχεία αναφορικά µε την προτεινόµενη χρηµατοδοτική στήριξη, περιλαµβανοµένου αντιγράφου της συµφωνίας χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου.
- Εντός πέντε (5) εργάσιµων ηµερών από την ηµεροµηνία παραλαβής της πλήρους κοινοποίησης, η αρµόδια αρχή του µέλους του οµίλου το οποίο παρέχει τη χρηµατοδοτική στήριξη µπορεί να συµφωνήσει στην παροχή της ή να την απαγορεύσει ή να την περιορίσει εάν αξιολογήσει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου σύµφωνα µε το άρθρο 14.
- Η απόφαση της αρµόδιας αρχής να συµφωνήσει στην παροχή, να απαγορεύσει ή να περιορίσει την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης κοινοποιείται άµεσα:
α) στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας,
β) στην αρµόδια αρχή του µέλους του οµίλου που λαµβάνει τη στήριξη, και
γ) στην Ε.Α.Τ..
Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας ενηµερώνει άµεσα τα λοιπά µέλη του Σώµατος Εποπτών και τα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης.
- Αν η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας ή η αρµόδια αρχή που είναι αρµόδια για το µέλος του οµίλου που λαµβάνει στήριξη έχει αντιρρήσεις σχετικά µε την απόφαση απαγόρευσης ή περιορισµού της παροχής χρηµατοδοτικής στήριξης, µπορεί να παραπέµψει το ζήτηµα στην
Ε.Α.Τ. εντός δύο ηµερών και να ζητήσει τη συνδροµή της σύµφωνα µε το άρθρο 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
- Αν η αρµόδια αρχή δεν απαγορεύσει ούτε περιορίσει την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης εντός του χρονικού διαστήµατος που ορίζεται στην παράγραφο 2, ή εάν συµφωνήσει πριν από την πάροδο του χρονικού αυτού διαστήµατος για την παροχή της, η χρηµατοδοτική στήριξη µπορεί να παρασχεθεί σύµφωνα µε τους όρους που έχουν υποβληθεί στην αρµόδια αρχή.
- Η απόφαση του διοικητικού συµβουλίου του µέλους του οµίλου που παρέχει τη χρηµατοδοτική στήριξη διαβιβάζεται:
α) στη σχετική αρµόδια αρχή,
β) στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και γ΄, και κατά περίπτωση
γ) στην αρµόδια αρχή του µέλους του οµίλου που λαµβάνει τη χρηµατοδοτική στήριξη, αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ και
δ) στην Ε.Α.Τ..
Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας ενηµερώνει άµεσα τα λοιπά µέλη του Σώµατος Εποπτών και τα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης.
- Εάν η αρµόδια αρχή περιορίσει ή απαγορεύσει την παροχή χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου σύµφωνα µε την παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, και το σχέδιο ανάκαµψης οµίλου βάσει της παραγράφου 5 του άρθρου 7 αναφέρεται σε χρηµατοδοτική στήριξη οµίλου, η αρµόδια αρχή του µέλους του οµίλου σε σχέση µε το οποίο περιορίστηκε ή απαγορεύτηκε η στήριξη µπορεί να ζητήσει από την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας να δροµολογήσει την επαναξιολόγηση του σχεδίου ανάκαµψης οµίλου σύµφωνα µε το άρθρο 8. Εφόσον το σχέδιο ανάκαµψης καταρτίζεται σε ατοµική βάση, µπορεί να ζητήσει από το µέλος του οµίλου να υποβάλει αναθεωρηµένο σχέδιο ανάκαµψης.
«Άρθρο 17 Γνωστοποίηση
(άρθρο 26 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Τα µέλη του οµίλου δηµοσιοποιούν και επικαιροποιούν τουλάχιστον ετησίως τη σύναψη συµφωνίας χρηµατοδοτικής στήριξης οµίλου σύµφωνα µε το άρθρο 10, την περιγραφή των γενικών όρων κάθε τέτοιας συµφωνίας και τις επωνυµίες των µελών του οµίλου που αποτελούν µέρη της.
Αναφορικά µε την εν λόγω δηµοσιοποίηση εφαρµόζονται επίσης τα άρθρα 431 έως 434 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
«Άρθρο 18 Σχέδια Εξυγίανσης
(άρθρο 10 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης µε την αρµόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών υποδοχής σηµαντικών υποκαταστηµάτων, εφόσον τα αφορά, καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για κάθε ίδρυµα που δεν αποτελεί µέλος υποκείµενου σε ενοποιηµένη εποπτεία οµίλου σύµφωνα µε τα άρθρα 104 και 105 του ν. 4261/2014. Το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τις ενέργειες εξυγίανσης, στις οποίες η αρχή εξυγίανσης µπορεί να προβεί σε περίπτωση που το ίδρυµα πληροί τις προϋποθέσεις για εξυγίανση. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην περίπτωση α της παραγράφου 7 γνωστοποιούνται στο ίδρυµα.
- Η αρχή εξυγίανσης, κατά την κατάρτιση του σχεδίου εξυγίανσης, εντοπίζει τυχόν σηµαντικά εµπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και στην περίπτωση που κριθεί αναγκαίο και αναλογικό, επισηµαίνει τις ενέργειες µέσω των οποίων τα εµπόδια αυτά είναι δυνατόν να αντιµετωπιστούν σύµφωνα µε τα άρθρα 23 έως 26.
- α) Η αρχή εξυγίανσης κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης λαµβάνει υπόψη διαφορετικά σενάρια, µεταξύ των οποίων και τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες οι λόγοι αφερεγγυότητας του ιδρύµατος ενδέχεται να ανάγονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του
(idiosyncratic), ή η αφερεγγυότητα λαµβάνει χώρα σε µια περίοδο ευρύτερης χρηµατοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος.
β) Το σχέδιο εξυγίανσης δεν προβλέπει τη χορήγηση:
αα) οποιασδήποτε έκτακτης δηµόσιας χρηµατοοικονοµικής στήριξης, πέραν της χρήσης του Ταµείου Εξυγίανσης,
ββ) οποιασδήποτε επείγουσας παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα,
γγ) οποιασδήποτε παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα µε ασυνήθεις όρους αναφορικά µε την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.
- Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαµβάνει ανάλυση του τρόπου και του χρόνου κατά τον οποίο ένα ίδρυµα µπορεί, βάσει των όρων του σχεδίου, να ζητήσει τη χρήση διευκολύνσεων κεντρικής τράπεζας και προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία που θα µπορούσαν να γίνουν αποδεκτά ως εξασφαλίσεις.
- Κατά την κατάρτιση και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτεί τη συνδροµή των ιδρυµάτων.
- Τα σχέδια εξυγίανσης αναθεωρούνται και κατά περίπτωση επικαιροποιούνται κατ’ ελάχιστον ετησίως, καθώς και κατόπιν τυχόν ουσιωδών αλλαγών στη νοµική ή οργανωτική δοµή του ιδρύµατος ή στην επιχειρηµατική ή χρηµατοοικονοµική του κατάσταση, οι οποίες µπορεί να έχουν σηµαντική επίδραση στην αποτελεσµατικότητα του σχεδίου εξυγίανσης ή κατ’ άλλο τρόπο επιβάλλουν αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης.
Για το σκοπό της αναθεώρησης ή επικαιροποίησης του σχεδίου εξυγίανσης που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, τα ιδρύµατα και οι αρµόδιες αρχές γνωστοποιούν άµεσα στην αρχή εξυγίανσης οποιαδήποτε µεταβολή, η οποία καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή την επικαιροποίηση του σχεδίου.
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 4, στο σχέδιο εξυγίανσης περιλαµβάνονται επιλογές για την εφαρµογή των µέτρων στα ιδρύµατα και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στα άρθρα 38 έως 44. Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαµβάνει τα ακόλουθα στοιχεία, ποσοτικά προσδιοριζόµενα όταν αυτό ενδείκνυται και είναι εφικτό:
α) σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου,
β) σύνοψη των ουσιωδών µεταβολών στο ίδρυµα οι οποίες προέκυψαν µετά την υποβολή των πλέον πρόσφατων πληροφοριών σχετικά µε την εξυγίανση,
γ) παρουσίαση του τρόπου µε τον οποίον θα µπορούσαν να διαχωριστούν νοµικά ή οικονοµικά οι κρίσιµες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηµατικοί τοµείς από άλλες λειτουργίες, στο βαθµό που είναι απαραίτητο, προκειµένου να εξασφαλιστεί η συνέχειά τους στην περίπτωση αφερεγγυότητας του ιδρύµατος,
δ) εκτίµηση του απαιτούµενου χρόνου για την εκτέλεση κάθε ουσιώδους πτυχής του σχεδίου,
ε) λεπτοµερή περιγραφή της αξιολόγησης ως προς τη δυνατότητα εξυγίανσης, που διενεργείται σύµφωνα µε την παράγραφο 2 και το άρθρο 23,
στ) περιγραφή τυχόν απαιτούµενων µέτρων σύµφωνα µε το άρθρο 25 για την αντιµετώπιση ή την εξάλειψη εµποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης που εντοπίζονται κατόπιν της αξιολόγησης που διενεργείται σύµφωνα µε το άρθρο 23,
ζ) περιγραφή των διαδικασιών για τον προσδιορισµό της αξίας και της εµπορευσιµότητας των κρίσιµων λειτουργιών, των βασικών επιχειρηµατικών τοµέων και των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύµατος,
η) λεπτοµερή περιγραφή των ρυθµίσεων προκειµένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται σύµφωνα µε το άρθρο 19 είναι επικαιροποιηµένες και στη διάθεση των αρχών εξυγίανσης σε διαρκή βάση,
θ) αιτιολόγηση από την αρχή εξυγίανσης του τρόπου που µπορούν να χρηµατοδοτηθούν οι επιλογές εξυγίανσης χωρίς την προηγούµενη λήψη: αα) οποιασδήποτε έκτακτης δηµόσιας χρηµατοοικονοµικής στήριξης, πέραν της χρήσης του Ταµείου Εξυγίανσης,
ββ) οποιασδήποτε επείγουσας παροχής ρευστότητας
από την κεντρική τράπεζα,
γγ) οποιασδήποτε παροχής ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα µε ασυνήθεις όρους αναφορικά µε την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.
ι) λεπτοµερή περιγραφή των στρατηγικών εξυγίανσης που θα µπορούσαν να εφαρµοστούν σύµφωνα µε τα διάφορα δυνητικά σενάρια και τα σχετικά χρονοδιαγράµµατα,
ια) περιγραφή των κρίσιµων αλληλεξαρτήσεων,
ιβ) περιγραφή των επιλογών για τη διατήρηση της πρόσβασης σε υπηρεσίες πληρωµών και εκκαθάρισης, καθώς και σε άλλες υποδοµές και αξιολόγηση της δυνατότητας µεταβίβασης των θέσεων πελατών,
ιγ) ανάλυση της επίπτωσης του σχεδίου εξυγίανσης στο προσωπικό του ιδρύµατος, περιλαµβανοµένης της αξιολόγησης των συναφών δαπανών και περιγραφή των προβλεπόµενων διαδικασιών διαβούλευσης µε το προσωπικό κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, λαµβάνοντας υπόψη την κείµενη εργατική νοµοθεσία,
ιδ) σχέδιο επικοινωνίας µε τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης και το κοινό,
ιε) την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων που πρέπει να τηρεί σε διαρκή βάση το ίδρυµα, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 45, και την προθεσµία επίτευξης του επιπέδου αυτού, κατά περίπτωση,
ιστ) την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και συµβατικών µέσων αναδιάρθρωσης παθητικού που απαιτούνται σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 45, καθώς και την προθεσµία επίτευξης του επιπέδου αυτού, κατά περίπτωση,
ιζ) περιγραφή των βασικών λειτουργιών και συστηµάτων για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας του ιδρύµατος, ιη) κατά περίπτωση, τις απόψεις που διατυπώνει το ίδιο το ίδρυµα αναφορικά µε το σχέδιο εξυγίανσης.
- Η αρχή εξυγίανσης στο πλαίσιο των καθηκόντων της µπορεί να:
α) ζητά από τα ιδρύµατα ή τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να τηρούν λεπτοµερή αρχεία των χρηµατοπιστωτικών συµβάσεων στις οποίες είναι συµβαλλόµενα µέρη,
β) θέτει προθεσµία εντός της οποίας το ίδρυµα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 οφείλει να είναι σε θέση να παρουσιάσει αυτά τα αρχεία, η οποία πρέπει να είναι ίδια για όλα τα ιδρύµατα και οντότητες που βρίσκονται υπό τη δικαιοδοσία της, και
γ) αποφασίζει διαφορετικές προθεσµίες για διαφορετικά είδη χρηµατοπιστωτικών συµβάσεων σύµφωνα µε την περίπτωση 112 του άρθρου 2.
Η παράγραφος αυτή δεν επηρεάζει την εξουσία της αρµόδιας αρχής να συγκεντρώνει πληροφορίες.
«Άρθρο 19 Πληροφορίες για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης και της συνεργασίας µε το ίδρυµα (άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Τα ιδρύµατα υποχρεούνται:
α) να συνεργάζονται µε την αρχή εξυγίανσης κατά την
κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης· και
β) να της παρέχουν, είτε άµεσα είτε µέσω των αρµόδιων αρχών, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση και την εφαρµογή σχεδίων εξυγίανσης, συµπεριλαµβανοµένων, µεταξύ άλλων, των πληροφοριών και της ανάλυσης που παρατίθεται στο τµήµα Β΄ του παραρτήµατος.
- Οι αρµόδιες αρχές στα εµπλεκόµενα κράτη - µέλη συνεργάζονται µε την αρχή εξυγίανσης, προκειµένου να επαληθεύουν αν είναι ήδη διαθέσιµες κάποιες ή όλες οι πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και, εφόσον είναι διαθέσιµες, τις παρέχουν στην αρχή εξυγίανσης.
«Άρθρο 20 Σχέδια εξυγίανσης οµίλου
(άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης οµίλου, από κοινού µε τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και κατόπιν διαβούλευσης µε τις αρχές εξυγίανσης κρατών - µελών υποδοχής σηµαντικών υποκαταστηµάτων, στο βαθµό που τα αφορά. Το σχέδιο εξυγίανσης οµίλου περιλαµβάνει σχέδιο εξυγίανσης στο σύνολο ενός οµίλου, επικεφαλής του οποίου είναι µητρική επιχείρηση της ΕΕ είτε µέσω εξυγίανσης στο επίπεδο της µητρικής επιχείρησης της ΕΕ είτε µέσω απόσπασης και εξυγίανσης των θυγατρικών της. Το σχέδιο εξυγίανσης οµίλου καταδεικνύει µέτρα για την εξυγίανση:
α) της µητρικής επιχείρησης της ΕΕ,
β) των εγκατεστηµένων στην ΕΕ θυγατρικών του οµίλου,
γ) των οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις
γ΄ και δ΄· της παραγράφου 1 του άρθρου 1, και
δ) βάσει των άρθρων 63 έως 72, των εγκατεστηµένων εκτός της ΕΕ θυγατρικών του οµίλου.
- Το σχέδιο εξυγίανσης οµίλου καταρτίζεται βάσει των πληροφοριών που παρέχονται σύµφωνα µε το άρθρο 19.
- Το σχέδιο εξυγίανσης οµίλου:
α) παρουσιάζει τις ενέργειες εξυγίανσης οι οποίες πρέπει λαµβάνονται σε σχέση µε τα µέλη του οµίλου, τόσο µέσω δράσεων εξυγίανσης που αφορούν τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, τη µητρική επιχείρηση και τα θυγατρικά ιδρύµατα, όσο και µέσω συντονισµένων δράσεων εξυγίανσης που αφορούν θυγατρικά ιδρύµατα, στα σενάρια που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 18,
β) εξετάζει το βαθµό στον οποίο τα µέτρα και οι εξουσίες εξυγίανσης θα µπορούσαν να εφαρµοστούν και να ασκηθούν, µε συντονισµένο τρόπο, σε µέλη του οµίλου εγκατεστηµένα στην ΕΕ, συµπεριλαµβανοµένων των µέτρων για τη διευκόλυνση της αγοράς, από τρίτο µέρος, ολόκληρου του οµίλου ή χωριστών επιχειρηµατικών τοµέων ή δραστηριοτήτων που ασκούνται από περισσότερα ή συγκεκριµένα µέλη του οµίλου, και προσδιορίζει πιθανά εµπόδια στη συντονισµένη εξυγίανση,
γ) όταν ένας όµιλος περιλαµβάνει µέλη που έχουν συσταθεί σε τρίτες χώρες, προσδιορίζει τις κατάλληλες ρυθµίσεις συνεργασίας και συντονισµού µε τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών, καθώς και τις συνέπειες για την εξυγίανση εντός της ΕΕ,
δ) προσδιορίζει µέτρα, συµπεριλαµβανοµένου του νοµικού και οικονοµικού διαχωρισµού συγκεκριµένων λειτουργιών ή επιχειρηµατικών τοµέων, τα οποία είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση της εξυγίανσης του οµίλου, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση,
ε) προσδιορίζει οποιεσδήποτε επιπλέον ενέργειες δεν προβλέπονται στον παρόντα νόµο και τις οποίες η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου προτίθεται να αναλάβει για την εξυγίανση του οµίλου,
στ) προσδιορίζει µε ποιον τρόπο θα µπορούσαν να χρηµατοδοτηθούν οι ενέργειες εξυγίανσης του οµίλου και, σε περίπτωση που θα χρειαζόταν προσφυγή στο Ταµείο Εξυγίανσης σύµφωνα µε τα άρθρα 95 έως 104, θέτει αρχές για τον επιµερισµό της ευθύνης ως προς την εν λόγω χρηµατοδότηση µεταξύ των πηγών χρηµατοδότησης στα εµπλεκόµενα κράτη - µέλη.
Οι αρχές αυτές βασίζονται σε δίκαια και ισορροπηµένα κριτήρια και λαµβάνουν υπόψη, ειδικότερα, τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 102 και την επίπτωση στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα εµπλεκόµενα κράτη - µέλη. Το σχέδιο δεν προϋποθέτει: αα) οποιαδήποτε έκτακτη δηµόσια χρηµατοοικονοµική
στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταµείου Εξυγίανσης,
ββ) οποιαδήποτε επείγουσα παροχή ρευστότητας από
την κεντρική τράπεζα, ή
γγ) οποιαδήποτε παροχή ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα µε ασυνήθεις όρους αναφορικά µε την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.
- Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του οµίλου σύµφωνα µε τα άρθρο 24 διεξάγεται ταυτόχρονα µε την κατάρτιση και την επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης του οµίλου. Στο σχέδιο εξυγίανσης του οµίλου περιλαµβάνεται λεπτοµερής περιγραφή της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης σύµφωνα µε το άρθρο 24.
- Το σχέδιο εξυγίανσης του οµίλου δεν πρέπει να έχει δυσανάλογα µεγάλη επίπτωση σε κανένα κράτος - µέλος.
«Άρθρο 21 Απαιτήσεις και διαδικασία για τα σχέδια εξυγίανσης οµίλου
(άρθρο 13 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οι µητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ υποβάλλουν στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να απαιτηθούν σύµφωνα µε το άρθρο 19. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν τη µητρική επιχείρηση της ΕΕ και, στον απαιτούµενο βαθµό, κάθε ένα από τα µέλη του οµίλου, συµπεριλαµβανοµένων των οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Υπό τον όρο της τήρησης των κανόνων εµπιστευτικότητας που ορίζονται στον παρόντα νόµο, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου διαβιβάζει τις πληροφορίες που παρέχονται σύµφωνα µε την παρούσα παράγραφο:
α) στην Ε.Α.Τ.,
β) στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών,
γ) στις αρµόδιες αρχές των κρατών - µελών υποδοχής σηµαντικών υποκαταστηµάτων, στο βαθµό που τα αφορά,
δ) στις σχετικές αρµόδιες αρχές που αναφέρονται στα
άρθρα 108 και 109 του ν. 4261/2014, και
ε) στις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών όπου είναι εγκατεστηµένες οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Οι παρεχόµενες πληροφορίες από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου προς τις αρχές εξυγίανσης και τις αρµόδιες αρχές των θυγατρικών, τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών υποδοχής σηµαντικών υποκαταστηµάτων και τις σχετικές αρµόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 108 και 109 του ν. 4261/2014, περιλαµβάνουν τουλάχιστον όλες τις πληροφορίες που αφορούν τη θυγατρική ή το σηµαντικό υποκατάστηµα. Οι πληροφορίες που παρέχονται στην Ε.Α.Τ. περιλαµβάνουν κάθε πληροφορία σχετική µε το ρόλο της Ε.Α.Τ. όσον αφορά τα σχέδια εξυγίανσης οµίλου. Στην περίπτωση πληροφοριών σχετικά µε θυγατρικές σε τρίτες χώρες, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου δεν υποχρεούται να διαβιβάζει τις πληροφορίες αυτές χωρίς τη συναίνεση της οικείας αρµόδιας αρχής ή της οικείας αρχής εξυγίανσης της τρίτης χώρας.
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, ενεργώντας από κοινού µε τις αρχές εξυγίανσης, που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 1, σε Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης και κατόπιν διαβούλευσης µε τις εµπλεκόµενες αρµόδιες αρχές, συµπεριλαµβανοµένων των αρµόδιων αρχών των κρατών - µελών υποδοχής σηµαντικών υποκαταστηµάτων, καταρτίζει και αναπροσαρµόζει σχέδιο εξυγίανσης οµίλου. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου µπορούν, κατά τη διακριτική της ευχέρεια και µε την επιφύλαξη τήρησης των κανόνων εµπιστευτικότητας που ορίζονται στο άρθρο 94, να ζητήσει να συµµετάσχει στην εκπόνηση και την αναπροσαρµογή σχεδίων εξυγίανσης οµίλου αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών στις οποίες είναι εγκατεστηµένες θυγατρικές ή χρηµατοοικονοµικές εταιρείες συµµετοχών ή σηµαντικά υποκαταστήµατα, σύµφωνα µε το άρθρο 52 του ν. 4261/ 2014.
- Το σχέδιο εξυγίανσης οµίλου αναθεωρείται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιείται τουλάχιστον άπαξ ετησίως, καθώς και έπειτα από κάθε µεταβολή στη νοµική ή την οργανωτική δοµή, την επιχειρηµατική ή τη χρηµατοοικονοµική θέση του οµίλου, συµπεριλαµβανοµένων των µελών του, που δύναται να έχει σηµαντική επίπτωση στο σχέδιο ή να απαιτεί την τροποποίησή του.
- Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του οµίλου λαµβάνει τη µορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου και των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών.
Οι εν λόγω αρχές εξυγίανσης λαµβάνουν κοινή απόφαση εντός τεσσάρων (4) µηνών από την ηµεροµηνία διαβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, των πληροφοριών που αναφέρονται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1.
Οποιαδήποτε εµπλεκόµενη αρχή εξυγίανσης µπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράµει τις αρχές εξυγίανσης για τη λήψη κοινής απόφασης, σύµφωνα µε την περίπτωση γ΄ του άρθρου 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
- Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων (4) µηνών, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, λαµβάνει η ίδια την απόφαση όσον αφορά το σχέδιο εξυγίανσης του οµίλου. Η απόφαση αυτή, λαµβάνει υπόψη τις γνώµες και τις επιφυλάξεις των άλλων αρµοδίων αρχών και διαβιβάζεται στη µητρική επιχείρηση της ΕΕ από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου.
- Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση των αρχών εξυγίανσης εντός τεσσάρων (4) µηνών, κάθε αρχή εξυγίανσης που είναι υπεύθυνη για µια θυγατρική λαµβάνει τη δική της απόφαση και καταρτίζει και αναπροσαρµόζει σχέδιο εξυγίανσης για τις οντότητες υπό τη δικαιοδοσία της. Κάθε µεµονωµένη απόφαση, αναφέρει τους λόγους διαφωνίας µε το προτεινόµενο σχέδιο εξυγίανσης του οµίλου και λαµβάνει υπόψη τις απόψεις και επιφυλάξεις των άλλων αρµόδιων αρχών και αρχών εξυγίανσης. Κάθε αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την απόφασή της στα λοιπά µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης.
- Οι λοιπές αρχές εξυγίανσης που δεν έχουν διαφωνήσει στο πλαίσιο της παραγράφου 6 µπορούν να λάβουν κοινή απόφαση σχετικά µε το σχέδιο εξυγίανσης του οµίλου που καλύπτει οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους.
- Οι κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 4 και 7, και οι αποφάσεις που λαµβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύµφωνα µε τις παραγράφους 5 και 6, αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρµόζονται από τις λοιπές εµπλεκόµενες αρχές εξυγίανσης.
- Σύµφωνα µε τις παραγράφους 5 και 6, κατ’ αίτηση µιας αρχής εξυγίανσης, η Ε.Α.Τ. µπορεί να συνδράµει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συµφωνία, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010, εκτός εάν οποιαδήποτε εµπλεκόµενη αρχή εξυγίανσης εκτιµήσει ότι το αντικείµενο της διαφωνίας είναι δυνατόν να θίξει τις δηµοσιονοµικές αρµοδιότητες του οικείου κράτους - µέλους. Αν µέχρι την πάροδο της τετράµηνης προθεσµίας που καθορίζεται στην παράγραφο 4 για την λήψη κοινής απόφασης, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης του παρόντος άρθρου έχει ζητήσει τη συνδροµή της Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε το πρώτο εδάφιο, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου κατά την παράγραφο 5 ή αρχή εξυγίανσης για τη θυγατρική κατά την παράγραφο 6, αντίστοιχα, αναβάλλουν τη λήψη απόφασής τους και αναµένουν την απόφαση της Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 19 Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010, λαµβάνουν δε την απόφασή τους σύµφωνα µε την απόφαση της Ε.Α.Τ.. Η τετράµηνη περίοδος θεωρείται ως περίοδος συµβιβασµού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισµού. Αν δεν ληφθεί απόφαση της Ε.Α.Τ. εντός ενός (1) µηνός, εφαρµόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου ή της αρχής εξυγίανσης για τη θυγατρική, κατά περίπτωση. Το ζήτηµα δεν παραπέµπεται στην Ε.Α.Τ. µετά την πάροδο της τετράµηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.
- Σε περίπτωση που λαµβάνονται κοινές αποφάσεις σύµφωνα µε τις παραγράφους 4 και 7, και µια αρχή εξυγίανσης εκτιµά στο πλαίσιο της παραγράφου 9 ότι το αντικείµενο µιας διαφωνίας θίγει τις δηµοσιονοµικές αρµοδιότητες του κράτους - µέλους της, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου κινεί την επαναξιολόγηση του σχεδίου εξυγίανσης οµίλου, συµπεριλαµβανοµένης της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων.
«Άρθρο 22 Διαβίβαση σχεδίων εξυγίανσης στις αρµόδιες αρχές
(άρθρο 14 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις εµπλεκόµενες αρµόδιες αρχές.
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης οµίλου και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις εµπλεκόµενες αρµόδιες αρχές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
«Άρθρο 23 Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρυµάτων
(άρθρο 15 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης, µετά από διαβούλευση µε την αρµόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα, στο βαθµό που τα αφορά, αξιολογεί κατά πόσο ένα ίδρυµα το οποίο δεν αποτελεί µέλος οµίλου είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς να του παρασχεθεί:
α) οποιαδήποτε έκτακτη δηµόσια χρηµατοοικονοµική στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταµείου Εξυγίανσης,
β) οποιαδήποτε επείγουσα ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα,
γ) οποιαδήποτε ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα µε ασυνήθεις όρους αναφορικά µε την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.
Ένα ίδρυµα θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί, εάν είναι αξιόπιστο και εφικτό για την αρχή εξυγίανσης:
αα) είτε να το θέσει σε εκκαθάριση στο πλαίσιο συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας,
ββ) είτε να το εξυγιάνει µε την εφαρµογή σε αυτό των µέτρων και των εξουσιών εξυγίανσης, αποφεύγοντας στο µέγιστο δυνατό βαθµό οποιαδήποτε σηµαντική δυσµενή επίπτωση στο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα της Ελλάδας, αν το ίδρυµα είναι εγκατεστηµένο στην Ελληνική Επικράτεια ή άλλων κρατών - µελών ή της ΕΕ, ακόµη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηµατοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων συστηµικής εµβέλειας, και επιδιώκοντας τη διασφάλιση της συνέχισης των κρίσιµων λειτουργιών του ιδρύµατος.
Η αρχή εξυγίανσης ενηµερώνει εγκαίρως την Ε.Α.Τ. κάθε φορά που κάποιο ίδρυµα θεωρείται ότι δεν είναι δυνατό να εξυγιανθεί.
- Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει τα κατ’ ελάχιστον οριζόµενα στο τµήµα Γ΄ του παραρτήµατος.
- Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης σύµφωνα µε το παρόν άρθρο γίνεται από την αρχή εξυγίανσης ταυτόχρονα µε την κατάρτιση και επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης σύµφωνα µε το άρθρο 18.
«Άρθρο 24 Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης οµίλων
(άρθρο 16 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, από κοινού µε τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών του, και µετά από διαβούλευση µε την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και τις αρµόδιες αρχές των θυγατρικών αυτών, καθώς και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα στον βαθµό που τα αφορά, αξιολογεί κατά πόσον ο όµιλος είναι δυνατό να εξυγιανθεί χωρίς να του παρασχεθεί:
α) οποιαδήποτε έκτακτη δηµόσια χρηµατοοικονοµική στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταµείου Εξυγίανσης,
β) οποιαδήποτε επείγουσα ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα,
γ) οποιαδήποτε ρευστότητα από την κεντρική τράπεζα µε ασυνήθεις όρους αναφορικά µε την εξασφάλιση, τη διάρκεια και το επιτόκιο.
Ένας όµιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν είναι αξιόπιστο και εφικτό για τις αρχές εξυγίανσης:
αα) είτε να θέσουν σε εκκαθάριση τα µέλη του οµίλου
στο πλαίσιο συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας, ββ) είτε να τα εξυγιάνουν µε την εφαρµογή σε αυτά των µέτρων και των εξουσιών εξυγίανσης, αποφεύγοντας στο µέγιστο δυνατό βαθµό οποιαδήποτε σηµαντική δυσµενή επίπτωση στο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα τα µέλη του οµίλου, ή άλλων κρατών - µελών ή της ΕΕ, ακόµη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηµατοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων συστηµικής εµβέλειας, και επιδιώκοντας τη διασφάλιση της συνέχισης των κρίσιµων λειτουργιών των µελών του οµίλου, όταν αυτές µπορούν να διαχωριστούν ευχερώς και εγκαίρως ή µε άλλα µέσα.
Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου ενηµερώνει εγκαίρως την Ε.Α.Τ. κάθε φορά που ένας όµιλος θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί.
Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του οµίλου εξετάζεται από τα Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 85.
- Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης του οµίλου, οι αρχές εξυγίανσης εφαρµόζουν τα κατ’ ελάχιστον οριζόµενα στο τµήµα Γ΄ του παραρτήµατος.
- Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του οµίλου σύµφωνα µε το παρόν άρθρο γίνεται µε τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του άρθρου 21 και ταυτόχρονα µε την κατάρτιση και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης του οµίλου σύµφωνα µε το άρθρο 20.
«Άρθρο 25 Εξουσίες για την αντιµετώπιση ή την εξάλειψη εµποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης
(άρθρο 17 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Όταν, κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ενός ιδρύµατος, που διενεργείται σύµφωνα µε το άρθρο 23, η αρχή εξυγίανσης, µετά από διαβούλευση µε την αρµόδια αρχή, διαπιστώνει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εµπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσής του, κοινοποιεί εγγράφως την απόφασή της αυτή στο σχετικό ίδρυµα, στην αρµόδια αρχή και στις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα.
- Η απαίτηση για τις αρχές εξυγίανσης να καταρτίσουν σχέδια εξυγίανσης και για τις εµπλεκόµενες αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε κοινή απόφαση για τα σχέδια εξυγίανσης οµίλου, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 18 και την παράγραφο 4 του άρθρου 21 αντιστοίχως, αναστέλλεται σε συνέχεια της κοινοποίησης της παραγράφου 1, έως ότου η αρχή εξυγίανσης αποδεχθεί τα µέτρα για την εξάλειψη των ουσιαστικών εµποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύµφωνα µε την παράγραφο 3, ή αποφασίσει περί αυτών σύµφωνα µε την παράγραφο 4.
- Εντός τεσσάρων (4) µηνών από την ηµεροµηνία παραλαβής της κοινοποίησης σύµφωνα µε την παράγραφο 1, το ίδρυµα προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόµενα µέτρα για την αντιµετώπιση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εµποδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. Η αρχή εξυγίανσης, µετά από διαβούλευση µε την αρµόδια αρχή, αξιολογεί κατά πόσον µε τα µέτρα αυτά αντιµετωπίζονται αποτελεσµατικά ή εξαλείφονται τα εν λόγω ουσιαστικά εµπόδια.
- Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι τα µέτρα που προτείνονται από ένα ίδρυµα σύµφωνα µε την παράγραφο 3 δεν περιορίζουν ούτε εξαλείφουν αποτελεσµατικά τα εν λόγω εµπόδια, ζητά από το ίδρυµα, είτε άµεσα είτε έµµεσα µέσω της αρµόδιας αρχής, να λάβει εναλλακτικά µέτρα µε τα οποία είναι δυνατό να επιτευχθεί ο στόχος αυτός και κοινοποιεί εγγράφως τα εν λόγω µέτρα στο ίδρυµα, το οποίο εντός ενός (1) µηνός οφείλει να προτείνει σχέδιο συµµόρφωσης προς αυτά.
Κατά τον προσδιορισµό εναλλακτικών µέτρων, η αρχή εξυγίανσης τεκµηριώνει για ποιον λόγο τα µέτρα που πρότεινε το ίδρυµα δεν θα µπορούσαν να εξαλείψουν τα εµπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και για ποιον λόγο τα προταθέντα από αυτήν εναλλακτικά µέτρα είναι αναλογικά για την εξάλειψη των εν λόγω εµποδίων. Η αρχή εξυγίανσης λαµβάνει υπόψη τους κινδύνους που ενέχουν για τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα τα εν λόγω εµπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης, καθώς και την επίπτωση των µέτρων στις επιχειρηµατικές δραστηριότητες του ιδρύµατος, τη σταθερότητά του και την ικανότητά του να συµβάλλει στην οικονοµία.
- Πριν από τον προσδιορισµό οποιουδήποτε µέτρου που αναφέρεται στην παράγραφο 4, η αρχή εξυγίανσης, µετά από διαβούλευση µε την αρµόδια αρχή και, όπου ενδείκνυται, την αρχή µακροπροληπτικής εποπτείας, λαµβάνει υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις των εν λόγω µέτρων στο συγκεκριµένο ίδρυµα, στην εσωτερική αγορά χρηµατοπιστωτικών υπηρεσιών, καθώς και στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα άλλων κρατών - µελών και της ΕΕ στο σύνολό της.
- Για τους σκοπούς της παραγράφου 4, η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να λαµβάνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα µέτρα:
α) να απαιτεί από το ίδρυµα την αναθεώρηση οποιασδήποτε ενδοοµιλικής χρηµατοδοτικής συµφωνίας, ή την εξέταση πιθανής σύναψής της, ή την κατάρτιση συµφωνίας παροχής υπηρεσιών, είτε ενδοοµιλικής είτε µε τρίτα
µέρη για να καλύψει την παροχή κρίσιµων λειτουργιών,
β) να απαιτεί από το ίδρυµα τον περιορισµό του µέγιστου ύψους των ατοµικών και συνολικών ανοιγµάτων του,
γ) να επιβάλλει απαιτήσεις παροχής συγκεκριµένων ή τακτικών πρόσθετων πληροφοριών για τους σκοπούς της εξυγίανσης,
δ) να απαιτεί από το ίδρυµα τη µεταβίβαση συγκεκριµένων περιουσιακών στοιχείων,
ε) να απαιτεί από το ίδρυµα τον περιορισµό ή την παύση της άσκησης συγκεκριµένων υφιστάµενων ή προτεινόµενων δραστηριοτήτων,
στ) να περιορίζει ή να αποτρέπει την ανάπτυξη νέων ή υφιστάµενων επιχειρηµατικών τοµέων ή την πώληση νέων ή υφιστάµενων προϊόντων,
ζ) να απαιτεί αλλαγές στις νοµικές ή λειτουργικές δοµές του ιδρύµατος ή οποιουδήποτε µέλους του οµίλου, το οποίο ελέγχεται είτε άµεσα είτε έµµεσα από αυτό, προκειµένου να µειωθεί η πολυπλοκότητα και να διασφαλιστεί ότι οι κρίσιµες λειτουργίες είναι δυνατό να διαχωριστούν νοµικά και οργανωτικά από άλλες λειτουργίες, µέσω της εφαρµογής των µέτρων εξυγίανσης, η) να απαιτεί από ένα ίδρυµα ή µια µητρική επιχείρηση τη σύσταση µητρικής χρηµατοδοτικής εταιρείας συµµετοχών εγκατεστηµένης σε κράτος µέλος ή µητρικής χρηµατοδοτικής εταιρείας συµµετοχών εγκατεστηµένης στην ΕΕ,
θ) να απαιτεί από ένα ίδρυµα ή µια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να εκδώσει επιλέξιµες υποχρεώσεις για την τήρηση των απαιτήσεων του άρθρου 45,
ι) να απαιτεί από ένα ίδρυµα ή µια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 τη λήψη άλλων µέτρων για την τήρηση των ελάχιστων απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων βάσει του άρθρου 45, περιλαµβανοµένης ιδίως της προσπάθειας επαναδιαπραγµάτευσης των όρων οποιασδήποτε επιλέξιµης υποχρέωσης, πρόσθετων µέσων της Κατηγορίας 1 ή µέσων της Κατηγορίας 2 έχει εκδώσει, προκειµένου να διασφαλιστεί ότι σε κάθε απόφαση της αρχής εξυγίανσης για αποµείωση ή µετατροπή της εν λόγω υποχρέωσης ή του εν λόγω µέσου εφαρµόζεται το δίκαιο της δικαιοδοσίας που διέπει αυτήν την υποχρέωση ή το µέσο, και
ια) σε περίπτωση που ένα ίδρυµα είναι θυγατρική µιας µεικτής εταιρείας συµµετοχών, να απαιτήσει από τη µεικτή εταιρεία συµµετοχών να ιδρύσει χωριστή χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών για τον έλεγχο του ιδρύµατος, εάν αυτό είναι αναγκαίο προκειµένου να διευκολυνθεί η εξυγίανση του ιδρύµατος και να αποφευχθεί το ενδεχόµενο η εφαρµογή των µέτρων και εξουσιών εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 31 έως 83 και 110 να έχει δυσµενείς επιπτώσεις στο µη χρηµατοπιστωτικό τµήµα του οµίλου.
«Άρθρο 26 Εξουσίες για την αντιµετώπιση ή την εξάλειψη των εµποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου
(άρθρο 18 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, από κοινού µε τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και µετά από διαβούλευση µε το Σώµα Εποπτών και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα, στο βαθµό που τα αφορά, εξετάζουν την αξιολόγηση που απαιτείται βάσει του άρθρου 24 στο πλαίσιο του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης και προβαίνουν σε κάθε εύλογη ενέργεια προκειµένου να καταλήξουν σε κοινή απόφαση όσον αφορά την εφαρµογή των µέτρων που προσδιορίζονται σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου 25 σε σχέση µε όλα τα ιδρύµατα που αποτελούν µέλη του οµίλου.
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, σε συνεργασία µε την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και την Ε.Α.Τ., σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010, συντάσσει και υποβάλλει έκθεση στην µητρική επιχείρηση της ΕΕ, στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, οι οποίες τη διαβιβάζουν στις θυγατρικές που υπάγονται στην εποπτεία τους, και στις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα. Στην έκθεση, η οποία συντάσσεται µετά από διαβούλευση µε τις αρµόδιες αρχές:
α) αναλύονται τα ουσιαστικά εµπόδια για την αποτελεσµατική εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά τον όµιλο,
β) εξετάζονται οι επιπτώσεις στο επιχειρησιακό µοντέλο του ιδρύµατος, και
γ) προτείνονται αναλογικά και στοχευµένα µέτρα, τα οποία, κατά την κρίση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, είναι αναγκαία ή κατάλληλα για την εξάλειψη των εν λόγω εµποδίων.
- Εντός τεσσάρων (4) µηνών από την ηµεροµηνία παραλαβής της έκθεσης, η µητρική επιχείρηση της ΕΕ µπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις και να προτείνει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου εναλλακτικά µέτρα για την αντιµετώπιση των εµποδίων που προσδιορίζονται στην έκθεση.
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου γνωστοποιεί κάθε µέτρο που προτείνεται από τη µητρική επιχείρηση της ΕΕ στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, την Ε.Α.Τ., τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα, στο βαθµό που τα αφορά. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου και οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών, µετά από διαβούλευση µε τις αρµόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα, καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια στο πλαίσιο των εξουσιών τους, ώστε να καταλήξουν σε κοινή απόφαση στο πλαίσιο του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης όσον αφορά τον προσδιορισµό των ουσιαστικών εµποδίων και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, την αξιολόγηση των µέτρων που προτείνονται από τη µητρική επιχείρηση της ΕΕ, καθώς και των µέτρων που απαιτούνται από τις αρχές εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου προκειµένου να αντιµετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα εµπόδια, λαµβάνοντας υπόψη τις ενδεχόµενες επιπτώσεις των µέτρων σε όλα τα κράτη µέλη στα οποία δραστηριοποιείται ο όµιλος.
- Η κοινή απόφαση, η οποία λαµβάνεται εντός τεσσάρων (4) µηνών από την υποβολή παρατηρήσεων από τη µητρική επιχείρηση της ΕΕ ή από την παρέλευση της τετράµηνης προθεσµίας της παραγράφου 3, αναλόγως µε το ποια ηµεροµηνία προηγείται, πρέπει να είναι αιτιολογηµένη και να διαβιβάζεται εγγράφως από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου στη µητρική επιχείρηση της ΕΕ. Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράµει τις αρχές εξυγίανσης στη λήψη κοινής απόφασης, σύµφωνα µε το στοιχείο γ΄ του άρθρου 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
- Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός της περιόδου που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου λαµβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά µε τη λήψη των κατάλληλων µέτρων σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου 25 σε επίπεδο οµίλου. Η εν λόγω απόφαση λαµβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης και διαβιβάζεται στη µητρική επιχείρηση της ΕΕ από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου.
- Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση, οι αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών λαµβάνουν οι ίδιες αποφάσεις σχετικά µε τα κατάλληλα µέτρα που πρέπει να ληφθούν από τις θυγατρικές σε ατοµική βάση σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου 25. Η εν λόγω απόφαση λαµβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρχών εξυγίανσης και διαβιβάζεται στην εµπλεκόµενη θυγατρική και στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου.
- Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο 5 και οι αποφάσεις που λαµβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση σύµφωνα µε την παράγραφο 6 αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρµόζονται από τις άλλες εµπλεκόµενες αρχές εξυγίανσης.
- Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση σχετικά µε τη λήψη µέτρων που αναφέρονται στις περιπτώσεις ζ΄, η΄ ή ια΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 25, η αρχή εξυγίανσης σύµφωνα µε τη παράγραφο 6 ή 7 µπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ., να συνδράµει τις αρχές εξυγίανσης να καταλήξουν σε συµφωνία, όπως ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010. Αν µέχρι την πάροδο της τετράµηνης προθεσµίας που καθορίζεται στην παράγραφο 5 για την λήψη κοινής απόφασης, οποιαδήποτε αρχή εξυγίανσης έχει ζητήσει της συνδροµή της δυνάµει του πρώτου εδαφίου, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου σύµφωνα µε την παράγραφο 6 ή η αρχή εξυγίανσης της θυγατρικής σύµφωνα µε την παράγραφο 7, αντίστοιχα, αναβάλλουν την λήψη απόφασής τους και αναµένουν την απόφαση της Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010, λαµβάνουν δε την απόφασή τους σύµφωνα µε την απόφαση της ΕΑΤ. Η περίοδος των τεσσάρων µηνών θεωρείται ως περίοδος συµβιβασµού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισµού. Αν δεν ληφθεί απόφαση της Ε.Α.Τ. εντός ενός (1) µηνός, εφαρµόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου ή της αρχής εξυγίανσης για τη θυγατρική, κατά περίπτωση. Το ζήτηµα δεν παραπέµπεται στην Ε.Α.Τ. µετά την πάροδο της τετράµηνης περιόδου ή µετά τη λήψη κοινής απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΕΓΚΑΙΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
«Άρθρο 27 Μέτρα έγκαιρης παρέµβασης
(άρθρο 27 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Εφόσον ένα ίδρυµα παραβιάζει ή, λόγω, µεταξύ άλλων, µιας ταχείας επιδείνωσης της χρηµατοοικονοµικής του κατάστασης, ενδέχεται να παραβιάσει στο εγγύς µέλλον τις απαιτήσεις του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013, του ν. 4261/2014, των άρθρων 9 έως 13, 15 έως 17, 19, 21 και 25 έως 34 του ν. 3606/2007, του Τίτλου II της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή οποιουδήποτε από τα άρθρα 3 έως 7, 14 έως 17 και 24, 25 και 26 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 600/2014 (EE L 173), η αρµόδια αρχή τηρουµένων κατά περίπτωση των διατάξεων του άρθρου 96 του ν. 4261/2014 έχει την εξουσία να λαµβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα µέτρα:
α) απαιτεί από το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος να εφαρµόσει µια ή περισσότερες από τις ρυθµίσεις ή τα µέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο ανάκαµψης ή, σύµφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 5, να επικαιροποιήσει το σχέδιο ανάκαµψης, αν οι περιστάσεις που οδήγησαν στην έγκαιρη παρέµβαση διαφέρουν από τις παραδοχές του υφιστάµενου σχεδίου ανάκαµψης και να εφαρµόσει µια ή περισσότερες από τις ρυθµίσεις ή τα µέτρα του επικαιροποιηµένου σχεδίου εντός ορισµένης προθεσµίας, ώστε να εξασφαλιστεί ότι δεν συντρέχουν πλέον οι ανωτέρω περιστάσεις,
β) απαιτεί από το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος να εξετάσει την κατάσταση και να προσδιορίσει µέτρα για την αντιµετώπιση τυχόν προβληµάτων που εντοπίστηκαν καταρτίζοντας πρόγραµµα δράσης, µε συγκεκριµένο χρονοδιάγραµµα, για την αντιµετώπισή τους,
γ) απαιτεί από το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος να συγκαλέσει γενική συνέλευση των µετόχων του ιδρύµατος ή, στην περίπτωση που το διοικητικό συµβούλιο δεν συµµορφωθεί, συγκαλεί η ίδια άµεσα γενική συνέλευση των µετόχων του ιδρύµατος, ορίζοντας και στις δύο περιπτώσεις την ηµερήσια διάταξη και ζητώντας την εξέταση συγκεκριµένων αποφάσεων προς έγκριση,
δ) απαιτεί να αποµακρυνθούν ή να αντικατασταθούν ένα ή περισσότερα µέλη του διοικητικού συµβουλίου ή ανώτερα διοικητικά στελέχη εφόσον κριθούν ακατάλληλα να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους, σύµφωνα µε το άρθρο 13 και το 83 του ν. 4261/2014 ή το άρθρο 17 του ν. 3606/2007,
ε) απαιτεί από το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος να καταρτίσει και να υποβάλει προς διαβούλευση σχέδιο για την αναδιάρθρωση του χρέους µε έναν ή µε όλους τους πιστωτές του σύµφωνα µε το σχέδιο ανάκαµψης, κατά περίπτωση,
στ) απαιτεί την αναθεώρηση της επιχειρηµατικής στρατηγικής του ιδρύµατος,
ζ) απαιτεί αλλαγές στις νοµικές ή επιχειρησιακές δοµές του ιδρύµατος, και
η) συγκεντρώνει, µεταξύ άλλων, µε επιτόπιες επιθεωρήσεις και διαβιβάζει στην αρχή εξυγίανσης όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για: αα) την επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης και ββ) την προετοιµασία της ενδεχόµενης εξυγίανσης του ιδρύµατος και την αποτίµηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του σύµφωνα µε το άρθρο 36.
Ως ταχεία επιδείνωση της χρηµατοοικονοµικής κατάστασης του ιδρύµατος θεωρείται ιδίως η επιδεινούµενη κατάσταση της ρευστότητάς του, ή το αυξανόµενο επίπεδο της µόχλευσης ή των µη εξυπηρετούµενων δανείων ή της συγκέντρωσης ανοιγµάτων, αξιολογούµενα βάσει ορίων ενεργοποίησης, στα οποία δύναται να εντάσσεται, προσαυξηµένη κατά 1,5 ποσοστιαία µονάδα, η απαίτηση των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύµατος.
- Η αρµόδια αρχή ενηµερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρχή εξυγίανσης όταν διαπιστώσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 σε σχέση µε ένα ίδρυµα. Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτεί από το ίδρυµα να έρθει σε επαφή µε πιθανούς αγοραστές προκειµένου να προετοιµαστεί η εξυγίανση του ιδρύµατος, υπό την επιφύλαξη των όρων της παραγράφου 2 του άρθρου 39 και των διατάξεων περί εµπιστευτικότητας του άρθρου 83.
- Η αρµόδια αρχή ορίζει κατάλληλη προθεσµία για την υλοποίηση των µέτρων της παραγράφου 1 εντός της οποίας αξιολογεί την αποτελεσµατικότητά τους.
«Άρθρο 28 Αποµάκρυνση των ανώτερων διοικητικών στελεχών και του διοικητικού συµβουλίου
(άρθρο 28 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Σε περίπτωση σηµαντικής επιδείνωσης της χρηµατοοικονοµικής κατάστασης ενός ιδρύµατος ή σοβαρών παραβάσεων της νοµοθεσίας, των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση ή του καταστατικού του ιδρύµατος ή σοβαρών διοικητικών παρατυπιών, και εφόσον τα λοιπά µέτρα που λαµβάνονται σύµφωνα µε το άρθρο 27 δεν επαρκούν για να αντιστραφεί η εν λόγω επιδείνωση, η αρµόδια αρχή µπορεί να απαιτήσει την αποµάκρυνση των ανώτερων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού συµβουλίου του ιδρύµατος, είτε στο σύνολό του είτε µεµονωµένων µελών. Ο διορισµός των νέων ανώτερων διοικητικών στελεχών ή των νέων µελών του διοικητικού συµβουλίου λαµβάνει χώρα σύµφωνα µε την εκάστοτε ισχύουσα νοµοθεσία και υπόκειται στη σύµφωνη γνώµη της αρµόδιας αρχής.
«Άρθρο 29 Επίτροπος
(άρθρο 29 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Όταν η αρµόδια αρχή κρίνει ανεπαρκή για την επανόρθωση της κατάστασης την αντικατάσταση των ανώτερων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού συµβουλίου, σύµφωνα µε το άρθρο 28, µπορεί να διορίσει στο ίδρυµα έναν ή περισσότερους επιτρόπους. Η αρµόδια αρχή µπορεί, κατ’ αναλογία προς τις περιστάσεις, να διορίσει επίτροπο είτε α) για να αντικαταστήσει προσωρινά το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος είτε β) για να συνεργαστεί προσωρινά µε το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος, κάτι που καθορίζεται µε την ίδια απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση, στην απόφαση διορισµού του επιτρόπου η αρµόδια αρχή καθορίζει τις εξουσίες, το ρόλο και τα καθήκοντά του, καθώς και την υποχρέωση του διοικητικού συµβουλίου του ιδρύµατος να ζητά τη γνώµη ή να εξασφαλίζει τη συναίνεσή του πριν από τη λήψη ορισµένων αποφάσεων ή την ανάληψη ορισµένων δράσεων. Η αρµόδια αρχή δηµοσιοποιεί το διορισµό επιτρόπου, όταν αυτός έχει την αρµοδιότητα εκπροσώπησης του ιδρύµατος.
Ο επίτροπος διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται προκειµένου να ασκήσει τα καθήκοντά του και δεν πρέπει να συντρέχει στο πρόσωπό του σύγκρουση συµφερόντων.
- Η αρµόδια αρχή προσδιορίζει τις εξουσίες του επιτρόπου µε την απόφαση διορισµού του κατ’ αναλογία προς τις περιστάσεις. Οι εν λόγω εξουσίες περιλαµβάνουν ορισµένες ή όλες τις εξουσίες του διοικητικού συµβουλίου του ιδρύµατος βάσει της ισχύουσας νοµοθεσίας και του καταστατικού του, περιλαµβανοµένης της εξουσίας του επιτρόπου να ασκεί ορισµένα ή όλα τα διοικητικά καθήκοντα του διοικητικού συµβουλίου. Οι εξουσίες του επιτρόπου όσον αφορά το ίδρυµα είναι σύµφωνες προς την εταιρική νοµοθεσία.
- Ο ρόλος και τα καθήκοντα του επιτρόπου προσδιορίζονται και οριοθετούνται µε την απόφαση διορισµού του και περιλαµβάνουν, µεταξύ άλλων, την επιβεβαίωση της χρηµατοοικονοµικής θέσης του ιδρύµατος, τη διαχείριση όλων ή µέρους των δραστηριοτήτων του µε σκοπό τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηµατοοικονοµικής του θέσης και τη λήψη µέτρων για την αποκατάσταση της συνετής και χρηστής διαχείρισής του.
- Η αρµόδιας αρχής διορίζει και αποµακρύνει, οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο, τον επίτροπο και τροποποιεί τους όρους διορισµού του οποτεδήποτε τηρουµένου του παρόντος άρθρου.
- Η αρµόδια αρχή µπορεί να καθορίζει, µε την απόφαση διορισµού του επιτρόπου ή την απόφαση τροποποίησης των όρων διορισµού του, θέµατα για τα οποία απαιτείται απόφαση ή η σύµφωνη γνώµη της. Σε κάθε περίπτωση, ο επίτροπος συγκαλεί γενική συνέλευση των µετόχων του ιδρύµατος και διαµορφώνει την ηµερήσια διάταξη µόνον µε την έγκριση της αρµόδιας αρχής.
- Ο επίτροπος συντάσσει εκθέσεις αναφορικά µε τη χρηµατοοικονοµική θέση του ιδρύµατος και τις πράξεις που πραγµατοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του, ανά χρονικά διαστήµατα που ορίζονται από την αρµόδια αρχή και κατά τη λήξη της θητείας του.
- Η θητεία του επιτρόπου δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος. Η εν λόγω περίοδος µπορεί κατ’ εξαίρεση να ανανεωθεί, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις διορισµού του επιτρόπου, µε αιτιολογηµένη απόφαση της αρµόδιας αρχής.
- Τηρουµένου του παρόντος άρθρου, ο διορισµός επιτρόπου δεν θίγει τα δικαιώµατα των µετόχων σύµφωνα µε την ισχύουσα εταιρική νοµοθεσία.
- Ο επίτροπος κατά την άσκηση των καθηκόντων του ευθύνεται µόνο για δόλο και βαρεία αµέλεια. Δεν ευθύνεται βάσει της εταιρικής ή της πτωχευτικής νοµοθεσίας ούτε θεωρείται όργανο διοίκησης του ιδρύµατος.
- Ο επίτροπος που διορίζεται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, σε ιδρύµατα και οντότητες που υπάγονται στην αρµοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδος διέπεται συµπληρωµατικά από τις διατάξεις του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, στο µέτρο που δεν έρχονται σε αντίθεση µε τις διατάξεις του παρόντος.
«Άρθρο 30 Συντονισµός των µέτρων έγκαιρης παρέµβασης και διορισµός επιτρόπου στην περίπτωση οµίλων
(άρθρο 30 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη των µέτρων του άρθρου 27 ή για τον διορισµό επιτρόπου βάσει του άρθρου 29 ή βάσει της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση, όσον αφορά µητρική επιχείρηση της ΕΕ, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας ειδοποιεί την Ε.Α.Τ. και διαβουλεύεται µε τις λοιπές αρµόδιες αρχές στο πλαίσιο του Σώµατος Εποπτών.
- Μετά την εν λόγω ειδοποίηση και διαβούλευση, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας αποφασίζει αν θα εφαρµόσει κάποιο από τα µέτρα του άρθρου 27 ή εάν θα διορίσει επίτροπο δυνάµει του άρθρου 29 ή βάσει της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση, στην µητρική επιχείρηση της ΕΕ, λαµβάνοντας υπόψη την επίπτωση των µέτρων αυτών στα µέλη του οµίλου τα οποία είναι εγκατεστηµένα σε άλλα κράτη - µέλη. Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας κοινοποιεί την απόφαση στις λοιπές αρµόδιες αρχές του Σώµατος Εποπτών και στην Ε.Α.Τ..
- Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη λήψη µέτρων βάσει του άρθρου 27 ή το διορισµό επιτρόπου, βάσει του άρθρου 29 ή βάσει της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση, σε θυγατρική µητρικής επιχείρησης της ΕΕ και η αρµόδια αρχή για την εποπτεία σε ατοµική βάση σκοπεύει να λάβει κάποιο µέτρο σύµφωνα µε τα εν λόγω άρθρα, ειδοποιεί την Ε.Α.Τ. και διαβουλεύεται µε την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας.
Με την παραλαβή της κοινοποίησης, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας αξιολογεί την πιθανή επίπτωση από τη λήψη µέτρων δυνάµει του άρθρου 27 ή από τον διορισµό επιτρόπου σύµφωνα µε το άρθρο 29 ή βάσει της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση στο οικείο ίδρυµα, στον όµιλο ή στα µέλη του οµίλου σε άλλα κράτη - µέλη. Η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας γνωστοποιεί την αξιολόγησή της στην ανωτέρω αρµόδια αρχή εντός τριών ηµερών.
Μετά την εν λόγω διαβούλευση, η αρµόδια αρχή αποφασίζει αν θα εφαρµόσει κάποιο από τα µέτρα του άρθρου 27 ή αν θα διορίσει επίτροπο δυνάµει του άρθρου 29 ή βάσει της περίπτωσης β΄ της παρ. 1 του άρθρου 137 του ν. 4261/2014, κατά περίπτωση. Στην απόφαση συνεκτιµάται δεόντως οποιαδήποτε αξιολόγηση της αρχής ενοποιηµένης εποπτείας. Η αρµόδια αρχή κοινοποιεί την απόφαση στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, στις λοιπές αρµόδιες αρχές του Σώµατος Εποπτών και στην
Ε.Α.Τ..
- Σε περίπτωση που περισσότερες από µια αρµόδιες αρχές σκοπεύουν να διορίσουν επίτροπο ή να εφαρµόσουν οποιοδήποτε από τα µέτρα του άρθρου 27 σε περισσότερα από ένα ιδρύµατα του ίδιου οµίλου, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και οι λοιπές σχετικές αρµόδιες αρχές εξετάζουν αν είναι καταλληλότερος ο διορισµός του ίδιου επιτρόπου για όλες τις σχετικές οντότητες ή η συντονισµένη εφαρµογή µέτρων του άρθρου 27 σε περισσότερα από ένα ιδρύµατα, ώστε να διευκολυνθούν τυχόν ενέργειες αποκατάστασης της χρηµατοοικονοµικής θέσης του σχετικού ιδρύµατος. Η αξιολόγηση λαµβάνει τη µορφή κοινής απόφασης της αρχής ενοποιηµένης εποπτείας και των υπόλοιπων εµπλεκόµενων αρµοδίων αρχών. H κοινή απόφαση λαµβάνεται εντός πέντε ηµερών από την ηµεροµηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1. Η κοινή απόφαση περιλαµβάνεται σε έγγραφο που διαβιβάζει η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας στη µητρική επιχείρηση της ΕΕ.
Η αρµόδια αρχή µπορεί να ζητήσει την συνδροµή της Ε.Α.Τ. για την επίτευξη συµφωνίας, σύµφωνα µε το άρθρο 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
Αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός πέντε (5) ηµερών, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και οι αρµόδιες αρχές για την εποπτεία των θυγατρικών µπορούν να λάβουν µεµονωµένες αποφάσεις σχετικά µε τον διορισµό επιτρόπου στα ιδρύµατα για τα οποία είναι αρµόδιες και την εφαρµογή οποιωνδήποτε από τα µέτρα του άρθρου 27.
- Όταν η αρµόδια αρχή δεν συµφωνεί µε την απόφαση που της έχει κοινοποιηθεί σύµφωνα µε την παράγραφο 1 ή την παράγραφο 3, ή αν δεν ληφθεί κοινή απόφαση σύµφωνα µε την παράγραφο 4, µπορεί να παραπέµψει το θέµα στην Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε την παράγραφο 6.
- Η αρµόδια αρχή που σκοπεύει να εφαρµόσει ένα ή περισσότερα από τα µέτρα της περίπτωσης α) της παραγράφου 1 του άρθρου 27 σε σχέση µε τις παραγράφους 4, 10, 11 και 19 του τµήµατος A΄ του Παραρτήµατος, της περίπτωσης ε΄ ή περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 µπορεί να ζητήσει τη συνδροµή της Ε.Α.Τ. για την επίτευξη συµφωνίας σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
- Η απόφαση της αρµόδιας αρχής λαµβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρµόδιων αρχών, οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την περίοδο διαβούλευσης που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή 3 ή στο χρονικό διάστηµα των πέντε ηµερών της παραγράφου 4, καθώς και την ενδεχόµενη επίπτωση της απόφασης στη σταθερότητα του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος στα εµπλεκόµενα κράτη - µέλη. Οι αποφάσεις διαβιβάζονται από την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας στη µητρική επιχείρηση της ΕΕ και από τις αντίστοιχες αρµόδιες αρχές στις θυγατρικές.
Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 6, αν, πριν από το τέλος της περιόδου διαβούλευσης που αναφέρεται στις παραγράφους 1 και 3 ή κατά το τέλος του χρονικού διαστήµατος των πέντε ηµερών που αναφέρεται στην παράγραφο 4, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρµόδιες αρχές έχει παραπέµψει το ζήτηµα στην Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του Κανονισµού (EE) αριθµ. 1093/2010, η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και οι λοιπές αρµόδιες αρχές αναβάλλουν τις αποφάσεις τους και αναµένουν την απόφαση της Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισµού, λαµβάνουν δε τις αποφάσεις τους σύµφωνα µε την απόφαση της Ε.Α.Τ..
- Αν δεν ληφθεί απόφαση της Ε.Α.Τ. εντός τριών ηµερών, εφαρµόζονται οι µεµονωµένες αποφάσεις που λαµβάνονται σύµφωνα µε την παράγραφο 1 ή 3, ή την τρίτη υποπαράγραφο της παραγράφου 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄ ΣΤΟΧΟΙ, ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ
ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
«Άρθρο 31 Στόχοι της εξυγίανσης
(άρθρο 31 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κατά την εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης λαµβάνει υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης και επιλέγει τα µέτρα και τις εξουσίες που τους επιτυγχάνουν πληρέστερα κατά τις εκάστοτε περιστάσεις.
- Οι στόχοι της εξυγίανσης είναι οι εξής:
α) η διασφάλιση της συνέχειας των κρίσιµων λειτουργιών,
β) η αποφυγή σηµαντικών δυσµενών επιπτώσεων στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως µε την πρόληψη της µετάδοσής τους, µεταξύ άλλων, στις υποδοµές της αγοράς, και µε τη διατήρηση της πειθαρχίας της αγοράς,
γ) η προστασία των δηµόσιων πόρων µε την ελαχιστοποίηση της εξάρτησης από έκτακτη δηµόσια χρηµατοοικονοµική στήριξη,
δ) η προστασία των καταθετών και των επενδυτών που καλύπτονται από συστήµατα εγγύησης καταθέσεων και επενδύσεων αντίστοιχα, και
ε) η προστασία των κεφαλαίων και των περιουσιακών στοιχείων των πελατών.
Κατά την επιδίωξη των ανωτέρω στόχων, η αρχή εξυγίανσης µεριµνά για την ελαχιστοποίηση του κόστους της εξυγίανσης και την αποφυγή της σηµαντικής αποµείωσης αξίας, εκτός αν το αντίθετο είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης.
- Με την επιφύλαξη λοιπών διατάξεων του παρόντος νόµου, οι στόχοι εξυγίανσης είναι ίσης σηµασίας. Η αρχή εξυγίανσης τους εξισορροπεί δεόντως ανάλογα µε τη φύση και τις περιστάσεις της κάθε περίπτωσης.
«Άρθρο 32 Προϋποθέσεις εξυγίανσης
(άρθρο 32 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης σε σχέση µε ίδρυµα µόνο εφόσον κρίνει ότι πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η αρµόδια αρχή διαπιστώνει, κατόπιν διαβούλευσης µε την αρχή εξυγίανσης, ότι το ίδρυµα τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας,
β) λαµβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγµή και άλλες σχετικές περιστάσεις, δεν προσδοκάται εύλογα ότι εναλλακτικά µέτρα προερχόµενα από τον ιδιωτικό τοµέα (συµπεριλαµβανοµένων των µέτρων του ΘΣΠ) ή εποπτικές ενέργειες (συµπεριλαµβανοµένων των µέτρων έγκαιρης παρέµβασης ή της αποµείωσης ή της µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων σύµφωνα µε την παράγραφο 9 του άρθρου 59) θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα του ιδρύµατος εντός ευλόγου χρονικού διαστήµατος.
γ) η ενέργεια εξυγίανσης είναι αναγκαία για λόγους δηµοσίου συµφέροντος και ειδικότερα απαιτείται για την επίτευξη ενός ή περισσότερων στόχων εξυγίανσης κατά το άρθρο 31, και είναι αναλογική προς αυτούς, ενώ µε την εκκαθάριση του ιδρύµατος κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας οι εν λόγω στόχοι εξυγίανσης δεν θα επιτυγχάνονταν στον ίδιο βαθµό.
- Η προηγούµενη λήψη µέτρων έγκαιρης παρέµβασης σύµφωνα µε το άρθρο 27 δεν αποτελεί προϋπόθεση για την πραγµατοποίηση ενέργειας εξυγίανσης.
- Για τους σκοπούς της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 ένα ίδρυµα θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας αν συντρέχει µία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) το ίδρυµα παραβιάζει ή υπάρχουν αντικειµενικές ενδείξεις βάσει των οποίων κρίνεται ότι πρόκειται να παραβιάσει στο εγγύς µέλλον τις προϋποθέσεις της αδειοδότησής του, κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας του από την αρµόδια αρχή, µεταξύ άλλων, διότι το ίδρυµα έχει υποστεί ή είναι πιθανόν να υποστεί ζηµίες οι οποίες θα εξαντλήσουν το σύνολο ή σηµαντικό µέρος των ιδίων κεφαλαίων του,
β) τα στοιχεία ενεργητικού του ιδρύµατος υπολείπονται, ή υπάρχουν αντικειµενικές ενδείξεις βάσει των οποίων κρίνεται ότι πρόκειται, στο εγγύς µέλλον, να υπολείπονται, των υποχρεώσεών του,
γ) το ίδρυµα δεν είναι σε θέση ή υπάρχουν αντικειµενικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται ότι το ίδρυµα δεν πρόκειται να είναι σε θέση, στο εγγύς µέλλον, να εξοφλήσει τις οφειλές του ή να ανταποκριθεί σε άλλες υποχρεώσεις του όταν αυτές καταστούν απαιτητές,
δ) όταν απαιτείται έκτακτη δηµόσια χρηµατοοικονοµική στήριξη εκτός εάν, προκειµένου να αντιµετωπιστεί σοβαρή διαταραχή στην εθνική οικονοµία και να διατηρηθεί η χρηµατοπιστωτική σταθερότητα, η έκτακτη δηµόσια χρηµατοοικονοµική στήριξη λαµβάνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες µορφές: αα) κρατική εγγύηση για την κάλυψη διευκολύνσεων ρευστότητας που παρέχεται από την κεντρική τράπεζα σύµφωνα µε τους όρους που διέπουν τη λειτουργία της,
ββ) κρατική εγγύηση για νεοεκδοθείσες υποχρεώσεις, ή
γγ) εισφορά ιδίων κεφαλαίων ή αγορά κεφαλαιακών µέσων σε τιµές και µε όρους που δεν παρέχουν πλεονέκτηµα υπέρ του ιδρύµατος, εφόσον δεν συντρέχουν ούτε οι περιστάσεις των περιπτώσεων α΄, β΄ ή γ΄ της παρούσας παραγράφου ούτε οι περιστάσεις που εκτίθενται στις παραγράφους 2 και 9 του άρθρου 59 κατά τη στιγµή της χορήγησης της κρατικής στήριξης.
- Σε καθεµία από τις υποπεριπτώσεις αα΄, ββ΄ και γγ΄ της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3, τα αναφερόµενα εγγυοδοτικά ή ισοδύναµα µέτρα περιορίζονται σε φερέγγυα ιδρύµατα και υπόκεινται στην τελική έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύµφωνα µε τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ. Τα µέτρα αυτά έχουν προληπτικό και προσωρινό χαρακτήρα, είναι αναλογικά ως προς την αντιµετώπιση των συνεπειών της σοβαρής διαταραχής και δεν χρησιµοποιούνται για να καλυφθούν ζηµίες που το ίδρυµα ήδη έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί στο εγγύς µέλλον.
Τα µέτρα στήριξης της υποπερίπτωσης γγ) της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 περιορίζονται στις αναγκαίες εισφορές για την αντιµετώπιση της έλλειψης κεφαλαίων που έχει διαπιστωθεί στο πλαίσιο των ασκήσεων προσοµοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο εθνικό, ενωσιακό ή του Ενιαίου Μηχανισµού Εποπτείας (SSM), στο πλαίσιο του ελέγχου της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναµων ελέγχων εκ µέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της Ε.Α.Τ. ή της αρµόδιας αρχής.
«Άρθρο 33 Προϋποθέσεις εξυγίανσης χρηµατοδοτικών ιδρυµάτων και εταιρειών συµµετοχών
(άρθρο 33 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης χρηµατοδοτικού ιδρύµατος που αναφέρεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32 τόσο ως προς το χρηµατοδοτικό ίδρυµα όσο και ως προς τη µητρική επιχείρηση που υπόκειται σε ενοποιηµένη εποπτεία.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32 τόσο ως προς την εν λόγω οντότητα, όσο και ως προς ένα ή περισσότερα θυγατρικά αυτής ιδρύµατα, ή σε περίπτωση που το θυγατρικό ίδρυµα δεν είναι εγκατεστηµένο στην ΕΕ και η αρχή της τρίτης χώρας έχει διαπιστώσει ότι πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης βάσει της νοµοθεσίας της τρίτης χώρας.
- Σε περίπτωση που τα θυγατρικά ιδρύµατα µιας µεικτής εταιρείας συµµετοχών ανήκουν άµεσα ή έµµεσα σε ενδιάµεση χρηµατοοικονοµική εταιρεία συµµετοχών, για τους σκοπούς της εξυγίανσης του οµίλου, πραγµατοποιούνται ενέργειες εξυγίανσης επί της ενδιάµεσης χρηµατοοικονοµικής εταιρείας και όχι επί της µεικτής εταιρείας συµµετοχών.
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 η αρχή εξυγίανσης µπορεί να πραγµατοποιήσει ενέργεια εξυγίανσης έναντι µιας οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, παρά το γεγονός ότι η εν λόγω οντότητα δεν πληροί τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32, όταν:
α) ένα ή περισσότερα εκ των θυγατρικών της ιδρυµάτων, πληρούν τις προϋποθέσεις των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 32,
β) τα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως δε δικαιώµατα, υποχρεώσεις, καθώς και συµβατικές σχέσεις των θυγατρικών τους είναι τέτοιου είδους ώστε η αφερεγγυότητά τους να απειλεί ένα ίδρυµα ή τον όµιλο στο σύνολό του, και
γ) η ενέργεια εξυγίανσης έναντι της ως άνω οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 είναι αναγκαία για την εξυγίανση των θυγατρικών ιδρυµάτων ή για την εξυγίανση ολόκληρου του οµίλου.
Για τους σκοπούς της παραγράφου 2 και του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου, όταν αξιολογούν κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 32 σε σχέση µε ένα ή περισσότερα θυγατρικά ιδρύµατα, η αρχή εξυγίανσης του ιδρύµατος και η αρχή εξυγίανσης της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 µπορούν, µε συµφωνία τους, να αγνοήσουν οποιεσδήποτε ενδοοµιλικές µεταφορές κεφαλαίων ή ζηµιών µεταξύ των οντοτήτων, συµπεριλαµβανοµένης της άσκησης των εξουσιών αποµείωσης ή µετατροπής.
«Άρθρο 34 Γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση
(άρθρο 34 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης όταν πρόκειται να εφαρµόσει µέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει εξουσίες εξυγίανσης λαµβάνει κάθε ενδεδειγµένο µέτρο προκειµένου να διασφαλίσει ότι η ενέργεια εξυγίανσης εφαρµόζεται σύµφωνα µε τις ακόλουθες αρχές:
α) οι µέτοχοι του υπό εξυγίανση ιδρύµατος υφίστανται πρώτοι τις ζηµίες,
β) οι πιστωτές του ιδρύµατος υπό εξυγίανση υφίστανται ζηµίες µετά τους µετόχους, σύµφωνα µε τη κατάταξη των απαιτήσεών τους στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας, εκτός εάν ρητώς ορίζει διαφορετικά ο παρών νόµος,
γ) το διοικητικό συµβούλιο και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του υπό εξυγίανση ιδρύµατος αντικαθίστανται, εκτός από περιπτώσεις κατά τις οποίες η παραµονή τους, εν όλω ή εν µέρει, κατά τις περιστάσεις, κρίνεται από την αρχή εξυγίανσης αναγκαία για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης,
δ) το διοικητικό συµβούλιο και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη του ιδρύµατος υπό εξυγίανση παρέχουν κάθε απαραίτητη βοήθεια για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης,
ε) λαµβάνεται κατά τις περιστάσεις µέριµνα, ώστε τα φυσικά και νοµικά πρόσωπα που τυχόν φέρουν αστική ή ποινική ευθύνη για την αφερεγγυότητα του ιδρύµατος να καθίστανται υπόλογα σύµφωνα µε τις σχετικές διατάξεις,
στ) εκτός αντιθέτου διατάξεως του παρόντος νόµου, οι πιστωτές της ιδίας τάξεως τυγχάνουν ίσης µεταχείρισης,
ζ) κανένας πιστωτής δεν υφίσταται µεγαλύτερες ζηµίες από εκείνες που θα είχε υποστεί εάν το ίδρυµα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 είχε εκκαθαριστεί κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, σύµφωνα µε τις διασφαλίσεις των άρθρων 73 έως 75,
η) οι εγγυηµένες καταθέσεις προστατεύονται πλήρως και
θ) η ενέργεια εξυγίανσης πραγµατοποιείται σύµφωνα µε τις διασφαλίσεις του παρόντος νόµου.
- Σε περίπτωση που ένα ίδρυµα είναι µέλος οµίλου, µε την επιφύλαξη του άρθρου 31, η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει τα µέτρα εξυγίανσης και ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης κατά τρόπο που ελαχιστοποιεί τις επιπτώσεις στα λοιπά µέλη του οµίλου και στο σύνολο του οµίλου, καθώς και τις δυσµενείς επιπτώσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα στη ΈΕ και τα κράτη - µέλη, ιδίως δε στις χώρες όπου δραστηριοποιείται ο όµιλος.
- Όταν η αρχή εξυγίανσης πρόκειται να εφαρµόσει τα µέτρα εξυγίανσης και να ασκήσει τις εξουσίες εξυγίανσης, µεριµνά, εφόσον συντρέχει περίπτωση, για τη συµµόρφωση µε τους κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ.
- Όταν σε ίδρυµα ή οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 εφαρµόζεται η εντολή µεταβίβασης, ο διαχωρισµός περιουσιακών στοιχείων ή συνιστάται µεταβατικό ίδρυµα, τα άρθρα 4 και 5 του π.δ. 178/2002 (Α΄ 162) δεν εφαρµόζονται και οι συµβάσεις εργασίας δεν µεταφέρονται.
- Κατά την εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης, όποτε ενδείκνυται, ενηµερώνει και ζητά τη γνώµη των εκπροσώπων των εργαζοµένων.
- Η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει µέτρα εξυγίανσης και ασκεί εξουσίες εξυγίανσης λαµβάνοντας υπόψη τυχόν ακολουθούµενη πρακτική σχετικά µε την εκπροσώπηση των εργαζοµένων στο διοικητικό συµβούλιο της εταιρείας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ
«Άρθρο 35 Ειδική διαχείριση
(άρθρο 35 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να διορίσει ειδικό διαχειριστή προς αντικατάσταση του διοικητικού συµβουλίου του υπό εξυγίανση ιδρύµατος.
- Ο ειδικός διαχειριστής:
α) διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται για να ασκήσει τα καθήκοντά του,
β) διαθέτει όλες τις εξουσίες της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συµβουλίου του ιδρύµατος, τις οποίες ασκεί µόνο υπό τον έλεγχο της αρχής εξυγίανσης,
γ) έχει το νόµιµο καθήκον να λαµβάνει κάθε αναγκαίο µέτρο για την προώθηση των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 και την εφαρµογή ενεργειών εξυγίανσης σύµφωνα µε την απόφαση της αρχής εξυγίανσης. Το καθήκον αυτό, όταν κρίνεται αναγκαίο, υπερισχύει κάθε άλλου καθήκοντός σχετικά µε τη διοίκηση του ιδρύµατος σύµφωνα µε το καταστατικό του, ή την ισχύουσα νοµοθεσία, όταν προκύπτει θέµα ασυµβίβαστου µεταξύ τους. Τα εν λόγω µέτρα µπορούν να περιλαµβάνουν αύξηση κεφαλαίου, αναδιοργάνωση της µετοχικής δοµής του ιδρύµατος ή εξαγορές από ιδρύµατα που είναι υγιή από χρηµατοοικονοµική και οργανωτική άποψη, σύµφωνα µε τα µέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στα άρθρα 38 έως 44,
δ) καταρτίζει εκθέσεις προς την αρχή εξυγίανσης, αναφορικά µε την οικονοµική και χρηµατοοικονοµική κατάσταση του ιδρύµατος και τις πράξεις που πραγµατοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του, ανά τακτά διαστήµατα οριζόµενα από την αρχή εξυγίανσης, καθώς επίσης και κατά την έναρξη και τη λήξη της θητείας του.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να θέτει όρια στη δράση του ειδικού διαχειριστή, να ορίζει ότι ορισµένες ενέργειές του υπόκεινται στη σύµφωνη γνώµη της ή να τον αποµακρύνει οποτεδήποτε από τα καθήκοντά του.
- Η θητεία του ειδικού διαχειριστή δεν υπερβαίνει το ένα έτος. και µπορεί να ανανεωθεί, κατ’ εξαίρεση, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αποφανθεί ότι εξακολουθούν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το διορισµό του.
- Εάν περισσότερες αρχές εξυγίανσης σκοπεύουν να διορίσουν ειδικό διαχειριστή σε µέλη ενός οµίλου, εξετάζουν αν θα ήταν ενδεδειγµένο να διορίσουν τον ίδιο ειδικό διαχειριστή για όλα τα µέλη, προκειµένου να διευκολυνθεί η αποκατάσταση της χρηµατοοικονοµικής ευρωστίας τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θ΄
ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
«Άρθρο 36 Αποτίµηση για τους σκοπούς της εξυγίανσης
(άρθρο 36 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
1. Πριν προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης ή ασκήσει την εξουσία αποµείωσης ή µετατροπής των κεφαλαιακών µέσων, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει τη διενέργεια δίκαιης, συνετής και ρεαλιστικής αποτίµησης των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 από εκτιμητή που διορίζει η ίδια, ανεξάρτητο από κάθε δηµόσια αρχή, συµπεριλαµβανοµένης της αρχής εξυγίανσης, καθώς και από το ίδιο το ίδρυµα ή την οντότητα. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 110, όταν πληρούνται όλες οι απαιτήσεις του παρόντος άρθρου η αποτίµηση θεωρείται οριστική.
2. Σε περίπτωση που η ανεξάρτητη αποτίµηση δυνάµει της παραγράφου 1 δεν είναι δυνατή, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να προβαίνει σε προσωρινή αποτίµηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, σύµφωνα µε την παράγραφο 9.
3. Στόχος της αποτίµησης είναι η εκτίµηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης των άρθρων 32 και 33.
4. Οι σκοποί της αποτίµησης είναι:
α) να διαπιστωθεί τεκµηριωµένα εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης ή οι προϋποθέσεις αποµείωσης ή µετατροπής κεφαλαιακών µέσων,
β) εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης, να ληφθεί τεκµηριωµένη απόφαση σχετικά µε την ανάληψη κατάλληλης ενέργειας εξυγίανσης για το ίδρυµα ή την οντότητα που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
γ) όταν ασκείται η εξουσία αποµείωσης ή µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων, να ληφθεί τεκµηριωµένη απόφαση σχετικά µε την έκταση της ακύρωσης των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή της µείωσης του ποσοστού συµµετοχής (dilution), καθώς και σχετικά µε την έκταση της αποµείωσης ή της µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων,
δ) όταν εφαρµόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού, να ληφθεί τεκµηριωµένη απόφαση σχετικά µε την έκταση της αποµείωσης ή της µετατροπής των επιλέξιµων υποχρεώσεων,
ε) όταν συστήνεται µεταβατικό ίδρυµα ή εφαρµόζεται ο διαχωρισµός περιουσιακών στοιχείων, να ληφθεί τεκµηριωµένη απόφαση σχετικά µε τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώµατα, τις υποχρεώσεις ή τις µετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας προς µεταβίβαση, καθώς και σχετικά µε την αξία κάθε ανταλλάγµατος που πρέπει να καταβληθεί στο υπό εξυγίανση ίδρυµα ή, ανάλογα µε την περίπτωση, στους κατόχους των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,
στ) όταν εφαρµόζεται η εντολή µεταβίβασης, να ληφθεί τεκµηριωµένη απόφαση για τα προς µεταβίβαση στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώµατα, ή τις µετοχές ή τους λοιπούς τίτλους ιδιοκτησίας και να διαµορφωθεί εµπεριστατωµένη άποψη της αρχής εξυγίανσης ως προς το τι συνιστά εµπορικούς όρους για τους σκοπούς του άρθρου 38,
ζ) σε κάθε περίπτωση, να διασφαλισθεί ότι οποιαδήποτε ζηµία επί των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 αναγνωρίζεται πλήρως κατά τη στιγµή της εφαρµογής των µέτρων εξυγίανσης ή της άσκησης της εξουσίας αποµείωσης ή µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων.
5. Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά µε τις κρατικές ενισχύσεις, κατά περίπτωση, η αποτίµηση βασίζεται σε συνετές παραδοχές, µεταξύ άλλων, ως προς τα ποσοστά αθέτησης υποχρεώσεων και το µέγεθος των ζηµιών. Από τη στιγµή που πραγµατοποιείται η ενέργεια εξυγίανσης ή ασκείται εξουσία αποµείωσης ή µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων, η αποτίµηση δεν προϋποθέτει την ενδεχόµενη µελλοντική χορήγηση προς το ίδρυµα ή την οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 έκτακτης δηµόσιας χρηµατοοικονοµικής στήριξης, ή επείγουσας στήριξης ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή οποιασδήποτε παροχή ρευστότητας από κεντρική τράπεζα που παρέχεται µε ασυνήθεις όρους εξασφάλισης χρονικής διάρκειας και επιτοκίου. Επιπλέον, κατά την αποτίµηση λαµβάνεται υπόψη ότι, σε περίπτωση που εφαρµοστεί οποιοδήποτε µέτρο εξυγίανσης:
α) η αρχή εξυγίανσης και το Ταµείο Εξυγίανσης δυνάµει του άρθρου 96 µπορούν να ανακτήσουν από το υπό εξυγίανση ίδρυµα κάθε εύλογη δαπάνη που προέκυψε σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου 37,
β) το Ταµείο Εξυγίανσης µπορεί να περιλαµβάνει χρέωση τόκων ή προµηθειών για κάθε δάνειο ή εγγύηση που παρέχεται προς το υπό εξυγίανση ίδρυµα, σύµφωνα µε το άρθρο 96.
6. Η αποτίµηση συµπληρώνεται µε τις ακόλουθες πληροφορίες, όπως εµφανίζονται στα λογιστικά βιβλία και αρχεία του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1:
α) επικαιροποιηµένο ισολογισµό και έκθεση σχετικά µε τη χρηµατοοικονοµική θέση του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
β) ανάλυση και εκτίµηση της λογιστικής αξίας των
στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού,
γ) κατάλογο των εκκρεµών εντός και εκτός ισολογισµού υποχρεώσεων που εµφανίζονται στα βιβλία και στα αρχεία του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, µε ένδειξη των αντίστοιχων πιστώσεων και της κατάταξής τους βάσει του πτωχευτικού δικαίου.
7. Κατά περίπτωση, και προκειµένου να λαµβάνονται µε εµπεριστατωµένο τρόπο οι αποφάσεις των περιπτώσεων ε΄ και στ΄ της παραγράφου 4, οι πληροφορίες της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 6 µπορούν να συνοδεύονται από ανάλυση και εκτίµηση της αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 βάσει αγοραίας αξίας.
8. Στην αποτίµηση αναφέρεται η κατάταξη των πιστωτών σε τάξεις, σύµφωνα µε την κατάταξή τους βάσει του δικαίου ειδικής εκκαθάρισης, και η εκτίµηση της µεταχείρισης που θα µπορούσε να αναµένεται για κάθε τάξη µετόχων και πιστωτών, αν το ίδρυµα ή η οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 τίθετο άµεσα σε εκκαθάριση κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, µε την επιφύλαξη της αρχής περί µη επιδείνωσης της θέσης των πιστωτών κατά την έννοια του άρθρου 74.
9. Σε επείγουσες περιπτώσεις, όπου δεν είναι δυνατή η συµµόρφωση µε τους όρους των παραγράφων 6 και 8 ή εφαρµόζεται η παράγραφος 2, γίνεται προσωρινή αποτίµηση, η οποία είναι σύµφωνη µε τους όρους της παραγράφου 3 και, στον βαθµό που ευλόγως το επιτρέπουν οι περιστάσεις, µε τους όρους των παραγράφων 1, 6 και 8, έως ότου διενεργηθεί από ανεξάρτητο εκτιμητή αποτίµηση που να είναι απολύτως συµβατή µε όλους τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο. Η εκ των υστέρων οριστική αποτίµηση, η οποία διεξάγεται το συντοµότερο δυνατόν και πάντως εντός της προθεσµίας που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, µπορεί να διενεργείται χωριστά από την αποτίµηση που αναφέρεται στο άρθρο 74 ή ταυτόχρονα µε εκείνη και από τον ίδιο εκτιμητή, αλλά είναι διακριτή από την τελευταία. Η προσωρινή αποτίµηση περιλαµβάνει απόθεµα ασφαλείας για πρόσθετες ζηµίες.
10. Οι σκοποί της εκ των υστέρων οριστικής αποτίµησης είναι:
α) να διασφαλιστεί ότι οποιεσδήποτε ζηµίες επί των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 αναγνωρίζονται µε πληρότητα στα λογιστικά βιβλία του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
β) να ληφθεί εµπεριστατωµένη απόφαση σχετικά µε επανεγγραφή απαιτήσεων των πιστωτών ή αύξηση της αξίας του καταβληθέντος ανταλλάγµατος, σύµφωνα µε την παράγραφο 10.
11. Σε περίπτωση που από την εκ των υστέρων οριστική αποτίµηση προκύψει διαφορά αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 µεγαλύτερη από αυτήν της προσωρινής αποτίµησης της διαφοράς αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, η αρχή εξυγίανσης µπορεί:
α) να ασκήσει τις εξουσίες της και να αυξήσει την αξία των απαιτήσεων των πιστωτών ή των κατόχων των σχετικών κεφαλαιακών µέσων που έχουν αποµειωθεί στο πλαίσιο της αναδιάρθρωσης παθητικού,
β) να εισηγηθεί σε µεταβατικό ίδρυµα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων να καταβάλει προς το υπό εξυγίανση ίδρυµα επιπλέον αντάλλαγµα για τα περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώµατα, τις υποχρεώσεις, ή, ανάλογα µε την περίπτωση, προς τους κατόχους των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας για τις µετοχές ή τους τίτλους ιδιοκτησίας..
12. Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να βασιστεί στην προσωρινή αποτίµηση που διεξάγεται σύµφωνα µε την παράγραφο 9, προκειµένου να προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης, συµπεριλαµβανοµένης της ανάληψης του ελέγχου ενός ιδρύµατος που τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας, ή µιας οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ή της άσκησης εξουσίας αποµείωσης ή µετατροπής κεφαλαιακών µέσων.
13. Η αποτίµηση αποτελεί αναπόσπαστο µέρος της απόφασης για την εφαρµογή µέτρου εξυγίανσης ή για την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης, ή της απόφασης για την άσκηση της εξουσίας αποµείωσης ή µετατροπής κεφαλαιακών µέσων, και υπόκειται σε αίτηση ακυρώσεως ως στοιχείο της οικείας απόφασης, σύµφωνα µε το άρθρο 110.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΜΕΤΡΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
«Άρθρο 37 Γενικές αρχές των µέτρων εξυγίανσης
(άρθρο 37 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Τα µέτρα εξυγίανσης είναι τα εξής:
α) εντολή µεταβίβασης,
β) σύσταση µεταβατικού ιδρύµατος,
γ) διαχωρισµός περιουσιακών στοιχείων,
δ) αναδιάρθρωση παθητικού.
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να εφαρµόζει τα µέτρα εξυγίανσης είτε µεµονωµένα είτε µε οποιοδήποτε συνδυασµό.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να εφαρµόζει το διαχωρισµό περιουσιακών στοιχείων µόνο σε συνδυασµό µε άλλο µέτρο εξυγίανσης.
- Όταν χρησιµοποιούνται µόνο τα µέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στην περίπτωση α΄ ή β΄ της παραγράφου 1, και µεταβιβάζεται έτσι µόνο µέρος των περιουσιακών στοιχείων, ιδίως δε δικαιωµάτων, υποχρεώσεων ή συµβατικών σχέσεων του ιδρύµατος υπό εξυγίανση, το ίδρυµα ή η οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 από το οποίο ή την οποία έχουν µεταβιβαστεί τα περιουσιακά στοιχεία εκκαθαρίζεται σύµφωνα µε τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Η εκκαθάριση αυτή πραγµατοποιείται εντός εύλογου χρόνου, λαµβανοµένης υπόψη της ενδεχόµενης ανάγκης να παρέχονται από το εν λόγω ίδρυµα ή την οντότητα υπηρεσίες ή στήριξη σύµφωνα µε το άρθρο 65, προκειµένου ο αποκτών να είναι σε θέση να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες τις οποίες απέκτησε δυνάµει αυτής της µεταβίβασης, και λαµβανοµένου επίσης υπόψη κάθε άλλου λόγου ο οποίος επιτάσσει τη συνέχιση της λειτουργίας τους προκειµένου να επιτευχθούν οι στόχοι της εξυγίανσης ή να τηρούνται οι αρχές που ορίζονται στο άρθρο 34.
- Η αρχή εξυγίανσης και το Ταµείο Εξυγίανσης παρακρατούν από το τυχόν αντάλλαγµα, που καταβάλλεται από τον αποκτώντα προς το υπό εξυγίανση ίδρυµα ή, ανάλογα µε την περίπτωση, προς τους κατόχους των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, το ισόποσο κάθε εύλογης δαπάνης που κατέβαλλαν για την άσκηση των µέτρων εξυγίανσης ή των εξουσιών ή των µέτρων δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής σταθεροποίησης. Για το τυχόν υπόλοιπο του ποσού της δαπάνης κατόπιν αυτής της παρακράτησης, η αρχή εξυγίανσης και το Ταµείο Εξυγίανσης έχουν αξίωση κατά του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, καθώς και κατά του µεταβατικού ιδρύµατος ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, ασκούµενη στην περίπτωση του µεταβατικού ιδρύµατος ή της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων µόνον επί των τυχόν εσόδων που προκύπτουν από την περάτωση της λειτουργίας τους. Η αξίωση αυτή κατατάσσεται προ πάσης άλλης αξιώσεως.
- Οι µεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων από ένα υπό εξυγίανση ίδρυµα προς άλλη οντότητα δυνάµει της εφαρµογής µέτρου εξυγίανσης ή της άσκησης εξουσίας εξυγίανσης ή της χρήσης µέτρου δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής σταθεροποίησης δεν υπόκεινται σε πτωχευτική ανάκληση.
- Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει ένα µέτρο εξυγίανσης σε ίδρυµα ή σε οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και η εν λόγω ενέργεια εξυγίανσης επιβαρύνει τους πιστωτές ή οδηγεί σε µετατροπή των απαιτήσεών τους, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία αποµείωσης και µετατροπής κεφαλαιακών µέσων σύµφωνα µε το άρθρο 59 ακριβώς πριν ή παράλληλα µε την εφαρµογή του µέτρου εξυγίανσης.
- Η λήψη µέτρων εξυγίανσης της παραγράφου 1 ή οποιουδήποτε άλλου µέτρου πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων κατά τον παρόντα νόµο δεν ενεργοποιεί τη διαδικασία αποζηµιώσεων καταθετών και επενδυτών - πελατών του ν. 3746/2009.
- Κατά την εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης ή οποιουδήποτε άλλου µέτρου πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων κατά τον παρόντα νόµο, η αρχή εξυγίανσης µεριµνά για την ακέραιη προστασία των καταθέσεων του Ελληνικού Δηµοσίου, µε κάθε πρόσφορο τρόπο.
- Ειδικότερα θέµατα και τεχνικές λεπτοµέρειες για την εφαρµογή του παρόντος κεφαλαίου ρυθµίζονται µε απόφαση της αρχής εξυγίανσης, στο πεδίο της αρµοδιότητάς της κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3.
«Άρθρο 38 Εντολή µεταβίβασης
(άρθρο 38 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να µεταβιβάζει µε απόφασή της σε έναν αγοραστή που δεν είναι µεταβατικό ίδρυµα:
α) µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το υπό εξυγίανση ίδρυµα,
β) ορισµένα ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία του ιδρύµατος υπό εξυγίανση, ιδίως δε δικαιώµατα, υποχρεώσεις, καθώς και συµβατικές σχέσεις µε την έννοια ότι ο αγοραστής υποκαθίσταται στη θέση του υπό εξυγίανση ιδρύµατος ως συµβαλλοµένου.
Με την επιφύλαξη των παραγράφων 8 και 9 του παρόντος άρθρου και του άρθρου 110, για τη µεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν απαιτείται η συγκατάθεση των µετόχων του ιδρύµατος υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου µέρους πλην του αποκτώντος, ούτε η αναγγελία σε τρίτους, και δεν εφαρµόζονται οι διαδικαστικές απαιτήσεις του εταιρικού και του αξιογραφικού δικαίου, καθώς και των ν. 3401/2005 και 3461/2006, πέραν αυτών που περιλαµβάνονται στο άρθρο 39.
- Αν συντρέχει περίπτωση για ορισµένα περιουσιακά στοιχεία, η µεταβίβαση σηµειώνεται ατελώς στα οικεία δηµόσια βιβλία και αρχεία µε αίτηση του αποκτώντος. Νόµιµος τίτλος της µεταβίβασης είναι η απόφαση της παραγράφου 1. Το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα δεν εφαρµόζεται. Εκκρεµείς δίκες που σχετίζονται µε τα µεταβιβαζόµενα περιουσιακά στοιχεία συνεχίζονται από τον αποκτώντα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή τους. Αντισυµβαλλόµενοι του υπό εξυγίανση ιδρύµατος δικαιούνται να προτείνουν απαίτησή τους κατ’ αυτού προς συµψηφισµό κατά απαίτησης που περιήλθε στον αποκτώντα µε την απόφαση της παραγράφου 1, εφόσον οι προϋποθέσεις του συµψηφισµού συνέτρεξαν πριν από το χρόνο µεταβίβασης.
- Η αρχή εξυγίανσης λαµβάνει κάθε εύλογο µέτρο ώστε η µεταβίβαση σύµφωνα µε την παράγραφο 1 να πραγµατοποιείται µε όρους αγοράς, οι οποίοι συνάδουν µε την αποτίµηση που πραγµατοποιείται σύµφωνα µε το άρθρο 36, λαµβανοµένων υπόψη των εκάστοτε περιστάσεων, και σύµφωνα µε τους κανόνες της ΕΕ σχετικά µε τις κρατικές ενισχύσεις.
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 37 το τυχόν αντάλλαγµα που καταβάλλεται από τον αποκτώντα αποβαίνει προς όφελος:
α) των κατόχων των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, όταν πρόκειται για µεταβίβαση από τους κατόχους των εν λόγω µετοχών ή τίτλων προς τον αποκτώντα,
β) του ιδρύµατος υπό εξυγίανση, όταν πρόκειται για µεταβίβαση ορισµένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύµατος.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να ασκεί την εξουσία µεταβίβασης εκ νέου επί του ιδίου υπό εξυγίανση ιδρύµατος, προκειµένου να πραγµατοποιεί συµπληρωµατικές µεταβιβάσεις µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από υπό εξυγίανση ίδρυµα ή, ανάλογα µε την περίπτωση, περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύµατος.
- Κατόπιν της απόφασης της παραγράφου 1 η αρχή εξυγίανσης µπορεί, µε τη συγκατάθεση του αποκτώντος, να αναµεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία στο υπό εξυγίανση ίδρυµα ή µετοχές ή λοιπούς τίτλους ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους τους, ενώ το υπό εξυγίανση ίδρυµα ή οι αρχικοί κάτοχοι δεν µπορούν να αντιταχθούν στην αναµεταβίβαση.
- Ο αποκτών πρέπει να διαθέτει την αναγκαία άδεια λειτουργίας προκειµένου να ασκήσει τις επιχειρηµατικές δραστηριότητες που αναλαµβάνει µε την εντολή µεταβίβασης. Η αρµόδια αρχή εξετάζει εγκαίρως την αίτηση χορήγησης της άδειας, σε συνδυασµό µε τη µεταβίβαση.
- Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 23 έως 26 του ν. 4261/2014, από την απαίτηση κοινοποίησης στην αρµόδια αρχή του άρθρου 27 του ν. 4261/2014, ή του άρθρου 16 του ν. 3606/2007, σε περίπτωση που µια µεταβίβαση µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εντολής µεταβίβασης θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συµµετοχής σε ίδρυµα του είδους που αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4261/2014 ή στο σηµείο 1 του άρθρου 2 του ν. 3606/ 2007, η αρµόδια αρχή του εν λόγω ιδρύµατος πραγµατοποιεί εγκαίρως την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρµογή της εντολής µεταβίβασης και δεν εµποδίζει την επίτευξη των στόχων της ενέργειας εξυγίανσης.
- Αν η αρµόδια αρχή δεν έχει ολοκληρώσει την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 8 κατά την ηµεροµηνία µεταβίβασης των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εφαρµογής της εντολής µεταβίβασης από την αρχή εξυγίανσης, ισχύουν τα ακόλουθα:
α) η εν λόγω µεταβίβαση µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή παράγει αµέσως έννοµες συνέπειες,
β) κατά τη διάρκεια της περιόδου αξιολόγησης και κάθε περιόδου εκποίησης που προβλέπεται στην περίπτωση ε΄ της παρουσας παραγράφου:
αα) τα δικαιώµατα ψήφου του αποκτώντος βάσει των εν λόγω µετοχών ή τίτλων ιδιοκτησίας αναστέλλονται στο πρόσωπό του και µπορούν να ασκούνται αποκλειστικά από την αρχή εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης δεν υποχρεούται να ασκεί αυτά τα δικαιώµατα ψήφου και δεν φέρει ευθύνη για την άσκηση ή την παράλειψη άσκησής τους,
ββ) οι κυρώσεις και τα λοιπά µέτρα βάσει των άρθρων 58, 59 και 60 του ν. 4261/2014 λόγω παράβασης των κανόνων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συµµετοχών δεν ισχύουν για την εν λόγω µεταβίβαση µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,
γ) αµέσως µετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης από την αρµόδια αρχή, η τελευταία ειδοποιεί εγγράφως την αρχή εξυγίανσης και τον αποκτώντα ότι εγκρίνει ή, ανάλογα µε την περίπτωση, αντιτάσσεται στη µεταβίβαση των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή κατά το άρθρο 24 του ν. 4261/2014,
δ) αν η αρµόδια αρχή εγκρίνει τη µεταβίβαση των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας στον αποκτώντα, παύει η αναστολή των οικείων δικαιωµάτων ψήφου στο πρόσωπό του από το χρονικό σηµείο κατά το οποίο η αρχή εξυγίανσης και ο αγοραστής λαµβάνουν την ειδοποίηση περί έγκρισης από την αρµόδια αρχή,
ε) αν η αρµόδια αρχή αντιταχθεί στη µεταβίβαση µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή:
αα) τα δικαιώµατα ψήφου βάσει αυτών των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στην περίπτωση β΄, παραµένουν σε ισχύ,
ββ) η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτήσει από τον αποκτώντα να εκποιήσει αυτές τις µετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας εντός συγκεκριµένης περιόδου που ορίζεται από την ίδια, αφού ληφθούν υπόψη οι επικρατούσες συνθήκες στην αγορά και
γγ) αν ο αποκτών δεν ολοκληρώσει την εν λόγω µεταβίβαση εντός της ως άνω περιόδου, η αρµόδια αρχή, µε τη συγκατάθεση της αρχής εξυγίανσης, µπορεί να επιβάλει στον αποκτώντα κυρώσεις και άλλα µέτρα βάσει των άρθρων 58, 59 και 60 του ν. 4261/2014 λόγω παράβασης των κανόνων περί απόκτησης ή εκχώρησης ειδικών συµµετοχών.
- Οι µεταβιβάσεις που πραγµατοποιούνται βάσει του παρόντος άρθρου υπόκεινται στις διασφαλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 73 έως 80.
- Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωµάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε άλλο κράτος - µέλος σύµφωνα µε το ν. 4261/ 2014 ή το ν. 3606/2007, ο αποκτών θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, και µπορεί να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωµα που ασκούσε το υπό εξυγίανση ίδρυµα σχετικά µε τα µεταβιβαζόµενα περιουσιακά στοιχεία.
- Ο αποκτών µπορεί να συνεχίσει να ασκεί τα δικαιώµατα συµµετοχής και πρόσβασης σε συστήµατα πληρωµών, εκκαθάρισης και διακανονισµού, σε χρηµατιστήρια αξιών, σε συστήµατα αποζηµίωσης επενδυτών και συστήµατα εγγύησης καταθέσεων του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, εφόσον πληροί τα κριτήρια ιδιότητας µέλους και συµµετοχής για τα συστήµατα αυτά. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του πρώτου εδαφίου:
α) δεν εµποδίζεται η πρόσβαση του αποκτώντος στα συστήµατα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο επειδή ο αποκτών δεν διαθέτει πιστοληπτική διαβάθµιση από οργανισµό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ή επειδή η εν λόγω διαβάθµιση δεν αντιστοιχεί στα επίπεδα διαβάθµισης που απαιτούνται για την πρόσβαση σε αυτά,
β) σε περίπτωση που ο αποκτών δεν πληροί τα κριτήρια ιδιότητας µέλους ή συµµετοχής σε σχετικό σύστηµα πληρωµών, εκκαθάρισης ή διακανονισµού, χρηµατιστήριο αξιών, σύστηµα αποζηµίωσης επενδυτών ή σύστηµα εγγύησης καταθέσεων, τα δικαιώµατα που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο ασκούνται για χρονική περίοδο που ορίζει η αρχή εξυγίανσης, η οποία δεν υπερβαίνει τους 24 µήνες και µπορεί να ανανεωθεί κατόπιν αιτήµατος του αγοραστή προς την αρχή εξυγίανσης.
- Με την επιφύλαξη των άρθρων 73 έως 80, οι µέτοχοι ή οι πιστωτές του ιδρύµατος υπό εξυγίανση και άλλα τρίτα µέρη, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεν µεταβιβάζονται, δεν έχουν δικαιώµατα, άµεσα ή έµµεσα, επί των µεταβιβαζόµενων περιουσιακών στοιχείων.
- Σε περίπτωση µεταβίβασης λογαριασµών καταθέσεων στο πλαίσιο µέτρων εξυγίανσης σε υπό εξυγίανση ίδρυµα, η προθεσµία (οκταήµερη) εµφάνισης επιταγών συρόµενων επί των µεταβιβαζόµενων λογαριασµών, η οποία κατά τη διάταξη του άρθρου 29 του ν. 5960/1933 (Α΄ 401) έληγε κατά ή µετά την ηµεροµηνία της ανάκλησης άδειας του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, αρχίζει από την ηµεροµηνία γνωστοποίησης από το ανάδοχο πιστωτικό ίδρυµα της έναρξης εξυπηρέτησης των µεταβιβαζόµενων λογαριασµών σε δύο τουλάχιστον ηµερήσιες πολιτικές εφηµερίδες.
- Το άρθρο 9 του ν. 3959/2011 (Α΄ 93) δεν εφαρµόζεται σε συγκεντρώσεις επιχειρήσεων που προκύπτουν κατά την εφαρµογή του παρόντος άρθρου. Το κύρος των δικαιοπραξιών που καταρτίζονται κατ’ εφαρµογή του παρόντος άρθρου εξαρτάται από την απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισµού που εκδίδεται κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ως άνω νόµου, εντός τριάντα (30) ηµερών από τη γνωστοποίηση της συγκέντρωσης. Σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της παραπάνω προθεσµίας εφαρµόζεται αναλόγως το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 6 του άρθρου 8 του ν. 3959/2011.
«Άρθρο 39 Εντολή µεταβίβασης: διαδικαστικές απαιτήσεις
(άρθρο 39 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει τη µεταβίβαση σε ίδρυµα ή οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 κινεί διαδικασία υποβολής προσφορών για τα περιουσιακά στοιχεία, τις µετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του ιδρύµατος που σκοπεύει να µεταφέρει. Για οµάδες δικαιωµάτων, περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων δύνανται να κινηθούν χωριστές διαδικασίες υποβολής προσφορών.
- Με την επιφύλαξη των κανόνων της ΕΕ σχετικά µε τις κρατικές ενισχύσεις, ανάλογα µε την περίπτωση, η διαδικασία της παράγραφου 1 υπόκειται στις ακόλουθες αρχές:
είναι όσο το δυνατόν διαφανέστερη και χωρίς ουσιώδεις ανακρίβειες στην περιγραφή των περιουσιακών στοιχείων, των µετοχών ή των άλλων τίτλων ιδιοκτησίας του ιδρύµατος που σκοπεύει να µεταφέρει η αρχή εξυγίανσης, έχοντας υπόψη τις περιστάσεις και, ιδίως, την ανάγκη να διατηρηθεί η χρηµατοπιστωτική σταθερότητα,
β) δεν ευνοεί αδικαιολόγητα ή προσφέρει αθέµιτο πλεονέκτηµα σε ορισµένους δυνητικούς αγοραστές ούτε δηµιουργεί διακρίσεις µεταξύ τους,
γ) δεν επηρεάζεται από συγκρούσεις συµφερόντων,
δ) λαµβάνει υπόψη την ανάγκη να πραγµατοποιηθεί ταχέως η ενέργεια εξυγίανσης,
ε) στοχεύει στη µεγιστοποίηση, κατά το δυνατόν, της τιµής πώλησης των σχετικών µετοχών ή των άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή των περιουσιακών στοιχείων.
Με την επιφύλαξη της περίπτωσης β΄, οι αρχές που καθορίζονται στην παρούσα παράγραφο δεν εµποδίζουν την αρχή εξυγίανσης να προσεγγίσει συγκεκριµένους δυνητικούς αγοραστές.
Κάθε γνωστοποίηση στο κοινό της διαδικασίας υποβολής προσφορών ως προς το ίδρυµα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, που κανονικά θα απαιτείτο, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 17 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 596/2014 (EE L 173), µπορεί να αναβληθεί σύµφωνα µε την παράγραφο 4 ή 5 του άρθρου 17 του ιδίου Κανονισµού.
- Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εφαρµόζει την εντολή µεταβίβασης χωρίς να συµµορφώνεται µε τις απαιτήσεις για τη διαδικασία υποβολής προσφορών που καθορίζονται στην παράγραφο 2, όταν διαπιστώνει ότι η συµµόρφωση µε τις εν λόγω απαιτήσεις ενδέχεται να υπονοµεύσει έναν ή περισσότερους από τους στόχους εξυγίανσης, και ειδικότερα αν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) όταν θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστική απειλή για τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα, προερχόµενη ή επιδεινούµενη από την κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας του ιδρύµατος υπό εξυγίανση και
β) όταν θεωρεί ότι η συµµόρφωση µε τις απαιτήσεις αυτές ενδέχεται να υπονοµεύσει την αποτελεσµατικότητα της εντολής µεταβίβασης ως προς την αντιµετώπιση της ως άνω απειλής ή την επίτευξη του στόχου της εξυγίανσης που αναφέρεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 31.
«Άρθρο 40 Μεταβατικό ίδρυµα
(άρθρο 40 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Προκειµένου να συστήσει µεταβατικό ίδρυµα και λαµβανοµένης υπόψη της ανάγκης διασφάλισης των βασικών λειτουργιών του µεταβατικού ιδρύµατος, η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να µεταβιβάζει µε απόφασή της σε µεταβατικά ιδρύµατα:
α) µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ένα ή περισσότερα ιδρύµατα υπό εξυγίανση,
β) ορισµένα ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία, ιδίως δε δικαιώµατα, υποχρεώσεις και συµβατικές σχέσεις, ενός ή περισσοτέρων ιδρυµάτων υπό εξυγίανση.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 110, για τη µεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν απαιτείται η συγκατάθεση των µετόχων του ιδρύµατος υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου µέρους πλην του µεταβατικού ιδρύµατος, ούτε η αναγγελία σε τρίτους, και δεν εφαρµόζονται οι διαδικαστικές απαιτήσεις του εταιρικού και του αξιογραφικού δικαίου, καθώς και των νόµων 3401/2005 και 3461/2006. Η παράγραφος 2 του άρθρου 38 εφαρµόζεται αναλόγως.
- Το µεταβατικό ίδρυµα είναι νοµικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες απαιτήσεις:
α) ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν µέρει στο Ταµείο Εξυγίανσης, ή σε µία ή περισσότερες δηµόσιες αρχές, συµπεριλαµβανοµένης της αρχής εξυγίανσης και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης,
β) δηµιουργείται µε σκοπό την απόκτηση και την κατοχή ορισµένων ή όλων των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από υπό εξυγίανση ίδρυµα ή ορισµένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων ενός ή περισσότερων υπό εξυγίανση ιδρυµάτων µε σκοπό τη διασφάλιση των κρίσιµων λειτουργιών και την πώληση του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Η εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού για το σκοπό που αναφέρεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 43 δεν παρεµποδίζει την ικανότητα της αρχής εξυγίανσης να ελέγχει το µεταβατικό ίδρυµα.
- Όταν συνιστά µεταβατικό ίδρυµα, η αρχή εξυγίανσης µεριµνά ώστε η συνολική αξία των υποχρεώσεων που µεταβιβάζονται στο µεταβατικό ίδρυµα να µην υπερβαίνει τη συνολική αξία των δικαιωµάτων και στοιχείων του ενεργητικού που µεταβιβάζονται από το υπό εξυγίανση ίδρυµα ή παρέχονται από άλλες πηγές.
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 37, κάθε αντάλλαγµα που καταβάλλεται από το µεταβατικό ίδρυµα αποβαίνει προς όφελος:
α) των κατόχων των µετοχών ή των τίτλων ιδιοκτησίας, όταν πρόκειται για µεταβίβαση προς το µεταβατικό ίδρυµα µετοχών ή τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το υπό εξυγίανση ίδρυµα,
β) του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, όταν πρόκειται για µεταβίβαση προς το µεταβατικό ίδρυµα ορισµένων ή όλων των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύµατος υπό εξυγίανση.
- Όταν συνιστά µεταβατικό ίδρυµα, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να:
α) ασκεί την εξουσία µεταβίβασης εκ νέου επί του ιδίου υπό εξυγίανση ιδρύµατος, προκειµένου να πραγµατοποιεί συµπληρωµατικές µεταβιβάσεις µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από το υπό εξυγίανση ίδρυµα ή, ανάλογα µε την περίπτωση, περιουσιακών στοιχείων του υπό εξυγίανση ιδρύµατος,
β) αναµεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από το µεταβατικό ίδρυµα στο υπό εξυγίανση ίδρυµα, ή µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας στους αρχικούς κατόχους τους, ενώ το υπό εξυγίανση ίδρυµα ή οι αρχικοί κάτοχοι δεν µπορούν να αντιταχθούν στην αναµεταβίβαση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 6,
γ) να µεταβιβάζει µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή περιουσιακά στοιχεία, από το µεταβατικό ίδρυµα σε τρίτους.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να αναµεταβιβάζει µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή περιουσιακά στοιχεία από το µεταβατικό ίδρυµα στο υπό εξυγίανση ίδρυµα εάν συντρέχει µία από τις ακόλουθες περιστάσεις:
η δυνατότητα να µπορούν να αναµεταβιβάζονται οι συγκεκριµένες µετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας, ή περιουσιακά στοιχεία προβλέπεται ρητώς στην απόφαση της παραγράφου 1,
β) οι συγκεκριµένες µετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας, περιουσιακά στοιχεία δεν εµπίπτουν, ούτε πληρούν τις προϋποθέσεις για να εµπίπτουν, στις κατηγορίες µεταβιβαστέων µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή περιουσιακών στοιχείων που καθορίζονται στην απόφαση της παραγράφου 1.
Κάθε τέτοια αναµεταβίβαση πραγµατοποιείται εντός του χρόνου και µε τους τυχόν όρους που ρητώς ορίζονται στη σχετική απόφαση.
- Οι µεταβιβάσεις µεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύµατος ή των αρχικών κατόχων των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, αφενός, και του µεταβατικού ιδρύµατος, αφετέρου, υπόκεινται στις διασφαλίσεις που προβλέπονται στα άρθρα 73 έως 80,
- Για τους σκοπούς της άσκησης των δικαιωµάτων παροχής υπηρεσιών ή για τους σκοπούς της εγκατάστασής του σε άλλο κράτος - µέλος, σύµφωνα µε το ν. 4261/ 2014 ή την Οδηγία 2014/65/ΕΕ, εφαρµόζεται η παράγραφος 11 του άρθρου 38.
Για άλλους σκοπούς, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να ορίζει ότι το µεταβατικό ίδρυµα θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του υπό εξυγίανση ιδρύµατος και έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να ασκεί κάθε δικαίωµα που ασκούσε το υπό εξυγίανση ίδρυµα όσον αφορά τα µεταβιβασθέντα περιουσιακά στοιχεία.
- Για τους σκοπούς της άσκησης δικαιωµάτων συµµετοχής και πρόσβασης του µεταβατικού ιδρύµατος σε συστήµατα πληρωµών, εκκαθάρισης και διακανονισµού, σε χρηµατιστήρια αξιών, συστήµατα αποζηµίωσης επενδυτών και συστήµατα εγγύησης καταθέσεων εφαρµόζεται η παράγραφος 12 του άρθρου 38.
- Με την επιφύλαξη των άρθρων 73 έως 80, οι µέτοχοι ή οι πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύµατος και άλλα τρίτα µέρη των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεν µεταβιβάζονται στο µεταβατικό ίδρυµα, δεν έχουν δικαιώµατα, άµεσα ή έµµεσα, επί των περιουσιακών στοιχείων, που µεταβιβάζονται στο µεταβατικό ίδρυµα, έναντι του διοικητικού συµβουλίου του ή έναντι των ανώτερων διοικητικών στελεχών του.
- Από τους στόχους του µεταβατικού ιδρύµατος δεν προκύπτει καµία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των µετόχων ή πιστωτών του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, και το διοικητικό συµβούλιο ή τα ανώτερα διοικητικά στελέχη δεν υπέχουν καµία ευθύνη έναντι αυτών των µετόχων και πιστωτών για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, παρά µόνον για δόλο ή βαριά αµέλεια και εφόσον θίγονται άµεσα τα δικαιώµατα αυτών των µετόχων και πιστωτών.
«Άρθρο 41 Λειτουργία του µεταβατικού ιδρύµατος
(άρθρο 41 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Το µεταβατικό ίδρυµα λειτουργεί τηρουµένων των ακόλουθων απαιτήσεων:
α) το περιεχόµενο της συστατικής πράξης του µεταβατικού ιδρύµατος εγκρίνεται από την αρχή εξυγίανσης,
β) η αρχή εξυγίανσης διορίζει ή εγκρίνει, αν η ίδια δεν είναι µέτοχος ή δεν είναι ο µόνος µέτοχος, το διοικητικό συµβούλιο του µεταβατικού ιδρύµατος,
γ) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τις αποδοχές των µελών του διοικητικού συµβουλίου και καθορίζει τις αρµοδιότητές τους,
δ) η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει τη στρατηγική και το
προφίλ κινδύνου του µεταβατικού ιδρύµατος,
ε) το µεταβατικό ίδρυµα λαµβάνει άδεια λειτουργίας, σύµφωνα µε το ν. 4261/2014 και το ν. 3606/2007, αναλόγως µε την περίπτωση, και διαθέτει την αναγκαία άδεια για να ασκεί τις δραστηριότητες ή τις υπηρεσίες που αναλαµβάνει δυνάµει της µεταβίβασης που πραγµατοποιείται σύµφωνα µε το άρθρο 63,
στ) το µεταβατικό ίδρυµα πληροί τις εποπτικές απαιτήσεις και υπόκειται σε εποπτεία, σύµφωνα µε τον Κανονισµό (ΕΕ) 575/2013, το ν. 4261/2014 και το ν. 3606/2007, αναλόγως µε την περίπτωση,
ζ) η λειτουργία του µεταβατικού ιδρύµατος συνάδει προς τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, και η αρχή εξυγίανσης µπορεί να θέσει σχετικούς περιορισµούς στις δραστηριότητές του.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των περιπτώσεων ε΄ και στ΄, και εφόσον αυτό απαιτείται προκειµένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης, το µεταβατικό ίδρυµα µπορεί να συσταθεί και να λάβει άδεια λειτουργίας χωρίς να συµµορφώνεται µε τις διατάξεις του ν. 4261/2014 και του ν. 3606/2007 για σύντοµο χρονικό διάστηµα κατά την έναρξη της λειτουργίας του. Προς το σκοπό αυτόν, η αρχή εξυγίανσης υποβάλλει σχετικό αίτηµα στην αρµόδια αρχή, η οποία σε περίπτωση που αποφασίσει να χορηγήσει την εν λόγω άδεια, υποδεικνύει την περίοδο για την οποία το µεταβατικό ίδρυµα απαλλάσσεται από τη συµµόρφωση µε τις ως άνω διατάξεις.
- Με την επιφύλαξη τυχόν περιορισµών που επιβάλλονται σύµφωνα µε τους κανόνες της ΕΕ περί ανταγωνισµού, η διοίκηση του µεταβατικού ιδρύµατος διευθύνει το µεταβατικό ίδρυµα µε σκοπό τη διατήρηση της πρόσβασης σε βασικές λειτουργίες και την πώληση του ιδρύµατος, ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 και των περιουσιακών του στοιχείων, σε έναν ή περισσότερους αγοραστές προερχόµενους από τον ιδιωτικό τοµέα, όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες και εντός της χρονικής περιόδου που ορίζεται στην παράγραφο 5 ή, κατά περίπτωση, στην παράγραφο 6.
- Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι το µεταβατικό ίδρυµα δεν αποτελεί πλέον µεταβατικό ίδρυµα κατά την έννοια της παραγράφου 2 του άρθρου 40 εφόσον:
α) το µεταβατικό ίδρυµα συγχωνεύεται µε άλλη οντότητα ή
β) το µεταβατικό ίδρυµα παύει να πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 40 ή
γ) πωλούνται εξ ολοκλήρου ή σχεδόν εξ ολοκλήρου τα περιουσιακά στοιχεία του µεταβατικού ιδρύµατος σε τρίτο µέρος ή
δ) λήγει η χρονική περίοδος που ορίζεται στην παράγραφο 5 ή, αναλόγως µε την περίπτωση, στην παράγραφο 6 ή
ε) έχουν ρευστοποιηθεί τα περιουσιακά στοιχεία του µεταβατικού ιδρύµατος και οι υποχρεώσεις του έχουν εκπληρωθεί στο σύνολό τους.
- Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης επιδιώκει την πώληση του µεταβατικού ιδρύµατος ή των περιουσιακών του στοιχείων, το µεταβατικό ίδρυµα ή τα σχετικά περιουσιακά στοιχεία τίθενται προς πώληση δηµόσια και µε
διαφανή τρόπο, χωρίς ουσιώδεις ανακρίβειες στην περιγραφή τους και χωρίς αδικαιολόγητη εύνοια προς υποψήφιους αγοραστές ή διακρίσεις µεταξύ υποψήφιων αγοραστών.
Κάθε τέτοια πώληση πραγµατοποιείται µε όρους αγοράς, λαµβανοµένων υπόψη των περιστάσεων και σύµφωνα µε τους κανόνες της ΕΕ σχετικά µε τις κρατικές ενισχύσεις.
- Αν δεν προκύψει κανένα από τα συµβάντα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και ε΄ της παραγράφου 3, η αρχή εξυγίανσης θέτει σε εκκαθάριση το µεταβατικό ίδρυµα στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας το συντοµότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση µετά το πέρας δύο ετών από την ηµεροµηνία κατά την οποία πραγµατοποιήθηκε η τελευταία µεταβίβαση από το υπό εξυγίανση ίδρυµα στο µεταβατικό ίδρυµα.
- Η αρχή εξυγίανσης δύναται να παρατείνει τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 για µία ή περισσότερες ετήσιες περιόδους, όταν:
α) µε την εν λόγω παράταση υποστηρίζονται τα αποτελέσµατα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και ε΄ της παραγράφου 3 ή
β) η εν λόγω παράταση είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της συνέχειας των βασικών τραπεζικών ή χρηµατοπιστωτικών υπηρεσιών.
- Κάθε απόφαση της αρχής εξυγίανσης να παρατείνει τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 5 αιτιολογείται και περιλαµβάνει λεπτοµερή αξιολόγηση της κατάστασης που δικαιολογεί την παράταση, συµπεριλαµβανοµένων των συνθηκών και των προοπτικών της αγοράς.
- Σε περίπτωση που οι λειτουργίες του µεταβατικού ιδρύµατος παύσουν υπό τις συνθήκες που αναφέρονται στις περιπτώσεις γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 3 το µεταβατικό ίδρυµα εκκαθαρίζεται στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας.
Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 37, τυχόν έσοδα από την περάτωση της λειτουργίας του µεταβατικού ιδρύµατος αποδίδονται στους µετόχους του µεταβατικού ιδρύµατος.
- Σε περίπτωση που ένα µεταβατικό ίδρυµα χρησιµοποιείται για τη µεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων περισσότερων του ενός ιδρυµάτων υπό εξυγίανση, η υποχρέωση της παραγράφου 8 αφορά τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις που έχουν µεταβιβαστεί από κάθε ένα από τα υπό εξυγίανση ιδρύµατα και όχι το ίδιο το µεταβατικό ίδρυµα.
«Άρθρο 42 Διαχωρισµός περιουσιακών στοιχείων
(άρθρο 42 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- H αρχή εξυγίανσης µπορεί να µεταβιβάζει µε απόφασή της περιουσιακά στοιχεία, ιδίως δε δικαιώµατα, υποχρεώσεις και συµβατικές σχέσεις ενός υπό εξυγίανση ιδρύµατος ή ενός µεταβατικού ιδρύµατος σε µία ή περισσότερες εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. Η παράγραφος 2 του άρθρου 38 εφαρµόζεται αναλόγως.
Με την επιφύλαξη του άρθρου 110, για τη µεταβίβαση που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο δεν απαιτείται η συγκατάθεση των µετόχων των ιδρυµάτων υπό εξυγίανση ή οποιουδήποτε τρίτου µέρους πλην του µεταβατικού ιδρύµατος και χωρίς να εφαρµόζονται οι διαδικαστικές απαιτήσεις του εταιρικού και του αξιογραφικού δικαίου.
- Για τους σκοπούς του διαχωρισµού περιουσιακών στοιχείων, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων είναι το νοµικό πρόσωπο που πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) ανήκει εξ ολοκλήρου ή εν µέρει ή ελέγχεται από µία ή περισσότερες αρχές στις οποίες συµπεριλαµβάνεται το Ταµείο Εξυγίανσης ή η αρχή εξυγίανσης, και ελέγχεται από την αρχή εξυγίανσης,
β) έχει δηµιουργηθεί µε σκοπό να λάβει ορισµένα ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία ενός ή περισσοτέρων ιδρυµάτων υπό εξυγίανση ή ενός µεταβατικού ιδρύµατος.
- Η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που µεταβιβάζονται σε αυτήν προς µεγιστοποίηση της αξίας τους µέχρι την πώληση ή την οργανωµένη ρευστοποίησή τους.
- Για τη λειτουργία της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, η αρχή εξυγίανσης:
α) εγκρίνει το καταστατικό της,
β) διορίζει ή εγκρίνει, αν η ίδια δεν είναι µέτοχος ή δεν είναι ο µόνος µέτοχος, το διοικητικό της συµβούλιο,
γ) εγκρίνει τις αποδοχές των µελών του διοικητικού συµβουλίου και καθορίζει τις αρµοδιότητες εκάστου,
δ) εγκρίνει τη στρατηγική και το προφίλ κινδύνου της εταιρείας.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να ασκεί την εξουσία που ορίζεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά τη µεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, µόνο εφόσον:
α) η κατάσταση της αγοράς για αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι πιθανό να έχει δυσµενείς επιπτώσεις σε µία ή περισσότερες χρηµατοπιστωτικές αγορές σε περίπτωση ρευστοποίησης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στο πλαίσιο συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας,
β) η µεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειµένου να διασφαλισθεί η εύρυθµη λειτουργία του υπό εξυγίανση ιδρύµατος ή του µεταβατικού ιδρύµατος ή
γ) η µεταβίβαση είναι απαραίτητη προκειµένου να µεγιστοποιηθούν τα έσοδα από τη ρευστοποίηση.
- Όταν εφαρµόζει το διαχωρισµό περιουσιακών στοιχείων, η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει το αντάλλαγµα έναντι του οποίου µεταβιβάζονται τα περιουσιακά στοιχεία στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, σύµφωνα µε τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 36 και σύµφωνα µε τους κανόνες της ΕE σχετικά µε τις κρατικές ενισχύσεις. Το αντάλλαγµα µπορεί να είναι συµβολικό ή αρνητικό.
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 5 του άρθρου 37, κάθε αντάλλαγµα που καταβάλλεται από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων αναφορικά µε τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτά άµεσα από το ίδρυµα υπό εξυγίανση καταβάλλεται στο τελευταίο. Το αντάλλαγµα µπορεί να καταβάλλεται υπό µορφή χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
- Σε περίπτωση που έχει συσταθεί µεταβατικό ίδρυµα, η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων µπορεί, µετά τη σύστασή του, να αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία από το µεταβατικό ίδρυµα.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να µεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από το υπό εξυγίανση ίδρυµα σε µία ή περισσότερες εταιρίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε περισσότερες από µία περιπτώσεις, καθώς επίσης και να αναµεταβιβάζει περιουσιακά στοιχεία από µία ή περισσότερες εταιρίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων προς το ίδρυµα υπό εξυγίανση, υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι όροι της παραγράφου 10.
Το ίδρυµα υπό εξυγίανση υποχρεούται να δεχθεί εκ νέου κάθε τέτοιο περιουσιακό στοιχείο.
- Η αναµεταβίβαση κατά την προηγούµενη παράγραφο είναι δυνατή στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν η δυνατότητα αναµεταβίβασης των συγκεκριµένων περιουσιακών στοιχείων δηλώνεται ρητώς στην απόφαση της παραγράφου 1 ή
β) όταν τα συγκεκριµένα, περιουσιακά στοιχεία δεν εµπίπτουν στις κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων που διευκρινίζονται στην απόφαση της παραγράφου 1 ή δεν πληρούν τις προϋποθέσεις µεταβίβασης κατά την εν λόγω απόφαση.
Στις ως άνω περιπτώσεις η αναµεταβίβαση πραγµατοποιείται εντός του χρόνου και µε τους τυχόν όρους που ρητώς ορίζονται στη σχετική απόφαση.
- Οι µεταβιβάσεις µεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύµατος και της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων υπόκεινται στις διασφαλίσεις για τις µερικές µεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες προβλέπονται στα άρθρα 73 έως 80.
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 73 έως 80, οι µέτοχοι και οι πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, όπως και άλλα τρίτα µέρη, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία δεν µεταβιβάζονται στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δεν έχουν δικαιώµατα, άµεσα ή έµµεσα, επί των µεταβιβαζόµενων περιουσιακών στοιχείων ούτε έναντι του διοικητικού συµβουλίου της ή των ανώτερων διοικητικών στελεχών της.
- Από τους στόχους της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων δεν απορρέει καµία υποχρέωση ή ευθύνη έναντι των µετόχων ή πιστωτών του ιδρύµατος υπό εξυγίανση, και το διοικητικό συµβούλιο ή τα ανώτερα διοικητικά στελέχη της δεν υπέχουν καµία ευθύνη έναντι αυτών των µετόχων και πιστωτών για πράξεις και παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, παρά µόνον για δόλο ή βαριά αµέλεια και αν θίγονται άµεσα τα δικαιώµατα αυτών των µετόχων και πιστωτών.
«Άρθρο 43 Αναδιάρθρωση παθητικού
(άρθρο 43 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Με απόφαση της αρχής εξυγίανσης, που εκδίδεται σύµφωνα µε το παρόν άρθρο και τα άρθρα 44 και 46 έως 50, µπορεί να εφαρµόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να εφαρµόζει την αναδιάρθρωση παθητικού για την επίτευξη των στόχων και σύµφωνα µε τις γενικές αρχές της εξυγίανσης όπως προσδιορίζονται στα άρθρα 31 και 34, για οποιονδήποτε από τους εξής σκοπούς:
α) για την ανακεφαλαιοποίηση ενός ιδρύµατος ή µίας οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, που πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης σε βαθµό τέτοιο ώστε: αα) να αποκαθίσταται η δυνατότητα του ιδρύµατος ή της οντότητας να συµµορφώνεται µε τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας του (εφόσον τέτοιες προϋποθέσεις υφίστανται για το ίδρυµα ή την οντότητα),
ββ) να διασφαλίζεται η συνέχιση των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχει λάβει άδεια σύµφωνα µε το ν. 4261/
2014 ή το ν. 3606/2007 και γγ) να διατηρηθεί η εµπιστοσύνη της αγοράς στο εν λόγω ίδρυµα ή την οντότητα·
β) για τη µετατροπή σε µετοχικό κεφάλαιο ή τη µείωση της αξίας των υποχρεώσεων ή των χρεωστικών τίτλων που µεταβιβάζονται:
αα) σε µεταβατικό ίδρυµα, µε σκοπό την παροχή κεφαλαίου σε αυτό, ή
ββ) στο πλαίσιο εφαρµογής της εντολής µεταβίβασης ή του διαχωρισµού περιουσιακών στοιχείων.
- Σε περίπτωση όπου ευλόγως διαφαίνεται ότι η εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, σε συνδυασµό µε άλλα σχετικά µέτρα, συµπεριλαµβανοµένων των µέτρων που εφαρµόζονται σύµφωνα µε το σχέδιο αναδιοργάνωσης του άρθρου 52, θα αποκαταστήσει τη χρηµατοοικονοµική ευρωστία και τη µακροπρόθεσµη βιωσιµότητα του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να εφαρµόζει την αναδιάρθρωση παθητικού για το σκοπό που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2.
Σε κάθε άλλη περίπτωση, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να εφαρµόζει οποιοδήποτε από τα µέτρα εξυγίανσης που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 37, και την αναδιάρθρωση παθητικού που αναφέρεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 2.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να εφαρµόζει την αναδιάρθρωση του παθητικού σε όλα τα ιδρύµατα ή τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, διατηρώντας ή µεταβάλλοντας τη νοµική µορφή του εν λόγω ιδρύµατος ή της οντότητας.
«Άρθρο 44 Πεδίο εφαρµογής της αναδιάρθρωσης παθητικού
(άρθρο 44 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αναδιάρθρωση παθητικού µπορεί να εφαρµόζεται σε όλες τις υποχρεώσεις του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, σύµφωνα µε τις παραγράφους 2 ή 3 του παρόντος άρθρου.
- Η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί τις εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής όσον αφορά τις ακόλουθες υποχρεώσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους - µέλους ή τρίτης χώρας:
α) τις εγγυηµένες καταθέσεις,
β) τις υποχρεώσεις που καλύπτονται µε εξασφάλιση, συµπεριλαµβανοµένων των καλυµµένων οµολόγων και των υποχρεώσεων υπό µορφή χρηµατοπιστωτικών µέσων που χρησιµοποιούνται για σκοπούς αντιστάθµισης κινδύνου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο µέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και εξασφαλίζονται, κατά τρόπο παρόµοιο µε αυτόν των καλυµµένων οµολόγων,
γ) κάθε υποχρέωση που προκύπτει από την κατοχή περιουσιακών στοιχείων πελατών ή χρηµάτων των πελατών, συµπεριλαµβανοµένων περιουσιακών στοιχείων πελατών ή χρηµάτων των πελατών που διακρατούν για λογαριασµό τους οι Οργανισµοί Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (Ο.Σ.Ε.Κ.Α.), όπως ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 του ν. 4099/2012, ή οι Οργανισµοί Εναλλακτικών Επενδύσεων (Ο.Ε.Ε.), όπως ορίζεται στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 4209/2013 (Α΄ 253), υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω πελάτες προστατεύονται κατά την ισχύουσα νοµοθεσία περί αφερεγγυότητας,
δ) κάθε υποχρέωση που προκύπτει από καταπιστευτική σχέση µεταξύ του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 (ως καταπιστευµατοδόχου) και ενός άλλου προσώπου (ως δικαιούχου), υπό την προϋπόθεση ότι ο εν λόγω δικαιούχος προστατεύεται µε βάση την ισχύουσα νοµοθεσία περί αφερεγγυότητας ή από τις διατάξεις του αστικού δικαίου,
ε) τις υποχρεώσεις προς ιδρύµατα, εξαιρουµένων των µελών του οµίλου, οι οποίες έχουν αρχική ληκτότητα µικρότερη των επτά (7) ηµερών,
στ) τις υποχρεώσεις που έχουν εναποµένουσα ληκτότητα µικρότερη των επτά (7) ηµερών, έναντι συστηµάτων ή διαχειριστών συστηµάτων που ορίζονται σύµφωνα µε το ν. 2789/2000 ή έναντι συµµετεχόντων σε αυτά και που προκύπτουν από τη συµµετοχή στα εν λόγω συστήµατα,
ζ) τις καταθέσεις του Τ.Ε.Κ.Ε. και του Συνεγγυητικού,
η) τις υποχρεώσεις σε οποιονδήποτε από:
αα) τους εργαζοµένους όσον αφορά δεδουλευµένες αποδοχές, αποζηµιώσεις καταγγελίας, συνταξιοδοτικά δικαιώµατα ή άλλες σταθερές αποδοχές, εκτός από τη µεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών που δεν ρυθµίζεται από συλλογική σύµβαση. Η µεταβλητή συνιστώσα των αποδοχών των προσώπων που αναλαµβάνουν σηµαντικούς κινδύνους, όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 84 του ν. 4261/2014 δεν εµπίπτει στην υποπερίπτωση αυτή. Στην υποπερίπτωση αυτή εµπίπτουν οι έναντι δικηγόρων υποχρεώσεις της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα.
ββ) τους εµπορικούς πιστωτές ή προµηθευτές, που συνδέονται µε την παροχή αγαθών και υπηρεσιών στο ίδρυµα ή στην οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, τα οποία είναι κρίσιµα για την καθηµερινή λειτουργία του, συµπεριλαµβανοµένων των υπηρεσιών πληροφορικής, κοινής ωφελείας, καθώς και της ενοικίασης, συντήρησης και φροντίδας των εγκαταστάσεων,
γγ) τις φορολογικές αρχές και τις αρχές κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές είναι προνοµιούχες σύµφωνα µε την ισχύουσα νοµοθεσία,
δδ) τα συστήµατα εγγύησης καταθέσεων της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ.
θ) τις υποχρεώσεις που εμπίπτουν στις περιπτώσεις ζ΄, η΄ και θ΄ της παρ. 1 του άρθρου 145Α του ν. 4261/2014 (προστέθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015, ΦΕΚ Α'134/1.11.2015)
- Όλα τα εξασφαλισµένα περιουσιακά στοιχεία που σχετίζονται µε τα συνολικά στοιχεία κάλυψης καλυµµένων οµολογιών πρέπει να µην θίγονται, να παραµένουν διαχωρισµένα και να έχουν επαρκή χρηµατοδότηση. Το προηγούµενο εδάφιο και η περίπτωση β΄ της παραγράφου 2 ανωτέρω δεν εµποδίζουν την αρχή εξυγίανσης, όπου ενδείκνυται, να ασκεί τις εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής όσον αφορά οποιοδήποτε µέρος µιας εξασφαλισµένης υποχρέωσης που υπερβαίνει την αξία της εξασφάλισης.
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί µεγάλων ανοιγµάτων του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 και του ν. 4261/2014, προκειµένου να υπάρχει δυνατότητα εξυγίανσης των ιδρυµάτων και οµίλων, η αρχή εξυγίανσης περιορίζει, σύµφωνα µε την περίπτωση β΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 25, το βαθµό στον οποίο άλλα ιδρύµατα κατέχουν υποχρεώσεις επιλέξιµες για την αναδιάρθρωση παθητικού, εκτός από τις υποχρεώσεις τις οποίες κατέχουν µέλη του ίδιου οµίλου.
- Σε εξαιρετικές περιστάσεις, όταν εφαρµόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να εξαιρεί συνολικά ή εν µέρει ορισµένες υποχρεώσεις από την άσκηση των εξουσιών αποµείωσης ή µετατροπής όταν:
α) η συγκεκριµένη υποχρέωση δεν είναι δυνατόν να περιληφθεί στην εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού εντός εύλογου χρόνου, παρά τις εύλογες προσπάθειες της αρχής εξυγίανσης,
β) η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική προκειµένου να επιτευχθεί η συνέχεια των κρίσιµων και των βασικών επιχειρηµατικών λειτουργιών κατά τρόπο που να διατηρεί την ικανότητα του υπό εξυγίανση ιδρύµατος να συνεχίζει τις σηµαντικές λειτουργίες, υπηρεσίες και συναλλαγές του,
γ) η εξαίρεση είναι απολύτως αναγκαία και αναλογική προκειµένου να αποφευχθεί µια ευρεία µετάδοση κινδύνου, ιδίως όσον αφορά τις επιλέξιµες καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ µικρών, µικρών και µεσαίων επιχειρήσεων, η οποία θα διατάρασσε σοβαρά τη λειτουργία και την υποδοµή των χρηµατοοικονοµικών αγορών κατά τρόπο που θα µπορούσε να προκαλέσει µεγάλη αναστάτωση στην οικονοµία της Ελλάδας ή της ΕΕ, ή
δ) η εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού στις εν λόγω υποχρεώσεις θα προκαλούσε αποµείωση αξίας τέτοια, ώστε οι ζηµίες για τους λοιπούς πιστωτές θα ήταν µεγαλύτερες από ό,τι εάν οι εν λόγω υποχρεώσεις εξαιρούντο από την αναδιάρθρωση παθητικού.
- Οι εξαιρέσεις δυνάµει της παραγράφου 5 µπορούν να εφαρµόζονται είτε για να εξαιρεθεί πλήρως µια υποχρέωση από την αποµείωση είτε για να περιοριστεί ο βαθµός αποµείωσής της. Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν µέρει µια επιλέξιµη υποχρέωση ή µια κατηγορία επιλέξιµων υποχρεώσεων δυνάµει της παρούσας παραγράφου, το επίπεδο αποµείωσης ή µετατροπής που εφαρµόζεται σε άλλες επιλέξιµες υποχρεώσεις µπορεί να αυξηθεί προκειµένου να ληφθούν υπόψη τέτοιες εξαιρέσεις, υπό τον όρο ότι ως προς το επίπεδο αποµείωσης και µετατροπής που εφαρµόζεται σε άλλες επιλέξιµες υποχρεώσεις τηρείται η αρχή της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 34. 7. Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν µέρει µια επιλέξιµη υποχρέωση ή µια κατηγορία επιλέξιµων υποχρεώσεων λαµβάνει υπόψη τα εξής:
α) την αρχή ότι οι ζηµίες επιβαρύνουν πρώτους τους µετόχους και στη συνέχεια τους πιστωτές του υπό εξυγίανση ιδρύµατος κατά σειρά κατάταξης,
β) το επίπεδο της ικανότητας απορρόφησης ζηµιών που θα διατηρούσε το υπό εξυγίανση ίδρυµα εάν είχε εξαιρεθεί η υποχρέωση ή κατηγορία υποχρεώσεων, και
γ) την ανάγκη διατήρησης επαρκών πόρων για τη χρηµατοδότηση της εξυγίανσης.
- Όταν µια αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εξαιρέσει συνολικά ή εν µέρει µια επιλέξιµη υποχρέωση ή κατηγορία επιλέξιµων υποχρεώσεων και οι ζηµίες που θα προέκυπταν από τις εν λόγω υποχρεώσεις δεν έχουν µετακυλιστεί πλήρως σε άλλους πιστωτές, το Ταµείο Εξυγίανσης µπορεί να συνεισφέρει στο υπό εξυγίανση ίδρυµα ώστε να επιτύχει τους ακόλουθους στόχους σωρευτικά ή διαζευκτικά:
α) να καλυφθούν τυχόν ζηµίες που δεν απορροφήθηκαν από τις επιλέξιµες υποχρεώσεις και να µηδενισθεί η διαφορά αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του υπό εξυγίανση ιδρύµατος σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 46,
β) να αγοράσει µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή κεφαλαιακά µέσα του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, προκειµένου να ανακεφαλαιοποιηθεί το ίδρυµα σύµφωνα µε την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 46.
- Το Ταµείο Εξυγίανσης προβαίνει στη συνεισφορά της παραγράφου 8 µόνον όταν:
α) οι µέτοχοι, οι κάτοχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών µέσων και άλλων επιλέξιµων υποχρεώσεων, µέσω αποµείωσης, µετατροπής ή µε άλλο τρόπο, έχουν συνεισφέρει στην απορρόφηση των ζηµιών και την ανακεφαλαιοποίηση µε ποσό που αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 8% των συνολικών υποχρεώσεων συµπεριλαµβανοµένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, ως είχαν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι ενέργειες εξυγίανσης και σύµφωνα µε την αποτίµηση που προβλέπεται στο άρθρο 36, και
β) η συνεισφορά του Ταµείου Εξυγίανσης δεν υπερβαίνει το 5% των συνολικών υποχρεώσεων συµπεριλαµβανοµένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, ως είχαν κατά τον χρόνο που έλαβαν χώρα οι ενέργειες εξυγίανσης και σύµφωνα µε την αποτίµηση που προβλέπεται στο άρθρο 36.
- Η συνεισφορά του Ταµείου Εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο 6 µπορεί να χρηµατοδοτηθεί µε:
α) το διαθέσιµο στο Ταµείο Εξυγίανσης ποσό που συγκεντρώθηκε µέσω των εισφορών των ιδρυµάτων µε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα και των υποκαταστηµάτων τρίτης χώρας σύµφωνα µε το άρθρο 98,
β) το ποσό που µπορεί να αντληθεί µέσω έκτακτων εκ των υστέρων εισφορών σύµφωνα µε το άρθρο 99 εντός περιόδου τριών ετών, και
γ) εφόσον τα αναφερόµενα στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου ποσά δεν επαρκούν, µε ποσά που συγκεντρώνονται από εναλλακτικές πηγές χρηµατοδότησης σύµφωνα µε το άρθρο 100.
- Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η αρχή εξυγίανσης µπορεί να αναζητήσει περαιτέρω χρηµατοδότηση από εναλλακτικές πηγές χρηµατοδότησης αφού προηγουµένως:
α) έχει καλυφθεί το όριο του 5% που προβλέπεται στην περίπτωση β΄ της παραγράφου 9 και
β) έχουν αποµειωθεί ή µετατραπεί πλήρως όλες οι µη εξασφαλισµένες, µη προνοµιούχες υποχρεώσεις, πλην των επιλέξιµων καταθέσεων.
Ως εναλλακτική ή επιπρόσθετη λύση, όταν πληρούνται οι όροι του πρώτου εδαφίου, το Ταµείο Εξυγίανσης µπορεί να προβεί σε εισφορά από πόρους που συγκεντρώθηκαν µέσω τακτικών εκ των προτέρων εισφορών σύµφωνα µε το άρθρο 98 και οι οποίες δεν έχουν χρησιµοποιηθεί ακόµα.
- Κατά παρέκκλιση από την περίπτωση α΄ της παραγράφου 9, το Σκέλος Εξυγίανσης του Τ.Ε.Κ.Ε. µπορεί επίσης να προβεί σε συνεισφορά όπως προβλέπεται στην παράγραφο 8, υπό τον όρο ότι:
α) η συνεισφορά στην απορρόφηση των ζηµιών και την ανακεφαλαιοποίηση που αναφέρεται στην περίπτωση α) της παραγράφου 9 ισούται µε ποσό τουλάχιστον ίσο µε το 20% των σταθµισµένων βάσει κινδύνου στοιχείων του ενεργητικού του σχετικού ιδρύµατος,
β) έχει στη διάθεσή του, µέσω τακτικών εκ των προτέρων εισφορών (µη συµπεριλαµβανοµένων των εισφορών του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε.), που συγκεντρώθηκαν σύµφωνα µε το άρθρο 98, ποσό το οποίο ισούται τουλάχιστον µε το 3% των εγγυηµένων καταθέσεων όλων των πιστωτικών ιδρυµάτων µε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, και
γ) το σχετικό ίδρυµα διαθέτει στοιχεία ενεργητικού µε αξία µικρότερη των εννιακοσίων (900) δισεκατοµµυρίων ευρώ σε ενοποιηµένη βάση.
- Πριν από τη χρήση της δυνατότητας εξαίρεσης υποχρέωσης δυνάµει των παραγράφων 5 και 6, η αρχή εξυγίανσης ειδοποιεί την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αν η εξαίρεση απαιτεί συνεισφορά από το Ταµείο Εξυγίανσης ή από εναλλακτική πηγή χρηµατοδότησης σύµφωνα µε τις παραγράφους 8 έως 12, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται, εντός 24 ωρών από την παραλαβή της σχετικής ειδοποίησης, ή εντός µεγαλύτερου διαστήµατος κατόπιν της συγκατάθεσης της αρχής εξυγίανσης, να απαγορεύσει ή να απαιτήσει τροποποιήσεις στην προτεινόµενη εξαίρεση αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος άρθρου και των κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθησοµένων πράξεων προκειµένου να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα της εσωτερικής αγοράς. Τα ανωτέρω ισχύουν χωρίς να θίγεται η εφαρµογή του πλαισίου των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
«Άρθρο 45 Εφαρµογή της ελάχιστης απαίτησης
(άρθρο 45 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Τα ιδρύµατα πληρούν ανά πάσα στιγµή την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων. Η ελάχιστη απαίτηση υπολογίζεται ως το ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων εκφρασµένο ως ποσοστό επί τοις εκατό του συνόλου των υποχρεώσεων και των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύµατος.
Για τους σκοπούς του πρώτου εδαφίου, οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα περιέχονται στις συνολικές υποχρεώσεις εφόσον αναγνωρίζονται πλήρως τα δικαιώµατα εκκαθαριστικού συµψηφισµού του αντισυµβαλλοµένου.
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης εξαιρεί τα πιστωτικά ιδρύµατα ενυπόθηκης πίστης που χρηµατοδοτούνται από καλυµµένες οµολογίες και τα οποία δεν επιτρέπεται να αποδέχονται καταθέσεις, από την υποχρέωση της τήρησης, ανά πάσα στιγµή, της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων, δεδοµένου ότι:
α) τα ιδρύµατα αυτά εκκαθαρίζονται µέσω των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας ή εξυγιαίνονται µέσω των διαδικασιών των άρθρων 38, 40 ή 42, και
β) οι ανωτέρω συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, ή άλλες διαδικασίες, εξασφαλίζουν ότι οι πιστωτές των εν λόγω ιδρυµάτων, συµπεριλαµβανοµένων κατά περίπτωση όσων κατέχουν καλυµµένες οµολογίες, υφίστανται ζηµίες κατά τρόπο που ανταποκρίνεται στους στόχους της εξυγίανσης.
- Οι επιλέξιµες υποχρεώσεις περιέχονται στο ποσό των ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων που αναφέρεται στην παράγραφο 1 µόνον εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το µέσο έχει εκδοθεί και καταβληθεί πλήρως,
β) η υποχρέωση δεν οφείλεται στο ίδιο το ίδρυµα, δεν εξασφαλίζεται ούτε αποτελεί αντικείµενο εγγύησης από το ίδιο το ίδρυµα,
γ) η αγορά του µέσου δεν χρηµατοδοτήθηκε άµεσα ή έµµεσα από το ίδρυµα,
δ) η υποχρέωση έχει εναποµένουσα ληκτότητα τουλάχιστον ενός έτους,
ε) η υποχρέωση δεν προέρχεται από παράγωγο µέσο, στ) η υποχρέωση δεν προκύπτει από κατάθεση η οποία τυγχάνει προνοµιακής κατάταξης σύµφωνα µε το άρθρο 103.
Για τους σκοπούς της περίπτωσης δ΄ όταν µια υποχρέωση παρέχει στον κάτοχό της το δικαίωµα πρόωρης εξόφλησης ως λήξη της εν λόγω υποχρέωσης θεωρείται η ηµέρα κατά την οποία ασκείται το δικαίωµα αυτό.
- Όταν µια υποχρέωση διέπεται από το δίκαιο τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτήσει από το ίδρυµα να τεκµηριώσει ότι οποιαδήποτε απόφαση αρχής εξυγίανσης σχετικά µε την αποµείωση ή µετατροπή της εν λόγω υποχρέωσης θα εκτελεστεί σύµφωνα µε το δίκαιο της εν λόγω τρίτης χώρας, λαµβάνοντας υπόψη τους όρους της σύµβασης που διέπει την υποχρέωση, τις διεθνείς συµφωνίες περί αναγνώρισης των διαδικασιών εξυγίανσης και άλλα συναφή θέµατα. Αν η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι η απόφαση δεν θα παρήγαγε αποτέλεσµα υπό το δίκαιο της εν λόγω τρίτης χώρας, η υποχρέωση δεν συνυπολογίζεται για την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων.
- Η ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων κάθε ιδρύµατος, δυνάµει της παραγράφου 1, καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης µε την αρµόδια αρχή, τουλάχιστον µε βάση τα ακόλουθα κριτήρια:
α) την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι το ίδρυµα µπορεί να εξυγιανθεί µέσω της εφαρµογής των µέτρων εξυγίανσης, συµπεριλαµβανοµένου, όπου ενδείκνυται, της αναδιάρθρωσης παθητικού, κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στους στόχους εξυγίανσης,
β) την ανάγκη να διασφαλιστεί, σε ενδεδειγµένες περιπτώσεις, ότι το ίδρυµα διαθέτει επαρκείς επιλέξιµες υποχρεώσεις ώστε να εξασφαλίζεται ότι, σε περίπτωση εφαρµογής της αναδιάρθρωσης παθητικού, οι ζηµίες µπορούν να απορροφηθούν και ο δείκτης κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 του ιδρύµατος µπορεί να αποκατασταθεί στο αναγκαίο επίπεδο προκειµένου το ίδρυµα να συνεχίζει να πληροί τις προϋποθέσεις απόκτησης της άδειας λειτουργίας, να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια βάσει του ν.4261/2014 ή του ν.3606/2007 και να διατηρηθεί επαρκής εµπιστοσύνη της αγοράς στο ίδρυµα ή την οντότητα,
γ) την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι, αν το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τη δυνατότητα εξαίρεσης ορισµένων κατηγοριών επιλέξιµων υποχρεώσεων από την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού δυνάµει της παραγράφου 5 του άρθρου 44 ή τη δυνατότητα πλήρους µεταβίβασης ορισµένων κατηγοριών επιλέξιµων υποχρεώσεων σε αποδέκτη στο πλαίσιο µερικής µεταβίβασης, το ίδρυµα διαθέτει επαρκείς λοιπές επιλέξιµες υποχρεώσεις ώστε να διασφαλίζεται ότι οι ζηµίες µπορούν να απορροφηθούν και ότι ο δείκτης κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 του ιδρύµατος µπορεί να αποκατασταθεί στο αναγκαίο επίπεδο προκειµένου το ίδρυµα να συνεχίζει να πληροί τις προϋποθέσεις απόκτησης της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει να ασκεί τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια βάσει του ν. 4261/2014 ή του ν. 3606/2007,
δ) το µέγεθος, το επιχειρηµατικό µοντέλο, το µοντέλο χρηµατοδότησης και το προφίλ κινδύνου του ιδρύµατος, ε) το βαθµό στον οποίο θα µπορούσε να συνεισφέρει στη χρηµατοδότηση της εξυγίανσης το Σκέλος Κάλυψης
Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε., σύµφωνα µε το άρθρο 104, στ) το βαθµό στον οποίο η αφερεγγυότητα του ιδρύµατος θα µπορούσε να έχει δυσµενείς επιπτώσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα, µεταξύ άλλων, εξαιτίας της µετάδοσης κινδύνων σε άλλα ιδρύµατα, λόγω της διασύνδεσής του µε αυτά ή µε το υπόλοιπο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα.
- Τα ιδρύµατα συµµορφώνονται µε τις ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο σε ατοµική βάση. Η αρχή εξυγίανσης µπορεί, κατόπιν διαβούλευσης µε την αρµόδια αρχή, να αποφασίσει να εφαρµόσει την ελάχιστη απαίτηση που προβλέπεται στο παρόν άρθρο σε οντότητα του άρθρου 1 παράγραφος 1 στοιχείο β, γ΄ ή δ΄.
- Επιπροσθέτως προς την παράγραφο 6, οι µητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ πληρούν σε ενοποιηµένη βάση τις ελάχιστες απαιτήσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
Η ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιµες υποχρεώσεις σε ενοποιηµένο επίπεδο µιας µητρικής επιχείρησης της ΕΕ καθορίζεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, µετά από διαβούλευση µε την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, σύµφωνα µε την παράγραφο 8, τουλάχιστον επί τη βάσει των κριτηρίων που θεσπίζονται στην παράγραφο 5 και λαµβανοµένου υπόψη κατά πόσον οι θυγατρικές του οµίλου σε τρίτες χώρες πρόκειται να εξυγιανθούν χωριστά σύµφωνα µε το σχέδιο εξυγίανσης.
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου και οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρµόδιες για τις θυγατρικές σε ατοµική βάση καταβάλλουν κάθε προσπάθεια προκειµένου να ληφθεί κοινή απόφαση σχετικά µε το ύψος της ελάχιστης απαίτησης που εφαρµόζεται σε ενοποιηµένο επίπεδο.
Η κοινή απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογηµένη και διαβιβάζεται στη µητρική επιχείρηση της ΕΕ από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου.
Ελλείψει κοινής απόφασης εντός τεσσάρων µηνών, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου λαµβάνει απόφαση για την ελάχιστη απαίτηση που εφαρµόζεται σε ενοποιηµένο επίπεδο, αφού συνεκτιµήσει δεόντως την αξιολόγηση των θυγατρικών που πραγµατοποιείται από τις εµπλεκόµενες αρχές εξυγίανσης.
Εάν, κατά το τέλος της τετράµηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρχές εξυγίανσης έχει παραπέµψει το ζήτηµα στην Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε το άρθρο 19 του Κανονισµού (EE) αριθµ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου αναβάλλει την απόφασή της και αναµένει την απόφαση της Ε.Α.Τ. βάση της παραγράφου 3 του άρθρου 19 του εν λόγω Κανονισµού, σύµφωνα µε την οποία θα λάβει και την τελική της απόφαση. Η περίοδος των τεσσάρων µηνών θεωρείται ως περίοδος συµβιβασµού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισµού. Το ζήτηµα δεν µπορεί να παραπεµφθεί στην Ε.Α.Τ. µετά τη λήξη της τετράµηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης. Ελλείψει απόφασης της Ε.Α.Τ. εντός ενός µηνός, εφαρµόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου.
Η κοινή απόφαση και, ελλείψει κοινής απόφασης, η απόφαση που λαµβάνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου είναι δεσµευτική για τις αρχές εξυγίανσης των εµπλεκόµενων κρατών - µελών.
Η κοινή απόφαση και κάθε απόφαση που λαµβάνεται ελλείψει κοινής απόφασης επανεξετάζεται και, όπου απαιτείται, επικαιροποιείται σε τακτική βάση.
- Η αρχή εξυγίανσης ορίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις που ισχύουν για τις θυγατρικές του οµίλου σε ατοµική βάση. Οι εν λόγω ελάχιστες απαιτήσεις ορίζονται σε επίπεδο κατάλληλο για κάθε θυγατρική, λαµβάνοντας υπόψη:
α) τα κριτήρια της παραγράφου 5, ιδίως δε το µέγεθος, το επιχειρηµατικό µοντέλο και το προφίλ κινδύνου της θυγατρικής, περιλαµβανοµένων των ιδίων κεφαλαίων της και
β) την απαίτηση σε ενοποιηµένο επίπεδο που έχει οριστεί για τον όµιλο σύµφωνα µε την παράγραφο 8.
Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου και οι αρχές εξυγίανσης που είναι αρµόδιες για τις θυγατρικές σε ατοµική βάση καταβάλλουν κάθε προσπάθεια προκειµένου να ληφθεί κοινή απόφαση σχετικά µε το επίπεδο της ελάχιστης απαίτησης που ισχύει για κάθε αντίστοιχη θυγατρική σε ατοµικό επίπεδο.
Η κοινή απόφαση είναι πλήρως αιτιολογηµένη και κοινοποιείται στις θυγατρικές και στο µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην ΕΕ από τις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών και από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου αντιστοίχως.
Ελλείψει κοινής απόφασης από τις αρχές εξυγίανσης εντός τεσσάρων µηνών εφαρµόζονται αναλόγως το τέταρτο, πέµπτο και έκτο εδάφιο της παραγράφου 8.
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου µπορεί να απαλλάξει εξ ολοκλήρου από την εφαρµογή της µεµονωµένης ελάχιστης απαίτησης ένα µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην ΕΕ, όταν:
α) αυτό συµµορφώνεται σε ενοποιηµένη βάση µε την ελάχιστη απαίτηση της παραγράφου 7, και
β) η αρµόδια αρχή του το έχει απαλλάξει πλήρως από την τήρηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατοµική βάση σύµφωνα µε την παρ. 3 του άρθρου 7 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013.
- Η αρχή εξυγίανσης µιας θυγατρικής µπορεί να απαλλάξει πλήρως από την εφαρµογή της παραγράφου 6 µια θυγατρική όταν:
α) τόσο η θυγατρική όσο και η µητρική επιχείρηση υπόκεινται στην υποχρέωση απόκτησης άδειας λειτουργίας και την εποπτεία του ίδιου κράτους - µέλους,
β) η θυγατρική περιλαµβάνεται στην εποπτεία σε ενοποιηµένη βάση του ιδρύµατος που είναι η µητρική επιχείρηση,
γ) το ανώτατο ίδρυµα οµίλου στο κράτος - µέλος της θυγατρικής, όταν είναι διαφορετικό από το εγκατεστηµένο στην ΕΕ µητρικό ίδρυµα, συµµορφώνεται σε υπό ενοποιηµένη βάση µε την ελάχιστη απαίτηση της παραγράφου 6,
δ) δεν υπάρχει κανένα τρέχον ή προβλεπόµενο ουσιώδες πρακτικό ή νοµικό κώλυµα για την άµεση µεταβίβαση ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων από τη µητρική επιχείρηση προς όφελος της θυγατρικής,
ε) είτε η µητρική επιχείρηση παρέχει ικανοποιητικές αποδείξεις στην αρµόδια αρχή όσον αφορά τη συνετή διαχείριση της θυγατρικής και έχει δηλώσει, µε τη συγκατάθεση της αρµόδιας αρχής, ότι εγγυάται τις υποχρεώσεις τις οποίες έχει αναλάβει η θυγατρική, είτε οι κίνδυνοι της θυγατρικής είναι αµελητέοι,
στ) οι διαδικασίες της µητρικής επιχείρησης όσον αφορά την αξιολόγηση, τη µέτρηση και τον έλεγχο των κινδύνων καλύπτουν τη θυγατρική,
ζ) η µητρική επιχείρηση κατέχει περισσότερο από το 50% των δικαιωµάτων ψήφου που συνδέονται µε µετοχές στο κεφάλαιο της θυγατρικής ή έχει δικαίωµα να διορίζει ή να απολύει την πλειονότητα των µελών του διοικητικού συµβουλίου της θυγατρικής, και
η) η αρµόδια αρχή της θυγατρικής έχει απαλλάξει πλήρως τη θυγατρική από την τήρηση των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατοµική βάση σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013.
- Στις αποφάσεις που λαµβάνονται σύµφωνα µε το παρόν άρθρο µπορεί να προβλέπεται η µερική ικανοποίηση της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων σε ατοµική βάση, µε τη χρήση συµβατικών µέσων αναδιάρθρωσης παθητικού που περιέχουν όρους ως εξής:
α) ότι, όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εφαρµόσει την αναδιάρθρωση παθητικού για ένα ίδρυµα, το µέσο αυτό αποµειώνεται ή µετατρέπεται στον απαιτούµενο βαθµό πριν από την αποµείωση ή τη µετατροπή άλλων επιλέξιµων υποχρεώσεων, και
β) ότι υπόκειται σε δεσµευτική συµφωνία µειωµένης εξασφάλισης, δυνάµει της οποίας, στην περίπτωση της συνήθους διαδικασίας αφερεγγυότητας, έπεται σε προτεραιότητα των άλλων επιλέξιµων υποχρεώσεων, και δεν µπορεί να αποπληρωθεί προτού διευθετηθούν οι άλλες επιλέξιµες υποχρεώσεις που εκκρεµούν εκείνη τη στιγµή.
- Η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν συντονισµού µε την αρµόδια αρχή, επιβάλλει και επιβεβαιώνει την τήρηση από τα ιδρύµατα της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων που προβλέπεται στην παράγραφο 1 και, όπου απαιτείται, της απαίτησης της παραγράφου 12, λαµβάνει δε κάθε απόφαση σύµφωνα µε το παρόν άρθρο παράλληλα µε την κατάρτιση και αναπροσαρµογή των σχεδίων εξυγίανσης.
- Η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν συντονισµού µε την αρµόδια αρχή, ενηµερώνει την Ε.Α.Τ. σχετικά µε την ελάχιστη απαίτηση ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων, και, όπου απαιτείται, σχετικά µε την απαίτηση της παραγράφου 12, οι οποίες έχουν οριστεί για κάθε ίδρυµα που τελεί υπό τη δικαιοδοσία της.
«Άρθρο 46 Εκτίµηση του ποσού
(άρθρο 46 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κατά την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί βάσει της αποτίµησης που προβλέπεται στο άρθρο 36 σωρευτικά τα ακόλουθα:
α) κατά περίπτωση, το ποσό κατά το οποίο πρέπει να αποµειωθούν οι επιλέξιµες υποχρεώσεις προκειµένου να διασφαλιστεί ότι η διαφορά αξίας των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του υπό εξυγίανση ιδρύµατος είναι ίση µε το µηδέν, και
β) κατά περίπτωση, το ποσό κατά το οποίο οι επιλέξιµες υποχρεώσεις πρέπει να µετατραπούν σε µετοχές ή άλλου είδους κεφαλαιακά µέσα προκειµένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 είτε του υπό εξυγίανση ιδρύµατος είτε του µεταβατικού ιδρύµατος.
- Με την αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 προσδιορίζεται το ποσό κατά το οποίο χρειάζεται να αποµειωθούν ή να µετατραπούν οι επιλέξιµες υποχρεώσεις, προκειµένου να αποκατασταθεί ο δείκτης κεφαλαίου κοινών µετοχών της κατηγορίας 1 του υπό εξυγίανση ιδρύµατος ή, να καθοριστεί, κατά περίπτωση, ο εν λόγω δείκτης για το µεταβατικό ίδρυµα, λαµβάνοντας υπόψη τη συνεισφορά του Ταµείου Εξυγίανσης σύµφωνα µε την περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 96, τη διατήρηση της εµπιστοσύνης της αγοράς στο υπό εξυγίανση ή το µεταβατικό ίδρυµα και την παροχή της δυνατότητας σε αυτό να εξακολουθήσει να πληροί τις προϋποθέσεις της άδειας λειτουργίας και να συνεχίσει την άσκηση των δραστηριοτήτων για τις οποίες έχει λάβει άδεια µε βάση το ν. 4261/2014 ή το ν. 3606/2007 τουλάχιστον για ένα έτος
Αν η αρχή εξυγίανσης προτίθεται να χρησιµοποιήσει το διαχωρισµό περιουσιακών στοιχείων του άρθρου 42, για τον υπολογισµό του ποσού κατά το οποίο χρειάζεται να µειωθούν οι επιλέξιµες υποχρεώσεις λαµβάνει δεόντως υπόψη µια συντηρητική εκτίµηση των κεφαλαιακών αναγκών της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
- Εφόσον τα σχετικά κεφαλαιακά µέσα έχουν αποµειωθεί σύµφωνα µε τα άρθρα 59 έως 62 και έχει εφαρµοστεί η αναδιάρθρωση παθητικού σύµφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 43, και το επίπεδο αποµείωσης, το οποίο βασίζεται στην προσωρινή αποτίµηση του άρθρου 36, υπερβαίνει τις απαιτήσεις που καθορίστηκαν µε την οριστική αποτίµηση της παραγράφου 9 του άρθρου 36, η αρχή εξυγίανσης τροποποιεί τις αποφάσεις της περί αποµείωσης ή µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων και περί αναδιάρθρωσης παθητικού, εάν και στο µέτρο που η τροποποίηση είναι αναγκαία, ώστε οι αποφάσεις να συνάδουν µε την οριστική αποτίµηση. Η τροποποίηση αυτή µπορεί να συνίσταται σε περιορισµό του ποσού, κατά το οποίο οι µετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας ή σχετικά κεφαλαιακά µέσα ή επιλέξιµες υποχρεώσεις αποµειώνονται ή µετατρέπονται, ή σε αναπροσαρµογή του συντελεστή µετατροπής µε την έννοια του άρθρου 50.
- Η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι η αξιολόγηση και η αποτίµηση βασίζονται σε όσο το δυνατόν πιο πρόσφατες και πλήρεις πληροφορίες σχετικά µε τα στοιχεία του ενεργητικού και τις υποχρεώσεις του υπό εξυγίανση ιδρύµατος.
«Άρθρο 47 Μεταχείριση των µετόχων σε περιπτώσεις αναδιάρθρωσης παθητικού ή αποµείωσης ή µετατροπής κεφαλαιακών µέσων
(άρθρο 47 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κατά την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού σύµφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 43 ή την αποµείωση ή µετατροπή κεφαλαιακών µέσων σύµφωνα µε το άρθρο 59, η αρχή εξυγίανσης προβαίνει έναντι των µετόχων και των κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας σε µία ή και στις δύο από τις ακόλουθες ενέργειες:
α) ακυρώνει τις υφιστάµενες µετοχές ή τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή τα µεταβιβάζει σε πιστωτές που έχουν υποστεί την αναδιάρθρωση παθητικού,
β) υπό την προϋπόθεση ότι, βάσει της αποτίµησης που διενεργήθηκε σύµφωνα µε το άρθρο 36, το υπό εξυγίανση ίδρυµα έχει θετική καθαρή θέση, αποµειώνουν το ποσοστό συµµετοχής (dilution) των υφιστάµενων µετόχων και κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας µέσω της µετατροπής σε µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας:
αα) των σχετικών κεφαλαιακών µέσων που έχουν εκδοθεί από το ίδρυµα, βάσει της εξουσίας της παραγράφου 9 του άρθρου 59, ή
ββ) των επιλέξιµων υποχρεώσεων που έχει εκδώσει το υπό εξυγίανση ίδρυµα, σύµφωνα µε την εξουσία της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63.
Όσον αφορά την περίπτωση β΄ ανωτέρω, η µετατροπή γίνεται µε συντελεστή που αποµειώνει σηµαντικά το ποσοστό συµµετοχής (dilution) των υφιστάµενων µετόχων ή κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας.
- Τα προβλεπόµενα στην παράγραφο 1 εφαρµόζονται επίσης έναντι των µετόχων και των κατόχων άλλων τίτλων ιδιοκτησίας σε περίπτωση που οι εν λόγω µετοχές ή οι άλλοι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας εκδόθηκαν ή εκχωρήθηκαν υπό τις ακόλουθες περιστάσεις:
α) κατόπιν της µετατροπής χρεωστικών τίτλων σε µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας, σύµφωνα µε τις συµβατικές ρήτρες των αρχικών χρεωστικών τίτλων σε περίπτωση γεγονότος που προηγήθηκε ή επήλθε ταυτοχρόνως µε την αξιολόγηση της αρχής εξυγίανσης ότι το ίδρυµα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 πληροί τις προϋποθέσεις της διαδικασίας εξυγίανσης,·
β) κατόπιν της µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων σε µέσα κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 σύµφωνα µε το άρθρο 60.
- Η αρχή εξυγίανσης όταν εξετάζει σε ποια ενέργεια θα προβεί σύµφωνα µε την παράγραφο 1 λαµβάνει υπόψη:
α) την αποτίµηση που διενεργήθηκε σύµφωνα µε το άρθρο 36,
β) τα ποσά κατά τα οποία εκτίµησε ότι πρέπει να αποµειωθούν ή να µετατραπούν, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 60, τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 και τα σχετικά κεφαλαιακά µέσα,
γ) το συνολικό ποσό που προέκυψε από την αξιολόγηση του άρθρου 46.
- Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των άρθρων 23 έως 26 του ν. 4261/2014, του άρθρου 27 του ν. 4261/2014 για την απαίτηση κοινοποίησης, της παράγραφου 3 του άρθρου 10, των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 11, των άρθρων 12 και 13 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, καθώς και από την απαίτηση κοινοποίησης της παραγράφου 3 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, σε περίπτωση που η εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού ή η µετατροπή κεφαλαιακών µέσων θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συµµετοχής σε ίδρυµα σύµφωνα µε την παρ 1 του άρθρου 23 του ν. 4261/2014 ή την παράγραφο 1 του άρθρου 11 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η αρµόδια αρχή πραγµατοποιεί εγκαίρως την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού ή τη µετατροπή των κεφαλαιακών µέσων και δεν εµποδίζει τις ενέργειες εξυγίανσης να επιτύχουν τους σχετικούς στόχους εξυγίανσης.
- Αν η αρµόδια αρχή του εν λόγω ιδρύµατος δεν έχει ολοκληρώσει την αξιολόγηση της παραγράφου 4, κατά την ηµεροµηνία εφαρµογής της αναδιάρθρωσης παθητικού ή της µετατροπής των κεφαλαιακών µέσων, η παράγραφος 9 του άρθρου 38 εφαρµόζεται σε κάθε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συµµετοχής που προκύπτει από την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού ή τη µετατροπή κεφαλαιακών µέσων.
«Άρθρο 48 Αποτέλεσµα των ενεργειών της αποµείωσης και της µετατροπής σε περίπτωση αναδιάρθρωσης παθητικού
(άρθρο 48 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης όταν εφαρµόζει την αναδιάρθρωση παθητικού ασκεί τις εξουσίες αποµείωσης και µετατροπής, µε την επιφύλαξη ενδεχόµενων εξαιρέσεων δυνάµει των παραγράφων 2 εως 5 του άρθρου 44, τηρώντας τα ακόλουθα:
α) µειώνει τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 60,
β) εφόσον η συνολική µείωση σύµφωνα µε την περίπτωση α) ανωτέρω είναι µικρότερη από το άθροισµα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 47 µειώνει την αξία των πρόσθετων µέσων της κατηγορίας 1 στο βαθµό που απαιτείται και είναι δυνατόν,
γ) εφόσον η συνολική µείωση σύµφωνα µε τις περιπτώσεις α΄ και β΄ ανωτέρω είναι µικρότερη από το άθροισµα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 47 µειώνει την αξία των µέσων της Κατηγορίας 2 στο βαθµό που απαιτείται και είναι δυνατόν,
δ) εφόσον η συνολική µείωση των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και σχετικών κεφαλαιακών µέσων σύµφωνα µε τις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ ανωτέρω είναι µικρότερη από το άθροισµα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 47 µειώνει στο βαθµό που απαιτείται την αξία των υποχρεώσεων µειωµένης εξασφάλισης που δεν είναι αποδεκτές ως πρόσθετα µέσα της Κατηγορίας 1 ή της Κατηγορίας 2 σύµφωνα µε την ιεράρχηση των απαιτήσεων στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, σε συνδυασµό µε την αποµείωση σύµφωνα µε τις περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ ανωτέρω ώστε να προκύψει το άθροισµα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 47,
ε) εφόσον η συνολική µείωση των µετοχών ή των άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, των σχετικών κεφαλαιακών µέσων και των επιλέξιµων υποχρεώσεων σύµφωνα µε τις περιπτώσεις α΄ έως δ΄ της παρούσας παραγράφου είναι µικρότερη από το άθροισµα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 47, η αρχή εξυγίανσης µειώνει στο βαθµό που απαιτείται την αξία ή το οφειλόµενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των υπολοίπων επιλέξιµων υποχρεώσεων βάσει της ιεράρχησης των απαιτήσεων στις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, συµπεριλαµβανοµένης της κατάταξης που προβλέπεται στο άρθρο 103 και σύµφωνα µε το άρθρο 44, σε συνδυασµό µε την αποµείωση σύµφωνα µε τις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και δ΄ της παρούσας παραγράφου, ώστε να προκύψει το άθροισµα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 47.
- Όταν εφαρµόζει τις εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής, η αρχή εξυγίανσης επιµερίζει τις ζηµίες, οι οποίες αποτυπώνονται στο άθροισµα των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 47, εξίσου µεταξύ των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και των επιλέξιµων υποχρεώσεων ιδίας τάξεως, µειώνοντας την αξία ή το οφειλόµενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των εν λόγω µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας και των επιλέξιµων υποχρεώσεων στον ίδιο βαθµό αναλογικά µε την αξία τους όπως προσδιορίζεται κατά το άρθρο 36, εκτός εάν, επιτρέπεται διαφορετικός επιµερισµός ζηµιών µεταξύ των υποχρεώσεων ιδίας τάξεως για τις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 6 του άρθρου 44. Η παρούσα παράγραφος δεν εµποδίζει υποχρεώσεις που έχουν εξαιρεθεί από την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού σύµφωνα µε τις παραγράφους 2 εως 5 του άρθρου 44 να έχουν ευνοϊκότερη µεταχείριση από επιλέξιµες υποχρεώσεις ιδίας τάξεως κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.
- Πριν εφαρµοστεί η µείωση ή η µετατροπή που αναφέρεται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης µετατρέπει ή µειώνει την αξία των µέσων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 όταν τα µέσα αυτά δεν έχουν ήδη µετατραπεί και περιλαµβάνουν τους εξής όρους:
α) ρήτρα που προβλέπει τη µείωση της αξίας του µέσου σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που επηρεάζει τη χρηµατοοικονοµική κατάσταση, τη φερεγγυότητα ή τα επίπεδα των ιδίων κεφαλαίων του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή,
β) ρήτρα που προβλέπει τη µετατροπή των µέσων σε µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας σε περίπτωση επέλευσης τέτοιου γεγονότος.
- Σε περίπτωση που έχει µειωθεί η αξία του µέσου, αλλά δεν έχει µηδενιστεί, σύµφωνα µε ρήτρες της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3, πριν από την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού όπως ορίζεται στην παράγραφο 1, η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες αποµείωσης και µετατροπής στο εναποµένον ποσό αυτού του µέσου, σύµφωνα µε την παράγραφο 1.
- Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά µε την αποµείωση ή τη µετατροπή των υποχρεώσεων σε µετοχικό κεφάλαιο, η αρχή εξυγίανσης δεν µετατρέπει µία κατηγορία υποχρεώσεων αν άλλη κατηγορία υποχρεώσεων χαµηλότερης κατάταξης εξακολουθεί κατά το µεγαλύτερο µέρος της να µην έχει µετατραπεί σε µετοχές ή αποµειωθεί, εκτός αν επιτρέπεται άλλως σύµφωνα µε τις παραγράφους 2 εως 5 του άρθρου 44.
«Άρθρο 49 Παράγωγα
(άρθρο 49 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρµόζονται όταν η αρχή εξυγίανσης θέτει σε εφαρµογή τις εξουσίες αποµείωσης και µετατροπής σε υποχρεώσεις που προκύπτουν από παράγωγα.
- Η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες αποµείωσης και µετατροπής όσον αφορά υποχρέωση που προκύπτει από παράγωγο µόνο ταυτόχρονα ή µετά από τον εκκαθαριστικό συµψηφισµό των παραγώγων. Κατά την έναρξη της διαδικασίας εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης εξουσιοδοτείται να καταγγέλλει ή να προβεί σε εκκαθαριστικό συµψηφισµό κάθε σύµβασης παραγώγου για τον σκοπό αυτό.
Όταν υποχρέωση από παράγωγα εξαιρείται από την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού δυνάµει της παραγράφου 5 του άρθρου 44, η αρχή εξυγίανσης δεν υποχρεούται να καταγγείλλει ή προβεί σε εκκαθαριστικό συµψηφισµό της σύµβασης παράγωγου.
- Όταν συναλλαγές παραγώγων υπόκεινται σε συµφωνία εκκαθαριστικού συµψηφισµού, η αρχή εξυγίανσης ή ανεξάρτητος εκτιµητής προσδιορίζουν στο πλαίσιο της αποτίµησης δυνάµει του άρθρου 36 την υποχρέωση που προκύπτει από τις εν λόγω συναλλαγές µετά από τον εκκαθαριστικό συµψηφισµό σύµφωνα µε τους όρους της συµφωνίας.
- Η αρχή εξυγίανσης προσδιορίζει την αξία των υποχρεώσεων που προκύπτουν από παράγωγα σύµφωνα µε:
α) τις κατάλληλες µεθοδολογίες για τον προσδιορισµό της αξίας των κατηγοριών παραγώγων, συµπεριλαµβανοµένων των συναλλαγών που αποτελούν αντικείµενο συµφωνιών εκκαθαριστικού συµψηφισµού,
β) τις αρχές για τον προσδιορισµό της χρονικής στιγµής κατά την οποία θα καθοριστεί η αξία µιας θέσης παραγώγων, και
γ) τις κατάλληλες µεθοδολογίες για τη σύγκριση της αποµείωσης της αξίας από τον εκκαθαριστικό συµψηφισµό των παραγώγων και την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, µε τις απώλειες που θα υφίσταντο τα παράγωγα µόνο στη περίπτωση της αναδιάρθρωσης παθητικού.
Οι ανωτέρω µεθοδολογίες και οι αρχές καθορίζονται σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου 49 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
«Άρθρο 50 Συντελεστής µετατροπής του χρέους σε µετοχικό κεφάλαιο
(άρθρο 50 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης, όταν ασκεί τις εξουσίες που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 59 και στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63, µπορεί να εφαρµόζει διαφορετικό συντελεστή µετατροπής στις διάφορες κατηγορίες κεφαλαιακών µέσων και υποχρεώσεων σύµφωνα µε µία ή και αµφότερες τις αρχές που καθορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου.
- Ο συντελεστής µετατροπής υπολογίζεται έτσι, ώστε να διασφαλίζεται κατάλληλη αποζηµίωση του θιγόµενου πιστωτή για οποιαδήποτε ζηµία υφίσταται λόγω της άσκησης της εξουσίας αποµείωσης και µετατροπής.
- Όταν εφαρµόζονται διαφορετικοί συντελεστές µετατροπής σύµφωνα µε την παράγραφο 1, ο συντελεστής µετατροπής που εφαρµόζεται στις υποχρεώσεις κατώτερης τάξης κατά το πτωχευτικό δίκαιο είναι χαµηλότερος από το συντελεστή που εφαρµόζεται στις υποχρεώσεις υψηλότερης τάξης.
«Άρθρο 51 Μέτρα ανάκαµψης και αναδιοργάνωσης που συνοδεύουν την αναδιάρθρωση παθητικού
(Άρθρο 51 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει την αναδιάρθρωση παθητικού προκειµένου να γίνει ανακεφαλαιοποίηση ενός ιδρύµατος ή µίας οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 43, διασφαλίζεται η κατάρτιση και η εφαρµογή σχεδίου αναδιοργάνωσης σύµφωνα µε το άρθρο 52 για το εν λόγω ίδρυµα ή την εν λόγω οντότητα. Προς τον σκοπό αυτόν η αρχή εξυγίανσης µπορεί να διορίζει πρόσωπο ή πρόσωπα σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 72, µε στόχο την κατάρτιση και την εφαρµογή του σχεδίου αναδιοργάνωσης, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 52.
«Άρθρο 52 Σχέδιο αναδιοργάνωσης
(άρθρο 52 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Εντός ενός µηνός από την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού σε ίδρυµα ή οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 43, το διοικητικό συµβούλιο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίζονται σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 72 υποχρεούνται να καταρτίζουν και να υποβάλουν στην αρχή εξυγίανσης σχέδιο αναδιοργάνωσης το οποίο να πληροί τις απαιτήσεις των παραγράφων 4 και 5. Σε περίπτωση όπου εφαρµόζονται οι κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, το σχέδιο αναδιοργάνωσης πρέπει να είναι συµβατό µε το σχέδιο αναδιάρθρωσης το οποίο απαιτείται να υποβάλει το ίδρυµα ή οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή βάσει αυτού του πλαισίου.
- Όταν η αναδιάρθρωση παθητικού που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 43 εφαρµόζεται σε δύο ή περισσότερα µέλη οµίλου, το σχέδιο αναδιοργάνωσης καταρτίζεται από το µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην ΕΕ, καλύπτει όλα τα ιδρύµατα του οµίλου σύµφωνα µε τα άρθρα 7 και 8, και υποβάλλεται στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου. Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου διαβιβάζει το σχέδιο στις άλλες αρµόδιες αρχές εξυγίανσης και στην Ε.Α.Τ..
- Σε εξαιρετικές περιστάσεις και εφόσον απαιτείται για την επίτευξη των στόχων της εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να παρατείνει την προθεσµία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κατά δύο µήνες το ανώτερο από την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού. Όταν οι κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων της ΕΕ προβλέπουν την κοινοποίηση του σχεδίου αναδιοργάνωσης, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να παρατείνει την προθεσµία της παραγράφου 1 κατά δύο µήνες το ανώτερο µετά την εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού ή µέχρι την προθεσµία που ορίζεται από τους κανόνες της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις, εφαρµόζοντας την προθεσµία που λήγει νωρίτερα.
- Στο σχέδιο αναδιοργάνωσης καθορίζονται τα µέτρα που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της µακροπρόθεσµης βιωσιµότητας του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή τµηµάτων των δραστηριοτήτων τους, εντός ευλόγου χρονικού διαστήµατος.
Το σχέδιο αναδιοργάνωσης λαµβάνει υπόψη, µεταξύ άλλων, την παρούσα κατάσταση και τις µελλοντικές προοπτικές της χρηµατοπιστωτικής αγοράς, αντικατοπτρίζοντας εκτιµήσεις µε βάση ευνοϊκές και δυσµενείς παραδοχές, συµπεριλαµβανοµένου συνδυασµού γεγονότων, που επιτρέπουν τον προσδιορισµό των κυριότερων ευάλωτων σηµείων του ιδρύµατος. Οι παραδοχές συγκρίνονται µε τα κατάλληλα κριτήρια αναφοράς του χρηµατοοικονοµικού τοµέα.
- Το σχέδιο αναδιοργάνωσης περιέχει τουλάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία:
α) το λεπτοµερή προσδιορισµό των παραγόντων και των προβληµάτων που προκάλεσαν την αφερεγγυότητα ή επαπειλούµενη αφερεγγυότητα του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, και τις περιστάσεις που οδήγησαν στις δυσχέρειες αυτές,
β) την περιγραφή των µέτρων τα οποία πρόκειται να ληφθούν µε σκοπό την αποκατάσταση της µακροπρόθεσµης βιωσιµότητας του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, και
γ) το χρονοδιάγραµµα εφαρµογής των εν λόγω µέτρων.
- Τα µέτρα που αποσκοπούν στην αποκατάσταση της µακροπρόθεσµης βιωσιµότητας του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 µπορούν να περιέχουν:
α) την αναδιοργάνωση των δραστηριοτήτων του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
β) τις τροποποιήσεις στα λειτουργικά συστήµατα και στις εσωτερικές υποδοµές του ιδρύµατος,
γ) την απόσυρσή του από ζηµιογόνες δραστηριότητες,
δ) την αναδιάρθρωση των υφιστάµενων δραστηριοτήτων που µπορούν να καταστούν ανταγωνιστικές, και
ε) την πώληση περιουσιακών στοιχείων ή επιχειρηµατικών τοµέων.
- Εντός ενός µηνός από την ηµεροµηνία υποβολής του σχεδίου αναδιοργάνωσης, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί την πιθανότητα, µε την εφαρµογή του σχεδίου, να αποκατασταθεί η µακροπρόθεσµη βιωσιµότητα του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Η αξιολόγηση ολοκληρώνεται κατόπιν συµφωνίας µε την αρµόδια αρχή.
Αν η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή πεισθούν ότι µε το σχέδιο θα επιτευχθεί αυτός ο στόχος, η αρχή εξυγίανσης εγκρίνει το σχέδιο.
- Αν η αρχή εξυγίανσης δεν πεισθεί ότι µε το σχέδιο αναδιοργάνωσης θα επιτευχθεί ο στόχος της παραγράφου 7, τότε, σε συµφωνία µε την αρµόδια αρχή, κοινοποιεί στο διοικητικό συµβούλιο ή στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 72 τα θέµατα που την προβληµατίζουν και απαιτεί τροποποίηση του σχεδίου, ώστε να αντιµετωπιστούν τα θέµατα αυτά.
- Εντός δύο (2) εβδοµάδων από την ηµεροµηνία παραλαβής της κοινοποίησης της παραγράφου 8, το διοικητικό συµβούλιο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 72 υποβάλλουν τροποποιηµένο σχέδιο προς έγκριση στην αρχή εξυγίανσης. Η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί κατόπιν συµφωνίας µε την αρµόδια αρχή το τροποποιηµένο σχέδιο και, εντός µιας (1) εβδοµάδας, γνωστοποιεί στο διοικητικό συµβούλιο ή στο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 72 αν έχει πεισθεί ότι µε το σχέδιο, όπως τροποποιήθηκε, αντιµετωπίζονται τα προβλήµατα που κοινοποιήθηκαν όπως προβλέπεται ανωτέρω ή αν απαιτούνται περαιτέρω τροποποιήσεις.
- Το διοικητικό συµβούλιο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 72 θέτουν σε εφαρµογή το σχέδιο αναδιοργάνωσης, όπως συµφωνήθηκε από την αρχή εξυγίανσης και την αρµόδια αρχή, και υποβάλλουν τουλάχιστον ανά εξάµηνο στην αρχή εξυγίανσης έκθεση σχετικά µε την πρόοδο της εφαρµογής του σχεδίου.
- Το διοικητικό συµβούλιο ή το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διορίστηκαν σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 72 αναθεωρούν το σχέδιο, εάν, κατά τη γνώµη της αρχής εξυγίανσης κατόπιν συµφωνίας µε την αρµόδια αρχή, αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη του στόχου που καθορίζεται στην παράγραφο 4, και υποβάλλουν την κάθε αναθεώρηση προς έγκριση στην αρχή εξυγίανσης.
«Άρθρο 53 Αποτέλεσµα της αναδιάρθρωσης παθητικού
(άρθρο 53 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Όταν η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει την αναδιάρθρωση παθητικού, η µείωση της αξίας ή του οφειλόµενου ανεξόφλητου υπόλοιπου, η µετατροπή ή η ακύρωση παράγουν αποτελέσµατα και είναι αµέσως δεσµευτικές για το υπό εξυγίανση ίδρυµα και τους θιγόµενους πιστωτές και µετόχους.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να ολοκληρώσει ή να ζητήσει να ολοκληρωθούν οι αναγκαίες διοικητικές ή διαδικαστικές ρυθµίσεις για την αποτελεσµατική εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού στις οποίες περιέχονται:
α) η τροποποίηση όλων των σχετικών µητρώων,
β) η διαγραφή από τη διαπραγµάτευση µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή χρεωστικών τίτλων,
γ) η εισαγωγή σε ρυθµιζόµενη αγορά ή η εισαγωγή προς διαπραγµάτευση νέων µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,
δ) η εκ νέου εισαγωγή σε ρυθµιζόµενη αγορά ή η εκ νέου εισαγωγή προς διαπραγµάτευση χρεωστικών τίτλων που έχουν αποµειωθεί, χωρίς την υποχρέωση έκδοσης ενηµερωτικού δελτίου, όπως προβλέπεται από το ν. 3401/2005 (Α΄ 257).
- Όταν η αρχή εξυγίανσης αποµειώνει µέχρι µηδενισµού την αξία ή το οφειλόµενο ανεξόφλητο υπόλοιπο µιας υποχρέωσης µέσω της εξουσίας που αναφέρεται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63, η εν λόγω υποχρέωση και οι όποιες υποχρεώσεις ή απαιτήσεις προκύπτουν από αυτήν που δεν είναι δεδουλευµένες κατά τη στιγµή που ασκείται η εξουσία, θεωρείται ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε σκοπό, και δεν µπορούν να προβληθούν σε τυχόν µεταγενέστερες δίκες ή διαδικασίες που αφορούν το υπό εξυγίανση ίδρυµα ή κάθε διάδοχη οντότητα σε οποιαδήποτε µεταγενέστερη εκκαθάριση.
- Όταν µια αρχή εξυγίανσης αποµειώνει µερικώς, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, την αρχική αξία ή το ανεξόφλητο υπόλοιπο µιας υποχρέωσης, µέσω εξουσίας που αναφέρεται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63:
α) η υποχρέωση εξοφλείται κατ’ αναλογία του ποσού
της αποµείωσης,
β) το σχετικό µέσο ή συµφωνία που δηµιούργησε την αρχική υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει ως προς την εναποµένουσα αξία ή το ανεξόφλητο υπόλοιπο της υποχρέωσης, υπό την επιφύλαξη ενδεχόµενης τροποποίησης του ύψους των πληρωτέων τόκων, προκειµένου να αντικατοπτρίζεται η µείωση της αρχικής αξίας, και οποιαδήποτε περαιτέρω τροποποίησης των όρων που αποφασίζει η αρχή εξυγίανσης στο πλαίσιο της εξουσίας που αναφέρεται στην περίπτωση ι΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63.
«Άρθρο 54 Άρση των διαδικαστικών εµποδίων στην εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού
(άρθρο 54 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Με την επιφύλαξη της περιπτώσεως θ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63, και εφόσον ληφθεί τέτοια απόφαση από την αρχή εξυγίανσης σύµφωνα µε την παράγραφο 2, στα ιδρύµατα και στις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, πρέπει να είναι σε ισχύ, ανά πάσα στιγµή, απόφαση του αρµόδιου οργάνου τους προς έκδοση σε επαρκές ύψος µέσων κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1, τελούσα υπό την αναβλητική αίρεση της άσκησης από την αρχή εξυγίανσης των εξουσιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε΄ και στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63 έναντι ιδρύµατος ή οντότητας ως ανωτέρω ή κάποιας από τις θυγατρικές τους, ούτως ώστε, εφόσον η αρχή εξυγίανσης ασκήσει αυτές τις εξουσίες, το εν λόγω ίδρυµα ή η οντότητα να δύναται να εκδώσει επαρκή αριθµό νέων µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας για να µπορεί να διενεργηθεί αποτελεσµατικά η µετατροπή των υποχρεώσεων σε µετοχές ή σε άλλους τίτλους ιδιοκτησίας.
- H αρχή εξυγίανσης αξιολογεί κατά πόσον είναι σκόπιµο να επιβάλει την απαίτηση της παραγράφου 1 στην περίπτωση συγκεκριµένου ιδρύµατος ή οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, στο πλαίσιο της κατάρτισης και της αναπροσαρµογής του σχεδίου εξυγίανσης αυτού, έχοντας υπόψη, ιδίως, τις προβλεπόµενες ενέργειες εξυγίανσης. Αν στο σχέδιο εξυγίανσης προβλέπεται η εφαρµογή της αναδιάρθρωσης παθητικού, η αρχή εξυγίανσης εξακριβώνει αν η ισχύουσα υπό αίρεση απόφαση προς έκδοση µέσων κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 είναι επαρκής για την κάλυψη του αθροίσµατος των ποσών που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ και γ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 47.
- Η µετατροπή των υποχρεώσεων σε µετοχές ή σε άλλους τίτλους ιδιοκτησίας δεν κωλύεται από κανέναν όρο της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του ιδρύµατος ή της οντότητας συµπεριλαµβανοµένων των δικαιωµάτων προτίµησης των µετόχων ή της απαιτούµενης συγκατάθεσης των µετόχων σε αύξηση του κεφαλαίου.
«Άρθρο 55 Συµβατική αναγνώριση της αναδιάρθρωσης παθητικού
(άρθρο 55 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Τα ιδρύµατα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 προβλέπουν συµβατική ρήτρα σύµφωνα µε την οποία ο πιστωτής ή το µέρος της συµφωνίας που δηµιουργεί την υποχρέωση αναγνωρίζει ότι η υποχρέωση µπορεί να αποτελέσει αντικείµενο των εξουσιών αποµείωσης και µετατροπής και συµφωνεί να δεσµεύεται από κάθε µείωση της αξίας ή του ανεξόφλητου υπόλοιπου, µετατροπή ή ακύρωση που πραγµατοποιείται από µια αρχή εξυγίανσης κατά την άσκηση των εν λόγω εξουσιών υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω υποχρέωση:
α) δεν εξαιρείται δυνάµει των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 44,
β) δεν αποτελεί κατάθεση που αναφέρεται στην υποπερίπτωση ββ΄ της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 145α του ν. 4261/2014,
γ) διέπεται από νοµοθεσία τρίτης χώρας, και
δ) εκδίδεται ή αναλαµβάνεται µετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόµου.
Το πρώτο εδάφιο δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι οι υποχρεώσεις ή τα µέσα του πρώτου εδαφίου µπορούν να υπαχθούν στις εξουσίες αποµείωσης και µετατροπής σύµφωνα µε το δίκαιο τρίτης χώρας ή σύµφωνα µε δεσµευτική συµφωνία που έχει συναφθεί µε την εν λόγω τρίτη χώρα.
Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτεί από τα ιδρύµατα και τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να παρέχουν στην αρχή εξυγίανσης γνωµοδότηση σχετικά µε τη εκτελεστότητα και την αποτελεσµατικότητα µιας τέτοιας ρήτρας.
- Αν ένα ίδρυµα ή οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 δεν συµπεριλάβει στις συµβατικές διατάξεις που διέπουν τη συγκεκριµένη υποχρέωση ρήτρα που απαιτείται σύµφωνα µε την παράγραφο 1, η παράλειψη αυτή δεν εµποδίζει την αρχή εξυγίανσης να ασκεί τις εξουσίες αποµείωσης και µετατροπής, στην εν λόγω υποχρέωση.
«Άρθρο 56 Μέτρα δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής σταθεροποίησης
(άρθρο 37 παράγραφος 10 και άρθρο 56 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Σε περιπτώσεις εξαιρετικής συστηµικής κρίσης, µπορεί να παρασχεθεί έκτακτη δηµόσια χρηµατοπιστωτική στήριξη, µέσω µέτρων δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής σταθεροποίησης, για τους σκοπούς της συµµετοχής στην εξυγίανση ενός ιδρύµατος ή µιας οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, προκειµένου µε την άµεση παρέµβαση να αποφευχθεί η εκκαθάριση του εν λόγω ιδρύµατος ή οντότητας και να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης της παραγράφου 2 του άρθρου 31 σε εθνικό επίπεδο ή σε επίπεδο ΕΕ.
Μέτρα δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής σταθεροποίησης είναι:
α) η δηµόσια κεφαλαιακή στήριξη του άρθρου 57, και
β) ο προσωρινός δηµόσιος έλεγχος του άρθρου 58.
- Για την εφαρµογή της παραγράφου 1 πρέπει να πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το ίδρυµα ή η οντότητα πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης της παραγράφου 1 του άρθρου 32,
β) οι µέτοχοι, οι κάτοχοι άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, οι κάτοχοι σχετικών κεφαλαιακών µέσων και οι κάτοχοι άλλων επιλέξιµων υποχρεώσεων έχουν συνεισφέρει, µέσω αποµείωσης, µετατροπής ή µε άλλο τρόπο, στην απορρόφηση των ζηµιών και την ανακεφαλαιοποίηση µε ποσό που ισοδυναµεί τουλάχιστον στο 8% των συνολικών υποχρεώσεων συµπεριλαµβανοµένων των ιδίων κεφαλαίων του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, µετρούµενων κατά τον χρόνο της ενέργειας εξυγίανσης σύµφωνα µε την αποτίµηση που προβλέπεται στο άρθρο 36, και
γ) έχει χορηγηθεί προηγούµενη και τελική έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σύµφωνα µε το άρθρο 107 της ΣΛΕΕ για τους κανόνες της ΕΕ περί κρατικών ενισχύσεων για τη χρήση του επιλεγµένου µέτρου.
- Τηρουµένης της παραγράφου 2, για την παροχή δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής στήριξης πρέπει επιπλέον να συντρέχει τουλάχιστον µία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης, κρίνεται, ότι δεν θα επαρκούσε για την αποφυγή δυσµενών επιπτώσεων στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα,
β) η εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης κρίνεται ότι δεν θα επαρκούσε για την προστασία του δηµόσιου συµφέροντος, στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη χορηγηθεί στο ίδρυµα έκτακτη στήριξη ρευστότητας από την κεντρική τράπεζα,
γ) σε σχέση µε την στήριξη µέσω του προσωρινού δηµόσιου ελέγχου, η εφαρµογή των άλλων µέτρων εξυγίανσης κρίνεται ότι δεν θα επαρκούσε για την προστασία του δηµόσιου συµφέροντος, στις περιπτώσεις όπου έχει ήδη χορηγηθεί στο ίδρυµα στήριξη ιδίων κεφαλαίων µέσω του µέτρου της δηµόσιας κεφαλαιακής στήριξης.
- Η απόφαση για τη χρήση των µέτρων δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής σταθεροποίησης και την επιλογή του ενδεδειγµένου µέτρου λαµβάνεται µε εισήγηση του Συµβουλίου Συστηµικής Ευστάθειας από τον Υπουργό Οικονοµικών, κατόπιν διαβούλευσης µε την αρχή εξυγίανσης.
- Για την εφαρµογή της παραγράφου 4, η αρχή εξυγίανσης εισηγείται ως προς την συνδροµή των προϋποθέσεων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 2 και των προϋποθέσεων της παραγράφου 3, εκτός από την προϋπόθεση της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 32 για την οποία εισηγείται η αρµόδια αρχή.
- Για την εφαρµογή των άρθρων 56 έως 58, το Υπουργείο Οικονοµικών έχει τις σχετικές εξουσίες εξυγίανσης των άρθρων 63 έως 72 και τηρεί τις διατάξεις των άρθρων 66, 68, 82 και 107.
- Η παροχή δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής στήριξης µε τα ανωτέρω µέτρα, όπως αυτά προσδιοριστούν σύµφωνα µε τις παραγράφους 4 και 5, αποτελεί έσχατο µέσο, αφού έχει προηγηθεί η αξιολογηση και αξιοποίηση στο µεγαλύτερο δυνατό βαθµό των άλλων µέτρων εξυγίανσης µε σκοπό την ταυτόχρονη διατήρηση της χρηµατοπιστωτικής σταθερότητας.
«Άρθρο 57 Δηµόσια κεφαλαιακή στήριξη
(άρθρο 57 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Το Υπουργείο Οικονοµικών, τηρώντας τις διατάξεις του ν. 2190/1920 (Α΄ 37) µπορεί να συµµετάσχει στην ανακεφαλαιοποίηση ενός ιδρύµατος ή µιας οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 παρέχοντας στο ίδρυµα ή στην οντότητα κεφάλαιο µε αντάλλαγµα τα ακόλουθα µέσα, µε την επιφύλαξη των απαιτήσεων του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/ 2013:
α) κεφαλαιακά µέσα κοινών µετοχών του κεφαλαίου της κατηγορίας 1,
β) πρόσθετα µέσα της Κατηγορίας 1 ή µέσα της Κατηγορίας 2.
- Όταν παρέχεται δηµόσια κεφαλαιακή στήριξη σύµφωνα µε την παράγραφο 1:
α) η άσκηση διοίκησης και η διαχείριση γίνεται µε ιδιωτικοοικονοµικά κριτήρια, στο βαθµό που αυτό επιτρέπεται από το ύψος της συµµετοχής του Ελληνικού Δηµοσίου στο µετοχικό κεφάλαιο του εν λόγω ιδρύµατος ή οντότητας,
β) η συµµετοχή του Ελληνικού Δηµοσίου µεταφέρεται στον ιδιωτικό τοµέα αµέσως µόλις το επιτρέψουν οι εµπορικές και χρηµατοπιστωτικές συνθήκες.
3. Η δημόσια κεφαλαιακή στήριξη κατά το παρόν άρθρο μπορεί να παρασχεθεί στο πιστωτικό ίδρυμα από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας κατόπιν απόφασης του Υπουργού Οικονομικών σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 56 (προστέθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015, ΦΕΚ Α'134/11.1.2015)
«Άρθρο 58 Προσωρινός δηµόσιος έλεγχος
(άρθρο 58 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ένα ίδρυµα ή µια οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ του άρθρου 1 µπορεί να τεθεί υπό προσωρινό δηµόσιο έλεγχο.
- Για τον σκοπό αυτό, το Υπουργείο Οικονοµικών µπορεί να εκδίδει µία ή περισσότερες εντολές µεταβίβασης µετοχών στις οποίες ο εκδοχέας είναι:
α) εντολοδόχος του Ελληνικού Δηµοσίου ή
β) εταιρεία που ανήκει και ελέγχεται πλήρως από το Ελληνικό Δηµόσιο.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, ως εντολοδόχος του Ελληνικού Δηµοσίου κατά την έννοια της παρούσας παραγράφου µπορεί να ορίζεται είτε υπηρεσία του Υπουργείου Οικονοµικών είτε εποπτευόµενο από αυτό νοµικό πρόσωπο δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που ανήκει στον δηµόσιο ή ευρύτερο δηµόσιο τοµέα ή ανήκει και ελέγχεται από το Ελληνικό Δηµόσιο.
- Η άσκηση διοίκησης και η διαχείριση των ιδρυµάτων ή οντοτήτων των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ του άρθρου 1 που τίθενται σε προσωρινό δηµόσιο έλεγχο κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, γίνεται µε ιδιωτικοοικονοµικά κριτήρια. Η συµµετοχή του Ελληνικού Δηµοσίου µεταβιβάζεται στον ιδιωτικό τοµέα αµέσως µόλις το επιτρέψουν οι εµπορικές και χρηµατοπιστωτικές συνθήκες.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄
ΑΠΟΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΜΕΣΩΝ
«Άρθρο 59 Απαίτηση για την άσκηση των εξουσιών αποµείωσης ή µετατροπής των κεφαλαιακών µέσων
(άρθρο 59 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
1. Οι εξουσίες απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται για τους σκοπούς του παρόντος κεφαλαίου και όσα αναγνωρίζονται ως κεφαλαιακά μέσα βάσει των άρθρων 483-491 του Κανονισμού (ΕΕ) 575/2013, ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης ως εξής: (Αντικαταστάθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άθρου 3 του νόμου 4340/2015. Πριν την αντικατάσταση ίσχυαν τα εξής: Οι εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων µπορούν να ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης:)
α) είτε ανεξάρτητα από τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες προβαίνει η αρχή εξυγίανσης σύµφωνα µε τη περίπτωση α της παραγράφου 2 του άρθρου 43,
β) είτε σε συνδυασµό µε τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες προβαίνει η αρχή εξυγίανσης όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 32 και 33,
γ) είτε σε συνδυασµό µε τα µέτρα δηµόσιας χρηµατοπιστωτικής σταθεροποίησης σύµφωνα µε τα άρθρα 56 έως 58.
- Οι εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής ασκούνται όταν πληρούνται µία ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) έχει διαπιστωθεί σύµφωνα µε το άρθρο 32 ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης των άρθρων 32 και 33,
β) η αρµόδια αρχή διαπιστώνει ότι εάν δεν ασκηθεί η εν λόγω εξουσία το ίδρυµα ή η οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 θα παύσει να είναι βιώσιµο,
γ) στην περίπτωση κεφαλαιακών µέσων που έχουν εκδοθεί από θυγατρικό ίδρυµα και τα οποία αναγνωρίζονται στον υπολογισµό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατοµική και σε ενοποιηµένη βάση, και τόσο η ενδεδειγµένη αρχή του κράτους µέλους της αρχής ενοποιηµένης εποπτείας όσο και η ενδεδειγµένη αρχή του κράτους µέλους του θυγατρικού ιδρύµατος διαπιστώνουν µε κοινή απόφαση σύµφωνα µε τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 89 ότι, εάν δεν ασκηθεί η εξουσία αποµείωσης ή µετατροπής στα εν λόγω µέσα, ο όµιλος θα παύσει να είναι βιώσιµος,
δ) στην περίπτωση κεφαλαιακών µέσων που έχουν εκδοθεί από τη µητρική επιχείρηση και τα οποία αναγνωρίζονται στον υπολογισµό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατοµική βάση στο επίπεδο της µητρικής επιχείρησης ή σε ενοποιηµένη βάση, και η ενδεδειγµένη αρχή του κράτους µέλους της αρχής ενοποιηµένης εποπτείας διαπιστώνει ότι, εάν δεν ασκηθούν οι εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής στα εν λόγω µέσα, ο όµιλος θα παύσει να είναι βιώσιµος,
ε) απαιτείται έκτακτη δηµόσια χρηµατοοικονοµική στήριξη για το ίδρυµα ή την οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, εξαιρουµένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στην υποπερίπτωση γγ΄ της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 32.
- Για τους σκοπούς της παραγράφου 2, ένα ίδρυµα ή µια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή ένας όµιλος θεωρούνται ότι παύουν να είναι βιώσιµα µόνο όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις.
α) το ίδρυµα ή η οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή ο όµιλος τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας και
β) λαµβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγµή και άλλες σχετικές περιστάσεις, δεν προσδοκάται εύλογα ότι εναλλακτικά µέτρα προερχόµενα από τον ιδιωτικό τοµέα (συµπεριλαµβανοµένων των µέτρων του Θ.Σ.Π.) ή εποπτικές ενέργειες (συµπεριλαµβανοµένων των µέτρων έγκαιρης παρέµβασης ή της αποµείωσης ή της µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων σύµφωνα µε την παράγραφο 2) θα αποτρέψουν την αφερεγγυότητα του ιδρύµατος ή του οµίλου εντός ευλόγου χρονικού διαστήµατος.
- Για τους σκοπούς της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3, ένα ίδρυµα ή µια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας όταν ισχύουν µία ή περισσότερες από τις περιστάσεις που προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 32.
- Για τους σκοπούς της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 3, ένας όµιλος θεωρείται ότι τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας όταν παραβιάζει, ή όταν υπάρχουν ενδείξεις ότι πρόκειται να παραβιάσει στο εγγύς µέλλον, τις απαιτήσεις ενοποιηµένης εποπτείας κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάληψη δράσης από την αρµόδια αρχή, µεταξύ άλλων, διότι ο όµιλος έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί ζηµίες οι οποίες θα αναλώσουν το σύνολο ή σηµαντικό µέρος των ιδίων κεφαλαίων του.
- Σχετικό κεφαλαιακό µέσο που έχει εκδοθεί από θυγατρική δεν αποµειώνεται σε µεγαλύτερη έκταση ούτε µετατρέπεται υπό δυσµενέστερους όρους, σύµφωνα µε την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2, σε σχέση µε τα ίδιας κατηγορίας κεφαλαιακά µέσα στο επίπεδο της µητρικής επιχείρησης.
- Πριν καταλήξει στη διαπίστωση της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 2 όσον αφορά θυγατρική, που εκδίδει σχετικά κεφαλαιακά µέσα που αναγνωρίζονται στον υπολογισµό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατοµική και σε ενοποιηµένη βάση, η ενδεδειγµένη αρχή ακολουθεί τη διαδικασία του άρθρου 62.
- Όταν η ενδεδειγµένη αρχή καταλήγει στη διαπίστωση της παραγράφου 2 ενηµερώνει αµελλητί την αρχή εξυγίανσης.
- Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αποµειώνει ή να µετατρέπει τα σχετικά κεφαλαιακά µέσα σε µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας των ιδρυµάτων και των οντοτήτων που ορίζονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1.
Οι εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης χωρίς καθυστέρηση σύµφωνα µε τις διατάξεις του άρθρου 60 και µετά την πλήρωση των προϋποθέσεων της παραγράφου 3.
- Πριν ασκήσει τις εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής των κεφαλαιακών µέσων, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι διενεργείται, σύµφωνα µε το άρθρο 36, αποτίµηση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1. Η αποτίµηση αυτή αποτελεί τη βάση υπολογισµού:
α) της αποµείωσης που πρόκειται να εφαρµοστεί στα σχετικά κεφαλαιακά µέσα προκειµένου να απορροφηθούν ζηµίες, καθώς και
β) του βαθµού µετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών µέσων µε σκοπό την ανακεφαλαιοποίηση του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1.
«Άρθρο 60 Διατάξεις που διέπουν την αποµείωση ή µετατροπή κεφαλαιακών µέσων
(άρθρο 60 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κατά τη συµµόρφωση µε τις απαιτήσεις του άρθρου 59, η αρχή εξυγίανσης ασκεί την εξουσία αποµείωσης ή µετατροπής βάσει της κατάταξης των απαιτήσεων κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, και µε τέτοιο τρόπο ώστε να επιτευχθούν τα ακόλουθα αποτελέσµατα:
α) πρώτα υφίστανται µείωση τα στοιχεία κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 κατ’ αναλογία προς τις ζηµίες και στα όρια των δυνατοτήτων τους και η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε µία ή αµφότερες τις ενέργειες της παραγράφου 1 του άρθρου 47 έναντι των κατόχων
µέσων κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1,
β) στη συνέχεια και εφόσον απαιτείται, τα πρόσθετα µέσα της Κατηγορίας 1 αποµειώνονται ή µετατρέπονται, ή αποµειώνονται και µετατρέπονται σε µέσα κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1, στο βαθµό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών κεφαλαιακών µέσων, όποιο είναι χαµηλότερο,
γ) στη συνέχεια και εφόσον απαιτείται, τα µέσα της Κατηγορίας 2 αποµειώνονται ή µετατρέπονται, ή αποµειώνονται και µετατρέπονται σε µέσα κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 στο βαθµό που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων εξυγίανσης του άρθρου 31 ή στα όρια των δυνατοτήτων των σχετικών κεφαλαιακών µέσων, όποιο είναι χαµηλότερο.
- Σε περίπτωση που η αξία του σχετικού κεφαλαιακού µέσου αποµειώνεται:
α) η µείωση της εν λόγω αξίας είναι µόνιµη, µε την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 46,
β) δεν υφίσταται καµία υποχρέωση έναντι του κατόχου του σχετικού κεφαλαιακού µέσου σε σχέση µε την αξία του µέσου που αποµειώθηκε ή στο πλαίσιο αυτής, εκτός των ήδη δεδουλευµένων υποχρεώσεων και τυχόν υποχρέωσης αποζηµίωσής του λόγω παράνοµης άσκησης της εξουσίας αποµείωσης,
γ) καµία αποζηµίωση δεν καταβάλλεται σε κανέναν κάτοχο των σχετικών κεφαλαιακών µέσων, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 3.
Η περίπτωση β΄ δεν εµποδίζει τη διάθεση µέσων κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 σε έναν κάτοχο σχετικών κεφαλαιακών µέσων, όπως ορίζει η παράγραφος 3.
- Προκειµένου να πραγµατοποιηθεί η µετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών µέσων σύµφωνα µε την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτεί από τα ιδρύµατα και τις οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρο 1 την έκδοση µέσων κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 προς τους κατόχους των σχετικών κεφαλαιακών µέσων. Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτεί από τα ιδρύµατα και τις ως άνω οντότητες να έχουν τη δυνατότητα να προβούν ανά πάσα στιγµή στην έκδοση του σχετικού αριθµού µέσων κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1.
Η µετατροπή των σχετικών κεφαλαιακών µέσων είναι δυνατή µόνο εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) τα εν λόγω µέσα κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 εκδίδονται µε τη σύµφωνη γνώµη της αρχής εξυγίανσης του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή, κατά περίπτωση, της αρχής εξυγίανσης της µητρικής επιχείρησης,
β) τα εν λόγω µέσα κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 εκδίδονται πριν από κάθε έκδοση µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας από το ίδρυµα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, µε σκοπό την εισφορά ιδίων κεφαλαίων από το κράτος ή από κρατικό φορέα,
γ) τα εν λόγω µέσα κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 αποδίδονται και µεταβιβάζονται χωρίς καθυστέρηση µετά την άσκηση της εξουσίας µετατροπής,
δ) ο συντελεστής µετατροπής που προσδιορίζει τον αριθµό των µέσων κεφαλαίου κοινών µετοχών της Κατηγορίας 1 που διατίθενται για κάθε σχετικό κεφαλαιακό µέσο είναι σύµφωνος το άρθρο 50 και τις σχετικές κατευθυντήριες γραµµές που καταρτίζει η Ε.Α.Τ. σύµφωνα µε την παράγραφο 4 του άρθρου 50 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
- Όταν ένα ίδρυµα πληροί τις προϋποθέσεις για εξυγίανση και η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει να εφαρµόσει ένα µέτρο εξυγίανσης, τότε απαιτείται η προηγούµενη εφαρµογή της παραγράφου 2 του άρθρου 59
«Άρθρο 61 Αρχές αρµόδιες για την εφαρµογή περιπτώσεων του άρθρου 59
(άρθρο 61 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Ενδεδειγµένη αρχή για την Ελλάδα για την εφαρµογή των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄ και ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 59 είναι η αρµόδια αρχή, ή η αρχή που έχει καθορισθεί στο εθνικό δίκαιο κάθε κράτους µέλους, σύµφωνα µε το άρθρο 61 παράγραφος 2 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
- Στην περίπτωση που τα σχετικά κεφαλαιακά µέσα εκδίδονται από ίδρυµα ή οντότητα, όπως ορίζονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που είναι θυγατρική και περιλαµβάνονται στον υπολογισµό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατοµική ή σε ενοποιηµένη βάση, η αρχή που είναι αρµόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 59 είναι η ακόλουθη:
α) η ενδεδειγµένη αρχή του κράτους - µέλους όπου είναι εγκατεστηµένο το ίδρυµα ή η οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που εξέδωσε τα εν λόγω µέσα, σύµφωνα µε τα άρθρα 8 έως 10, 12 έως 14 και 16 έως 28 του ν. 4261/2014 και τα άρθρα 9 έως 35 του ν. 3606/2007, είναι αρµόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην περίπτωση β) της παραγράφου 2 του άρθρου 59,
β) η ενδεδειγµένη αρχή του κράτους - µέλους ενοποιηµένης εποπτείας και η ενδεδειγµένη αρχή του κράτους µέλους όπου είναι εγκατεστηµένο το ίδρυµα ή η οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που εξέδωσε τα εν λόγω µέσα, σύµφωνα µε τα άρθρα 8 έως 10, 12 έως 14 και 16 έως 28 του ν. 4261/2014, είναι αρµόδιες να προβαίνουν στην κοινή διαπίστωση που λαµβάνει τη µορφή κοινής απόφασης και αναφέρεται στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 59.
«Άρθρο 62 Ενοποιηµένη εφαρµογή: διαδικασία διαπίστωσης
(άρθρο 62 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η ενδεδειγµένη αρχή πριν προβεί στη διαπίστωση που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ ή ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 59 όσον αφορά θυγατρική που εκδίδει τα σχετικά κεφαλαιακά µέσα τα οποία περιλαµβάνονται στον υπολογισµό των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατοµική και σε ενοποιηµένη βάση, αποστέλλει αµελλητί κοινοποίηση στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και, αν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην ενδεδειγµένη αρχή του κράτους - µέλους όπου είναι εγκατεστηµένη η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας. Πριν η ενδεδειγµένη αρχή προβεί στη διαπίστωση που αναφέρεται στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 59 αποστέλλει αµελλητί κοινοποίηση στην αρµόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για κάθε ίδρυµα ή οντότητα των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που έχει εκδώσει τα σχετικά κεφαλαιακά µέσα στα οποία πρόκειται να ασκηθεί η εξουσία αποµείωσης ή µετατροπής, εάν πραγµατοποιηθεί η διαπίστωση και εάν διαφέρουν, στις αντίστοιχες ενδεδειγµένες αρχές και στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας.
- Η ενδεδειγµένη αρχή, όταν προβαίνει σε µια διαπίστωση που αναφέρεται στις περιπτώσεις γ΄, δ΄ ή ε΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 59 στην περίπτωση ιδρύµατος ή οµίλου µε διασυνοριακή δραστηριότητα, λαµβάνει υπόψη την πιθανή επίπτωση της εξυγίανσης σε όλα τα κράτη - µέλη στα οποία το ίδρυµα ή ο όµιλος δραστηριοποιείται.
- Η ενδεδειγµένη αρχή στην κοινοποίηση της παραγράφου 1 επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους σκέπτεται να προβεί στην εν λόγω διαπίστωση.
- Όταν έχει πραγµατοποιηθεί η κοινοποίηση σύµφωνα µε την παράγραφο 1, η ενδεδειγµένη αρχή, µετά από διαβούλευση µε τις αρχές στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση, εξετάζει τα ακόλουθα ζητήµατα:
α) εάν υπάρχει διαθέσιµο εναλλακτικό µέτρο αντί της άσκησης της εξουσίας αποµείωσης ή µετατροπής σύµφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 59,
β) κατά πόσον είναι εφικτή η εφαρµογή του µέτρου
αυτού, και
γ) κατά πόσον υπάρχει ρεαλιστική προοπτική να µπορέσει το µέτρο αυτό, σε κατάλληλο χρονικό διάστηµα, να αντιµετωπίσει τις περιστάσεις για τις οποίες θα ήταν επιβεβληµένη η διαπίστωση της παραγράφου 2 του άρθρου 59.
- Για τους σκοπούς της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου, ως εναλλακτικά µέτρα νοούνται τα µέτρα έγκαιρης παρέµβασης του άρθρου 27, τα µέτρα της παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 4261/2014 ή η µεταφορά πόρων ή κεφαλαίων από τη µητρική επιχείρηση.
- Αν, δυνάµει της παραγράφου 4, η ενδεδειγµένη αρχή µετά από την ως άνω διαβούλευση κρίνει ότι πληρούνται τα αναφερόµενα σε αυτή τότε εφαρµόζει τα µέτρα αυτά.
- Αν συντρέχουν οι συνθήκες της παραγράφου 1 και κατ’ εφαρµογή της παραγράφου 4, η ενδεδειγµένη αρχή, µετά από διαβούλευση µε τις αρχές στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση, κρίνει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιµα εναλλακτικά µέτρα που θα µπορούσαν να επιφέρουν το αποτέλεσµα που αναφέρεται στην περίπτωση γ΄ της παραγράφου 4, αποφασίζει εάν είναι σκόπιµο να προβεί στη διαπίστωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 59.
- Σε περίπτωση που η ενδεδειγµένη αρχή αποφασίσει να προβεί στη διαπίστωση της περιπτώσεως γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 59 αποστέλλει αµελλητί κοινοποίηση στις ενδεδειγµένες αρχές των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένες οι επηρεαζόµενες θυγατρικές. Η διαπίστωση λαµβάνει τη µορφή κοινής απόφασης των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 92. Ελλείψει κοινής απόφασης δεν εφαρµόζεται η περίπτωση γ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 59.
- Η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει αµέσως την απόφαση αποµείωσης ή µετατροπής των κεφαλαιακών µέσων που λαµβάνεται δυνάµει του παρόντος άρθρου, λαµβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα των περιστάσεων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄
ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
«Άρθρο 63 Γενικές εξουσίες
(άρθρο 63 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης για την εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης σε ιδρύµατα και οντότητες των περιπτώσεων β, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 που πληρούν τις προβλεπόµενες προϋποθέσεις για εξυγίανση, διαθέτει τις αναγκαίες εξουσίες, τις οποίες ασκεί µεµονωµένα ή συνδυαστικά, και ειδικότερα, δύναται να:
α) απαιτεί από κάθε πρόσωπο να παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες προκειµένου αυτή να αποφασίζει και να προετοιµάζει µια ενέργεια εξυγίανσης, συµπεριλαµβανοµένης της επικαιροποίησης και της συµπλήρωσης των πληροφοριών που περιλαµβάνονται στα σχέδια εξυγίανσης, και της απαίτησης παροχής πληροφοριών
µέσω επιτόπιων ελέγχων,
β) αναλαµβάνει τον έλεγχο ενός ιδρύµατος υπό εξυγίανση και ασκεί όλα τα δικαιώµατα και τις εξουσίες που παρέχονται στους µετόχους, στους λοιπούς ιδιοκτήτες και στο διοικητικό συµβούλιο του υπό εξυγίανση ιδρύµατος,
γ) µεταβιβάζει µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας
που έχουν εκδοθεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυµα,
δ) µεταβιβάζει σε άλλο πρόσωπο, µε τη συναίνεσή του, δικαιώµατα, περιουσιακά στοιχεία ή υποχρεώσεις ενός υπό εξυγίανση ιδρύµατος,
ε) αποµειώνει, µέχρι και µηδενισµού, αρχικό ποσό ή το οφειλόµενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των επιλέξιµων υποχρεώσεων ενός υπό εξυγίανση ιδρύµατος,
στ) µετατρέπει επιλέξιµες υποχρεώσεις ενός υπό εξυγίανση ιδρύµατος σε κοινές µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του εν λόγω ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ενός σχετικού µητρικού ιδρύµατος ή οντότητας ή ενός µεταβατικού ιδρύµατος στο οποίο µεταβιβάζονται περιουσιακά στοιχεία του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
ζ) ακυρώνει χρεωστικά µέσα που έχουν εκδοθεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυµα, εξαιρουµένων των εξασφαλισµένων υποχρεώσεων που εµπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 44,
η) αποµειώνει, µέχρι και µηδενισµού, την ονοµαστική αξία µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ενός υπό εξυγίανση ιδρύµατος, καθώς και να τα ακυρώνει,
θ) απαιτεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυµα ή από ένα σχετικό µητρικό ίδρυµα ή οντότητα να εκδώσει νέες µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας ή άλλα κεφαλαιακά µέσα, συµπεριλαµβανοµένων των προνοµιούχων µετοχών και των υπό αίρεση µετατρέψιµων χρηµατοπιστωτικών µέσων,
ι) τροποποιεί τη ληκτότητα των χρεωστικών µέσων και άλλων επιλέξιµων υποχρεώσεων που έχουν εκδοθεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυµα ή να τροποποιεί το ύψος των πληρωτέων τόκων δυνάµει αυτών ή την ηµεροµηνία κατά την οποία οι τόκοι καθίστανται πληρωτέοι, περιλαµβανοµένης της προσωρινής αναστολής τους, εξαιρούµενων των εξασφαλισµένων υποχρεώσεων που εµπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 44, ια) καταγγέλλει και να ρευστοποιεί χρηµατοπιστωτικές συµβάσεις ή συµβάσεις παραγώγων για τους σκοπούς εφαρµογής του άρθρου 49,
ιβ) αποµακρύνει ή να αντικαθιστά το διοικητικό συµβούλιο και τα ανώτερα διοικητικά στελέχη ενός υπό εξυγίανση ιδρύµατος, και
ιγ) απαιτεί από την αρµόδια αρχή να αξιολογήσει εγκαίρως τον αγοραστή ειδικής συµµετοχής, κατά παρέκκλιση από τα χρονικά όρια που τίθενται στο άρθρο 23 του ν. 4261/2014 και στο άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
- Κατά την εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης δεν υπόκειται σε καµία από τις ακόλουθες απαιτήσεις δυνάµει γενικών διατάξεων ή συµβατικών όρων ή άλλων διατάξεων:
α) στην υποχρέωση να λάβει την έγκριση ή τη συγκατάθεση οποιουδήποτε άλλου προσώπου, ιδιωτικού ή δηµόσιου δικαίου, συµπεριλαµβανοµένων των µετόχων ή των πιστωτών του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, µε την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του άρθρου 3,
β) σε διαδικαστικές απαιτήσεις κοινοποίησης προς οποιοδήποτε πρόσωπο, συµπεριλαµβανοµένης της υποχρέωσης δηµοσίευσης οποιασδήποτε ανακοίνωσης ή ενηµερωτικού δελτίου, καθώς και καταχώρισης οποιουδήποτε εγγράφου σε οποιαδήποτε άλλη αρχή πριν από την άσκηση εξουσίας εξυγίανσης. Το εδάφιο αυτό εφαρµόζεται µε την επιφύλαξη των απαιτήσεων των άρθρων 81 και 82 και των απαιτήσεων κοινοποίησης βάσει των κανόνων της ΕΕ για τις κρατικές ενισχύσεις.
Ειδικότερα, η αρχή εξυγίανσης δύναται να ασκήσει τις εξουσίες του παρόντος άρθρου ανεξάρτητα από κάθε περιορισµό, ή απαίτηση για συγκατάθεση, που ενδεχοµένως ισχύει για τη µεταβίβαση των εν λόγω χρηµατοπιστωτικών µέσων, δικαιωµάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων.
Εάν συντρέχει περίπτωση, στη δημοσιότητα του άρθρου 7α του ν. 2190/1920 υποβάλλεται η οικεία απόφαση της αρχής εξυγίανσης (Προστέθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015, ΦΕΚ Α'134/1.11.2015)
- Αν κάποια από τις εξουσίες που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν µπορεί να εφαρµοστεί σε οντότητα της παραγράφου 1 του άρθρου 1 λόγω της ειδικής εταιρικής µορφής της, η αρχή εξυγίανσης έχει, στο µέτρο του δυνατού, παρεµφερείς εξουσίες όσον αφορά το επιδιωκόµενο αποτέλεσµα. Στην περίπτωση αυτή, οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στον παρόντα νόµο ή άλλες που έχουν ισοδύναµο αποτέλεσµα ισχύουν για τα επηρεαζόµενα πρόσωπα, περιλαµβανοµένων και των µετόχων, των πιστωτών και των αντισυµβαλλοµένων.
«Άρθρο 64 Επικουρικές εξουσίες
(άρθρο 64 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κατά την άσκηση των αρµοδιοτήτων της, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να προβεί στις ακόλουθες ενέργειες:
α) µε την επιφύλαξη του άρθρου 78, διασφαλίζει ότι η µεταβίβαση πραγµατοποιείται χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση ή επιβάρυνση επί των µεταβιβαζόµενων χρηµατοπιστωτικών µέσων, δικαιωµάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων. Για τον σκοπό αυτό, οποιοδήποτε δικαίωµα αποζηµίωσης βάσει του παρόντος νόµου δεν θεωρείται υποχρέωση ή επιβάρυνση,
β) αίρει τα δικαιώµατα απόκτησης νέων µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας,
γ) απαιτεί από τη σχετική αρχή να διακόπτει ή να αναστέλλει τη διαπραγµάτευση ή τη διαδικασία εισαγωγής χρηµατοπιστωτικών µέσων προς διαπραγµάτευση σε ρυθµιζόµενη αγορά σύµφωνα µε το ν. 3371/2005 (Α΄
178),
δ) παρέχει στον αποκτώντα την ίδια µεταχείριση που θα είχε το υπό εξυγίανση ίδρυµα για τους σκοπούς των δικαιωµάτων ή των υποχρεώσεων, ή των ενεργειών στις οποίες έχει προβεί το υπό εξυγίανση ίδρυµα, συµπεριλαµβανοµένων των δικαιωµάτων ή των υποχρεώσεων που σχετίζονται µε τη συµµετοχή σε υποδοµές αγοράς, σύµφωνα µε τα άρθρα 38 και 40,
ε) απαιτεί από το υπό εξυγίανση ίδρυµα ή τον αποκτώντα την παροχή αµοιβαίας πληροφόρησης και συνδροµής, και
στ) ακυρώνει ή να τροποποιεί τους όρους µιας σύµβασης στην οποία το υπό εξυγίανση ίδρυµα είναι συµβαλλόµενο µέρος ή το υποκαθιστά µε τον αποκτώντα ως συµβαλλόµενο µέρος, σύµφωνα µε τα άρθρα 69 και 71.
- Η αρχή εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες που καθορίζονται στην παράγραφο 1 όταν κρίνει ότι είναι κατάλληλες για να διασφαλιστεί η αποτελεσµατικότητα µιας ενέργειας εξυγίανσης ή για να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι στόχοι εξυγίανσης.
- Η αρχή εξυγίανσης, κατά την άσκηση των αρµοδιοτήτων της, µπορεί να προβλέπει αναγκαίες για την εξασφάλιση της συνέχειας ρυθµίσεις προκειµένου να διασφαλιστεί η αποτελεσµατικότητα της ενέργειας εξυγίανσης και ότι ο αποκτών µπορεί να ασκήσει τις δραστηριότητες που του µεταβιβάστηκαν.
- Οι εξουσίες της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 και της παραγράφου 3 δεν επηρεάζουν:
α) το δικαίωµα ενός εργαζοµένου του υπό εξυγίανση ιδρύµατος να καταγγείλει τη σύµβαση εργασίας του,
β) µε την επιφύλαξη των άρθρων 69, 70 και 71, κάθε δικαίωµα ενός αντισυµβαλλόµενου µέρους να ασκήσει τα δικαιώµατά του βάσει της σύµβασης, συµπεριλαµβανοµένου του δικαιώµατος καταγγελίας, εφόσον το δικαιούται, σύµφωνα µε τους όρους της σύµβασης, λόγω πράξης ή παράλειψης του υπό εξυγίανση ιδρύµατος ή του αποκτώντα πριν ή µετά τη σχετική µεταβίβαση, αντίστοιχα.
«Άρθρο 65 Εξουσία απαίτησης παροχής υπηρεσιών και υποδοµών
(άρθρο 65 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να απαιτεί από ένα υπό εξυγίανση ίδρυµα, ή από οποιοδήποτε µέλος του οµίλου του, να παρέχει τις υπηρεσίες ή τις υποδοµές που είναι απαραίτητες προκειµένου ο αποκτών να είναι σε θέση να ασκεί αποτελεσµατικά τις δραστηριότητες που του µεταβιβάστηκαν.
Αυτό ισχύει και στην περίπτωση που το υπό εξυγίανση ίδρυµα ή το εν λόγω µέλος του οµίλου έχει τεθεί ήδη σε συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.
- Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να επιβάλει σε µέλη οµίλου τα οποία είναι εγκατεστηµένα στην Ελλάδα την τήρηση των υποχρεώσεων που έχουν επιβληθεί από αρχές εξυγίανσης άλλων κρατών - µελών σύµφωνα µε την παράγραφο 1.
- Οι υπηρεσίες και οι υποδοµές που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 είναι µόνο οι λειτουργικές και δεν περιλαµβάνουν καµία µορφή χρηµατοοικονοµικής στήριξης.
- Οι αναφερόµενες στις παραγράφους 1 και 2 υπηρεσίες και υποδοµές παρέχονται υπό τους ακόλουθους όρους:
α) εφόσον παρασχέθηκαν στο υπό εξυγίανση ίδρυµα αµέσως πριν από την ανάληψη της ενέργειας εξυγίανσης δυνάµει σχετικής συµφωνίας και για όλη τη διάρκειά της, υπό τους ιδίους όρους,
β) εφόσον δεν υφίσταται συµφωνία ή αν η σχετική
συµφωνία έχει λήξει, υπό εύλογους όρους.
«Άρθρο 66 Εξουσία επιβολής µέτρων διαχείρισης κρίσης ή µέτρων πρόληψης κρίσης που λαµβάνονται από άλλα κράτη - µέλη
(άρθρο 66 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Όταν η µεταβίβαση µετοχών, άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή δικαιωµάτων, περιουσιακών στοιχείων ή υποχρεώσεων περιλαµβάνει περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε άλλο κράτος - µέλος ή δικαιώµατα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους - µέλους, η µεταβίβαση παράγει έννοµα αποτελέσµατα ή διέπεται από το δίκαιο αυτού του κράτους - µέλους.
- Η αρχή εξυγίανσης που έχει πραγµατοποιήσει ή σκοπεύει να πραγµατοποιήσει τη µεταβίβαση, λαµβάνει κάθε εύλογη συνδροµή προκειµένου να διασφαλιστεί ότι η µεταβίβαση των µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωµάτων ή υποχρεώσεων στον αποκτώντα είναι σύµφωνη µε την εθνική νοµοθεσία.
- Οι µέτοχοι, οι πιστωτές και τα τρίτα µέρη που θίγονται από τη µεταβίβαση µετοχών, άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωµάτων ή υποχρεώσεων της παραγράφου 1 δεν δικαιούνται να εµποδίζουν, να αµφισβητούν ή να µαταιώνουν µε την άσκηση ενδίκων µέσων τη µεταβίβαση αυτών βάσει διάταξης του δικαίου του κράτους - µέλους στο οποίο βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία ή βάσει του δικαίου που διέπει τις µετοχές, τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας, τα δικαιώµατα ή τις υποχρεώσεις.
- Όταν η αρχή εξυγίανσης ενός κράτους - µέλους ασκεί τις εξουσίες αποµείωσης ή µετατροπής, µεταξύ άλλων σε σχέση µε κεφαλαιακά µέσα σύµφωνα µε το άρθρο 59, και οι επιλέξιµες υποχρεώσεις ή τα σχετικά κεφαλαιακά µέσα του υπό εξυγίανση ιδρύµατος περιλαµβάνουν τα ακόλουθα:
α) µέσα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο,
β) υποχρεώσεις προς πιστωτές που βρίσκονται στην Ελλάδα, διασφαλίζεται η µείωση της αξίας των εν λόγω υποχρεώσεων ή µέσων, ή η µετατροπή τους, σε συµφωνία µε την άσκηση των εξουσιών αποµείωσης ή µετατροπής της αρχής εξυγίανσης του κράτους - µέλους.
- Οι πιστωτές που θίγονται από την άσκηση των εξουσιών αποµείωσης ή µετατροπής σύµφωνα µε την παράγραφο 4, δεν δικαιούνται να αµφισβητούν, ασκώντας ένδικα µέσα, τη µείωση της αξίας ή τη µετατροπή του µέσου ή της υποχρέωσης, ανάλογα µε την περίπτωση, βάσει οποιασδήποτε διάταξης του ελληνικού δικαίου.
- Tο ελληνικό δίκαιο διέπει τα ακόλουθα:
α) τη δικαστική προστασία σύµφωνα µε το άρθρο 110 ως προς τη µεταβίβαση µετοχών, άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωµάτων ή υποχρεώσεων σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου,
β) τη δικαστική προστασία σύµφωνα µε το άρθρο 110
ως προς τη µείωση της αξίας ή τη µετατροπή ενός µέσου ή µιας υποχρέωσης σύµφωνα µε τις περιπτώσεις α΄ ή β΄ της παραγράφου 4,
γ) τις διασφαλίσεις για τις µερικές µεταβιβάσεις, σύµφωνα µε τα άρθρα 73 έως 80, όσον αφορά τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
«Άρθρο 67 Εξουσίες αναφορικά µε περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα, υποχρεώσεις, µετοχές και άλλους τίτλους ιδιοκτησίας που βρίσκονται σε τρίτες χώρες
(άρθρο 67 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Εφόσον η ενέργεια εξυγίανσης περιλαµβάνει δράσεις σε σχέση µε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται ή διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτεί:
α) από τον ειδικό εκκαθαριστή, ή κάθε άλλο πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο του υπό εξυγίανση ιδρύµατος και από τον αποκτώντα να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ώστε να διασφαλίζει ότι η µεταβίβαση, η αποµείωση, η µετατροπή ή η ενέργεια εξυγίανσης παράγει έννοµα αποτελέσµατα,
β) από τον ειδικό εκκαθαριστή ή κάθε άλλο πρόσωπο που ασκεί τον έλεγχο του υπό εξυγίανση ιδρύµατος να διακρατά τις µετοχές, τους άλλους τίτλους ιδιοκτησίας, τα περιουσιακά στοιχεία ή τα δικαιώµατα ή να εξοφλεί τις υποχρεώσεις εξ ονόµατος του αποκτώντα µέχρις ότου η µεταβίβαση, η αποµείωση, η µετατροπή ή η ενέργεια εξυγίανσης παραγάγει αποτελέσµατα,
γ) την κάλυψη των δαπανών του αποκτώντα που εύλογα προέκυψαν κατά την εκτέλεση οποιασδήποτε απαιτούµενης ενέργειας βάσει των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου, σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου 37.
- Η αρχή εξυγίανσης δεν προβαίνει στη µεταβίβαση, αποµείωση, µετατροπή ή ενέργεια εξυγίανσης σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1, όταν εκτιµά ότι είναι εξαιρετικά απίθανο να παραγάγουν έννοµα αποτελέσµατα σε σχέση µε συγκεκριµένα περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται σε τρίτη χώρα ή σε σχέση µε συγκεκριµένες µετοχές, άλλους τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις που διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, µολονότι ελήφθησαν όλα τα αναγκαία µέτρα από τον ειδικό εκκαθαριστή, ή άλλο πρόσωπο.
«Άρθρο 68 Αποκλεισµός ορισµένων συµβατικών ρητρών σε περίπτωση έγκαιρης παρέµβασης και εξυγίανσης
(άρθρο 68 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οποιοδήποτε µέτρο πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων λαµβάνεται σύµφωνα µε τον παρόντα νόµο, συµπεριλαµβανοµένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άµεσα συνδεόµενου µε την εφαρµογή αυτού του µέτρου, δεν θεωρείται αφ’ εαυτού, σε πλαίσιο σύµβασης που έχει συνάψει η οντότητα, ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση κατά την έννοια του ν. 3301/2004, ή ως διαδικασία αφερεγγυότητας κατά την έννοια του ν. 2789/2000, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάµει της σύµβασης, µεταξύ των οποίων και οι υποχρεώσεις πληρωµής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης.
Επιπροσθέτως, ένα τέτοιο µέτρο πρόληψης κρίσης ή µέτρο διαχείρισης κρίσης δεν θεωρείται αφ’ εαυτού ότι συνιστά γεγονός που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση ή διαδικασία αφερεγγυότητας στο πλαίσιο σύµβασης που συνάφθηκε από:
α) θυγατρική, και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύµβαση αυτή τελούν υπό την εγγύηση ή στηρίζονται κατ’ άλλο τρόπο από τη µητρική επιχείρηση ή οποιοδήποτε άλλο µέλος του οµίλου, ή
β) οποιοδήποτε µέλος του οµίλου και η σύµβαση περιλαµβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας (cross-default provisions).
Η αφερεγγυότητα ή αδυναμία εκπλήρωσης υποχρεώσεων έναντι τρίτων ενός μέλους του ομίλου, όταν προκαλείται από την εφαρμογή μέτρου πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων κατά τον παρόντα νόμο σε απαιτήσεις κατά άλλου μέλους του ίδιου ομίλου, θεωρείται γεγονός άμεσο συνδεόμενο με την εφαρμογή αυτού του μέτρου, με την έννοια της παρούσας διάταξης (Προστέθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015, ΦΕΚ Α'134/1.11.2015)
- Αν διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας αναγνωρίζονται σύµφωνα µε το άρθρο 90 ή εφόσον το αποφασίσει η αρχή εξυγίανσης, οι διαδικασίες αυτές αποτελούν, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, µέτρο διαχείρισης κρίσεων.
- Υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάµει της σύµβασης, µεταξύ των οποίων και οι υποχρεώσεις πληρωµής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης, οποιοδήποτε µέτρο πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων, συµπεριλαµβανοµένης της επέλευσης οποιουδήποτε γεγονότος άµεσα συνδεόµενου µε την εφαρµογή τέτοιου µέτρου, δεν παρέχει από µόνο του σε κανέναν τη δυνατότητα:
α) να ασκεί οποιοδήποτε δικαίωµα καταγγελίας, αναστολής, τροποποίησης, εκκαθαριστικού συµψηφισµού ή συµψηφισµού, µεταξύ άλλων και σχετικά µε σύµβαση η οποία έχει συναφθεί από:
αα) θυγατρική, και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη σύµβαση τελούν υπό την εγγύηση ή στηρίζονται
µε άλλο τρόπο από οποιοδήποτε µέλος του οµίλου,
ββ) οποιοδήποτε µέλος του οµίλου και η σύµβαση περιλαµβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας,
β) να αποκτά κατοχή, να ασκεί έλεγχο ή να επιβάλλει την παροχή εξασφάλισης επί περιουσιακού στοιχείου του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή οποιουδήποτε µέλους του οµίλου σε σχέση µε σύµβαση που περιλαµβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας, και
γ) να θίγει οποιαδήποτε συµβατικά δικαιώµατα του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή οποιουδήποτε µέλους του οµίλου σε σχέση µε σύµβαση που περιλαµβάνει ρήτρες αλυσιδωτής καταγγελίας.
- Το παρόν άρθρο δεν θίγει το δικαίωµα ανάληψης δράσης σύµφωνα µε την παράγραφο 3, σε περίπτωση που το δικαίωµα αυτό απορρέει από γεγονός που δεν συνιστά µέτρο πρόληψης ή διαχείρισης κρίσεων, ή από την επέλευση οποιουδήποτε γεγονότος άµεσα συνδεόµενου µε την εφαρµογή τέτοιου µέτρου.
- Η αναστολή ή ο περιορισµός δυνάµει των άρθρων 69, 70 ή 71 δεν συνιστά αθέτηση συµβατικής υποχρέωσης για τους σκοπούς των παραγράφων 1 και 2 του παρόντος άρθρου.
- Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου αποτελούν «υπερισχύουσες διατάξεις αναγκαστικού δικαίου» κατά την έννοια του άρθρου 9 του Κανονισµού (ΕΚ) αριθµ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συµβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρµοστέο δίκαιο στις συµβατικές ενοχές (Ρώµη Ι) (ΕΕ L 177).
«Άρθρο 69 Εξουσία αναστολής ορισµένων υποχρεώσεων
(άρθρο 69 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει οποιεσδήποτε υποχρεώσεις πληρωµής ή παράδοσης του υπό εξυγίανση ιδρύµατος που απορρέουν από σύµβαση την οποία αυτό έχει συνάψει από τη δηµοσίευση της απόφασης περί αναστολής, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 82, έως τα µεσάνυχτα της εργάσιµης ηµέρας που έπεται της δηµοσίευσης.
- Σε περίπτωση που µια υποχρέωση πληρωµής ή παράδοσης θα καθίστατο απαιτητή εντός της περιόδου αναστολής, η πληρωµή ή η παράδοση καθίσταται απαιτητή αµέσως µετά τη λήξη της περιόδου αναστολής.
- Αν οι συµβατικές υποχρεώσεις πληρωµής ή παράδοσης του υπό εξυγίανση ιδρύµατος ανασταλούν δυνάµει της παραγράφου 1, οι υποχρεώσεις πληρωµής ή παράδοσης των αντισυµβαλλόµενων του εν λόγω ιδρύµατος στο πλαίσιο της σύµβασης αυτής αναστέλλονται επίσης για το ίδιο χρονικό διάστηµα.
- Η αναστολή βάσει της παραγράφου 1 δεν εφαρµόζεται σε:
α) επιλέξιµες καταθέσεις,
β) υποχρεώσεις πληρωµής και παράδοσης έναντι συστηµάτων ή διαχειριστών συστηµάτων κατά την έννοια του ν. 2789/2000, κεντρικών αντισυµβαλλόµενων και κεντρικών τραπεζών, και
γ) επιλέξιµες απαιτήσεις για τους σκοπούς του ν. 2533/ 1997 σχετικά µε τα συστήµατα αποζηµιώσεως των επενδυτών.
- Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάµει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαµβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθµη λειτουργία των χρηµατοπιστωτικών αγορών.
«Άρθρο 70 Εξουσία περιορισµού της αναγκαστικής εκτέλεσης συµφωνιών παροχής εξασφάλισης
(άρθρο 70 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να περιορίζει το δικαίωµα των εξασφαλισµένων πιστωτών ενός υπό εξυγίανση ιδρύµατος να προβούν σε αναγκαστική εκτέλεση συµφωνιών παροχής εξασφάλισης όσον αφορά οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία του υπό εξυγίανση ιδρύµατος από τη δηµοσίευση της απόφασης του περιορισµού, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 82, έως τα µεσάνυχτα της εργάσιµης ηµέρας που έπεται της δηµοσίευσης.
- Η αρχή εξυγίανσης δεν ασκεί την εξουσία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 όσον αφορά συµφωνίες παροχής εξασφάλισης έναντι συστηµάτων ή διαχειριστών συστηµάτων που ορίζονται για τους σκοπούς του ν. 2789/2000, κεντρικών αντισυµβαλλοµένων, και κεντρικών τραπεζών σε σχέση µε περιουσιακά στοιχεία που έχουν ενεχυριαστεί ή παρασχεθεί ως περιθώριο ή εξασφάλιση από το υπό εξυγίανση ίδρυµα.
- Στις περιπτώσεις που εφαρµόζεται το άρθρο 80, η αρχή εξυγίανσης διασφαλίζει ότι οι τυχόν περιορισµοί που επιβάλλονται δυνάµει της εξουσίας που προβλέπεται στην παράγραφο 1 εφαρµόζονται σε όλα τα µέλη του οµίλου έναντι των οποίων προβαίνει σε ενέργεια εξυγίανσης.
- Κατά την άσκηση εξουσίας δυνάµει του παρόντος άρθρου, η αρχή εξυγίανσης λαµβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθµη λειτουργία των χρηµατοπιστωτικών αγορών.
«Άρθρο 71 Εξουσία προσωρινής αναστολής δικαιωµάτων καταγγελίας
(άρθρο 71 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει τα δικαιώµατα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυµβαλλόµενου του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, από τη δηµοσίευση της απόφασης του περιορισµού, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 82, έως τα µεσάνυχτα της εργάσιµης ηµέρας που έπεται της δηµοσίευσης υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι υποχρεώσεις πληρωµής και παράδοσης, καθώς και η παροχή εξασφάλισης.
- Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να αναστέλλει τα δικαιώµατα καταγγελίας οποιουδήποτε αντισυµβαλλόµενου θυγατρικής του υπό εξυγίανση ιδρύµατος εφόσον:
α) οι υποχρεώσεις βάσει της εν λόγω σύµβασης είναι εγγυηµένες ή εξασφαλίζονται µε άλλον τρόπο από το υπό εξυγίανση ίδρυµα,
β) τα δικαιώµατα καταγγελίας δυνάµει της εν λόγω σύµβασης βασίζονται αποκλειστικώς και µόνον στο γεγονός της αφερεγγυότητας ή στη χρηµατοοικονοµική κατάσταση του υπό εξυγίανση ιδρύµατος, και
γ) σε περίπτωση που έχει ασκηθεί ή ενδέχεται να ασκηθεί εξουσία µεταβίβασης σε σχέση µε το υπό εξυγίανση ίδρυµα,
αα) είτε εφόσον όλα τα περιουσιακά στοιχεία και οι υποχρεώσεις της θυγατρικής που σχετίζονται µε την εν λόγω σύµβαση, έχουν µεταβιβαστεί ή ενδέχεται να µεταβιβαστούν και να αναληφθούν από τον αποκτώντα, ββ) είτε εφόσον η αρχή εξυγίανσης παρέχει µε οποιονδήποτε άλλον τρόπο επαρκή προστασία για αυτές τις υποχρεώσεις.
Η αναστολή ισχύει από τη δηµοσίευση της απόφασης, σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 82, έως τα µεσάνυχτα της εργάσιµης ηµέρας που έπεται της δηµοσίευσης.
- Καµία αναστολή βάσει των παραγράφων 1 ή 2 δεν εφαρµόζεται έναντι συστηµάτων ή διαχειριστών συστηµάτων που ορίζονται για τους σκοπούς του ν. 2789/2000, κεντρικών αντισυµβαλλοµένων ή κεντρικών τραπεζών.
- Ένας αντισυµβαλλόµενος µπορεί να ασκήσει δικαίωµα καταγγελίας δυνάµει σύµβασης πριν από το τέλος της περιόδου που αναφέρεται στις παραγράφους 1 ή 2, εάν η αρχή εξυγίανσης του κοινοποιήσει ότι τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύµβαση:
α) δεν θα µεταβιβαστούν σε άλλη οντότητα, ή
β) δεν θα υποστούν αποµείωση ή µετατροπή στο πλαίσιο εφαρµογής της αναδιάρθρωσης παθητικού σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 43.
- Εφόσον η αρχή εξυγίανσης ασκήσει την εξουσία που προβλέπεται στις παραγράφους 1 ή 2 για την αναστολή δικαιωµάτων καταγγελίας, και αυτή δεν έχει κοινοποιηθεί σύµφωνα µε την παράγραφο 4, τα δικαιώµατα αυτά µπορούν να ασκηθούν κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής, µε την επιφύλαξη του άρθρου 68, ως εξής:
α) εάν τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύµβαση έχουν µεταβιβασθεί σε άλλη οντότητα, ένας αντισυµβαλλόµενος µπορεί να ασκήσει δικαιώµατα καταγγελίας, σύµφωνα µε τους όρους της σχετικής σύµβασης, µόνο σε περίπτωση επέλευσης οποιουδήποτε συνεχιζόµενου ή µεταγενέστερου γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση εκ µέρους του αποκτώντος,
β) εάν τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις που καλύπτονται από τη σύµβαση παραµένουν στο υπό εξυγίανση ίδρυµα, και η αρχή εξυγίανσης δεν έχει εφαρµόσει την αναδιάρθρωση παθητικού σύµφωνα µε την περίπτωση α) της παραγράφου 1 του άρθρου 43 στην εν λόγω σύµβαση, ένας αντισυµβαλλόµενος µπορεί να ασκήσει τα δικαιώµατα καταγγελίας σύµφωνα µε τους όρους της σύµβασης αυτής κατά τη λήξη της περιόδου αναστολής σύµφωνα µε την παράγραφο 1.
- Κατά την άσκηση εξουσίας, η αρχή εξυγίανσης λαµβάνει υπόψη την επίπτωση που ενδέχεται να έχει η άσκηση της εξουσίας αυτής στην εύρυθµη λειτουργία των χρηµατοπιστωτικών αγορών.
- Η αρµόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης µπορεί να απαιτεί από ένα ίδρυµα ή µία οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 να διατηρεί λεπτοµερή αρχεία των χρηµατοπιστωτικών συµβάσεων.
Κατόπιν αιτήµατος αρµόδιας αρχής ή αρχής εξυγίανσης, το αρχείο καταγραφής συναλλαγών θέτει τις αναγκαίες πληροφορίες στη διάθεση της αρµόδιας αρχής ή της αρχής εξυγίανσης, προκειµένου να έχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσουν τις αντίστοιχες υποχρεώσεις και καθήκοντά τους σύµφωνα µε το άρθρο 81 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 648/2012.
«Άρθρο 72 Άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης
(άρθρο 72 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Προκειµένου να προβεί σε ενέργεια εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης έχει τη δυνατότητα να αναλάβει τον έλεγχο του υπό εξυγίανση ιδρύµατος και να ασκεί τις ακόλουθες εξουσίες:
α) να διευθύνει τις δραστηριότητες και τις υπηρεσίες του υπό εξυγίανση ιδρύµατος µε όλες τις εξουσίες των
µετόχων και του διοικητικού συµβουλίου, και
β) να διαχειρίζεται και να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία του υπό εξυγίανση ιδρύµατος.
Ο έλεγχος που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο µπορεί να ασκείται άµεσα από την αρχή εξυγίανσης ή έµµεσα µέσω του διορισµού προσώπου ή προσώπων από αυτή. Τα δικαιώµατα ψήφου που αντιστοιχούν σε µετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του υπό εξυγίανση ιδρύµατος δεν µπορούν να ασκηθούν κατά τη διάρκεια της περιόδου εξυγίανσης.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης χωρίς να ασκεί έλεγχο επί του υπό εξυγίανση ιδρύµατος.
- Η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση κατά πόσον είναι κατάλληλο να προβαίνει σε ενέργεια εξυγίανσης µε τα µέσα της παραγράφου 1 ή της παραγράφου 2, έχοντας υπόψη τους στόχους της εξυγίανσης και τις γενικές αρχές που διέπουν την εξυγίανση, τις ειδικές περιστάσεις του συγκεκριµένου υπό εξυγίανση ιδρύµατος και την ανάγκη διευκόλυνσης της αποτελεσµατικής εξυγίανσης διασυνοριακών οµίλων.
- Η αρχή εξυγίανσης δεν ευθύνεται βάσει της εταιρικής ή της πτωχευτικής νοµοθεσίας ούτε υπέχει αστική ευθύνη έναντι τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάµει του παρόντος νόµου παρά µόνο για βαρειά αµέλεια και δόλο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΓ΄
ΔΙΑΣΦΑΛΙΣΕΙΣ
«Άρθρο 73 Μεταχείριση των µετόχων και των πιστωτών σε περίπτωση εν µέρει µεταβιβάσεων και εφαρµογής της αναδιάρθρωσης παθητικού
(άρθρο 73 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Εφόσον έχουν εφαρµοσθεί ένα ή περισσότερα µέτρα εξυγίανσης και, ιδίως, για τους σκοπούς του άρθρου 75 ισχύουν τα εξής:
α) εξαιρουµένων των περιπτώσεων στις οποίες εφαρµόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού, εφόσον η αρχή εξυγίανσης µεταβιβάζει µόνον εν µέρει τα δικαιώµατα και τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού του ιδρύµατος υπό εξυγίανση, οι µέτοχοι και οι πιστωτές, οι απαιτήσεις των οποίων δεν έχουν µεταβιβαστεί, λαµβάνουν προς ικανοποίηση των απαιτήσεών τους τουλάχιστον όσα θα είχαν λάβει εάν το ίδρυµα υπό εξυγίανση είχε τεθεί σε εκκαθάριση κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά το χρόνο εφαρµογής του µέτρου εξυγίανσης,
β) σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εφαρµόζει την αναδιάρθρωση παθητικού, οι µέτοχοι και οι πιστωτές οι απαιτήσεις των οποίων έχουν αποµειωθεί ή µετατραπεί σε µετοχικό κεφάλαιο δεν υφίστανται µεγαλύτερες ζηµίες από όσες θα υφίσταντο, εάν το ίδρυµα υπό εξυγίανση είχε τεθεί σε εκκαθάριση κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας κατά το χρόνο εφαρµογής του µέτρου εξυγίανσης.
«Άρθρο 74 Αποτίµηση της διαφοράς ως προς τη µεταχείριση
(άρθρο 74 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Προκειµένου να αποτιµηθεί κατά πόσον οι µέτοχοι και οι πιστωτές θα τύγχαναν καλύτερης µεταχείρισης αν το ίδρυµα υπό εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί υπό συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, µεταξύ άλλων, αλλά όχι αποκλειστικά, και για τους σκοπούς του άρθρου 73, διενεργείται αποτίµηση από ανεξάρτητο πρόσωπο, το συντοµότερο δυνατόν, αφού έχει εφαρµοστεί η ενέργεια ή οι ενέργειες εξυγίανσης. Η εν λόγω αποτίµηση είναι διακριτή από την αποτίµηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 36.
- Με την αποτίµηση της παραγράφου 1 προσδιορίζεται:
α) η µεταχείριση της οποίας θα είχαν τύχει οι µέτοχοι και οι πιστωτές, ή τα οικεία συστήµατα εγγύησης καταθέσεων, εάν το υπό εξυγίανση ίδρυµα, στο οποίο έχει πραγµατοποιηθεί η ενέργεια ή οι ενέργειες εξυγίανσης, είχε τεθεί κατά το χρόνο αυτής της ενέργειας ή των ενεργειών σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 145 του ν. 4261/2014 χωρίς την εφαρµογή µέτρων εξυγίανσης,
β) η πραγµατική µεταχείριση της οποίας έτυχαν οι µέτοχοι και οι πιστωτές κατά την εξυγίανση του ιδρύµατος, και
γ) αν υπάρχει απόκλιση µεταξύ της µεταχείρισης που αναφέρεται στην περίπτωση α΄ και της µεταχείρισης που αναφέρεται στη περίπτωση β΄.
- Η αποτίµηση:
α) βασίζεται στην υπόθεση ότι το υπό εξυγίανση ίδρυµα, επί του οποίου έχει πραγµατοποιηθεί ενέργεια ή ενέργειες εξυγίανσης, θα είχε τεθεί κατά τον χρόνο αυτής της ενέργειας ή των ενεργειών σε συνήθη διαδικασία αφερεγγυότητας,
β) βασίζεται στην υπόθεση ότι η ενέργεια ή οι ενέργειες εξυγίανσης δεν έχουν πραγµατοποιηθεί,
γ) δεν λαµβάνει υπόψη οποιαδήποτε χορήγηση έκτακτης δηµόσιας χρηµατοοικονοµικής στήριξης στο ίδρυµα υπό εξυγίανση.
«Άρθρο 75 Διασφαλίσεις για τους µετόχους και τους πιστωτές
(άρθρο 75 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Εφόσον µε την αποτίµηση που διενεργείται βάσει του άρθρου 74 προσδιοριστεί ότι οποιοσδήποτε µέτοχος ή πιστωτής που αναφέρεται στο άρθρο 73, ή το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων του Τ.Ε.Κ.Ε. σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 104, έχει υποστεί µεγαλύτερες ζηµίες από εκείνες που θα υφίστατο σε περίπτωση εκκαθάρισης κατά τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, δικαιούται την καταβολή της διαφοράς από το Ταµείο Εξυγίανσης.
«Άρθρο 76 Διασφαλίσεις για τους αντισυµβαλλοµένους σε περίπτωση εν µέρει µεταβιβάσεων
(άρθρο 76 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η προστασία που προβλέπεται στην παράγραφο 2 εφαρµόζεται όταν η αρχή εξυγίανσης:
α) µεταβιβάζει ορισµένα αλλά όχι όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις ενός υπό εξυγίανση ιδρύµατος σε άλλη οντότητα ή, κατά την εφαρµογή ενός µέτρου εξυγίανσης, από ένα µεταβατικό ίδρυµα ή εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε άλλο πρόσωπο,
β) ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στην περίπτωση στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 64.
- Οι ακόλουθες συµφωνίες, καθώς επίσης και οι αντισυµβαλλόµενοι σε αυτές, προστατεύονται κατάλληλα:
α) συµφωνίες, βάσει των οποίων ένα πρόσωπο έχει, µε την µορφή εξασφάλισης, υφιστάµενο ή υπό αίρεση δικαίωµα στα περιουσιακά στοιχεία ή τα δικαιώµατα που υπόκεινται σε µεταβίβαση, ανεξαρτήτως του αν το εν λόγω δικαίωµα εξασφαλίζεται µε συγκεκριµένα περιουσιακά στοιχεία ή δικαιώµατα ή µε κυµαινόµενη επιβάρυνση ή παρεµφερή ρύθµιση,
β) συµφωνίες παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας µε µεταβίβαση τίτλων, βάσει των οποίων παρέχεται ασφάλεια για την εξασφάλιση ή την κάλυψη της εκτέλεσης συγκεκριµένων υποχρεώσεων, µε τη µεταβίβαση της πλήρους κυριότητας των περιουσιακών στοιχείων από τον παρέχοντα την ασφάλεια στον λήπτη αυτής, υπό τον όρο της αναµεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων από τον λήπτη, εάν εκτελεστούν οι συγκεκριµένες αυτές υποχρεώσεις,
γ) συµφωνίες συµψηφισµού (set-off arrangements),
δ) συµφωνίες εκκαθαριστικού συµψηφισµού (netting arrangements),
ε) καλυµµένες οµολογίες, στ) συµφωνίες δοµηµένης χρηµατοδότησης (structured finance arrangements), οι οποίες προβλέπουν την παροχή και την κατοχή εξασφάλισης από ένα αντισυµβαλλόµενο ή ένα θεµατοφύλακα, αντιπρόσωπο ή αντίκλητο, συµπεριλαµβανοµένων των τιτλοποιήσεων και των µέσων που χρησιµοποιούνται για λόγους αντιστάθµισης κινδύνου, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο µέρος των συνολικών στοιχείων κάλυψης και εξασφαλίζονται κατά τρόπο παρόµοιο µε αυτόν των καλυµµένων οµολογιών.
Η µορφή της προστασίας που είναι κατάλληλη, για τις κατηγορίες συµφωνιών των περιπτώσεων α΄ έως στ΄, εξειδικεύεται περαιτέρω στα άρθρα 77 έως 80 και υπόκειται στους περιορισµούς των άρθρων 68 έως 71.
- Η παράγραφος 2 εφαρµόζεται ανεξάρτητα από τον αριθµό των µερών που µετέχουν στις συµφωνίες και από το αν οι συµφωνίες αυτές:
α) συνάπτονται µε σύµβαση, καταπίστευµα ή άλλα µέσα, ή ισχύουν αυτοδικαίως εκ του νόµου,
β) απορρέουν ή διέπονται, συνολικά ή εν µέρει, από τη
νοµοθεσία άλλου κράτους µέλους ή τρίτης χώρας.
«Άρθρο 77 Προστασία των συµφωνιών παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας µε µεταβίβαση τίτλου και των συµφωνιών συµψηφισµού και εκκαθαριστικού συµψηφισµού (netting and set off arrangements)
(άρθρο 77 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οι συµφωνίες παροχής χρηµατοοικονοµικής εξασφάλισης µε µεταβίβαση τίτλου, καθώς και οι συµφωνίες συµψηφισµού και εκκαθαριστικού συµψηφισµού που έχουν συναφθεί µεταξύ του υπό εξυγίανση ιδρύµατος και άλλου προσώπου προστατεύονται κατάλληλα, ούτως ώστε να εµποδίζεται η µεταβίβαση ορισµένων µόνο αλλά όχι όλων των δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται µέσω αυτών, καθώς και η τροποποίηση ή η καταγγελία δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που προστατεύονται από τις εν λόγω συµφωνίες µέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών.
Εν προκειµένω, τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις που θεωρούνται προστατευµένα δυνάµει τέτοιων συµφωνιών είναι εκείνα για τα οποία τα µέρη της συµφωνίας δικαιούνται να προβούν σε συµψηφισµό και εκκαθαριστικό συµψηφισµό.
- Ανεξαρτήτως της παραγράφου 1, και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειµένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση στις εγγυηµένες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης µπορεί:
α) να µεταβιβάζει τις εγγυηµένες καταθέσεις που αποτελούν µέρος των συµφωνιών της παραγράφου 1, χωρίς να µεταβιβάζει άλλα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις που αποτελούν µέρος της ίδιας συµφωνίας, και
β) να µεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταργεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις, χωρίς να µεταβιβάζει τις εγγυηµένες καταθέσεις.
«Άρθρο 78 Προστασία των συµφωνιών εξασφάλισης
(άρθρο 78 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οι υποχρεώσεις που εξασφαλίζονται δυνάµει σχετικών συµφωνιών προστατεύονται κατάλληλα, προκειµένου να εµποδίζονται τα εξής:
α) η µεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων µε τα οποία είναι εξασφαλισµένη η υποχρέωση, εκτός αν µεταβιβάζονται επίσης η εν λόγω υποχρέωση και το όφελος της εξασφάλισης,
β) η µεταβίβαση µιας εξασφαλισµένης υποχρέωσης, εκτός αν µεταβιβάζεται επίσης και το όφελος της εξασφάλισης,
γ) η µεταβίβαση του οφέλους της εξασφάλισης, εκτός αν µεταβιβάζεται επίσης η εξασφαλισµένη υποχρέωση, ή
δ) η τροποποίηση ή η καταγγελία µιας συµφωνίας εξασφάλισης, µέσω της άσκησης επικουρικών εξουσιών, αν το αποτέλεσµα της εν λόγω τροποποίησης ή καταγγελίας είναι ότι η υποχρέωση παύει να είναι εξασφαλισµένη.
- Ανεξαρτήτως της παραγράφου 1, και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειµένου να διασφαλισθεί η πρόσβαση στις εγγυηµένες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης µπορεί:
α) να µεταβιβάζει τις εγγυηµένες καταθέσεις που αποτελούν µέρος των συµφωνιών της παραγράφου 1 χωρίς να µεταβιβάζει άλλα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις που αποτελούν µέρος της ίδιας συµφωνίας, και
β) να µεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταγγέλλει, κατά περίπτωση, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις χωρίς να µεταβιβάζει τις εγγυηµένες καταθέσεις.
«Άρθρο 79 Προστασία των συµφωνιών δοµηµένης χρηµατοδότησης και των καλυµµένων οµολογιών
(άρθρο 79 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οι συµφωνίες δοµηµένης χρηµατοδότησης (structured finance arrangements), περιλαµβανοµένων των συµφωνιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε΄ και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 76 προστατεύονται κατάλληλα, προκειµένου να εµποδίζεται:
α) η µεταβίβαση ορισµένων µόνο αλλά όχι όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν στοιχεία ή αποτελούν αντικείµενο της συµφωνίας δοµηµένης χρηµατοδότησης ή µέρος αυτής, συµπεριλαµβανοµένων των συµφωνιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε΄ και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 76, στην οποία το ίδρυµα υπό εξυγίανση είναι συµβαλλόµενο µέρος, ή
β) η καταγγελία ή η τροποποίηση, µέσω της άσκησης των επικουρικών εξουσιών του άρθρου 64, των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωµάτων και υποχρεώσεων που συνιστούν ή αποτελούν µέρος µιας συµφωνίας δοµηµένης χρηµατοδότησης, περιλαµβανοµένων των συµφωνιών που αναφέρονται στις περιπτώσεις ε΄ και στ΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 76, στην οποία το ίδρυµα υπό εξυγίανση είναι συµβαλλόµενο µέρος.
- Ανεξαρτήτως της παραγράφου 1, και όταν αυτό είναι αναγκαίο προκειµένου να διασφαλιστεί η πρόσβαση στις εγγυηµένες καταθέσεις, η αρχή εξυγίανσης µπορεί:
α) να µεταβιβάζει τις εγγυηµένες καταθέσεις που αποτελούν µέρος των συµφωνιών της παραγράφου 1 χωρίς να µεταβιβάζει άλλα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις που αποτελούν µέρος της ίδιας συµφωνίας, και
β) να µεταβιβάζει, να τροποποιεί ή να καταγγέλλει, κατά περίπτωση, τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, τα δικαιώµατα ή υποχρεώσεις χωρίς να µεταβιβάζει τις εγγυηµένες καταθέσεις.
«Άρθρο 80 Μεταβιβάσεις εν µέρει: προστασία των συστηµάτων διαπραγµάτευσης, εκκαθάρισης και διακανονισµού
(άρθρο 80 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης δεν επηρεάζει τη λειτουργία και τους κανόνες των συστηµάτων που προβλέπονται από τον ν. 2789/2000, σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης:
α) µεταβιβάζει ορισµένα αλλά όχι όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις ενός ιδρύµατος υπό εξυγίανση σε άλλη οντότητα, ή
β) κάνει χρήση των εξουσιών βάσει του άρθρου 64 για την ακύρωση ή την τροποποίηση των ρητρών µιας σύµβασης στην οποία είναι συµβαλλόµενο µέρος το ίδρυµα υπό εξυγίανση ή για να το υποκαταστήσει µε τον αποδέκτη ως συµβαλλόµενο µέρος.
- Ειδικότερα, µε τη µεταβίβαση, ακύρωση ή τροποποίηση που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν µπορεί να ανακληθεί εντολή µεταβίβασης, κατά παράβαση του άρθρου 3 του ν. 2789/2000, ούτε τροποποιείται ή αναιρείται το εκτελεστό των εντολών µεταβίβασης και του συµψηφισµού, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου αυτού, ή η χρησιµοποίηση κεφαλαίων, αξιογράφων ή πιστωτικών διευκολύνσεων όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 4 του ν. 2789/2000 ή η προστασία της ασφάλειας, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 9 του εν λόγω νόµου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΔ΄
ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
«Άρθρο 81 Υποχρεώσεις άµεσης ενηµέρωσης
(άρθρο 81 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Το διοικητικό συµβούλιο ενός ιδρύµατος ή µιας οντότητας που αναφέρεται στην περίπτωση β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ενηµερώνει άµεσα την αρµόδια αρχή, όταν κρίνει ότι το εν λόγω ίδρυµα ή η οντότητα είναι σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας κατά την έννοια της παραγράφου 3 του άρθρου 32.
- Η αρµόδια αρχή ενηµερώνει την οικεία αρχή εξυγίανσης για κάθε κοινοποίηση που λαµβάνει σύµφωνα µε την παράγραφο 1, καθώς και για κάθε µέτρο πρόληψης κρίσεων ή κάθε δράση του άρθρου 96 του ν. 4261/2014, που η ίδια απαιτεί να λάβει το ίδρυµα ή η οντότητα που αναφέρεται στην περίπτωση β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1.
- Αν µια αρµόδια αρχή ή αρχή εξυγίανσης διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 32 σχετικά µε ένα ίδρυµα ή µια οντότητα που αναφέρεται στην περίπτωση β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, ενηµερώνει χωρίς καθυστέρηση τις ακόλουθες αρχές, αν πρόκειται για διαφορετικές αρχές:
α) την αρχή εξυγίανσης του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στην περίπτωση β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
β) την αρµόδια αρχή του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στην περίπτωση β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
γ) την αρµόδια αρχή κάθε υποκαταστήµατος του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στην περίπτωση β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
δ) την αρχή εξυγίανσης κάθε υποκαταστήµατος του ιδρύµατος ή της οντότητας που αναφέρεται στην περίπτωση β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
ε) την Τράπεζα της Ελλάδος ως κεντρική τράπεζα, στ) το Τ.Ε.Κ.Ε., εφόσον είναι αναγκαίο για να την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του,
ζ) το Ταµείο Εξυγίανσης, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την επιτέλεση της λειτουργίας των χρηµατοδοτικών ρυθµίσεων εξυγίανσης,
η) ανάλογα µε την περίπτωση, την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου,
θ) το Υπουργείο Οικονοµικών,
ι) την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, αν το ίδρυµα ή η οντότητα που αναφέρεται στην περίπτωση β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιηµένη βάση, σύµφωνα µε τα άρθρα 104 έως
120 του ν. 4261/2014, και ια) το ΕΣΣΚ και την Τράπεζα της Ελλάδος, ως αρχή µακροπροληπτικής εποπτείας.
«Άρθρο 82 Διαδικαστικές υποχρεώσεις των αρχών εξυγίανσης
(άρθρα 82 και 83 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης, µετα την κοινοποίηση που λαµβάνει σύµφωνα µε την παράγραφο 3 του άρθρου 81, διαπιστώνει, µε απόφασή της, αν πληρούνται οι προϋποθέσεις λήψης µέτρων εξυγίανσης. Η απόφαση περιλαµβάνει υποχρεωτικά:
α) αιτιολογία που τεκµηριώνει τη διαπίστωση για την πλήρωση ή µη των προϋποθέσεων εξυγίανσης για υποκείµενο ίδρυµα, η οποία µπορεί να θεµελιώνεται σε στοιχεία του φακέλου, και
β) το µέτρο εξυγίανσης το οποίο προτίθεται να επιβάλει στο ίδρυµα.
- Η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί τις αποφάσεις της, µόλις αυτό είναι ευλόγως εφικτό, µετά την εφαρµογή κάποιας ενέργειας εξυγίανσης, καθορίζοντας την ηµεροµηνία ισχύος της ενέργειας ή των ενεργειών εξυγίανσης προς το ίδρυµα υπό εξυγίανση και τις ακόλουθες αρχές, εφόσον πρόκειται για διαφορετικές αρχές:
α) την αρµόδια αρχή για το ίδρυµα υπό εξυγίανση,
β) την αρµόδια αρχή για οποιοδήποτε υποκατάστηµα του ιδρύµατος υπό εξυγίανση,
γ) την Τράπεζα της Ελλάδος ως κεντρική τράπεζα,
δ) το Τ.Ε.Κ.Ε.,
ε) το Ταµείο Εξυγίανσης, στ) ανάλογα µε την περίπτωση, την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου,
ζ) το Υπουργείο Οικονοµικών,
η) την αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, αν το ίδρυµα υπό εξυγίανση υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιηµένη βάση, σύµφωνα µε τα άρθρα 104 έως 120 του ν. 4261/2014,
θ) το ΕΣΣΚ και την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εθνική αρχή µακροπροληπτικής εποπτείας,
ι) την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών, την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελµατικών Συντάξεων και την Ε.Α.Τ.,
ια) τους φορείς διαχείρισης των συστηµάτων στα οποία συµµετέχει το υπό εξυγίανση ίδρυµα, αν πρόκειται για ίδρυµα, κατά την έννοια της περίπτωσης β της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 2789/2000.
- Οι αποφάσεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 7 του άρθρου 29, τις παραγράφους 1 και 4 του άρθρου 35, τις παραγράφους 1, 5 και 6 του άρθρου 38, τις παραγράφους 1, 5 και 6 του άρθρου 40, τις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου 41, τις παραγράφους 1 και 9 του άρθρου 42, την παράγραφο 1 του άρθρου 43, την παράγραφο 9 του άρθρου 59, την παράγραφο 1 του άρθρου 69, την παράγραφο 1 του άρθρου 70 και την παράγραφο 1 του άρθρου 71 δηµοσιεύονται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως. Αντίγραφο της απόφασης ή ειδοποίηση µε συνοπτική παρουσίαση των αποτελεσµάτων της, ιδίως ως προς τους πελάτες λιανικής και, κατά περίπτωση, τους όρους και το χρονικό διάστηµα της αναστολής ή τους περιορισµούς των άρθρων 69 έως 71, δηµοσιεύεται µε επιµέλεια της αρχής εξυγίανσης µε ανάρτηση στα ακόλουθα µέσα:
α) στον επίσηµο ιστότοπο της αρχής εξυγίανσης,
β) στον ιστότοπο της αρµόδας αρχής, αν πρόκειται για αρχή διαφορετική από την αρχή εξυγίανσης, και στον ιστότοπο της Ε.Α.Τ.,
γ) στον ιστότοπο του ιδρύµατος υπό εξυγίανση,
δ) σε περίπτωση που οι µετοχές ή άλλοι τίτλοι ιδιοκτησίας ή χρεωστικοί τίτλοι του ιδρύµατος υπό εξυγίανση έχουν εισαχθεί προς διαπραγµάτευση σε ρυθµιζόµενη αγορά, στα µέσα που χρησιµοποιούνται για τη δηµοσιοποίηση των ρυθµιζόµενων πληροφοριών που αφορούν το ίδρυµα υπό εξυγίανση, σύµφωνα µε το άρθρο 21 του ν. 3556/2007 (Α΄ 91).
4. Αν οι µετοχές, οι τίτλοι ιδιοκτησίας ή οι χρεωστικοί τίτλοι δεν έχουν εισαχθεί προς διαπραγµάτευση σε ρυθµιζόµενη αγορά, η αρχή εξυγίανσης µεριµνά ώστε, η απόφαση και τα σχετικά έγγραφα του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 να αποστέλλονται στους µετόχους και πιστωτές του ιδρύµατος υπό εξυγίανση. Για την εφαρµογή της παρούσας παραγράφου, το ίδρυµα υπό εξυγίανση θέτει στη διάθεση της αρχής εξυγίανσης το µητρώο ή τις βάσεις δεδοµένων του.
5. Η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει με απόφαση της τη λήξη της εξυγίανσης του πιστωτικού ιδρύματος. Στην απόφαση αυτή εφαρμόζονται οι παράγραφοι 2 και 3 (Προστέθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015, ΦΕΚ Α'134/1.11.2015)
«Άρθρο 83 Υπηρεσιακό - Επαγγελµατικό απόρρητο
(άρθρο 84 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των περιπτώσεων που εµπίπτουν στο Ποινικό Δίκαιο και την Ποινική Δικονοµία, τα ακόλουθα πρόσωπα υποχρεούνται στην τήρηση επαγγελµατικού απορρήτου:
α) η αρχή εξυγίανσης,
β) η αρµόδια αρχή,
γ) το Υπουργείο Οικονοµικών,
δ) οι επίτροποι ή ειδικοί διαχειριστές που διορίζονται βάσει των διατάξεων του παρόντος νόµου,
ε) οι πιθανοί αγοραστές µε τους οποίους έρχεται σε επαφή η αρµόδια αρχή ή τους οποίους προσκαλεί η αρχή εξυγίανσης, ανεξαρτήτως αν η εν λόγω επαφή ή πρόσκληση πραγµατοποιήθηκε ως προετοιµασία για τη χρήση της εντολής µεταβίβασης ή αν η πρόσκληση κατέληξε σε απόκτηση,
στ) οι ελεγκτές, λογιστές, νοµικοί και επαγγελµατικοί σύµβουλοι, εκτιµητές και άλλοι εµπειρογνώµονες τους οποίους προσλαµβάνουν άµεσα ή έµµεσα η αρχή εξυγίανσης, η αρµόδια αρχή, το Υπουργείο Οικονοµικών ή οι πιθανοί αγοραστές που αναφέρονται στην περίπτωση ε΄,
ζ) το Τ.Ε.Κ.Ε.,
η) το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών·
θ) το Ταµείο Εξυγίανσης,
ι) η Τράπεζα της Ελλάδος και άλλες αρχές που εµπλέκονται στη διαδικασία εξυγίανσης·
ια) το µεταβατικό ίδρυµα ή η εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,
ιβ) κάθε άλλο πρόσωπο που παρέχει ή έχει παράσχει υπηρεσίες άµεσα ή έµµεσα, σε µόνιµη βάση ή περιστασιακά, στα πρόσωπα που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ια΄,
ιγ) τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τα µέλη του διοικητικού συµβουλίου και οι υπάλληλοι των φορέων ή των οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ια΄ ανωτέρω, πριν το διορισµό τους, κατά τη διάρκεια της θητείας τους και µετά τη λήξη αυτής.
- Προς το σκοπό της τήρησης του απορρήτου των παραγράφων 1 και 3, τα πρόσωπα των περιπτώσεων α΄, β΄, γ΄, ζ΄, ι΄ και ια΄ της παραγράφου 1 θέτουν σε ισχύ εσωτερικούς κανόνες, συµπεριλαµβανοµένων αυτών για την εξασφάλιση του απορρήτου των πληροφοριών µεταξύ των προσώπων που εµπλέκονται άµεσα στη διαδικασία εξυγίανσης.
- Τηρουµένης της παραγράφου 1, τα αναφερόµενα σε αυτήν πρόσωπα απαγορεύεται να αποκαλύπτουν εµπιστευτικές πληροφορίες, οι οποίες περιέρχονται σε γνώση τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή από την αρµόδια αρχή ή την αρχή εξυγίανσης σε σχέση µε τις λειτουργίες της στο πλαίσιο του παρόντος νόµου, σε οποιοδήποτε πρόσωπο ή δηµόσια αρχή, παρά µόνο στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων τους βάσει του παρόντος νόµου σε συνοπτική ή συγκεντρωτική µορφή, ούτως ώστε να µην προκύπτει η ταυτότητα µεµονωµένων ιδρυµάτων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1.
Πριν από την αποκάλυψη κάθε εµπιστευτικής πληροφορίας από πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 σταθµίζονται οι πιθανές συνέπειες από την αποκάλυψη πληροφοριών στο δηµόσιο συµφέρον όσον αφορά τη χρηµατοοικονοµική, νοµισµατική ή οικονοµική πολιτική, στα εµπορικά συµφέροντα φυσικών και νοµικών προσώπων, στους επιτόπιους ελέγχους, στις έρευνες και στους λογιστικούς ελέγχους.
Η διαδικασία στάθµισης των συνεπειών της αποκάλυψης πληροφοριών περιλαµβάνει αξιολόγηση των συνεπειών κάθε αποκάλυψης του περιεχοµένου και των λεπτοµερειών του σχεδίου ανάκαµψης και εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 5, 7, 18, 19 και 20 και των πορισµάτων κάθε αξιολόγησης που διενεργείται σύµφωνα µε τα άρθρα 6, 8 και 23.
- Επιτρέπεται:
α) στους υπαλλήλους και εµπειρογνώµονες των φορέων ή οντοτήτων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ι΄ της παραγράφου 1 να ανταλλάσσουν µεταξύ τους πληροφορίες στο πλαίσιο εκάστου φορέα ή οντότητας και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους,
β) στην αρχή εξυγίανσης και στην αρµόδια αρχή, συµπεριλαµβανοµένων των υπαλλήλων και των εµπειρογνωµόνων τους, να ανταλλάσσουν πληροφορίες µεταξύ τους και µε άλλες αρχές εξυγίανσης, άλλες αρµόδιες αρχές της Ε.Ε., το Υπουργείο Οικονοµικών, αρµόδια υπουργεία, κεντρικές τράπεζες, συστήµατα εγγύησης καταθέσεων, συστήµατα αποζηµίωσης επενδυτών, αρχές αρµόδιες για τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, αρχές αρµόδιες για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος στα κράτη µέλη µέσω κανόνων µακροπροληπτικού χαρακτήρα, αρµόδιους για τη διεξαγωγή νοµίµων λογιστικών ελέγχων, την Ε.Α.Τ. ή, υπό την επιφύλαξη του άρθρου 94, αρχές τρίτων χωρών που επιτελούν ισοδύναµα καθήκοντα µε την αρχή εξυγίανσης, ή, υπό την προϋπόθεση ότι οι κοινοποιούµενες πληροφορίες, κατά την κρίση της αρχής που τις κοινοποιεί, καλύπτονται όσον αφορά το επαγγελµατικό απόρρητο από εγγυήσεις τουλάχιστον ισοδύναµες µε αυτές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, µε δυνητικό αγοραστή µε σκοπό τον σχεδιασµό ή την εκτέλεση ενέργειας εξυγίανσης,
γ) στην αρµόδια αρχή ή την αρχή εξυγίανσης να χρησιµοποιεί πληροφορίες στο πλαίσιο δικαστικών διαδικασιών που έχουν κινηθεί κατά αποφάσεών της.
- Ανεξαρτήτως της εφαρµογής οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος άρθρου, επιτρέπεται η ανταλλαγή πληροφοριών µεταξύ της αρµόδιας αρχής ή της αρχής εξυγίανσης και των εξής:
α) οποιουδήποτε άλλου προσώπου, όταν είναι αναγκαίο για τον σχεδιασµό ή την εκτέλεση ενέργειας εξυγίανσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι κοινοποιούµενες πληροφορίες υπόκεινται στους κανόνες περί επαγγελµατικού απορρήτου του παρόντος άρθρου,
β) των ειδικών εξεταστικών επιτροπών της Βουλής, κατά τη σύµφωνα µε τον Κανονισµό της Βουλής άσκηση των καθηκόντων τους, και του Ελεγκτικού Συνεδρίου,
γ) της Τράπεζας της Ελλάδος ως επιβλέπουσας τα συστήµατα πληρωµών, των αρχών που είναι αρµόδιες για τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, των αρµόδιων για την εποπτεία άλλων οντοτήτων του χρηµατοπιστωτικού τοµέα αρχών, των αρχών που έχουν την ευθύνη της εποπτείας των χρηµατοοικονοµικών αγορών και των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των επιθεωρητών που είναι εντεταλµένοι από αυτές, των αρχών που είναι επιφορτισµένες µε την ευθύνη για τη διατήρηση της σταθερότητας του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος στα κράτη - µέλη µέσω κανόνων µακροπροληπτικής εποπτείας και των αρχών που είναι υπεύθυνες για την προστασία της σταθερότητας του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος, καθώς και πρόσωπων τα οποία είναι επιφορτισµένα µε τη διεξαγωγή νοµίµων λογιστικών ελέγχων,
δ) των δηµόσιων ελεγκτικών µηχανισµών για τον έλεγχο για την καταπολέµηση της νοµιµοποίησης εσόδων από παράνοµες δραστηριότητες και χρηµατοδότηση της τροµοκρατίας, την αντιµετώπιση της διαφθοράς και την καταπολέµηση της φοροαποφυγής.
- Σε περίπτωση παράβασης του παρόντος άρθρου, κάθε πρόσωπο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 υπέχει αστική ευθύνη σύµφωνα µε την ισχύουσα νοµοθεσία, ενώ επίσης εφαρµόζονται οι κυρώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 371 του Ποινικού Κώδικα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΕ΄
ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΔΙΑΣΥΝΟΡΙΑΚΟΥ ΟΜΙΛΟΥ
«Άρθρο 84 Γενικές αρχές σχετικά µε τη λήψη αποφάσεων που αφορούν περισσότερα του ενός κράτη - µέλη
(άρθρο 87 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Κατά τη λήψη αποφάσεων ή την ανάληψη δράσης δυνάµει του παρόντος νόµου που ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις σε ένα ή περισσότερα άλλα κράτη µέλη, η αρχή εξυγίανσης λαµβάνει υπόψη τις ακόλουθες γενικές αρχές:
α) την επιτακτική ανάγκη για αποτελεσµατικότητα στη λήψη αποφάσεων και για περιορισµό στο µέτρο του δυνατού το κόστος της εξυγίανσης όταν προβαίνει σε ενέργεια εξυγίανσης,
β) οι αποφάσεις λαµβάνονται και οι δράσεις αναλαµβάνονται εγκαίρως και µε τη δέουσα ταχύτητα,
γ) η αρχή εξυγίανσης, η αρµόδια αρχή και οι λοιπές αρχές συνεργάζονται µεταξύ τους προκειµένου να διασφαλισθεί ότι οι αποφάσεις λαµβάνονται και οι δράσεις αναλαµβάνονται µε συντονισµένο και αποτελεσµατικό τρόπο,
δ) λαµβάνονται δεόντως υπόψη τα συµφέροντα και, ειδικότερα, οι συνέπειες οποιασδήποτε απόφασης, δράσης ή αδράνειας για τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα, τους δηµοσιονοµικούς πόρους, το Ταµείο Εξυγίανσης, το σύστηµα εγγύησης καταθέσεων ή το σύστηµα αποζηµίωσης επενδυτών του κράτους µέλους όπου είναι εγκατεστηµένη µητρική επιχείρηση της Ε.Ε., και κάθε κράτους µέλους στο οποίο είναι εγκατεστηµένη θυγατρική επιχείρηση,
ε) λαµβάνονται δεόντως υπόψη τα συµφέροντα κάθε κράτους µέλους στο οποίο είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα και, ειδικότερα, οι συνέπειες οποιασδήποτε απόφασης ή δράσης ή αδράνειας για τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα αυτού του κράτους - µέλους,
στ) λαµβάνονται δεόντως υπόψη οι στόχοι της εξισορρόπησης των συµφερόντων των διαφόρων εµπλεκόµενων κρατών - µελών και της αποφυγής αθέµιτης βλάβης ή προστασίας των συµφερόντων συγκεκριµένων κρατών - µελών, µεταξύ άλλων αποφεύγοντας την άνιση κατανοµή βάρους µεταξύ τους,
ζ) ότι κάθε υποχρέωση δυνάµει του παρόντος νόµου για διαβούλευση µε άλλη αρχή προτού ληφθεί απόφαση ή αναληφθεί δράση συνεπάγεται τουλάχιστον την υποχρέωση διαβούλευσης για όσα στοιχεία της προτεινόµενης απόφασης ή δράσης έχουν ή ενδέχεται να έχουν επιπτώσεις: αα) στη µητρική επιχείρηση της Ε.Ε., τη θυγατρική ή το υποκατάστηµα, και
ββ) στη σταθερότητα του κράτους µέλους όπου έχει εγκατασταθεί ή βρίσκεται η µητρική επιχείρηση της Ε.Ε., η θυγατρική ή το υποκατάστηµα,
η) ότι η αρχή εξυγίανσης όταν προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης, λαµβάνει υπόψη και ακολουθεί το σχέδιο εξυγίανσης του άρθρου 21, εκτός εάν εκτιµήσει, λαµβάνοντας υπόψη τις συγκεκριµένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι της εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσµατικότερα εάν αναληφθούν δράσεις που δεν έχουν προβλεφθεί στο σχέδιο εξυγίανσης,
θ) τις απαιτήσεις διαφάνειας κάθε φορά που µια προτεινόµενη απόφαση ή δράση ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα, τους δηµοσιονοµικούς πόρους, το Ταµείο Εξυγίανσης, το σύστηµα εγγύησης καταθέσεων ή το σύστηµα αποζηµίωσης επενδυτών κάθε εµπλεκόµενου κράτους - µέλους, και
ι) ότι µέσω του συντονισµού και της συνεργασίας είναι πιθανότερο να επιτευχθεί αποτέλεσµα που µειώνει το συνολικό κόστος της εξυγίανσης.
«Άρθρο 85 Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης
(άρθρο 88 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου συγκροτεί Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης για την εκτέλεση των καθηκόντων που αναφέρονται στα άρθρα 20, 21, 24, 26, 45, 88 και 89, και, όπου ενδείκνυται, για τη διασφάλιση της συνεργασίας και του συντονισµού µε τις αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών.
Ειδικότερα, τα Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης παρέχουν το πλαίσιο για την εκτέλεση από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, τις άλλες αρχές εξυγίανσης και, όπου απαιτείται, τις αρµόδιες αρχές και τις σχετικές αρχές ενοποιηµένης εποπτείας των εξής καθηκόντων:
α) την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά µε την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης οµίλων, την εφαρµογή σε οµίλους των εξουσιών προετοιµασίας και πρόληψης, καθώς και σχετικά µε την εξυγίανση οµίλων,
β) την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης οµίλων, σύµφωνα µε τα άρθρα 20 και 21,
γ) την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης οµίλων, σύµφωνα µε το άρθρο 24,
δ) την άσκηση εξουσιών για την αντιµετώπιση ή την εξάλειψη των εµποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης οµίλων, σύµφωνα µε το άρθρο 26,
ε) τη λήψη απόφασης όσον αφορά την ανάγκη να διαµορφωθούν προγράµµατα εξυγίανσης οµίλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 88 ή στο άρθρο 89,
στ) την επίτευξη της συµφωνίας για το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου που προτείνεται σύµφωνα µε το άρθρο 88 ή το άρθρο 89,
ζ) το συντονισµό της γνωστοποίησης στο κοινό των στρατηγικών και προγραµµάτων εξυγίανσης οµίλων,
η) το συντονισµό της χρήσης των ταµείων εξυγίανσης, που καθορίζονται στα άρθρα 95 έως 104,
θ) τον καθορισµό της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιµων υποχρεώσεων για οµίλους σε ενοποιηµένο επίπεδο και για την κάθε θυγατρική, σύµφωνα µε το άρθρο 45.
Τα Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης µπορούν, επίσης, να αποτελέσουν βήµα συζήτησης οποιωνδήποτε θεµάτων σχετίζονται µε την εξυγίανση διασυνοριακών οµίλων.
- Μέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης είναι:
α) η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου,
β) οι αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένες οι θυγατρικές που καλύπτονται από ενοποιηµένη εποπτεία,
γ) οι αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών στα οποία είναι εγκατεστηµένη µητρική επιχείρηση ενός ή περισσοτέρων ιδρυµάτων του οµίλου, δηλαδή µια οντότητα της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1,
δ) οι αρχές εξυγίανσης των κρατών - µελών όπου είναι εγκατεστηµένα σηµαντικά υποκαταστήµατα,
ε) η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και οι αρµόδιες αρχές των κρατών - µελών, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αυτών των κρατών - µελών είναι επίσης µέλος του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης. Όταν η αρµόδια αρχή κράτους µέλους δεν είναι η κεντρική τράπεζα του κράτους µέλους αυτού, η αρµόδια αρχή µπορεί να αποφασίσει να συνοδεύεται από εκπρόσωπο της κεντρικής τράπεζας του σχετικού κράτους - µέλους,
στ) το Υπουργείο Οικονοµικών και τα αρµόδια υπουργεία σε περίπτωση που δεν µετέχουν ήδη στο Σώµα Αρχών Εξυγίανσης υπό την ιδιότητα της αρχής εξυγίανσης, ζ) η δηµόσια αρχή που είναι υπεύθυνη για τα συστήµατα εγγύησης καταθέσεων ενός κράτους - µέλους, εφόσον η αρχή εξυγίανσης αυτού του κράτους - µέλους είναι επίσης µέλος του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης,
η) η ΕΑΤ, η οποία παρίσταται χωρίς δικαίωµα ψήφου.
- Οι αρχές εξυγίανσης τρίτων χωρών, στις οποίες µια µητρική επιχείρηση ή ίδρυµα εγκατεστηµένο στην Ε.Ε. έχει θυγατρική ή υποκατάστηµα που θα θεωρείτο σηµαντικό αν ήταν εγκατεστηµένο στην Ε.Ε.,, µπορούν, κατόπιν σχετικού αιτήµατός τους, να συµµετέχουν στο Σώµα Αρχών Εξυγίανσης ως παρατηρητές, υπό την προϋπόθεση ότι, κατά τη γνώµη της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, υπόκεινται σε ισοδύναµες απαιτήσεις εµπιστευτικότητας µε εκείνες που καθορίζονται στο άρθρο 94.
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου προεδρεύει του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης. Με αυτήν την ιδιότητα:
α) θεσπίζει γραπτές ρυθµίσεις και διαδικασίες για τη λειτουργία του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης, µετά από διαβούλευση µε τα λοιπά µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης,
β) συντονίζει όλες τις δραστηριότητες του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης,
γ) συγκαλεί όλες τις συνεδριάσεις του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης, προεδρεύει των συνεδριάσεων αυτών και ενηµερώνει πλήρως, εκ των προτέρων, όλα τα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης σχετικά µε τη διοργάνωση των συνεδριάσεων, τα κύρια θέµατα προς συζήτηση και τα θέµατα προς εξέταση,
δ) κοινοποιεί στα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης τις προγραµµατισµένες συνεδριάσεις, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να ζητήσουν να συµµετάσχουν,
ε) αποφασίζει ποια µέλη και παρατηρητές προσκαλούνται να παρευρεθούν σε συγκεκριµένες συνεδριάσεις του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης, εφόσον υπάρχει ειδική ανάγκη προς τούτο, λαµβάνοντας υπόψη τη σηµασία που έχει για τα εν λόγω µέλη και παρατηρητές το θέµα που πρόκειται να συζητηθεί, και ιδίως τις δυνητικές επιπτώσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα στα σχετικά κράτη - µέλη
στ) ενηµερώνει εγκαίρως όλα τα µέλη του Σώµατος σχετικά µε τις αποφάσεις και τα αποτελέσµατα αυτών των συνεδριάσεων.
Τα µέλη που συµµετέχουν στο Σώµα Αρχών Εξυγίανσης συνεργάζονται στενά.
Με την επιφύλαξη της περίπτωσης ε΄, οι αρχές εξυγίανσης έχουν δικαίωµα συµµετοχής στις συνεδριάσεις του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης εφόσον η ηµερήσια διάταξη περιλαµβάνει θέµατα για τα οποία προβλέπεται η λήψη κοινής απόφασης ή αφορούν οντότητα οµίλου που βρίσκεται στο κράτος - µέλος τους.
- Η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου δεν υποχρεούται να συγκροτεί Σώµα Αρχών Εξυγίανσης, εάν οι λειτουργίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο παρόν άρθρο επιτελούνται και ασκούνται στο πλαίσιο άλλων οµάδων ή σωµάτων που πληρούν όλες τις προϋποθέσεις και τηρούν όλες τις διαδικασίες, συµπεριλαµβανοµένων όσων αφορούν την ιδιότητα µέλους και τη συµµετοχή σε Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης, σύµφωνα µε το παρόν άρθρο και το άρθρο 87. Στην περίπτωση αυτή, κάθε αναφορά σε Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης στον παρόντα νόµο λογίζεται ως αναφορά σε αυτές τις άλλες οµάδες ή σε αυτά τα άλλα σώµατα.
«Άρθρο 86 Ευρωπαϊκά Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης
(άρθρο 89 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Σε περίπτωση που ίδρυµα τρίτης χώρας ή µητρική επιχείρηση τρίτης χώρας έχει θυγατρικά ιδρύµατα ή υποκαταστήµατα σε δύο ή περισσότερα κράτη - µέλη τα οποία θεωρούνται σηµαντικά, οι αρχές εξυγίανσης των εµπλεκόµενων κρατών - µελών συγκροτούν Ευρωπαϊκό Σώµα Αρχών Εξυγίανσης.
- Το Ευρωπαϊκό Σώµα Αρχών Εξυγίανσης εκτελεί τις λειτουργίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο άρθρο 85 όσον αφορά τα θυγατρικά ιδρύµατα, καθώς και τα υποκαταστήµατα, εφόσον τα εν λόγω καθήκοντα σχετίζονται µε αυτά.
- Αν τα θυγατρικά ιδρύµατα τρίτης χώρας ή τα σηµαντικά υποκαταστήµατα ανήκουν σε χρηµατοδοτική εταιρεία συµµετοχών που είναι εγκατεστηµένη στην Ε.Ε., σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου του ν. 4261/2014, στο Ευρωπαϊκό Σώµα Αρχών Εξυγίανσης προεδρεύει η αρχή εξυγίανσης του κράτους µέλους όπου βρίσκεται η αρχή ενοποιηµένης εποπτείας βάσει του εν λόγω νόµου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο πρόεδρος επιλέγεται από τα µέλη του Ευρωπαϊκού Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης.
- Με συµφωνία όλων των ενδιαφεροµένων µερών, η υποχρέωση συγκρότησης Ευρωπαϊκού Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης δύναται να αρθεί, εάν οι λειτουργίες και τα καθήκοντα που καθορίζονται στο παρόν άρθρο εκτελούνται στο πλαίσιο άλλων οµάδων ή σωµάτων, συµπεριλαµβανοµένου Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης συσταθέντος δυνάµει του άρθρου 85, τα οποία πληρούν όλες τις προϋποθέσεις και τηρούν όλες τις διαδικασίες, συµπεριλαµβανοµένων όσων αφορούν την ιδιότητα µέλους και τη συµµετοχή σε Ευρωπαϊκά Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης οι οποίες προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 87. Στην περίπτωση αυτή, κάθε αναφορά σε Ευρωπαϊκά Σώµατα Αρχών Εξυγίανσης στον παρόντα νόµο λογίζεται ως αναφορά σε αυτές τις άλλες οµάδες ή σώµατα.
- Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 στο Ευρωπαϊκό Σώµα Αρχών Εξυγίανσης εφαρµόζονται οι διατάξεις του άρθρου 85.
«Άρθρο 87 Ανταλλαγή πληροφοριών
(άρθρο 90 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Με την επιφύλαξη του άρθρου 83, οι αρχές εξυγίανσης και οι αρµόδιες αρχές, κατόπιν αιτήµατος, διαβιβάζουν µεταξύ τους όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την άσκηση των καθηκόντων τους δυνάµει του παρόντος νόµου.
- Η αρχή εξυγίανσης οµίλου συντονίζει τη ροή όλων των σχετικών πληροφοριών µεταξύ των αρχών εξυγίανσης. Ειδικότερα, διαβιβάζει εγκαίρως στις αρχές εξυγίανσης στα άλλα κράτη - µέλη όλες τις σχετικές πληροφορίες, προκειµένου να διευκολύνει την άσκηση των καθηκόντων που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄ έως θ΄ του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 88.
- Αν ζητηθούν πληροφορίες τις οποίες έχει παράσχει µια αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας, η αρχή εξυγίανσης ζητά τη συναίνεση της αρχής εξυγίανσης τρίτης χώρας για την περαιτέρω διαβίβασή τους.
Η αρχή εξυγίανσης δεν διαβιβάζει πληροφορίες που παρασχέθηκαν από αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας, αν η αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας δεν έχει συναινέσει στην περαιτέρω διαβίβασή τους.
- Η αρχή εξυγίανσης ανταλλάσσει πληροφόρηση µε το αρµόδιο Υπουργείο όταν πρόκειται για απόφαση ή ζήτηµα που απαιτεί κοινοποίηση, διαβούλευση ή συγκατάθεση του αρµόδιου υπουργείου ή ενδέχεται να έχει επίπτωση στα δηµόσια οικονοµικά.
«Άρθρο 88 Εξυγίανση οµίλου στην οποία εµπλέκεται θυγατρική επιχείρηση του οµίλου
(άρθρο 91 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Όταν η αρχή εξυγίανσης αποφασίζει ότι ένα ίδρυµα ή µια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1, που είναι θυγατρική επιχείρηση ενός οµίλου, πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33, κοινοποιεί, χωρίς καθυστέρηση, τις ακόλουθες πληροφορίες στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, εάν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας και στα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης:
α) την απόφαση ότι το εν λόγω ίδρυµα ή η εν λόγω οντότητα πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33, και
β) τις ενέργειες εξυγίανσης ή τα µέτρα στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας τα οποία κρίνει κατάλληλα για το εν λόγω ίδρυµα ή την οντότητα.
- Μόλις λάβει την κοινοποίηση της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, µετά από διαβούλευση µε τα άλλα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης, προβαίνει σε αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεων των ενεργειών εξυγίανσης, ή των άλλων µέτρων που έχουν κοινοποιηθεί στον όµιλο και στις οντότητες του οµίλου σε άλλα κράτη - µέλη, και ειδικότερα αξιολογεί κατά πόσο οι ενέργειες εξυγίανσης ή τα άλλα µέτρα πιθανώς θα εκπλήρωναν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης σε σχέση µε µία οντότητα του οµίλου σε άλλο κράτος - µέλος.
- Αν η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, µετά από διαβούλευση µε τα άλλα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης, αξιολογήσει ότι οι ενέργειες εξυγίανσης ή τα άλλα µέτρα που κοινοποιήθηκαν σύµφωνα µε την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1:
α) δεν θα εκπλήρωναν τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33 σε σχέση µε µια οντότητα του οµίλου σε άλλο κράτος - µέλος, οι εν λόγω ενέργειες και µέτρα µπορούν να ληφθούν από την αρχή εξυγίανσης που είναι αρµόδια για το εν λόγω ίδρυµα ή την οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή
β) πιθανώς εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33 σε σχέση µε µια οντότητα του οµίλου σε άλλο κράτος - µέλος, το αργότερο εντός 24 ωρών από την παραλαβή της κοινοποίησης βάσει της παραγράφου 1 προτείνει προγράµµατα εξυγίανσης οµίλου και υποβάλλει την πρόταση στο Σώµα Αρχών Εξυγίανσης. Η εικοσιτετράωρη αυτή προθεσµία µπορεί να παραταθεί µε τη συναίνεση της αρχής εξυγίανσης που προέβη στην κοινοποίηση.
- Εφόσον δεν διενεργηθεί αξιολόγηση εκ µέρους της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου εντός 24 ωρών µετά τη λήψη της κοινοποίησης που αναφέρεται στην παράγραφο 1, ή εντός της µεγαλύτερης προθεσµίας που έχει τυχόν συµφωνηθεί, η αρχή εξυγίανσης που προέβη στην κοινοποίηση µπορεί να προβεί σε ενέργειες εξυγίανσης ή να λάβει τα άλλα µέτρα που κοινοποίησε.
- Το προγραµµα εξυγίανσης οµίλου της παραγράφου 4:
α) λαµβάνει υπόψη και ακολουθεί τα σχέδια εξυγίανσης του άρθρου 21, εκτός εάν οι αρχές εξυγίανσης αξιολογούν, λαµβάνοντας υπόψη τις συγκεκριµένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσµατικότερα εάν αναληφθούν δράσεις που δεν έχουν προβλεφθεί στα σχέδια εξυγίανσης,
β) καταγράφει τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες θα πρέπει να προβούν οι εµπλεκόµενες αρχές εξυγίανσης σε σχέση µε τη µητρική επιχείρηση της E.E. ή συγκεκριµένες οντότητες του οµίλου, µε σκοπό την επίτευξη των στόχων και των αρχών της εξυγίανσης όπως καθορίζονται στα άρθρα 31 και 34,
γ) καθορίζει τον τρόπο συντονισµού των εν λόγω ενεργειών εξυγίανσης, και
δ) καθιερώνει σχέδιο χρηµατοδότησης, το οποίο λαµβάνει υπόψη το σχέδιο εξυγίανσης του οµίλου, τις αρχές επιµερισµού της ευθύνης, όπως καθορίζονται σύµφωνα µε την περίπτωση στ) της παραγράφου 3 του άρθρου 20, και την αλληλέγγυα χρήση των εθνικών ταµείων εξυγίανσης σύµφωνα µε το άρθρο 102.
- Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου λαµβάνει τη µορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου και των αρχών εξυγίανσης των θυγατρικών που καλύπτονται από το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου.
Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράµει τις αρχές εξυγίανσης στη λήψη κοινής απόφασης, σύµφωνα µε το στοιχείο γ΄ του άρθρου 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
- Αν η αρχή εξυγίανσης διαφωνήσει µε ή αποχωρήσει από το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου ή κρίνει ότι χρειάζεται να προβεί σε ανεξάρτητες ενέργειες εξυγίανσης ή να λάβει άλλα µέτρα από αυτά που προτείνονται στο πρόγραµµα σε σχέση µε ένα ίδρυµα ή µια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 για λόγους χρηµατοπιστωτικής σταθερότητας, εκθέτει λεπτοµερώς τους λόγους της διαφωνίας της ή τους λόγους που συντέλεσαν στην αποχώρησή της, τους κοινοποιεί στη αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου και στις λοιπές αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου, και τις ενηµερώνει για τις ενέργειες ή τα µέτρα που προτίθεται να λάβει. Η αρχή εξυγίανσης, όταν εκθέτει τους λόγους της διαφωνίας της, λαµβάνει δεόντως υπόψη τα σχέδια εξυγίανσης του άρθρου 21, τις πιθανές επιπτώσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα των εµπλεκόµενων κρατών - µελών, καθώς και τις δυνητικές επιδράσεις των ενεργειών στα υπόλοιπα τµήµατα του οµίλου.
- Οι αρχές εξυγίανσης που δεν έχουν εκφράσει διαφωνία σε σχέση µε το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου µπορούν να λάβουν κοινή απόφαση αναφορικά µε ένα πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου που καλύπτει τις οντότητες στα κράτη - µέλη τους.
- Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και στη παράγραφο 5 και οι αποφάσεις που λαµβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης ελλείψει κοινής απόφασης σύµφωνα µε την παράγραφο 6, θεωρούνται οριστικές και εφαρµόζονται από τις αρχές εξυγίανσης στα εµπλεκόµενα κράτη - µέλη.
- Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε όλες τις ενέργειες σύµφωνα µε το παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαµβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης.
- Σε κάθε περίπτωση, όταν δεν τίθεται σε εφαρµογή το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου, οι εµπλεκόµενες αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης κατά την ανάληψη δράσεων εξυγίανσης σε οποιαδήποτε οντότητα του οµίλου, προκειµένου να επιτευχθεί µια συντονισµένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις οντότητες του οµίλου οι οποίες βρίσκονται σε σηµείο αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας.
- Η αρχή εξυγίανσης όταν προβαίνει σε ενέργεια εξυγίανσης σε σχέση µε µια οντότητα οµίλου ενηµερώνει τακτικά και πλήρως τα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης σχετικά µε τις εν λόγω ενέργειες και την πρόοδό τους.
«Άρθρο 89 Εξυγίανση οµίλου στην οποία εµπλέκεται µητρική επιχείρηση της ΕΕ
(άρθρο 92 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Όταν η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου αποφασίζει ότι µια µητρική επιχείρηση της Ε.Ε., πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33, κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τις πληροφορίες που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 88 στην αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, εφόσον πρόκειται για διαφορετική αρχή, και στα λοιπά µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης του οµίλου.
Οι ενέργειες εξυγίανσης στο πλαίσιο των συνήθων διαδικασιών αφερεγγυότητας σύµφωνα µε την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 88 µπορούν να περιλαµβάνουν τη διαµόρφωση προγράµµατος εξυγίανσης οµίλου, το οποίο έχει καταρτιστεί σύµφωνα µε την παράγραφο 5 του άρθρου 88, σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιστάσεις:
α) οι ενέργειες εξυγίανσης σε µητρική επιχείρηση, που κοινοποιούνται σύµφωνα µε την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 88, πιθανώς καθιστούν δυνατή την εκπλήρωση των προϋποθέσεων των άρθρων των άρθρων 32 ή 33 σε σχέση µε οντότητα του οµίλου σε ένα άλλο κράτος - µέλος,
β) οι ενέργειες εξυγίανσης µόνο στη µητρική επιχείρηση δεν επαρκούν για τη σταθεροποίηση της κατάστασης ή ενδέχεται να µην καταλήξουν στο βέλτιστο αποτέλεσµα,
γ) µία ή περισσότερες θυγατρικές πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 32 ή 33 σύµφωνα µε τη διαπίστωση των αρχών εξυγίανσης που είναι αρµόδιες για τις θυγατρικές αυτές, ή
δ) από τις ενέργειες εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου ωφελούνται οι θυγατρικές του οµίλου κατά τρόπο που καθιστά ενδεδειγµένο ένα πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου.
- Αν οι ενέργειες που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου βάσει της παραγράφου 1 δεν περιλαµβάνουν πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου λαµβάνει την απόφασή της µετά από διαβούλευση µε τα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης. Η απόφαση αυτή:
α) λαµβάνει υπόψη και ακολουθεί τα σχέδια εξυγίανσης του άρθρου 21, εκτός εάν οι αρχές εξυγίανσης αξιολογήσουν λαµβάνοντας υπόψη τις συγκεκριµένες περιστάσεις, ότι οι στόχοι εξυγίανσης θα επιτευχθούν αποτελεσµατικότερα εάν αναληφθούν δράσεις που δεν έχουν προβλεφθεί στα σχέδια εξυγίανσης,
β) λαµβάνει υπόψη τη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα
στα εµπλεκόµενα κράτη - µέλη.
- Αν οι ενέργειες που προτείνει η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου δυνάµει της παραγράφου 1 περιλαµβάνουν τη διαµόρφωση προγράµµατος εξυγίανσης οµίλου, αυτός λαµβάνει τη µορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου και των αρχών εξυγίανσης που είναι υπεύθυνες για τις θυγατρικές που καλύπτονται από το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου.
H αρχή εξυγίανσης µπορεί να ζητήσει από την Ε.Α.Τ. να συνδράµει τις αρχές εξυγίανσης στη λήψη κοινής απόφασης, σύµφωνα µε το στοιχείο γ΄ του άρθρου 31 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
- Αν η αρχή εξυγίανσης διαφωνήσει ή αποχωρήσει από το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου ή κρίνει ότι χρειάζεται να αναλάβει ανεξάρτητες δράσεις εξυγίανσης ή να λάβει άλλα µέτρα από αυτά που προτείνονται στο πρόγραµµα σε σχέση µε ένα ίδρυµα ή µια οντότητα που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄, δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 για λόγους χρηµατοπιστωτικής σταθερότητας, εκθέτει λεπτοµερώς τους λόγους της διαφωνίας της ή τους λόγους που συντέλεσαν στην αποχώρησή της, τους κοινοποιεί στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου και στις λοιπές αρχές εξυγίανσης που καλύπτονται από το πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου, και τις ενηµερώνει για τις δράσεις ή τα µέτρα που προτίθεται να λάβει. Η εν λόγω αρχή εξυγίανσης, όταν εκθέτει τους λόγους της διαφωνίας της, λαµβάνει δεόντως υπόψη τα σχέδια εξυγίανσης του άρθρου 21, τις πιθανές επιπτώσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα των εµπλεκόµενων κρατών - µελών, καθώς και τις δυνητικές επιδράσεις των δράσεων ή µέτρων στα υπόλοιπα τµήµατα του οµίλου.
- Οι αρχές εξυγίανσης που δεν έχουν εκφράσει διαφωνία µε το πρόγραµµα εξυγίανσης του οµίλου που προτείνεται από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου µπορούν να λάβουν κοινή απόφαση αναφορικά µε ένα πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου που καλύπτει τις οντότητες του οµίλου στα κράτη - µέλη τους. Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο και την παράγραφο 3 και οι αποφάσεις που λαµβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύµφωνα µε την παράγραφο 4 θεωρούνται οριστικές και εφαρµόζονται από τις αρχές εξυγίανσης στα εµπλεκόµενα κράτη - µέλη.
- Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε όλες τις ενέργειες σύµφωνα µε το παρόν άρθρο χωρίς καθυστέρηση και λαµβάνοντας δεόντως υπόψη τον επείγοντα χαρακτήρα της κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση, όταν δεν τίθεται σε εφαρµογή πρόγραµµα εξυγίανσης οµίλου, οι αρχές εξυγίανσης συνεργάζονται στενά στο πλαίσιο του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης όταν προβαίνουν σε ενέργειες εξυγίανσης σε οποιαδήποτε οντότητα του οµίλου, προκειµένου να επιτευχθεί συντονισµένη στρατηγική εξυγίανσης για όλες τις επηρεαζόµενες οντότητες του οµίλου.
Οι αρχές εξυγίανσης οι οποίες προβαίνουν σε ενέργειες εξυγίανσης όσον αφορά µια οντότητα οµίλου ενηµερώνουν τακτικά και πλήρως τα µέλη του Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης σχετικά µε τις εν λόγω ενέργειες ή τα εν λόγω µέτρα και την πρόοδο τους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ΄
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
«Άρθρο 90 Αναγνώριση και εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτων χωρών
(άρθρο 94 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρµόζονται όσον αφορά διαδικασίες εξυγίανσης τρίτων χωρών, εκτός εάν και έως ότου τεθεί σε εφαρµογή διεθνής συµφωνία µε την οικεία τρίτη χώρα σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 93 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Σε περίπτωση που η αναγνώριση και η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας δεν διέπονται από την εν λόγω συµφωνία, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρµόζονται και µετά την έναρξη ισχύος της.
- Εφόσον έχει συγκροτηθεί Ευρωπαϊκό Σώµα Αρχών Εξυγίανσης σύµφωνα µε το άρθρο 86 και, µε την επιφύλαξη του άρθρου 91, το Σώµα αυτό λαµβάνει κοινή απόφαση ως προς το αν θα αναγνωριστούν οι διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας όσον αφορά ίδρυµα ή µητρική επιχείρηση τρίτης χώρας που:
α) έχει θυγατρικά ιδρύµατα ή υποκαταστήµατα που βρίσκονται και θεωρούνται σηµαντικά σε δύο ή περισσότερα κράτη - µέλη, ή
β) έχει περιουσιακά στοιχεία, δικαιώµατα ή υποχρεώσεις που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη - µέλη ή διέπονται από τη νοµοθεσία των εν λόγω κρατών - µελών.
Αν επιτευχθεί κοινή απόφαση όσον αφορά την αναγνώριση των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας, οι εµπλεκόµενες εθνικές αρχές εξυγίανσης επιδιώκουν την εκτέλεση των αναγνωρισµένων διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας σύµφωνα µε το εθνικό τους δίκαιο.
- Αν δεν επιτευχθεί κοινή απόφαση µεταξύ των αρχών εξυγίανσης που συµµετέχουν στο Ευρωπαϊκό Σώµα Αρχών Εξυγίανσης, ή εάν δεν συγκροτηθεί Ευρωπαϊκό Σώµα Αρχών Εξυγίανσης, µε την επιφύλαξη του άρθρου 91, η αρχή εξυγίανσης λαµβάνει τη δική της απόφαση αν θα αναγνωρίσει και θα εκτελέσει τις διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας όσον αφορά ίδρυµα ή µητρική επιχείρηση τρίτης χώρας.
Η απόφαση λαµβάνει δεόντως υπόψη τα συµφέροντα κάθε κράτους µέλους στο οποίο δραστηριοποιείται το ίδρυµα ή η µητρική επιχείρηση τρίτης χώρας, και ιδίως τις ενδεχόµενες επιπτώσεις που θα έχει η αναγνώριση και η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας στα άλλα τµήµατα του οµίλου και στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα των λοιπών εµπλεκόµενων κρατών - µελών.
- Η αρχή εξυγίανσης έχει την εξουσία να προβαίνει στις ακόλουθες ενέργειες:
α) να ασκεί τις εξουσίες εξυγίανσης όσον αφορά:
αα) τα περιουσιακά στοιχεία ενός ιδρύµατος ή µητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας τα οποία βρίσκονται στην Eλληνική Eπικράτεια ή διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ββ) τα δικαιώµατα ή τις υποχρεώσεις ενός ιδρύµατος τρίτης χώρας που έχουν καταχωρηθεί στα βιβλία του υποκαταστήµατος τρίτης χώρας που δραστηριοποιείται στην Ελληνική Επικράτεια ή διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ή σε περίπτωση που οι απαιτήσεις επί των εν λόγω δικαιωµάτων και υποχρεώσεων είναι εκτελεστές στην Ελληνική Επικράτεια,
β) να προβαίνει σε µεταβίβαση µετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, µεταξύ άλλων ζητώντας από άλλο πρόσωπο να προβεί σε ενέργειες για την ολοκλήρωση της σχετικής µεταβίβασης προς θυγατρικό ίδρυµα τρίτης χώρας,
γ) να ασκεί τις εξουσίες των άρθρων 69, 70 ή 71 όσον αφορά τα δικαιώµατα οποιουδήποτε αντισυµβαλλόµενου µέρους της παραγράφου 2, εφόσον οι εξουσίες αυτές είναι απαραίτητες για να εκτελεστούν οι διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας, και
δ) να καθιστά µη εκτελεστό κάθε συµβατικό δικαίωµα για καταγγελία, ρευστοποίηση ή επίσπευση συµβάσεων, ή τροποποίηση των συµβατικών δικαιωµάτων των οντοτήτων της παραγράφου 2 και άλλων µελών του οµίλου, όταν τα δικαιώµατα αυτά απορρέουν από ενέργεια εξυγίανσης που έχει αναληφθεί σε σχέση µε το ίδρυµα ή τη µητρική επιχείρηση τρίτης χώρας των εν λόγω οντοτήτων ή άλλων µελών του οµίλου, είτε από την ίδια την αρχή εξυγίανσης τρίτης χώρας είτε λόγω της εν γένει εφαρµογής κανόνων που διέπουν τις ενέργειες εξυγίανσης στην εν λόγω χώρα, υπό τον όρο ότι εξακολουθούν να τηρούνται οι ουσιαστικές υποχρεώσεις δυνάµει της σύµβασης, µεταξύ των οποίων οι υποχρεώσεις πληρωµής και παράδοσης και η παροχή ασφάλειας.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί, όποτε αυτό είναι αναγκαίο για λόγους δηµόσιου συµφέροντος, να προβεί σε ενέργεια εξυγίανσης σε σχέση µε µητρική επιχείρηση, εάν η σχετική αρχή τρίτης χώρας διαπιστώνει ότι ένα ίδρυµα που έχει συσταθεί στην τρίτη χώρα πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης βάσει της εθνικής της νοµοθεσίας. Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να ασκεί οποιαδήποτε εξουσία εξυγίανσης σε σχέση µε την εν λόγω µητρική επιχείρηση µε εφαρµογή του άρθρου 68.
- Η αναγνώριση και η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας πραγµατοποιείται µε την επιφύλαξη της ισχύουσας νοµοθεσίας για τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας, κατά περίπτωση, σύµφωνα µε τον παρόντα νόµο.
«Άρθρο 91 Δικαίωµα άρνησης της αναγνώρισης ή της επιβολής της εκτέλεσης των διαδικασιών εξυγίανσης τρίτων χωρών
(άρθρο 95 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Η αρχή εξυγίανσης, µετά από διαβούλευση µε τις άλλες αρχές εξυγίανσης του Ευρωπαϊκού Σώµατος Αρχών Εξυγίανσης, εφόσον αυτό έχει συσταθεί βάσει του άρθρου 86, µπορεί να αρνηθεί να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει την εφαρµογή διαδικασιών εξυγίανσης τρίτης χώρας, σύµφωνα µε την παράγραφο 2 του άρθρου 90, εφόσον κρίνει ότι:
α) οι διαδικασίες εξυγίανσης της τρίτης χώρας θα είχαν δυσµενείς επιπτώσεις στη χρηµατοπιστωτική σταθερότητα σε οποιοδήποτε κράτος - µέλος,
β) είναι αναγκαία η ανάληψη ανεξάρτητων δράσεων εξυγίανσης, βάσει του άρθρου 92, όσον αφορά υποκατάστηµα τρίτης χώρας, προκειµένου να επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι από τους στόχους εξυγίανσης,
γ) οι πιστωτές, συµπεριλαµβανοµένων ιδίως των καταθετών που βρίσκονται ή είναι πληρωτέοι σε ένα κράτος µέλος, στο πλαίσιο των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας ως χώρας καταγωγής, δεν θα ετύγχαναν της ίδιας µεταχείρισης µε τους πιστωτές και τους καταθέτες της τρίτης χώρας που έχουν παρόµοια δικαιώµατα σύµφωνα µε το δίκαιο της τρίτης χώρας,
δ) η αναγνώριση ή η εκτέλεση των διαδικασιών εξυγίανσης της τρίτης χώρας θα είχε σηµαντικές δηµοσιονοµικές επιπτώσεις, ή
ε) ότι οι επιπτώσεις της αναγνώρισης ή της εκτέλεσης των εν λόγω διαδικασιών θα ήταν αντίθετες προς το ισχύον δίκαιο.
«Άρθρο 92 Εξυγίανση υποκαταστηµάτων τρίτης χώρας
(άρθρο 96 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»,
1. Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να αναλαµβάνει δράση όσον αφορά υποκατάστηµα τρίτης χώρας το οποίο δεν υπόκειται σε διαδικασίες εξυγίανσης τρίτης χώρας ή, αν και υπόκειται στις εν λόγω διαδικασίες, συντρέχει περίπτωση εφαρµογής του άρθρου 91. Κατά την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης σύµφωνα µε το παρόν άρθρο εφαρµόζεται το άρθρο 68.
2. Οι εξουσίες βάσει της παραγράφου 1 µπορούν να ασκούνται από την αρχή εξυγίανσης, εφόσον κρίνει ότι είναι αναγκαίο να αναληφθεί δράση για λόγους δηµοσίου συµφέροντος και πληρούται µια ή περισσότερες από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) το υποκατάστηµα τρίτης χώρας παραβιάζει, ή ενδέχεται να παραβιάσει, τις προϋποθέσεις αδειοδότησης και λειτουργίας του στην Ελλάδα και καµία ενέργεια του ιδιωτικού τοµέα, των αρχών εποπτείας ή της σχετικής τρίτης χώρας δεν προσδοκάται εύλογα ότι θα αποκαταστήσει τη συµµόρφωση του υποκαταστήµατος ή ότι θα αποτρέψει την αφερεγγυότητά του εντός ευλόγου χρονικού διαστήµατος,
β) η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι το ίδρυµα της τρίτης χώρας δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυµεί, ή πιθανόν να µην είναι σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών που βρίσκονται στην Ε.Ε., ή τις υποχρεώσεις που έχουν δηµιουργηθεί ή εγγραφεί µέσω του υποκαταστήµατος, όταν καθίστανται απαιτητές, και η αρχή εξυγίανσης έχει πεισθεί ότι δεν έχουν κινηθεί ούτε πρόκειται να κινηθούν, εντός ευλόγου χρονικού διαστήµατος, διαδικασίες εξυγίανσης ή αφερεγγυότητας από την τρίτη χώρα όσον αφορά το ίδρυµα αυτό,
γ) η σχετική αρχή της τρίτης χώρας έχει κινήσει διαδικασίες εξυγίανσης σύµφωνα µε το εθνικό της δίκαιο έναντι του ιδρύµατος, ή έχει κοινοποιήσει στην αρχή εξυγίανσης την πρόθεσή της να κινήσει την εν λόγω διαδικασία.
- Όταν η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε ανεξάρτητη ενέργεια εξυγίανσης έναντι υποκαταστήµατος τρίτης χώρας, λαµβάνει υπόψη τους στόχους εξυγίανσης και προβαίνει στην ενέργεια αυτή σύµφωνα µε τις ακόλουθες αρχές και απαιτήσεις, εφόσον είναι σχετικές µε την προκειµένη περίπτωση:
α) τις αρχές που καθορίζονται στο άρθρο 34,
β) τους κανόνες σχετικά µε την εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 37 έως 58 του παρόντος νόµου.
«Άρθρο 93 Συνεργασία µε τις αρχές τρίτων χωρών
(άρθρο 97 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Το παρόν άρθρο εφαρµόζεται όσον αφορά τη συνεργασία µε τρίτες χώρες, εκτός εάν και έως ότου τεθεί σε εφαρµογή διεθνής συµφωνία µε την οικεία τρίτη χώρα σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 93 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ. Εφόσον τα θέµατα που ρυθµίζονται στο παρόν άρθρο δεν διέπονται από την εν λόγω συµφωνία, το παρόν άρθρο εφαρµόζεται, επίσης, και µετά την έναρξη ισχύος της διεθνούς συµφωνίας.
- Η αρµόδια αρχή ή η αρχή εξυγίανσης, κατά περίπτωση, συνάπτει µη δεσµευτικές ρυθµίσεις συνεργασίας, οι οποίες είναι σύµφωνες µε το πλαίσιο ρυθµίσεων που δύναται να συνάπτει η Ε.Α.Τ. µε τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 97 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εφόσον τούτο υπάρχει.
Η σύναψη διµερών ή πολυµερών ρυθµίσεων µε τρίτες χώρες, σύµφωνα µε το άρθρο 33 του Κανονισµού (ΕΚ) αριθµ. 1093/2010, δεν αποκλείεται.
- Οι ρυθµίσεις συνεργασίας που συνάπτονται µεταξύ της αρχής εξυγίανσης και των αρχών εξυγίανσης τρίτων χωρών, σύµφωνα µε το παρόν άρθρο, µπορούν να περιέχουν διατάξεις αναφορικά µε:
α) την ανταλλαγή των αναγκαίων πληροφοριών για την κατάρτιση και την επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης,
β) τη διαβούλευση και τη συνεργασία για την κατάρτιση σχεδίων εξυγίανσης, συµπεριλαµβανοµένου ενός πλαισίου αρχών για την άσκηση των εξουσιών βάσει των άρθρων 90 και 92 και παρεµφερών µε αυτές εξουσίες δυνάµει του δικαίου της τρίτης χώρας,
γ) την ανταλλαγή των αναγκαίων πληροφοριών για την εφαρµογή µέτρων εξυγίανσης και την άσκηση εξουσιών εξυγίανσης και παρεµφερών εξουσιών βάσει του δικαίου της τρίτης χώρας,
δ) την έγκαιρη προειδοποίηση των µερών της ρύθµισης συνεργασίας ή τη διαβούλευση µεταξύ τους, πριν από την πραγµατοποίηση κάθε σηµαντικής ενέργειας βάσει του παρόντος νόµου ή του δικαίου της σχετικής τρίτης χώρας σε ίδρυµα ή όµιλο που καταλαµβάνεται από τη ρύθµιση,
ε) το συντονισµό της επικοινωνίας µε το κοινό, σε περίπτωση ανάληψης κοινών δράσεων εξυγίανσης,
στ) διαδικασίες και ρυθµίσεις για την ανταλλαγή πληροφοριών και τη συνεργασία βάσει των ως άνω περιπτώσεων α΄ έως ε΄, οι οποίες περιλαµβάνουν µεταξύ άλλων, ανάλογα µε την περίπτωση, τη σύσταση και τη λειτουργία οµάδων διαχείρισης κρίσεων.
Οι ρυθµίσεις συνεργασίας που συνάπτονται κατά το παρόν άρθρο κοινοποιούνται στην ΕΑΤ.
«Άρθρο 94 Ανταλλαγή εµπιστευτικών πληροφοριών
(άρθρο 98 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης, η αρµόδια αρχή και το Υπουργείο Οικονοµικών ανταλλάσσουν εµπιστευτικές πληροφορίες, συµπεριλαµβανοµένων των σχεδίων ανάκαµψης, µε τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών µόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Οι αρχές των τρίτων χωρών υπόκεινται σε απαιτήσεις και πρότυπα επαγγελµατικού απορρήτου που θεωρούνται τουλάχιστον ισοδύναµα, κατά την άποψη όλων των εµπλεκόµενων αρχών, µε αυτά που επιβάλλονται δυνάµει του άρθρου 83.
Στο βαθµό που η ανταλλαγή πληροφοριών αφορά προσωπικά δεδοµένα, ο χειρισµός και η διαβίβαση αυτών σε αρχές τρίτων χωρών γίνεται σε συµφωνία µε τις ισχύουσες διατάξεις περί προστασίας των δεδοµένων.
β) Οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των ενεργειών εξυγίανσης από τις σχετικές αρχές τρίτων χωρών βάσει της εθνικής τους νοµοθεσίας, οι οποίες είναι συγκρίσιµες µε εκείνες που προβλέπονται στον παρόντα νόµο και, µε την επιφύλαξη της περίπτωσης α) της παρούσας παραγράφου, δεν χρησιµοποιούνται για άλλους σκοπούς.
- Όταν οι εµπιστευτικές πληροφορίες προέρχονται από άλλο κράτος µέλος, η αρχή εξυγίανσης, η αρµόδια αρχή και το Υπουργείο Οικονοµικών δεν τις γνωστοποιούν στις σχετικές αρχές τρίτων χωρών, εκτός εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) η σχετική αρχή του κράτους - µέλους από το οποίο προήλθαν οι πληροφορίες (η αρχή προέλευσης) συµφωνεί για την εν λόγω γνωστοποίηση,
β) οι πληροφορίες γνωστοποιούνται µόνον για όσους
σκοπούς επιτρέπονται από την αρχή προέλευσης.
- Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, οι πληροφορίες θεωρούνται εµπιστευτικές εφόσον υπόκεινται σε απαιτήσεις εµπιστευτικότητας δυνάµει του ισχύοντος δικαίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΖ΄
ΤΑΜΕΙΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ
«Άρθρο 95 Ορισµός Ταµείου Εξυγίανσης
(άρθρο 100 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Ταµείο Εξυγίανσης ορίζεται για τα πιστωτικά ιδρύµατα το Σκέλος Εξυγίανσης του Ταµείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων και για τις επιχειρήσεις επενδύσεων το Σκέλος Εξυγίανσης του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών.
- Η χρήση του Ταµείου Εξυγίανσης αποφασίζεται από την αρχή εξυγίανσης, σύµφωνα µε την παράγραφο 1 του άρθρου 96. Το Ταµείο Εξυγίανσης χρησιµοποιείται µόνο σύµφωνα µε τους στόχους της εξυγίανσης και τις αρχές που καθορίζονται στα άρθρα 31 και 34.
- Το Ταµείο Εξυγίανσης διαθέτει ίδιους και επαρκείς χρηµατοδοτικούς πόρους, οι οποίοι χρησιµοποιούνται µόνο για τους σκοπούς του παρόντος νόµου.
- Για τον σκοπό που προβλέπεται στην παράγραφο 3, το Ταµείο Εξυγίανσης διαθέτει ιδίως την εξουσία:
α) να συγκεντρώνει τακτικές εκ των προτέρων εισφορές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 98, µε προοπτική να επιτευχθεί το επίπεδο - στόχος που αναφέρεται στο άρθρο 97,
β) να συγκεντρώνει έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές, όπως αναφέρεται στο άρθρο 99, εφόσον οι εισφορές που καθορίζονται στην περίπτωση α΄ είναι ανεπαρκείς, και
γ) να συνάπτει δάνεια και να λαµβάνει υποστήριξη µε άλλους τρόπους, όπως αναφέρεται στο άρθρο 100.
- Ειδικότερα θέµατα για την εφαρµογή του παρόντος κεφαλαίου ρυθµίζονται µε απόφαση της αρχής εξυγίανσης, στο πεδίο της αρµοδιότητάς της κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 3, κατόπιν εισήγησης του οικείου Ταµείου Εξυγίανσης.
«Άρθρο 96 Χρήση του Ταµείου Εξυγίανσης
(άρθρο 101 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Το Ταµείο Εξυγίανσης χρησιµοποιείται από την αρχή εξυγίανσης αποκλειστικά και µόνο στο βαθµό που είναι αναγκαίο για να εξασφαλιστεί η αποτελεσµατική εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης, για τους εξής σκοπούς:
α) να εγγυάται τα περιουσιακά στοιχεία ή τις υποχρεώσεις του ιδρύµατος υπό εξυγίανση, των θυγατρικών του, ενός µεταβατικού ιδρύµατος ή µιας εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,
β) να παρέχει δάνεια στο ίδρυµα υπό εξυγίανση, στις θυγατρικές του, σε ένα µεταβατικό ίδρυµα ή σε µια εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,
γ) να αγοράζει περιουσιακά στοιχεία του ιδρύµατος υπό εξυγίανση,
δ) να συνεισφέρει, µεταξύ άλλων µε παροχή εγγυήσεων ή µε συµµετοχή στο κεφάλαιο, σε µεταβατικό ίδρυµα και σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων,
ε) να καταβάλει αποζηµιώσεις στους µετόχους ή τους πιστωτές σύµφωνα µε το άρθρο 75,
στ) να συνεισφέρει στο υπό εξυγίανση ίδρυµα αντί της αποµείωσης ή µετατροπής υποχρεώσεων ορισµένων πιστωτών, όταν εφαρµόζεται η αναδιάρθρωση παθητικού και η αρχή εξυγίανσης αποφασίσει να εξαιρέσει ορισµένους πιστωτές από το πεδίο εφαρµογής της αναδιάρθρωσης σύµφωνα µε τις παραγράφους 3 έως 8 του άρθρου 44,
ζ) να δανείζει σε άλλα ταµεία εξυγίανσης σε προαιρετική βάση, σύµφωνα µε το άρθρο 101,
η) να επιλέγει οποιονδήποτε συνδυασµό των δράσεων που αναφέρονται στις περιπτώσεις α΄ έως ζ΄.
2. Η χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης αποφασίζεται από την αρχή εξυγίανσης, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 96. Σε περίπτωση που η χρήση του Ταµείου Εξυγίανσης για τους σκοπούς της παραγράφου 1 οδηγεί εµµέσως στη µεταφορά µέρους των ζηµιών ενός ιδρύµατος ή µιας οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 στο Ταµείο Εξυγίανσης, ισχύουν οι αρχές που διέπουν τη χρήση των ταµείων εξυγίανσης, όπως ορίζονται στο άρθρο 44.
(Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 αντικαταστάθηκε σύμφωνα με παράγραφο 7α του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015. ΠΡΙΝ την αμτικατάσταση ίσχυαν τα εξής:Το Ταµείο Εξυγίανσης δεν χρησιµοποιείται άµεσα για την απορρόφηση των ζηµιών ενός ιδρύµατος ή µιας οντότητας που αναφέρεται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή για την ανακεφαλαιοποίηση του εν λόγω ιδρύµατος ή οντότητας.)
3. Το Ταµείο Εξυγίανσης µπορεί να συνεισφέρει στον αγοραστή στο πλαίσιο εντολής µεταβίβασης ή το µεταβατικό πιστωτικό ίδρυµα, υπό τη µορφή της κάλυψης της διαφοράς αξίας µεταξύ µεταβιβαζόµενου παθητικού και µεταβιβαζόµενου ενεργητικού, όταν αυτό είναι αναγκαίο για να καταστεί δυνατή η µεταβίβαση υποχρεώσεων, για τις οποίες η αρχή εξυγίανσης κρίνει ότι πρέπει να µεταβιβαστούν.
Σε περίπτωση προσωρινής αποτίμησης, τα δύο τρίτα της προσωρινώς υπολογισθείσας διαφοράς αξίας καταβάλλονται αμέσως, ενώ το υπόλοιπο καταβάλλεται με την οριστικοποίηση της αποτίμησης (Προστέθηκε σύμφωνα με παράγραφο 7β του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015.)
«Άρθρο 97 Επίπεδο - στόχος
(άρθρο 102 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Έως την 31η Δεκεµβρίου 2024, τα διαθέσιµα χρηµατοδοτικά µέσα του Ταµείου Εξυγίανσης συνολικά θα ανέρχονται τουλάχιστον στο 1% του ποσού των εγγυηµένων καταθέσεων όλων των ιδρυµάτων µε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. Η ανωτέρω προθεσµία παρατείνεται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών έως τέσσερα έτη µετά από εισήγηση της αρχής εξυγίανσης, εάν το Ταµείο Εξυγίανσης συνολικά έχει προβεί σε σωρευτικές εκταµιεύσεις που υπερβαίνουν το 0,5% των εγγυηµένων καταθέσεων του συνόλου των ιδρυµάτων µε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα.
- Κατά την αρχική χρονική περίοδο της παραγράφου 1, οι εισφορές στο Ταµείο Εξυγίανσης, που συγκεντρώνονται σύµφωνα µε το άρθρο 98, κατανέµονται όσο το δυνατόν ισοµερώς χρονικά µέχρις ότου επιτευχθεί το επίπεδο - στόχος, αλλά λαµβανοµένης δεόντως υπόψη της φάσης του οικονοµικού κύκλου, καθώς και της επίπτωσης που οι προκυκλικές εισφορές µπορεί να έχουν στη χρηµατοοικονοµική θέση των ιδρυµάτων.
- Αν, µετά την αρχική χρονική περίοδο της παραγράφου 1, τα διαθέσιµα χρηµατοδοτικά µέσα του Ταµείου Εξυγίανσης συνολικά µειωθούν κάτω του επιπέδου-στόχου που καθορίζεται στην εν λόγω παράγραφο, οι τακτικές εκ των προτέρων εισφορές οι οποίες συγκεντρώνονται σύµφωνα µε το άρθρο 98 συνεχίζονται µέχρις ότου επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος. Μετά την επίτευξη του επιπέδου-στόχου για πρώτη φορά και εάν τα διαθέσιµα χρηµατοδοτικά µέσα µετέπειτα µειωθούν σε λιγότερο από δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου, οι εν λόγω εισφορές καθορίζονται σε ύψος που επιτρέπει την επίτευξη του επιπέδου-στόχου εντός έξι ετών.
Στις τακτικές εκ των προτέρων εισφορές, στο πλαίσιο της παρούσας παραγράφου, λαµβάνεται δεόντως υπόψη η φάση του οικονοµικού κύκλου και ενδεχόµενες επιπτώσεις της προκυκλικότητας των εισφορών.
«Άρθρο 98 Τακτικές εκ των προτέρων εισφορές
(άρθρο 103 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Προκειµένου να επιτευχθεί το επίπεδο-στόχος που καθορίζεται στο άρθρο 97, οι εισφορές καταβάλλονται τουλάχιστον άπαξ ετησίως από τα ιδρύµατα µε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, συµπεριλαµβανοµένων των υποκαταστηµάτων τρίτης χώρας.
- Η εισφορά κάθε ιδρύµατος καθορίζεται µε βάση την αναλογία του ποσού των υποχρεώσεών του (εξαιρουµένων των ιδίων κεφαλαίων) µείον τις εγγυηµένες καταθέσεις, προς τις συνολικές υποχρεώσεις (εξαιρουµένων των ιδίων κεφαλαίων) µείον τις εγγυηµένες καταθέσεις όλων των ιδρυµάτων µε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα. Με απόφαση της αρχής εξυγίανσης καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι υπολογισµού και καταβολής των εισφορών.
Με όµοια απόφαση οι εισφορές αυτές προσαρµόζονται ανάλογα µε το προφίλ κινδύνου των ιδρυµάτων, σύµφωνα µε τα κριτήρια που υιοθετούνται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή βάσει της παραγράφου 7 του άρθρου 103 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
- Τα διαθέσιµα χρηµατοδοτικά µέσα που πρέπει να λαµβάνονται υπόψη προκειµένου να επιτευχθεί το επίπεδο - στόχος που καθορίζεται στο άρθρο 97, µπορεί να περιλαµβάνουν ανέκκλητες δεσµεύσεις προς πληρωµή οι οποίες καλύπτονται πλήρως από εξασφαλίσεις µε περιουσιακά στοιχεία χαµηλού κινδύνου που δεν βαρύνονται από τυχόν δικαιώµατα τρίτων µερών, βρίσκονται στην απόλυτη διάθεση της αρχής εξυγίανσης και προορίζονται για αποκλειστική χρήση από την αρχή εξυγίανσης, για τους σκοπούς που καθορίζονται στη παράγραφο 1 του άρθρου 96. Το µερίδιο των ανέκκλητων δεσµεύσεων προς πληρωµή δεν υπερβαίνει το 30% του συνολικού ποσού των ετήσιων εισφορών που συγκεντρώνονται σύµφωνα µε το παρόν άρθρο.
- Τα ιδρύµατα είναι υποχρεωµένα να εξοφλούν αµελλητί και πλήρως τις εισφορές που αναφέρονται στο παρόν άρθρο, όπως αυτές καθορίζονται από την αρχή εξυγίανσης. Εφόσον παρέχεται η δυνατότητα της παραγράφου 3, οι εισφορές κάθε ιδρύµατος µε δεσµεύσεις προς πληρωµή αντιστοιχούν κατ’ ανώτατο στο 30% των εισφορών που συγκεντρώνονται σύµφωνα µε το παρόν άρθρο.
Με απόφαση του διοικητικού συµβουλίου του ΤΕΚΕ και του διοικητικού συµβουλίου του Συνεγγυητικού αντίστοιχα, ρυθµίζονται οι όροι και προϋποθέσεις για την κατάλληλη υποχρεωτική λογιστική παρακολούθηση, την υποβολή στοιχείων και εκθέσεων, καθώς και άλλες υποχρεώσεις προκειµένου να διασφαλιστεί η πλήρης εξόφληση των οφειλόµενων εισφορών. Με την ίδια απόφαση καθιερώνονται διαδικασίες για την κατάλληλη επαλήθευση της ορθής εξόφλησης των εισφορών και την πρόληψη της διαφυγής, της αποφυγής και της κατάχρησης, λαµβανοµένων υπ’όψη των πράξεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 8 του άρθρου 103 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
- Τα ποσά που συγκεντρώνονται σύµφωνα µε το παρόν άρθρο χρησιµοποιούνται µόνον για τους σκοπούς που αναφέρονται στη παράγραφο 1 του άρθρου 96.
- Με την επιφύλαξη των άρθρων 37, 38, 40, 41 και 42, τα ποσά που εισπράττονται από το ίδρυµα υπό εξυγίανση ή το µεταβατικό ίδρυµα, οι τόκοι και άλλα κέρδη επί των επενδύσεων και οποιαδήποτε άλλα κέρδη ή έσοδα αποδίδονται στο Ταµείο Εξυγίανσης.
«Άρθρο 99 Έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές
(άρθρο 104 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Σε περίπτωση που τα διαθέσιµα χρηµατοδοτικά µέσα δεν είναι επαρκή για την κάλυψη των ζηµιών, των δαπανών ή άλλων εξόδων λόγω της χρήσης του Ταµείου Εξυγίανσης, συγκεντρώνονται έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές από τα ιδρύµατα µε άδεια λειτουργίας στην Ελλάδα, προκειµένου να καλύπτονται τα επιπλέον ποσά. Οι εν λόγω έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές κατανέµονται µεταξύ των ιδρυµάτων σύµφωνα µε τους κανόνες που καθορίζονται στη παράγραφο 2 του άρθρου 98.
Ανά έτος, οι έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές δεν µπορούν να υπερβαίνουν το τριπλάσιο του ετήσιου ποσού των εισφορών το οποίο καθορίζεται σύµφωνα µε το άρθρο 98.
- Για τις εισφορές που συγκεντρώνονται σύµφωνα µε το παρόν άρθρο, εφαρµόζονται οι παράγραφοι 4 έως 6 του άρθρου 98.
- Η αρχή εξυγίανσης µπορεί να χορηγήσει σε ίδρυµα ολική ή µερική αναβολή από την υποχρέωση καταβολής εκ των υστέρων εισφοράς προς το Ταµείο Εξυγίανσης, αν οι συγκεκριµένες εισφορές θα έθεταν σε κίνδυνο τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα του ιδρύµατος. Η αναβολή αυτή δεν χορηγείται για περίοδο µεγαλύτερη των έξι µηνών, αλλά µπορεί να ανανεωθεί, ολικά ή µερικά, κατόπιν αιτήµατος του ιδρύµατος. Οι εισφορές ως προς την καταβολή των οποίων ένα ίδρυµα έλαβε αναβολή καταβάλλονται όταν η πληρωµή δεν θέτει πια σε κίνδυνο τη ρευστότητα και τη φερεγγυότητα του ιδρύµατος.
«Άρθρο 100 Εναλλακτικά µέσα χρηµατοδότησης
(άρθρο 105 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Το Ταµείο Εξυγίανσης µπορεί να συνάπτει δάνεια ή να λαµβάνει υποστήριξη µε άλλους τρόπους από ιδρύµατα, χρηµατοδοτικά ιδρύµατα ή άλλα τρίτα µέρη, σε περίπτωση που τα ποσά που συγκεντρώνονται σύµφωνα µε το άρθρο 98 δεν είναι επαρκή για την κάλυψη των ζηµιών, των δαπανών ή άλλων εξόδων, τα οποία συνεπάγεται η χρήση του Ταµείου Εξυγίανσης, και οι έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές σύµφωνα µε το άρθρο 99 δεν επαρκούν ή δεν είναι αµέσως διαθέσιµες.
«Άρθρο 101 Δανεισµός µεταξύ ταµείων εξυγίανσης
(άρθρο 106 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Το Ταµείο Εξυγίανσης µπορεί να υποβάλει αίτηµα να δανείζεται από άλλα ταµεία εξυγίανσης εντός της Ε.Ε., εφόσον:
α) τα ποσά που συγκεντρώνονται σύµφωνα µε το άρθρο 98 δεν είναι επαρκή για την κάλυψη των ζηµιών, των δαπανών ή άλλων εξόδων, τα οποία συνεπάγεται η χρήση του Ταµείου Εξυγίανσης·
β) οι έκτακτες εκ των υστέρων εισφορές δεν είναι αµέσως διαθέσιµες και
γ) δεν υπάρχει άµεση πρόσβαση στα εναλλακτικά µέσα χρηµατοδότησης υπό εύλογους όρους.
- Το Ταµείο Εξυγίανσης έχει την εξουσία να δανείζει σε άλλα ταµεία εξυγίανσης εντός της ΕΕ στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
- Σε περίπτωση που υποβληθεί αίτηµα δανεισµού στο Ταµείο Εξυγίανσης από άλλο ταµείο εξυγίανσης, το Ταµείο Εξυγίανσης αποφασίζει αµελλητί εάν θα αποδεχθεί το αίτηµα αφού λάβει την έγκριση του Υπουργού Οικονοµικών κατόπιν σύµφωνης γνώµης της αρχής εξυγίανσης.
- Το επιτόκιο, η περίοδος εξόφλησης και άλλοι όροι και προϋποθέσεις των δανείων θα συµφωνηθούν µεταξύ του δανειοδοτούµενου ταµείου εξυγίανσης και των άλλων ταµείων εξυγίανσης που αποφάσισαν να συµµετάσχουν. Τα δάνεια έκαστου συµµετέχοντος ταµείου εξυγίανσης θα έχουν το ίδιο επιτόκιο, περίοδο εξόφλησης και υπόλοιπους όρους και προϋποθέσεις, εκτός εάν συµφωνήσουν διαφορετικά όλα τα συµµετέχοντα ταµεία εξυγίανσης.
- Το ποσό που χορηγείται από έκαστο συµµετέχον ταµείο εξυγίανσης καθορίζεται µε βάση την αναλογία του ποσού των εγγυηµένων καταθέσεων στο κράτος - µέλος του ταµείου εξυγίανσης, προς το συνολικό ποσό των εγγυηµένων καταθέσεων στα κράτη - µέλη των συµµετεχόντων ταµείων εξυγίανσης. Οι εν λόγω συντελεστές δανεισµού µπορούν να ποικίλλουν κατόπιν συµφωνίας όλων των συµµετεχόντων ταµείων εξυγίανσης.
- Τα οφειλόµενα προς το Ταµείο Εξυγίανσης δάνεια από ταµείο εξυγίανσης άλλου κράτους - µέλους θεωρούνται ως περιουσιακό στοιχείο του Ταµείου Εξυγίανσης και συνυπολογίζονται στο επίπεδο-στόχο του.
«Άρθρο 102 Αλληλέγγυα χρήση των εθνικών ταµείων εξυγίανσης σε περίπτωση εξυγίανσης διασυνοριακού οµίλου
(άρθρο 107 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Σε περίπτωση εξυγίανσης ενός διασυνοριακού οµίλου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 88 ή στο άρθρο 89, το εθνικό ταµείο εξυγίανσης καθενός από τα ιδρύµατα τα οποία αποτελούν µέλη του διασυνοριακού οµίλου, συµµετέχει στη χρηµατοδότηση της εξυγίανσης του διασυνοριακού οµίλου.
- Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, ύστερα από διαβούλευση µε τις αρχές εξυγίανσης των ιδρυµάτων που αποτελούν µέλη του διασυνοριακού οµίλου, προτείνει, εάν είναι αναγκαίο πριν από την πραγµατοποίηση οποιασδήποτε ενέργειας εξυγίανσης, ένα σχέδιο χρηµατοδότησης ως µέρος του προγράµµατος εξυγίανσης διασυνοριακού οµίλου που προβλέπεται στα άρθρα 88 και 89.
Το σχέδιο χρηµατοδότησης συµφωνείται βάσει της διαδικασίας λήψης αποφάσεων που ορίζεται στα άρθρα 88 και 89.
- Το σχέδιο χρηµατοδότησης περιλαµβάνει:
α) αποτίµηση σύµφωνα µε το άρθρο 36 όσον αφορά τα εµπλεκόµενα µέλη του διασυνοριακού οµίλου,
β) τις ζηµίες που αναγνωρίζονται από κάθε εµπλεκόµενο µέλος του διασυνοριακού οµίλου κατά το χρόνο εφαρµογής των µέτρων εξυγίανσης,
γ) για καθένα από τα εµπλεκόµενα µέλη του διασυνοριακού οµίλου, τις ζηµίες που θα υποστεί κάθε κατηγορία µετόχων και πιστωτών,
δ) τις τυχόν συνεισφορές που θα πρέπει να καταβάλουν τα συστήµατα εγγύησης των καταθέσεων σύµφωνα µε τη παράγραφο 1 του άρθρου 104,
ε) τη συνολική συνεισφορά των ταµείων εξυγίανσης, το σκοπό και τη µορφή της συνεισφοράς,
στ) τη βάση υπολογισµού του ποσού το οποίο οφείλει να συνεισφέρει καθένα από τα εθνικά ταµεία εξυγίανσης των κρατών - µελών όπου είναι εγκατεστηµένα τα εµπλεκόµενα µέλη του διασυνοριακού οµίλου στη χρηµατοδότηση της εξυγίανσης του διασυνοριακού οµίλου, προκειµένου να συγκεντρωθεί η συνολική συνεισφορά που αναφέρεται στην περίπτωση ε΄,
ζ) το ποσό το οποίο οφείλει να συνεισφέρει το εθνικό ταµείο εξυγίανσης κάθε εµπλεκόµενου µέλους του διασυνοριακού οµίλου στη χρηµατοδότηση της εξυγίανσης του διασυνοριακού οµίλου, καθώς και τη µορφή των συνεισφορών αυτών,
η) το ύψος των δανείων τα οποία θα συνάψουν τα ταµεία εξυγίανσης των κρατών - µελών όπου είναι εγκατεστηµένα τα εµπλεκόµενα µέλη του διασυνοριακού οµίλου µε ιδρύµατα, χρηµατοδοτικά ιδρύµατα και άλλα τρίτα µέρη σύµφωνα µε το άρθρο 100,
θ) ένα χρονικό πλαίσιο για τη χρήση των ταµείων εξυγίανσης των κρατών - µελών όπου είναι εγκατεστηµένα τα εµπλεκόµενα µέλη του διασυνοριακού οµίλου, το οποίο πρέπει να µπορεί να παραταθεί αν παραστεί ανάγκη.
- Η βάση µε την οποία κατανέµεται η συνεισφορά που αναφέρεται στην περίπτωση ε΄ της παραγράφου 3 συνάδει προς την παράγραφο 5 και προς τις αρχές που ορίζονται στο σχέδιο εξυγίανσης του οµίλου σύµφωνα µε τη περίπτωση στ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 20, εκτός αν έχει συµφωνηθεί διαφορετικά στο σχέδιο χρηµατοδότησης.
- Εκτός αν συµφωνηθεί διαφορετικά στο σχέδιο χρηµατοδότησης, η βάση υπολογισµού της συνεισφοράς κάθε εθνικού ταµείου εξυγίανσης λαµβάνει ιδίως υπόψη τα εξής:
α) το ποσοστό των σταθµισµένων βάσει κινδύνου περιουσιακών στοιχείων του διασυνοριακού οµίλου, τα οποία κατέχουν τα ιδρύµατα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 οι οποίες είναι εγκατεστηµένες στο κράτος - µέλος του εν λόγω ταµείου εξυγίανσης,
β) το ποσοστό των περιουσιακών στοιχείων του διασυνοριακού οµίλου τα οποία κατέχουν τα ιδρύµατα και οι οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις β΄, γ΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 οι οποίες είναι εγκατεστηµένες στο κράτος - µέλος του εν λόγω ταµείου εξυγίανσης,
γ) το ποσοστό των ζηµιών, στις οποίες οφείλεται η ανάγκη εξυγίανσης του διασυνοριακού οµίλου, που προέκυψαν σε µέλη του διασυνοριακού οµίλου εποπτευόµενα από την αρµόδια αρχή στο κράτος - µέλος του εν λόγω ταµείου εξυγίανσης και
δ) το ποσοστό των πόρων του Ταµείου Εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου οι οποίοι, σύµφωνα µε το σχέδιο χρηµατοδότησης, αναµένεται να χρησιµοποιηθούν προς άµεσο όφελος των µελών του οµίλου τα οποία είναι εγκατεστηµένα στο κράτος - µέλος του εν λόγω ταµείου εξυγίανσης.
- Το Ταµείο Εξυγίανσης, ως ταµείο εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, οφείλει να είναι σε θέση να καταβάλει αµέσως τη συνεισφορά του στο ταµείο εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, µε την επιφύλαξη της παραγράφου 2.
- Το Ταµείο Εξυγίανσης, ως ταµείο εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, σύµφωνα µε τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 100, επιτρέπεται να συνάπτει δάνεια ή να λαµβάνει άλλες µορφές στήριξης από ιδρύµατα, χρηµατοδοτικά ιδρύµατα ή άλλα τρίτα µέρη.
- Το Ταµείο Εξυγίανσης µπορεί να εγγυηθεί οποιοδήποτε δάνειο συνάπτεται από ταµείο εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, σύµφωνα µε την παράγραφο 7.
- Οποιοδήποτε προϊόν ή οφέλη που προκύπτουν από τη χρήση των ταµείων εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου κατανέµεται στα εθνικά ταµεία εξυγίανσης, ανάλογα µε τις συνεισφορές τους στη χρηµατοδότηση της εξυγίανσης, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 2.
«Άρθρο 103 Κατάταξη των απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση
(άρθρο 108 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κατά την ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυµάτων, η κατάταξη των απαιτήσεων λαµβάνει χώρα σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 145Α του ν. 4261/2014.
- Κατά την ειδική εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων, η κατάταξη των απαιτήσεων λαµβάνει χώρα σύµφωνα µε τα οριζόµενα στα άρθρα 22 και 23 του ν. 3606/2007.
«Άρθρο 104 Χρήση συστηµάτων εγγύησης των καταθέσεων στο πλαίσιο της εξυγίανσης
(άρθρο 109 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Όταν η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε ενέργειες εξυγίανσης και µε την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω ενέργειες εξασφαλίζουν ότι οι καταθέτες συνεχίζουν να έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους, το Σκέλος Κάλυψης Καταθέσεων (ΣΚΚ) του ΤΕΚΕ ευθύνεται:
α) όταν χρησιµοποιείται η αναδιάρθρωση παθητικού, για το ποσό που θα αποµειώνονταν οι εγγυηµένες καταθέσεις προκειµένου να απορροφηθούν οι ζηµίες του ιδρύµατος σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 46, αν οι εγγυηµένες καταθέσεις είχαν περιληφθεί στο πεδίο εφαρµογής της αναδιάρθρωσης παθητικού και είχαν αποµειωθεί στον ίδιο βαθµό όπως οι πιστωτές µε την ίδια κατάταξη στην πτωχευτική διαδικασία, βάσει των διατάξεων που διέπουν τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας· ή
β) όταν χρησιµοποιούνται ένα ή περισσότερα µέτρα εκτός της αναδιάρθρωσης παθητικού, για το ύψος των ζηµιών που θα υφίσταντο οι καταθέτες ως προς τις εγγυηµένες καταθέσεις τους, αν οι εν λόγω καταθέτες υφίσταντο ζηµίες ανάλογες των ζηµιών που υφίστανται οι πιστωτές µε την ίδια κατάταξη στην πτωχευτική διαδικασία βάσει των διατάξεων που διέπουν τις συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.
Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη του ΣΚΚ δεν υπερβαίνει το ύψος του ποσού που θα καλείτο το ΤΕΚΕ να καταβάλει αν ενεργοποιείτο η διαδικασία καταβολής αποζηµιώσεων, όπως αυτή ειδικότερα προβλέπεται στο
ν.3746/2009.
Όταν χρησιµοποιείται η αναδιάρθρωση παθητικού, το ΣΚΚ δεν υποχρεούται να συµβάλει στο κόστος της ανακεφαλαιοποίησης του ιδρύµατος ή του µεταβατικού ιδρύµατος σύµφωνα µε την περίπτωση β΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 46.
Όταν έχει προσδιοριστεί µε αποτίµηση βάσει του άρθρου 74 ότι η συνεισφορά του ΣΚΚ στην εξυγίανση ήταν µεγαλύτερη από τις καθαρές ζηµίες που θα είχε υποστεί εάν το ΤΕΚΕ είχε ενεργοποιηθεί για την καταβολή αποζηµιώσεων, το ΣΚΚ δικαιούται την είσπραξη της διαφοράς από το Σκέλος Εξυγίανσης του ΤΕΚΕ, σύµφωνα µε το άρθρο 75.
- Ο προσδιορισµός του ποσού για το οποίο ευθύνεται το ΣΚΚ, σύµφωνα την παράγραφο 1, γίνεται σύµφωνα µε τους όρους που καθορίζονται στο άρθρο 36.
- Η συνεισφορά του ΣΚΚ για το σκοπό της παραγράφου 1 καταβάλλεται σε µετρητά.
- Αν οι επιλέξιµες καταθέσεις σε ένα υπό εξυγίανση ίδρυµα µεταβιβάζονται σε άλλη οντότητα µέσω της εντολής µεταβίβασης ή της σύστασης µεταβατικού ιδρύµατος, οι καταθέτες δεν έχουν καµία απαίτηση δυνάµει της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ κατά του ΣΚΚ όσον αφορά οποιοδήποτε µέρος των καταθέσεών τους στο υπό εξυγίανση ίδρυµα που δεν µεταβιβάζονται, εφόσον το ύψος των χρηµατικών ποσών που µεταβιβάζονται είναι ίσο ή µεγαλύτερο από το συνολικό επίπεδο κάλυψης που προβλέπεται στο άρθρο 6 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ.
- Ανεξαρτήτως των οριζοµένων στις παραγράφους 1 έως 4, αν τα διαθέσιµα χρηµατοδοτικά µέσα του ΣΚΚ χρησιµοποιηθούν σύµφωνα µε τα εκεί καθοριζόµενα και κατόπιν τούτου µειωθούν σε λιγότερο από δύο τρίτα του επιπέδου-στόχου του ΣΚΚ, οι τακτικές εισφορές στο ΣΚΚ καθορίζονται σε ύψος που επιτρέπει την επίτευξη του επιπέδου - στόχου εντός έξι ετών. Σε κάθε περίπτωση, η υποχρέωση του ΣΚΚ δεν υπερβαίνει ποσό ίσο προς το 50% του επιπέδου-στόχου βάσει του άρθρου 10 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, κατόπιν εισήγησης της αρχής εξυγίανσης καθορίζεται ποσοστό ανώτερο του 50% λαµβανοµένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων του εθνικού τραπεζικού τοµέα
Υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, η συµµετοχή του ΣΚΚ στο πλαίσιο του παρόντος νόµου δεν υπερβαίνει τη συµµετοχή που θα είχε σε περίπτωση εκκαθάρισης υπό συνήθεις διαδικασίες αφερεγγυότητας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ IH΄
ΚΥΡΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ
«Άρθρο 105 Διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά µέτρα
(άρθρο 110 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Σε περίπτωση µη συµµόρφωσης προς τις διατάξεις του παρόντος νόµου, η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή επιβάλει στους παραβάτες διοικητικά µέτρα και κυρώσεις σύµφωνα µε τα άρθρα 105 έως 109.
- Όταν οι παραβάσεις που διαπιστώνονται αφορούν ιδρύµατα, χρηµατοδοτικά ιδρύµατα και µητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ, µπορούν να επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις, στα µέλη του διοικητικού συµβουλίου και σε άλλα φυσικά πρόσωπα τα οποία φέρουν ευθύνη για την παράβαση.
- Οι διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά µέτρα επιβάλλονται από την αρχή εξυγίανσης ή, αν πρόκειται για διαφορετική αρχή, την αρµόδια αρχή, ανάλογα µε το είδος της παράβασης. Η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή διαθέτουν όλες τις εξουσίες συγκέντρωσης πληροφοριών και διερεύνησης που είναι αναγκαίες για την άσκηση των αντίστοιχων καθηκόντων τους. Κατά την επιβολή διοικητικών κυρώσεων και λοιπών διοικητικών µέτρων, η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή συνεργάζονται στενά, προκειµένου να διασφαλίσουν ότι οι διοικητικές κυρώσεις ή τα λοιπά µέτρα θα φέρουν τα επιθυµητά αποτελέσµατα, και συντονίζουν τις ενέργειές τους όταν ασχολούνται µε διασυνοριακές υποθέσεις. Η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή επιβάλλουν διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά µέτρα για την παράβαση των διατάξεων του παρόντος άµεσα και σε συνεργασία µε άλλες αρχές.
«Άρθρο 106 Ειδικές διατάξεις
(άρθρο 111 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρµόδια αρχή επιβάλλει µε απόφασή της διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά µέτρα, διαζευκτικά ή σωρευτικά, ιδίως στις ακόλουθες περιπτώσεις, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση παράβασης του παρόντος νόµου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόµενων κανονιστικών πράξεων:
α) µη συµµόρφωσης του ιδρύµατος ή, κατά περίπτωση, της µητρικής επιχείρησης της ΕΕ µε τις υποχρεώσεις κατάρτισης, αναπροσαρµογής και επικαιροποίησης των σχεδίων ανάκαµψης οµίλου κατά παράβαση των άρθρων 5 και 7,
β) µη υποβολής από το µητρικό ίδρυµα εγκατεστηµένο στην ΕΕ, σύµφωνα µε το άρθρο 11, στην αρµόδια αρχή ως αρχή ενοποιηµένης εποπτείας, της αίτησης για την αδειοδότηση συµφωνίας χρηµατοδοτικής στήριξης,
γ) µη συµµόρφωσης της οντότητας, η οποία θα προβεί στην παροχή της χρηµατοδοτικής στήριξης, µε τις υποχρεώσεις των παραγράφων 1 και 6 του άρθρου 16,
δ) µη συµµόρφωσης του ιδρύµατος στις βάσει της παραγράφου 1 του άρθρου 27 απαιτήσεις της αρµόδιας αρχής,
ε) το διοικητικό συµβούλιο ενός ιδρύµατος ή µιας οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 δεν έχει κοινοποιήσει στην αρµόδια αρχή το γεγονός ότι το ίδρυµα αυτό ή η οντότητα αυτή τελεί σε κατάσταση αφερεγγυότητας ή επαπειλούµενης αφερεγγυότητας, κατά παράβαση της παραγράφου 1 του άρθρου 81.
- Η αρχή εξυγίανσης επιβάλλει µε απόφασή της διοικητικές κυρώσεις και λοιπά διοικητικά µέτρα, διαζευκτικά ή σωρευτικά, ιδίως στις ακόλουθες περιπτώσεις, καθώς και σε κάθε άλλη περίπτωση παράβασης του παρόντος νόµου και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόµενων κανονιστικών πράξεων:
α) µη συµµόρφωσης µε τις υποχρεώσεις συνεργασίας του ιδρύµατος ή παροχής πληροφοριών προς την αρχή εξυγίανσης κατά την κατάρτιση, αναπροσαρµογή, επικαιροποίηση και εφαρµογή των σχεδίων εξυγίανσης, κατά παράβαση των άρθρων 11, 19 και της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 63,
β) µη συµµόρφωσης µε την υποχρέωση τήρησης λεπτοµερών αρχείων των χρηµατοπιστωτικών συµβάσεων, κατά παράβαση των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παραγράφου 8 του άρθρου 18,
γ) µη συµµόρφωσης µε την υποχρέωση λήψης µέτρων από το ίδρυµα για την αντιµετώπιση ή την εξάλειψη των εµποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης εντός της σχετικής προθεσµίας, κατά παράβαση της παραγράφου 4 του άρθρου 25,
δ) µη συµµόρφωσης µε τα µέτρα που λαµβάνονται από την αρχή εξυγίανσης, κατά παράβαση των περιπτώσεων α΄ έως ια΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 25,
ε) µη υποβολής σχεδίου αναδιοργάνωσης στην αρχή εξυγίανσης ή στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο οµίλου, κατά παράβαση των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 52, ή µη τροποποίησής του, κατά παράβαση των παραγράφων 8 και 9 του άρθρου 52,
στ) µη συµµόρφωσης µε την υποχρέωση παροχής υπηρεσιών και υποδοµών, κατά παράβαση του άρθρου 65,
ζ) µη συµµόρφωσης του ειδικού εκκαθαριστή ή κάθε άλλου προσώπου µε την υποχρέωση ανάληψης δράσεων σε σχέση µε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται ή διέπονται από το δίκαιο τρίτης χώρας, κατά παράβαση των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 67,
η) µη συµµόρφωσης του αρχείου καταγραφής συναλλαγών µε την υποχρέωση διάθεσης όλων των αναγκαίων πληροφοριών στην αρχή εξυγίανσης, κατά παράβαση της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 71.
θ) µη συµµόρφωσης µε τις αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης που εκδίδονται σύµφωνα µε το άρθρο 45.
- Οι διοικητικές κυρώσεις και τα λοιπά διοικητικά µέτρα του παρόντος άρθρου περιλαµβάνουν τα εξής:
α) δηµόσια ανακοίνωση που αναφέρει το φυσικό πρόσωπο, ίδρυµα, χρηµατοδοτικό ίδρυµα, µητρική επιχείρηση της ΕΕ ή άλλο νοµικό πρόσωπο που φέρει ευθύνη και τη φύση της παράβασης·
β) εντολή προς το υπεύθυνο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο για παύση της παράνοµης συµπεριφοράς και παράλειψή της στο µέλλον·
γ) προσωρινή απαγόρευση κατά οποιουδήποτε µέλους του διοικητικού συµβουλίου του ιδρύµατος ή της οντότητας των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή άλλου φυσικού προσώπου, που φέρει ευθύνη, να ασκεί διοικητικά καθήκοντα στα ιδρύµατα αυτά ή οντότητες.
δ) σε περίπτωση νοµικού προσώπου, διοικητικά πρόστιµα µέχρι και 10% του συνολικού ετήσιου καθαρού ύψους του κύκλου εργασιών του εν λόγω νοµικού προσώπου κατά την προηγούµενη χρήση από την επιβολή της κύρωσης. Σε περίπτωση νοµικού προσώπου που είναι θυγατρική µητρικής επιχείρησης, ο σχετικός κύκλος εργασιών είναι ο κύκλος εργασιών που προκύπτει από τους ενοποιηµένους λογαριασµούς της επικεφαλής µητρικής επιχείρησης κατά την προηγούµενη χρήση·
ε) σε περίπτωση φυσικού προσώπου, διοικητικά πρόστιµα µέχρι και 5.000.000 ευρώ·
στ) διοικητικά πρόστιµα µέχρι και το διπλάσιο του ποσού του οφέλους που αποκοµίστηκε από την παράβαση, εφόσον το όφελος είναι µετρήσιµο.
«Άρθρο 107 Δηµοσιοποίηση των διοικητικών κυρώσεων
(άρθρο 112 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή δηµοσιοποιούν, στον επίσηµο ιστότοπό τους, τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλουν για παραβάσεις του παρόντος νόµου, όταν οι εν λόγω κυρώσεις δεν έχουν αποτελέσει αντικείµενο προσφυγής ή όταν έχουν εξαντληθεί τα σχετικά δικαιώµατα προσφυγής. Η δηµοσίευση γίνεται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, µετά την ενηµέρωση του φυσικού ή νοµικού προσώπου, περιλαµβανοµένων πληροφοριών σχετικά µε τον τύπο και τη φύση της παράβασης και την ταυτότητα του φυσικού ή νοµικού προσώπου στο οποίο επιβάλλεται η κύρωση. Όταν η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή δηµοσιοποιούν κυρώσεις εναντίον των οποίων εκκρεµεί προσφυγή, τότε δηµοσιοποιούν, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στον επίσηµο ιστότοπό τους, πληροφορίες σχετικά µε την κατάσταση των προσφυγών και τα αποτελέσµατά τους.
- Η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή δηµοσιοποιούν σε ανώνυµη βάση τις κυρώσεις που επιβάλλουν, κατ’ εφαρµογή των διατάξεων περί προστασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα του ν. 2472/1997 (Α΄ 50), σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν η κύρωση επιβάλλεται σε φυσικό πρόσωπο και η δηµοσιοποίηση των δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα θεωρείται δυσανάλογη,
β) όταν η δηµοσιοποίηση θα έθετε σε κίνδυνο τη σταθερότητα των χρηµατοοικονοµικών αγορών ή διεξαγόµενη ποινική έρευνα,
γ) όταν η δηµοσιοποίηση θα µπορούσε να προκαλέσει, στο βαθµό που είναι δυνατόν να καθοριστεί, δυσανάλογη ζηµία στα ιδρύµατα ή στις οντότητες των περιπτώσεων β΄, γ΄ ή δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 1 ή στα εµπλεκόµενα φυσικά πρόσωπα.
Εναλλακτικά, στις περιπτώσεις αυτές, η δηµοσιοποίηση των σχετικών δεδοµένων µπορεί να αναβληθεί για εύλογο χρονικό διάστηµα, αν προβλέπεται ότι µέσα στο διάστηµα αυτό θα εκλείψουν οι λόγοι για ανώνυµη δηµοσιοποίηση.
- Η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή υποχρεούνται να διατηρούν στον επίσηµο ιστότοπό τους κάθε δηµοσιοποίηση που διενεργείται κατά το παρόν άρθρο για διάστηµα τουλάχιστον πέντε ετών. Τα δεδοµένα προσωπικού χαρακτήρα που περιέχονται στη δηµοσιοποίηση διατηρούνται στον επίσηµο ιστότοπο της αρχής εξυγίανσης ή της αρµόδιας αρχής µόνο για το αναγκαίο χρονικό διάστηµα σύµφωνα µε τους ισχύοντες κανόνες περί προστασίας δεδοµένων προσωπικού χαρακτήρα.
«Άρθρο 108 Διατήρηση κεντρικής βάσης δεδοµένων από την ΕΑΤ
(άρθρο 113 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων περί επαγγελµατικού απορρήτου όπως αναφέρεται στο άρθρο 83, η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή ενηµερώνουν την Ε.Α.Τ. σχετικά µε όλες τις διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλουν δυνάµει του άρθρου 106 και σχετικά µε την κατάσταση των προσφυγών και τα αποτελέσµατά τους.
- Η αρχή εξυγίανσης και η αρµόδια αρχή έχουν πρόσβαση στις οικείες κεντρικές βάσεις δεδοµένων της Ε.Α.Τ. για τις κυρώσεις που της κοινοποιούνται µε αποκλειστικό σκοπό την ανταλλαγή πληροφοριών µεταξύ των αντίστοιχων εθνικών αρχών.
«Άρθρο 109 Αποτελεσµατική εφαρµογή των κυρώσεων και άσκηση των εξουσιών επιβολής κυρώσεων από την αρµόδια αρχή και την αρχή εξυγίανσης
(άρθρο 114 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Κατά τον καθορισµό του είδους των διοικητικών κυρώσεων ή λοιπών διοικητικών µέτρων και του ύψους των διοικητικών προστίµων, η αρµόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης λαµβάνουν υπόψη όλες τις σχετικές συνθήκες, στις οποίες περιλαµβάνονται κατά περίπτωση:
α) η σοβαρότητα και η διάρκεια της παράβασης,
β) ο βαθµός ευθύνης του οικείου φυσικού ή νοµικού προσώπου,
γ) η οικονοµική ισχύς του υπαίτιου φυσικού ή νοµικού προσώπου, παραδείγµατος χάριν όπως προκύπτει από τον συνολικό κύκλο εργασιών του υπαίτιου νοµικού προσώπου ή από το ετήσιο εισόδηµα του υπαίτιου φυσικού προσώπου,
δ) το ποσό των κερδών που αποκτήθηκαν ή του κόστους που αποφεύχθηκε από το υπαίτιο φυσικό ή νοµικό πρόσωπο, στο βαθµό που µπορούν να προσδιοριστούν,
ε) οι ζηµίες τρίτων που προκλήθηκαν από την παράβαση, στο βαθµό που µπορούν να συγκεκριµενοποιηθούν,
στ) ο βαθµός συνεργασίας του υπαίτιου φυσικού ή νοµικού προσώπου µε την αρµόδια αρχή και την αρχή εξυγίανσης,
ζ) προηγούµενες παραβάσεις του υπαίτιου φυσικού ή νοµικού προσώπου,
η) οποιεσδήποτε ενδεχόµενες συστηµικές συνέπειες
της παράβασης.
- Η αρµόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης δύναται µε αποφάσεις τους να καθορίσουν κάθε αναγκαία λεπτοµέρεια για την εφαρµογή των άρθρων αυτών.
«Άρθρο 110 Δικαστική προστασία
(άρθρο 85 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Οι αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης και της αρµόδιας αρχής κατ’ εφαρµογή του παρόντος νόµου και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται βάσει αυτού προσβάλλονται µε αίτηση ακυρώσεως στο Συµβούλιο της Επικρατείας, η οποία εισάγεται προς συζήτηση εντός τριµήνου από την κατάθεσή της.
Ως βάση της εκτίµησης του δικαστηρίου γίνονται δεκτές οι οικονοµικές εκτιµήσεις της αρχής εξυγίανσης ή της αρµόδιας αρχής. Στο πλαίσιο της προσωρινής δικαστικής προστασίας λαµβάνεται υπόψη ότι αυτές οι αποφάσεις κατατείνουν στην προαγωγή του δηµοσίου συµφέροντος, όπως αυτό εξειδικεύεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 31.
- Από τη δικαστική ακύρωση των αποφάσεων της παραγράφου 1 δεν θίγεται η εκ µέρους τρίτων καλόπιστη κτήση µετοχών, άλλων τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, ιδίως δε δικαιωµάτων, υποχρεώσεων και συµβατικών σχέσεων του υπό εξυγίανση ιδρύµατος στο πλαίσιο της εφαρµογής µέτρων εξυγίανσης ή της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης.
- Όποιος ζηµιώθηκε από απόφαση της αρχής εξυγίανσης, η οποία στη συνέχεια ακυρώθηκε, µπορεί να διεκδικήσει δικαστικά αποζηµίωση από την αρχή εξυγίανσης για τις ζηµιές που υπέστη εξαιτίας αυτής της απόφασης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΘ΄
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
«Άρθρο 111 Τροποποιήσεις του ν. 3458/2006 (Α΄ 94)
(άρθρο 117 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Ο ν. 3458/2006 τροποποιείται ως εξής:
1) Στο άρθρο 2 προστίθενται παράγραφοι 3, 4, 5 και 6 ως εξής:
«3. Ο παρών νόµος εφαρµόζεται επίσης, στις επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως ορίζονται στο σηµείο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 µε καταστατική έδρα στην Ελλάδα και στα υποκαταστήµατά τους που έχουν συσταθεί σε άλλο κράτος- µέλος της ΕΕ.
- Σε περίπτωση εφαρµογής των µέτρων εξυγίανσης και άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης που προβλέπονται στο νόµο µε τον οποίο ενσωµατώνεται η Οδηγία 2014/59/ΕΕ στην ελληνική έννοµη τάξη, ο παρών νόµος εφαρµόζεται επίσης στα χρηµατοδοτικά ιδρύµατα, επιχειρήσεις και µητρικές επιχειρήσεις που εµπίπτουν στο πεδίο εφαρµογής του ίδιου ως άνω νόµου.
- Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 και το άρθρο 7 του παρόντος νόµου δεν εφαρµόζονται όταν τυγχάνει εφαρµογής το άρθρο 82 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
- Το άρθρο 34 του παρόντος νόµου δεν εφαρµόζεται όταν τυγχάνει εφαρµογής το άρθρο 84 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.» 2) Το άρθρο 3 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 3 Ορισµοί
Για τους σκοπούς του παρόντος νόµου, νοούνται ως:
«κράτος - µέλος καταγωγής»: το κράτος - µέλος προέλευσης, όπως ορίζεται στο σηµείο 43 της παραγράφου 1 του άρθρου του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
«κράτος - µέλος υποδοχής»: το κράτος - µέλος υποδοχής, όπως ορίζεται στο σηµείο 44 της παραγράφου 1 του άρθρου του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
«υποκατάστηµα»: το υποκατάστηµα, όπως ορίζεται στο σηµείο 17 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013,
«αρχές αρµόδιες»: οι αρµόδιες αρχές, όπως ορίζονται στο σηµείο 40 της παραγράφου 1 του άρθρου του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 ή η αρχή εξυγίανσης κατά την έννοια του σηµείο 18 της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, σε σχέση µε τα µέτρα αναδιοργάνωσης δυνάµει του παρόντος νόµου,
«διαχειριστής»: πρόσωπο ή όργανο, διοριζόµενο από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές, έργο του οποίου είναι η διαχείριση µέτρων αναδιοργάνωσης,
«διοικητικές ή δικαστικές αρχές»: οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές των κρατών - µελών οι αρµόδιες για τα µέτρα αναδιοργάνωσης ή για τις διαδικασίες εκκαθάρισης,
«µέτρα αναδιοργάνωσης»: τα µέτρα τα οποία έχουν σκοπό να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν την οικονοµική κατάσταση πιστωτικού ιδρύµατος ή επιχείρησης επενδύσεων, όπως ορίζεται στο σηµείο 2 της παραγράφου 1 του άρθρου του κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013, και είναι δυνατόν να θίξουν προϋπάρχοντα δικαιώµατα τρίτων, συµπεριλαµβανοµένων των µέτρων που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής πληρωµών, αναστολής µέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή µείωσης των απαιτήσεων. Τα εν λόγω µέτρα περιλαµβάνουν την εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης που προβλέπονται στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ. Όπου στον παρόντα νόµο αναφέρεται ο όρος «µέτρα εξυγίανσης» νοείται ως αναφορά στον όρο «µέτρα αναδιοργάνωσης»,
«εκκαθαριστής»: κάθε πρόσωπο ή όργανο διοριζόµενο από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές, έργο του οποίου είναι η διαχείριση των διαδικασιών εκκαθάρισης,
«διαδικασίες εκκαθάρισης»: οι συλλογικές διαδικασίες, τις οποίες κινούν και ελέγχουν οι διοικητικές ή δικαστικές αρχές κράτους - µέλους µε σκοπό τη ρευστοποίηση περιουσιακών στοιχείων υπό την εποπτεία των αρχών αυτών, ακόµη και όταν η διαδικασία αυτή περατώνεται µε πτωχευτικό συµβιβασµό ή άλλο ανάλογο µέτρο,
«ρυθµιζόµενη αγορά»: ρυθµιζόµενη αγορά, όπως ορίζεται στο σηµείο 21 της παραγράφου 1 του άρθρου της Οδηγίας (ΕΕ) αριθµ. 2014/65/ΕΕ. Όπου στον παρόντα νόµο αναφέρεται ο όρος «οργανωµένη αγορά» νοείται ως αναφορά στον όρο «ρυθµιζόµενη αγορά»,
«χρηµατοοικονοµικά µέσα»: όπως ορίζεται στο στοιχείο β΄ του σηµείου 50 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013. Όπου στον παρόντα νόµο αναφέρεται ο όρος «τίτλοι» νοείται ως αναφορά στον όρο «χρηµατοοικονοµικά µέσα»,
«ρυθµιζόµενη αγορά»: η οργανωµένη αγορά όπως ορίζεται στο σηµείο 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007. Άλλως, η αγορά όπως ορίζεται στο σηµείο 21 της παραγράφου 1 του άρθρου της Οδηγίας (ΕΕ) αριθµ. 2014/65/ΕΕ. Όπου στον παρόντα νόµο αναφέρεται ο όρος «οργανωµένη αγορά» νοείται ως αναφορά στον όρο «ρυθµιζόµενη αγορά»,
«χρηµατοοικονοµικά µέσα»: χρηµατοοικονοµικό µέσο, όπως ορίζεται στο στοιχείο β΄ του σηµείου 50 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013. Όπου στον παρόντα νόµο αναφέρεται ο όρος «τίτλοι» νοείται ως αναφορά στον όρο «χρηµατοοικονοµικά µέσα».»
- Το άρθρο 27 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 27 Συµφωνία συµψηφισµού και µετατροπής χρέους
Με την επιφύλαξη των άρθρων 68 και 71 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι συµφωνίες εκκαθαριστικού συµψηφισµού και µετατροπής χρέους (netting agreements) διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο που εφαρµόζεται στη σύµβαση η οποία διέπει τις συµφωνίες αυτές.»
- Το άρθρο 28 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 28 Σύµφωνα επαναγοράς (repos)
Με την επιφύλαξη των άρθρων 68 και 71 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και µε την επιφύλαξη του άρθρου 26 του παρόντος νόµου, τα σύµφωνα επαναγοράς διέπονται αποκλειστικά από το δίκαιο που εφαρµόζεται στη σύµβαση η οποία διέπει τις συµφωνίες αυτές.»
«Άρθρο 112 Τροποποίηση του ν. 3301/2004 (Α΄263)
(άρθρο 118 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Ο ν. 3301/2004 τροποποιείται ως εξής:
- Στο άρθρο 1, προστίθεται παράγραφος 7, ως εξής:
«7. Τα άρθρα 4 έως 7 του παρόντος νόµου δεν εφαρµόζονται σε οποιονδήποτε περιορισµό της εκτέλεσης των συµφωνιών παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας ή οποιονδήποτε περιορισµό στα αποτελέσµατα των συµφωνιών εγγυοδοσίας µε παροχή χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας, ρυθµίσεων εκκαθαριστικού συµψηφισµού (close out netting) ή αµοιβαίου συµψηφισµού (setoff) που επιβάλλονται δυνάµει των άρθρων 59 έως 72 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, ή οποιονδήποτε παρόµοιο περιορισµό που επιβάλλεται δυνάµει παρεµφερών εξουσιών στην Ελλάδα µε σκοπό τη διευκόλυνση της οµαλής εξυγίανσης οιασδήποτε οντότητας που αναφέρεται στην υποπερίπτωση δδ΄ της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου και στο στοιχείο δ΄, και που υπόκειται σε διασφαλίσεις τουλάχιστον ισοδύναµες µε αυτές των άρθρων 31 έως 86 και των άρθρων 99 έως 109 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»
- Προστίθεται νέο άρθρο 9α ως εξής:
« Άρθρο 9α
Ο παρών νόµος δεν θίγει τα προβλεπόµενα στην κ.υ.α. Ζ1-699/2010(917/Β/23.06.2010) και στο νόµο ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»
«Άρθρο 113 Τροποποίηση του ν. 3461/2006 (Α΄106)
(άρθρο 119 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Στο άρθρο 8 του ν. 3461/2006, µετά το εδάφιο η΄ προστίθεται νέο εδάφιο θ΄, ως εξής:
«(θ) χρησιµοποιούνται τα µέτρα εξυγίανσης, οι εξουσίες και µηχανισµοί εξυγίανσης που προβλέπονται του παρόντος στα άρθρα 31-83 και 110 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»
«Άρθρο 114 Τροποποίηση του ν. 3777/2009 (Α΄127)
(άρθρο 120 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Στο άρθρο 1 του ν. 3777/2009, προστίθεται παράγραφος 4, ως εξής:
«4. Ο παρών νόµος δεν εφαρµόζεται στην εταιρεία ή τις εταιρείες, οι οποίες υπόκεινται στη χρήση των µέτρων, εξουσιών και µηχανισµών εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 31 έως 83 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.»
«Άρθρο 115
(άρθρο 121 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Στην περίπτωση χρήσης των µέτρων, εξουσιών και µηχανισµών εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 31 έως 83 και 110 δεν εφαρµόζονται οι παράγραφοι 2α και 2β του άρθρου 1 οι παράγραφοι 2β και 2γ του άρθρου 26, το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 και η παράγραφος 3 του άρθρου 27, οι παράγραφοι 6 και 7 του άρθρου 28, το άρθρο 28α, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 2 και το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 29, η παράγραφος 2 του άρθρου 30, το τρίτο εδάφιο του άρθρου 30Β, η παράγραφος 1 του άρθρου 32, η παράγραφος 2 του άρθρου 35, η παράγραφος 2, 2α, 2β, το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 4 και η παράγραφος 8 του άρθρου 39 του κ.ν. 2190/1920 και η παράγραφος 2 του άρθρου 51 του ν. 2396/1996 (Α΄ 73).
- Για τους σκοπούς του παρόντος νόµου η γενική συνέλευση µπορεί, µε πλειοψηφία των δύο τρίτων των ψήφων, να αποφασίζει ή να τροποποιεί το καταστατικό ώστε να προβλέπει ότι, προκειµένου να αποφασίσει σχετικά µε αύξηση κεφαλαίου, η γενική συνέλευση συγκαλείται σε συντοµότερη προθεσµία από αυτήν που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 26 του κ.ν. 2190/1920, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω συνέλευση δεν λαµβάνει χώρα εντός δέκα ηµερολογιακών ηµερών από την ηµεροµηνία της σύγκλησης, ότι πληρούνται οι όροι του άρθρου 27 ή 29 και ότι η αύξηση κεφαλαίου είναι αναγκαία προκειµένου να αποφευχθούν οι προϋποθέσεις εξυγίανσης που θεσπίζονται στα άρθρα 32 και 33. 3. Για τους σκοπούς της παραγράφου 1, δεν εφαρµόζονται οι υποχρεώσεις του εδαφίου 2 της παραγράφου 2 και της παραγράφου 2α του άρθρου 39, καθώς και η υποχρέωση της παρ. 4 του άρθρου 28 Α του κ.ν. 2190/1920.
«Άρθρο 116 Συνεργασία µε την Ε.Α.Τ.
(άρθρο 128 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Η αρµόδια αρχή και η αρχή εξυγίανσης παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην Ε.Α.Τ. όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειµένου να επιτελέσει το έργο της σύµφωνα µε το άρθρο 35 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 1093/2010.
«Άρθρο 117 Τροποποιήσεις του ν. 2533/1997 (Α΄228)»
- Το άρθρο 63 του ν. 2533/1997 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 63 Σκοποί Σκοποί του Συνεγγυητικού είναι:
α) η καταβολή αποζηµιώσεων σε εντολείς σε περίπτωση διαπιστωµένης οριστικής ή µη ανατρέψιµης αδυναµίας Α.Ε.Π.Ε.Υ. να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόµενων επενδυτικών υπηρεσιών και
β) η χρησιµοποίηση από την Αρχή Εξυγίανσης του Σκέλους Εξυγίανσης του άρθρου 73Α για τις επιχειρήσεις επενδύσεων για την εξασφάλιση της αποτελεσµατικής εφαρµογής των µέτρων εξυγίανσης που προβλέπονται στο νόµο ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
Στόχος των παραπάνω είναι η υποστήριξη της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.»
- Στο άρθρο 68 του ν. 2533/1997 προστίθεται παράγραφος 12, ως εξής:
«12. Για την εξέταση και λήψη αποφάσεων επί ζητηµάτων εξυγίανσης, όπως ειδικότερα ορίζονται στα άρθρα 95 έως 103 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ στο Διοικητικό Συµβούλιο του Συνεγγυητικού δεν συµµετέχουν µέλη του προερχόµενα από επιχειρήσεις επενδύσεων. Στην περίπτωση αυτή, το Διοικητικό Συµβούλιο ευρίσκεται σε απαρτία µε τα υπόλοιπα µέλη του και για τη λήψη απόφασης απαιτείται πλειοψηφία 4/5 των µελών του.»
- Μετά το άρθρο 73 ν. 2533/1997 προστίθεται άρθρο 73Α, ως εξής:
«Άρθρο 73Α
1) Πέραν του Κεφαλαίου του Συνεγγυητικού που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 71 επ. του παρόντος νόµου, για τις ανάγκες εξυγίανσης των εταιρειών επενδύσεων δηµιουργείται στο Συνεγγυητικό, αυτοτελές Σκέλος Εξυγίανσης, το οποίο διαθέτει ιδίους και επαρκείς χρηµατοδοτικούς πόρους.
2) Το πάσης φύσεως ενεργητικό και παθητικό του Σκέλους Εξυγίανσης αποτελεί αυτοτελή οµάδα περιουσίας, διακριτή και ανεξάρτητη από τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του Συνεγγυητικού, το πάσης φύσεως ενεργητικό και παθητικό του και χρησιµοποιείται από την αρχή εξυγίανσης για τις επιχειρήσεις επενδύσεων µόνο για τους σκοπούς των άρθρων 95 και 96 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και µόνο σύµφωνα µε τους στόχους της εξυγίανσης και τις αρχές που καθορίζονται στα άρθρα 31 και 34 του ίδιου ως άνω νόµου.
3) Στη χρηµατοδότηση του Σκέλους Εξυγίανσης συµµετέχουν κατά τα οριζόµενα σχετικώς στα άρθρα 97 έως 101 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ αποκλειστικά οι Ανώνυµες Εταιρείες Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, µέλη του Συνεγγυητικού, υπαγόµενες στις Επιχειρήσεις Επενδύσεων µε εισφορές τακτικές εκ των προτέρων και έκτακτες εκ των υστέρων, κατά τα προβλεπόµενα στα άρθρα 97 έως 99 του ιδίου ως άνω νόµου (ενσωµάτωση Οδηγίας 2014/59/ΕΕ).»
«Άρθρο 118 Τροποποιήσεις του άρθρου 20 του ν. 3867/2010 (Α΄ 128)»
Η παρ. 2 του άρθρου 20 του ν. 3867/2010 τροποποιείται ως εξής:
«2. Το Σ.Σ.Ε. είναι επταµελές: Μέλη του Συµβουλίου αποτελούν ο Υπουργός Οικονοµικών, ο Αναπληρωτής Υπουργός Οικονοµικών ή, σε περίπτωση µη ορισµού Αναπληρωτή, ο Υφυπουργός Οικονοµικών, αρµόδιος για θέµατα δηµοσιονοµικής πολιτικής, ο Γενικός Γραµµατέας Οικονοµικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονοµικών, ο Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο καθ' ύλην αρµόδιος Υποδιοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο Πρόεδρος του Οργανισµού Διαχείρισης Δηµόσιου Χρέους. Πρόεδρος του Σ.Σ.Ε. ορίζεται ο Υπουργός Οικονοµικών, ο οποίος αναπληρώνεται από τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονοµικών ή, εάν δεν έχει οριστεί, από τον Υφυπουργό Οικονοµικών. Στις συνεδριάσεις του Σ.Σ.Ε. µπορεί να µετέχουν χωρίς δικαίωµα ψήφου, ύστερα από πρόσκληση του προέδρου του, διοικητές, πρόεδροι ή διευθύνοντες σύµβουλοι πιστωτικών ιδρυµάτων, ειδικοί εµπειρογνώµονες, καθώς και οποιοσδήποτε τρίτος, του οποίου η γνώµη κατά την κρίση του προέδρου θα υποβοηθούσε το έργο του Συµβουλίου. Στις συνεδιάσεις του Σ.Σ.Ε. προσκαλούνται υποχρεωτικά ο Πρόεδρος και ο Διευθύνων Σύµβουλος του Ταµείου Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας, όταν η συζήτηση αφορά πιστωτικά ιδρύµατα, στο µετοχικό κεφάλαιο των οποίων µετέχει το Ταµείο. Η αρχή εξυγίανσης προσκαλείται υποχρεωτικά για θέµατα εξυγίανσης και µετέχει στις συνεδριάσεις χωρίς δικαίωµα ψήφου, εκπροσωπούµενη από άλλο πρόσωπο, πέραν των οριζοµένων που εκπροσωπούν την αντίστοιχη αρχή εποπτείας.»
«Άρθρο 119 Τροποποιήσεις του ν. 3746/2009 (Α΄ 27)»
Στο άρθρο 13Α προστίθεται παράγραφος 5, ως εξής:
«5. Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού του Σκέλους Εξυγίανσης, όπως διαµορφώθηκε από την έναρξη ισχύος του ν. 4021/2011 µέχρι την έναρξη ισχύος του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ µεταφέρεται σε Λογαριασµό Τακτοποίησης Παρελθουσών Χρήσεων Εξυγίανσης, ο οποίος χρησιµοποιείται προς αποπληρωµή των υποχρεώσεων που προέκυψαν λόγω χρηµατοδότησης για τους σκοπούς της παραγράφου 1 κατά το ανωτέρω διάστηµα. Οποιαδήποτε αναφορά του όρου «Σκέλος Εξυγίανσης» στο παρόντα νόµο για τις υποχρεώσεις του πρώτου εδαφίου νοοείται ως αναφορά στον όρο «Λογαριασµός Τακτοποίησης Παρελθουσών Χρήσεων Εξυγίανσης». Το Σκέλος Εξυγίανσης από την έναρξη ισχύος του νόµου ενσωµάτωσης της οδηγίας 2014/59/ΕΕ διέπεται από τα ειδικότερα προβλεπόµενα στα άρθρα 95 - 104 αυτού του νόµου.» (καταργήθηκε με την παράγραφο 10 του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015)
2.Το άρθρο 23 τροποποιείται ως εξής:
α) Προστίθεται εδάφιο δ΄ στην παράγραφο 1 ως εξής:
«δ. Για την εξέταση και λήψη αποφάσεων επί ζητηµάτων εξυγίανσης συγκεκριµένου πιστωτικού ιδρύµατος, όπως ειδικότερα ορίζονται στα άρθρα 95 - 104 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, το Διοικητικό Συµβούλιο του ΤΕΚΕ συγκροτείται από πέντε µέλη χωρίς την συµµετοχή των µελών που προέρχονται από την Ελληνική Ένωση Τραπεζών.»
β) Προστίθενται εδάφια δ΄ και ε΄ στην παράγραφο 8, ως εξής:
«Για τους σκοπούς της εξέτασης και λήψης αποφάσεων επί ζητηµάτων εξυγίανσης συγκεκριµένου πιστωτικού ιδρύµατος, όπως ειδικότερα ορίζονται στα άρθρα 95 - 104 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, το Διοικητικό Συµβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα όταν είναι παρόντα και τα πέντε (5) µέλη του Διοικητικού Συµβουλίου. Για τη λήψη αποφάσεων επί των ζητηµάτων του προηγούµενου εδαφίου απαιτείται πλειοψηφία τεσσάρων πέµπτων (4/5).»
γ) Στην υποπερίπτωση (iii) της περίπτωσης β΄ της παραγράφου 14 προστίθεται νέο εδάφιο, ως εξής:
«, πλην εάν πρόκειται για θέµατα που αφορούν την διαδικασία εξυγίανσης συγκεκριµένου πιστωτικού ιδρύµατος.»
«Άρθρο 120 Τροποποιήσεις του ν. 4261/2014 (Α΄ 107)»
Ο ν. 4261/2014 τροποποιείται ως εξής:
- Το άρθρο 62 τροποποιείται ως εξής:
α. Η παράγραφος 3 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Οι αποφάσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, που εκδίδονται µε βάση τα άρθρα 137, 138 και 145 του παρόντος νόµου, δηµοσιεύονται αυθηµερόν στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως και στον ιστότοπο της Τράπεζας της Ελλάδος.»
1) Οι παράγραφοι 3 έως 8 του άρθρου 66 καταργούνται.
2) Το άρθρο 136 τροποποιείται ως εξής:
α. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 136 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για το σκοπό του άρθρου 94, η Τράπεζα της Ελλάδος µε απόφασή της µπορεί να ζητήσει από πιστωτικό ίδρυµα και τα µέλη του Διοικητικού Συµβουλίου αυτού να αυξήσει το κεφάλαιό του εντός προθεσµίας και κατά τους ειδικότερους όρους που ορίζονται στην ίδια απόφαση».
β. Η παράγραφος 5 του άρθρου 136 καταργείται.
- Το άρθρο 137 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 137 Διορισµός επιτρόπου
- Η Τράπεζα της Ελλάδος µπορεί να διορίσει στο πιστωτικό ίδρυµα έναν ή περισσότερους επιτρόπους στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) όταν συντρέχει µία εκ των περιπτώσεων ζ΄ και η΄
του άρθρου 19,
β) όταν το πιστωτικό ίδρυµα παραβιάζει ή, λόγω, µεταξύ άλλων, µιας ταχείας επιδείνωσης της χρηµατοοικονοµικής του κατάστασης, ενδέχεται να παραβιάσει στο εγγύς µέλλον τις απαιτήσεις του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013, του ν. 4261/2014, του Τίτλου II της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή οποιουδήποτε από τα άρθρα 3 έως 7, 14 έως 17 και 24, 25 και 26 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 600/2014, και τα µέτρα που προβλέπονται στα άρθρα 27 και 28 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ δεν επαρκούν προς αντιµετώπιση της κατάστασης,
γ) όταν το πιστωτικό ίδρυµα προβαίνει σε σοβαρές ή κατ’ εξακολούθηση παραβάσεις διατάξεων νόµων ή αποφάσεων της Τράπεζας της Ελλάδος ή του καταστατικού του ή σε σοβαρές διοικητικές παρατυπίες ή όταν η επιχειρηµατική του πορεία δηµιουργεί εύλογες αµφιβολίες για τη χρηστή και συνετή διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων από τη διοίκησή του, µε συνέπεια να τίθενται σε κίνδυνο η φερεγγυότητα του πιστωτικού ιδρύµατος, τα συµφέροντα των καταθετών του ή εν γένει η διασφάλιση της χρηµατοοικονοµικής σταθερότητας και η προστασία της εµπιστοσύνης του κοινού στο εγχώριο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα,
δ) όταν διαφαίνεται ότι το πιστωτικό ίδρυµα δεν διαθέτει επαρκή ίδια κεφάλαια ή ότι δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του και ιδίως να διασφαλίσει τα επιστρεπτέα κεφάλαια που του έχουν εµπιστευθεί οι καταθέτες και οι λοιποί πιστωτές του,
ε) όταν το πιστωτικό ίδρυµα υποβάλλει σχετικό αίτηµα.
- Η Τράπεζα της Ελλάδος διορίζει στο πιστωτικό ίδρυµα επίτροπο στις ακόλουθες περιπτώσεις:
«α) όταν το πιστωτικό ίδρυµα δεν έχει λάβει τα απαραίτητα διορθωτικά µέτρα κατ’ εφαρµογή της παραγράφου 1 του άρθρου 96 ή δεν έχει εφαρµόσει τις ρυθµίσεις ή τα µέτρα του σχεδίου ανάκαµψης, παρότι αυτό του ζητήθηκε από την Τράπεζα της Ελλάδος, σύµφωνα µε την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 27 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ,
β) όταν το πιστωτικό ίδρυµα δεν συµµορφώνεται µε την απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τις παραγράφους 1 ή 5 του άρθρου 136.»
- Στην απόφαση διορισµού του επιτρόπου ορίζεται αν ο επίτροπος διορίζεται:
α) για να συµπράττει προσωρινά µε το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος, οπότε από την κοινοποίηση στο πιστωτικό ίδρυµα του διορισµού του επιτρόπου κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύµατος είναι ανίσχυρη εάν δεν συνέπραξε και ο επίτροπος. Mε την ίδια απόφαση καθορίζονται οι εξουσίες, ο ρόλος και τα καθήκοντα του επιτρόπου, καθώς και η υποχρέωση του διοικητικού συµβουλίου του ιδρύµατος να ζητά τη γνώµη ή να εξασφαλίζει τη συναίνεσή του πριν από τη λήψη ορισµένων αποφάσεων ή την ανάληψη ορισµένων δράσεων,
β) για να αντικαταστήσει προσωρινά το διοικητικό συµβούλιο του ιδρύµατος, εάν η Τράπεζα της Ελλάδος κρίνει, κατόπιν σχετικής εισήγησης του επιτρόπου εάν συντρέχει περίπτωση ή από άλλα στοιχεία και πληροφορίες που διαθέτει, ότι οι εργασίες του πιστωτικού ιδρύµατος δεν µπορούν να εξακολουθήσουν υπό την παρούσα διοίκηση.
Η επιλογή µεταξύ σύµπραξης του διοικητικού συµβουλίου µε τον επίτροπο και αντικατάστασής του από αυτόν µπορεί να τροποποιηθεί µε µεταγενέστερη απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Τηρουµένου του παρόντος άρθρου, ο διορισµός επιτρόπου δεν θίγει τα δικαιώµατα των µετόχων.
- Ο επίτροπος αξιολογεί την εν γένει οικονοµική, διοικητική και οργανωτική κατάσταση του πιστωτικού ιδρύµατος και τη χρηµατοοικονοµική θέση του και καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη διασφάλιση της οµαλής λειτουργίας του και την αποκατάσταση της υγιούς και συνετής διαχείρισης της επιχειρηµατικής δραστηριότητάς του, µε σκοπό είτε την ανάκαµψη του πιστωτικού ιδρύµατος είτε την προετοιµασία εφαρµογής των µέτρων εξυγίανσης του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ ή θέσης του πιστωτικού ιδρύµατος υπό ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 145.
- Ο επίτροπος επιλέγεται µεταξύ προσώπων αναγνωρισµένου κύρους και επαγγελµατικής εµπειρίας σε τραπεζικά θέµατα, είναι πλήρους απασχόλησης και υπόκειται στους κανόνες περί απορρήτου της παραγράφου 1 του άρθρου 54. Στο πρόσωπό του δεν πρέπει να προκύπτει σύγκρουση συµφερόντων.
- Η απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για το διορισµό επιτρόπου κοινοποιείται αµελλητί στο πιστωτικό ίδρυµα και ισχύει από τη λήψη της ως άνω κοινοποίησης. Κοινοποιείται επίσης στην αρχή εξυγίανσης, στο Ταµείο Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων, στις εποπτικές αρχές άλλων κρατών - µελών και στην ΕΑΤ. Η απόφαση για το διορισµό επιτρόπου δεν ενεργοποιεί τη διαδικασία αποζηµιώσεων καταθετών και επενδυτών πελατών του ν. 3746/2009 (Α΄ 27) και του ν. 2533/1997. Επίσης, ο διορισµός επιτρόπου δεν συνεπάγεται την ακύρωση, καταγγελία ή τροποποίηση συµφωνιών, το ληξιπρόθεσµο οποιουδήποτε χρέους του πιστωτικού ιδρύµατος ή την αναστολή των ατοµικών διώξεων κατά αυτού.
- Με την απόφαση διορισµού επιτρόπου ή και µε αυτοτελή απόφαση σε οποιονδήποτε χρόνο µπορεί να καθορίζονται θέµατα για τα οποία απαιτείται απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος ή σχετική εκ µέρους της έγκριση. Επιπλέον, µε την ως άνω απόφαση µπορεί να απαιτείται από τον επίτροπο η λήψη συγκεκριµένων µέτρων ή η αποφυγή συγκεκριµένων ενεργειών προς ικανοποίηση του σκοπού της παραγράφου 4. Σε κάθε περίπτωση, ο επίτροπος συγκαλεί γενική συνέλευση των µετόχων του ιδρύµατος και διαµορφώνει την ηµερήσια διάταξη µόνον µε την έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος.
- Ο επίτροπος υποχρεούται να υποβάλει στην Τράπεζα της Ελλάδος τις ακόλουθες εκθέσεις:
α) Το συντοµότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση εντός τριάντα (30) ηµερών από την έκδοση της απόφασης διορισµού του, έκθεση απογραφής των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού του πιστωτικού ιδρύµατος. Η ως άνω έκθεση κατατάσσει τα στοιχεία του ενεργητικού του πιστωτικού ιδρύµατος σε κατηγορίες κινδύνου και ταξινοµεί τα µη εξυπηρετούµενα δάνεια.
β) Το συντοµότερο δυνατόν και σε κάθε περίπτωση, εκτός εάν έχει συµφωνηθεί άλλος χρόνος µε την Τράπεζα της Ελλάδος, εντός εξήντα (60) ηµερών από την έκδοση της απόφασης διορισµού του, έκθεση για:
αα) την εν γένει οικονοµική κατάσταση, τη χρηµατοοικονοµική θέση και τις προοπτικές του πιστωτικού ιδρύµατος, που περιλαµβάνει έναν αναθεωρηµένο ισολογισµό και µια προκαταρκτική εκτίµηση της καταλληλότητας των µέτρων εξυγίανσης και των ενδεχόµενων επιπτώσεων στη θέση των µετόχων και πιστωτών σε περίπτωση ειδικής εκκαθάρισης, ββ) το προτεινόµενο σχέδιο δράσης που µπορεί κατά
περίπτωση να περιλαµβάνει προτάσεις:
- για την επιστροφή του πιστωτικού ιδρύµατος σε οµαλή λειτουργία µέσω διορθωτικών µέτρων, καθώς και για την πολιτική διανοµής µερισµάτων,
- για τη λήψη τυχόν άλλων µέτρων προκειµένου να διασφαλισθεί η χρηµατοοικονοµική σταθερότητα και να προστατευθεί η εµπιστοσύνη του κοινού στο εγχώριο χρηµατοπιστωτικό σύστηµα, συµπεριλαµβανοµένων τωνµέτρων εξυγίανσης, και
- για την προετοιµασία θέσης του πιστωτικού ιδρύµατος υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σε περίπτωση που δεν κρίνεται εφικτή η ανάκαµψη ή εξυγίανσή του.
Για τα αναφερόµενα στην ανωτέρω περίπτωση αα΄ ο επίτροπος υποβάλλει έκθεση και κατά τη λήξη της θητείας του. Ο επίτροπος υποχρεούται να παρέχει οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή να υποβάλει οποιαδήποτε πρόσθετη έκθεση του ζητηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος. Ο επίτροπος επιβλέπει την εφαρµογή ή εφαρµόζει ο ίδιος το σχέδιο δράσης.
γ) Ανά χρονικά διαστήµατα που ορίζονται από την Τράπεζα της Ελλάδος και κατά τη λήξη της θητείας του, έκθεση για τις πράξεις που πραγµατοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του.
- Στις περιπτώσεις εφαρµογής του παρόντος άρθρου, είναι δυνατή η σφράγιση γραφείων και εγκαταστάσεων του πιστωτικού ιδρύµατος από όργανα της Τράπεζας της Ελλάδος µε τη συνδροµή της αστυνοµικής αρχής κατά τους όρους του νόµου. Η διοίκηση και οι εργαζόµενοι του πιστωτικού ιδρύµατος υποχρεούνται να παρέχουν στον επίτροπο οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία τους ζητηθεί σχετικά µε το πιστωτικό ίδρυµα και να διευκολύνουν την άσκηση των κατά το νόµο και την απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος καθηκόντων του επιτρόπου.
- Ο επίτροπος, είτε αναλαµβάνει είτε συµπράττει απλώς στη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύµατος, µπορεί:
α) να προσλαµβάνει εξωτερικούς νοµικούς ή οικονοµικούς συµβούλους, καθώς και λοιπό βοηθητικό προσωπικό και
β) να ασκεί στο όνοµα του πιστωτικού ιδρύµατος κάθε ένδικο βοήθηµα ή µέσο για την προάσπιση των συµφερόντων του, συµπεριλαµβανοµένων αγωγών αποζηµίωσης κατά προσώπων της διοίκησης ή του προσωπικού, εφόσον µε πράξεις ή παραλείψεις τους ζηµίωσαν το πιστωτικό ίδρυµα. Τα σχετικά έξοδα βαρύνουν το πιστωτικό ίδρυµα.
- Ο επίτροπος ευθύνεται µόνο για δόλο και βαριά αµέλεια για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Δεν ευθύνεται βάσει της εταιρικής ή της πτωχευτικής νοµοθεσίας.
- Ο επίτροπος υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία της Τράπεζας της Ελλάδος. Η αµοιβή και το εν γένει κόστος που συνεπάγεται η άσκηση των καθηκόντων του επιτρόπου καλύπτεται από το πιστωτικό ίδρυµα στο οποίο έχει διορισθεί επίτροπος, σύµφωνα µε σχετική απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε περίπτωση αδυναµίας του πιστωτικού ιδρύµατος να καταβάλει το σύνολο ή µέρος της δαπάνης, η Τράπεζα της Ελλάδος µπορεί να προβεί στην καταβολή, έχοντας αξίωση στην απόδοση των καταβληθέντων, στην οποία εφαρµόζεται το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 55Ε του Καταστατικού της.
- Ο επίτροπος διορίζεται για διάστηµα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα (12) µήνες. Ο ως άνω διορισµός µπορεί να παρατείνεται µε απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος για διάστηµα που δεν υπερβαίνει εκάστοτε τους έξι (6) µήνες. Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος µπορεί να αντικαθίσταται ο επίτροπος ανά πάσα στιγµή και για οποιονδήποτε λόγο ή να τερµατίζεται το έργο του. Ο τερµατισµός του έργου του επιτρόπου πριν από τη λήξη της κατά τις περιπτώσεις α΄ και β΄ της παρούσας παραγράφου ορισθείσας θητείας επιτρέπεται εφόσον η Τράπεζα της Ελλάδος διαπιστώσει ότι:
α) οι λόγοι διορισµού του κατά την παράγραφο 1, δεν υφίστανται πλέον ή
β) το πιστωτικό ίδρυµα δεν µπορεί να ανακάµψει ή να εξυγιανθεί. Στην τελευταία περίπτωση, η Τράπεζα της Ελλάδος αποφασίζει την ανάκληση της άδειας του πιστωτικού ιδρύµατος, κατά το άρθρο 19 και το θέτει υπό ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 145. Σε περίπτωση τερµατισµού του έργου του επιτρόπου που δεν σχετίζεται µε τη θέση του πιστωτικού ιδρύµατος υπό ειδική εκκαθάριση, ο επίτροπος εξακολουθεί να ασκεί τα καθήκοντά του µέχρι το διορισµό ή την εκλογή νέου διοικητικού συµβουλίου.
- Όταν δυνάµει δικαστικής αποφάσεως προκύπτει άµεσα ή έµµεσα θέµα νοµιµότητας ή εγκυρότητας της εκλογής, συγκρότησης, σύνθεσης ή λειτουργίας του διοικητικού συµβουλίου πιστωτικού ιδρύµατος, η Τράπεζα της Ελλάδος διορίζει επίτροπο, ο οποίος ασκεί τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύµατος σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου για διάστηµα τριών (3) έως έξι (6) µηνών που µπορεί να παρατείνεται.
- Ειδικότερα θέµατα και λεπτοµέρειες για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ρυθµίζονται µε απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος.»
- Προστίθεται άρθρο 145α, ως εξής:
«Άρθρο 145α Κατάταξη των απαιτήσεων στην ειδική εκκαθάριση
1.Κατά την ειδική εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυµάτων και µε την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, οι κατωτέρω απαιτήσεις κατατάσσονται προνοµιακά κατά την ακόλουθη σειρά: (α) Απαιτήσεις της περίπτωσης γ΄ του άρθρου 154 του Πτωχευτικού Κώδικα.
(β) Απαιτήσεις του Δηµοσίου σε περίπτωση εφαρµογής των άρθρων 57 ή 58 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
(γ) Απαιτήσεις από εγγυηµένες καταθέσεις ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ, το οποίο υποκαθίσταται στα δικαιώµατα και υποχρεώσεις των καταθετών, στους οποίους καταβάλλει αποζηµίωση, κατά το µέτρο αυτής της αποζηµίωσης ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ λόγω της χρήσης του Σκέλους Κάλυψης Καταθέσεων (ΣΚΚ) στο πλαίσιο της εξυγίανσης κατά το άρθρο 104 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
(δ) Απαιτήσεις του Δηµοσίου από κάθε αιτία, µε τις προσαυξήσεις κάθε φύσης και τους τόκους που επιβαρύνουν τις απαιτήσεις αυτές.
(ε) Οι ακόλουθες απαιτήσεις:
(αα) Απαιτήσεις του Ταµείου Εξυγίανσης σύµφωνα µε την παράγραφο 6 του άρθρου 98 σε περίπτωση χρηµατοδότησης µε σκοπό την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του Ταµείου Εξυγίανσης κατά τα ειδικότερα οριζόµενα στο άρθρο 95 του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ.
(ββ) Απαιτήσεις από επιλέξιµες καταθέσεις κατά το τµήµα που υπερβαίνουν το όριο κάλυψης κατά την περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 για καταθέσεις φυσικών προσώπων και πολύ µικρών, µικρών και µεσαίων επιχειρήσεων.
(στ) Απαιτήσεις από καλυπτόµενες επενδυτικές υπηρεσίες µε την έννοια της περίπτωσης β΄ παράγραφος 2 του άρθρου 2 και της περίπτωσης α΄ παρ. 1 του άρθρου 10 του ν. 3746/2009 ή απαιτήσεις του ΤΕΚΕ, το οποίο υποκαθίσταται στα δικαιώµατα και υποχρεώσεις των πελατών επενδυτών, στους οποίους καταβάλλει αποζηµίωση, κατά το µέτρο αυτής της αποζηµίωσης.
(ζ) Απαιτήσεις από επιλέξιµες καταθέσεις κατά το τµήµα που υπερβαίνουν το όριο κάλυψης κατά την περίπτωση α΄ της παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3746/2009 και δεν εµπίπτουν στην περίπτωση ε΄ ανωτέρω.
(η) Απαιτήσεις από καταθέσεις που εµπίπτουν στην εξαίρεση από την καταβολή αποζηµιώσεων σύµφωνα µε το άρθρο 11 του ν. 3746/2009, στις οποίες όµως δεν συµπεριλαµβάνονται οι καταθέσεις που εµπίπτουν στις περιπτώσεις 3, 14, 15 της διάταξης αυτής.
Οι απαιτήσεις αα΄ και ββ΄ της περίπτωσης ε΄ ανωτέρω ικανοποιούνται συµµέτρως. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 154 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα.
- Κατά παρέκκλιση των ανωτέρω προηγείται η προνοµιακή ικανοποίηση των κάτωθι απαιτήσεων, κατά τα ειδικότερα κατά περίπτωση οριζόµενα:
α) Αν στην ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύµατος υφίστανται δικαιώµατα από συµφωνίες παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3301/2004, ο ασφαλειολήπτης ικανοποιείται από την ασφάλεια κατ’ αποκλεισµό, µέχρι πλήρους ικανοποίησής του, κάθε άλλης απαίτησης (παράγραφος 4 του άρθρου 145 του ν. 4261/2014).
β) Κατά την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποζηµίωσης καταθετών, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο άρθρο 13 του ν. 3746/2009, τα κεφάλαια του ΣΚΚ του ΤΕΚΕ που είναι κατατεθειµένα στο περιελθόν σε αδυναµία πιστωτικό ίδρυµα, οι προκύπτοντες δεδουλευµένοι τόκοι, καθώς και κάθε τυχόν οφειλόµενη εισφορά προς το ΣΚΚ του ΤΕΚΕ αποδίδονται αµέσως στο τελευταίο από τους ασκούντες τη διοίκηση του πιστωτικού ιδρύµατος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης ουσιαστικού ή δικονοµικού δικαίου και πριν από την ικανοποίηση οποιασδήποτε άλλης απαίτησης.
γ) Κατά την ενεργοποίηση της διαδικασίας αποζηµίωσης επενδυτών, σύµφωνα µε τα προβλεπόµενα στο άρθρο 13 του ν. 3746/2009, τα κεφάλαια του Σκέλους Κάλυψης Επενδύσεων (ΣΚΕ) του ΤΕΚΕ που είναι κατατεθειµένα στο περιελθόν σε αδυναµία πιστωτικό ίδρυµα, οι προκύπτοντες δεδουλευµένοι τόκοι, καθώς και κάθε τυχόν οφειλόµενη εισφορά προς το ΣΚΕ του ΤΕΚΕ αποδίδονται αµέσως στο τελευταίο από τους ασκούντες τη διοίκηση του περιελθόντος σε αδυναµία πιστωτικού ιδρύµατος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης ουσιαστικού ή δικονοµικού δικαίου και πριν από την ικανοποίηση οποιασδήποτε άλλης απαίτησης.
- Το παρόν άρθρο δεν εφαρµόζεται σε ειδικές εκκαθαρίσεις πιστωτικών ιδρυµάτων που άρχισαν πριν την έναρξη ισχύος του νόµου ενσωµάτωσης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, οι οποίες εξακολουθούν να διέπονται από τις διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο θέσης του πιστωτικού ιδρύµατος σε ειδική εκκαθάριση.»
«Άρθρο 121 Τροποποιήσεις του ν. 3606/2007 (Α΄195)»
Στο άρθρο 23 του ν. 3606/2007, µετά την παράγραφο 2, προστίθεται παράγραφος 2 α, ως εξής:
«2 α. Κατά την εκκαθάριση των επιχειρήσεων επενδύσεων του σηµείου 2 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Κανονισµού (ΕΕ) αριθµ. 575/2013 που υπόκεινται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στην παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4261/2014, οι αξιώσεις του Συνεγγυητικού από αποζηµιώσεις σύµφωνα µε τα άρθρα 65 έως 67 του ν. 2533/1997 που υπερβαίνουν τις κατά το άρθρο 71 του ν. 2533/1997 εισφορές της επιχείρησης επενδύσεων κατατάσσονται ύστερα από τις αξιώσεις πελατών κατά την προηγούµενη παράγραφο και πριν από τη σειρά των απαιτήσεων που ορίζεται στην περίπτωση 3 του άρθρου 975 του ΚΠολΔ και πριν από τη διαίρεση κατά το άρθρο 977 του ΚΠολΔ.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κ΄
ΘΕΜΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ
«Άρθρο 122 Σύσταση Επιτροπής Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς
(άρθρο 3 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Συνιστάται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης (ΕΛΜΕ), που αποτελείται από τους εξής:
α. Τον εκάστοτε Αντιπρόεδρο του Διοικητικού Συµβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, που δεν είναι επιφορτισµένος µε την εποπτεία των επιχειρήσεων επενδύσεων, ως πρόεδρο.
β. Τον Προϊστάµενο της Διεύθυνσης Μελετών, Πιστοποίησης και Μηχανοργάνωσης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
γ. Ένα µη εκτελεστικό µέλος του Διοικητικού Συµβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
- Η ως άνω Επιτροπή συγκροτείται µε απόφαση του Διοικητικού Συµβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Χρέη γραµµατέα της Επιτροπής εκτελεί υπάλληλος της Μονάδας Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων.
- Η ΕΛΜΕ συγκαλείται από τον Πρόεδρό της και συνεδριάζει τουλάχιστον άπαξ µηνιαίως, εφόσον παρίστανται αυτοπροσώπως δύο τουλάχιστον από τα µέλη της. Οι αποφάσεις της ΕΛΜΕ λαµβάνονται µε δύο τουλάχιστο θετικές ψήφους. Σε περίπτωση ισοψηφίας, το θέµα παραπέµπεται στη ολοµέλεια της ΕΛΜΕ.
«Άρθρο 123 Αρµοδιότητες της Επιτροπής Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης
(άρθρο 3 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Η Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης (ΕΛΜΕ) έχει τις εξής αρµοδιότητες:
α. Την άσκηση των εξουσιών και διενέργεια πράξεων εξυγίανσης που ανατίθενται στην αρχή εξυγίανσης και προβλέπονται στον παρόντα νόµο.
β. Την έκδοση όλων των ατοµικών διοικητικών πράξεων και τη λήψη των αποφάσεων, οι οποίες προβλέπονται στον παρόντα νόµο, εκτός από αυτές που αφορούν στην επιβολή διοικητικών κυρώσεων και αυτές που αφορούν σε αποκλειστική αρµοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρµόδιας αρχής.
γ. Την εισήγηση προς το Διοικητικό Συµβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αφενός για την επιβολή διοικητικών κυρώσεων, σύµφωνα µε τη παράγραφο 2 του άρθρου 110 και αφετέρου για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν στην αποκλειστική υπό τον παρόντα νόµο αρµοδιότητα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ως αρµόδιας αρχής.
δ. Την πρόταση προς το Διοικητικό Συµβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την έκδοση των κανονιστικών αποφάσεων που προβλέπονται από τον παρόντα νόµο.
- Για την αποτελεσµατική άσκηση των παραπάνω αρµοδιοτήτων, η Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης επικουρείται και υποστηρίζεται από τη Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
- Η Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης, κατά την άσκηση των αρµοδιοτήτων της, δεν υπόκειται σε οδηγίες ή εντολές κανενός άλλου οργάνου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή οποιουδήποτε άλλου κρατικού οργάνου.
«Άρθρο 124 Εξουσίες της Μονάδας Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων
(άρθρο 3 παράγραφος 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
Για την αποτελεσµατική άσκηση των αρµοδιοτήτων της, η Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς:
α) απαιτεί από τις επιχειρήσεις επενδύσεων, τους ελεγκτές, καθώς και από κάθε άλλο πρόσωπο να της παρέχουν πληροφορίες και έγγραφα, µη δυνάµενα να επικαλεσθούν επαγγελµατικό ή άλλο απόρρητο,
β) έχει πρόσβαση σε και λαµβάνει αντίγραφα ή αποσπάσµατα από έγγραφα, βιβλία και άλλα στοιχεία που τηρούνται σε οποιαδήποτε µορφή (έγγραφη, ηλεκτρονική, µαγνητική ή άλλη) από τους αναφερόµενους στο προηγούµενο εδάφιο, οι οποίοι δεν δικαιούνται να επικαλεσθούν επαγγελµατικό ή άλλο απόρρητο,
γ) αν υπάρξει άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα, βιβλία ή άλλα στοιχεία ή παροχής αντιγράφων ή αποσπασµάτων τους σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο, να προβαίνει σε κατάσχεση των σχετικών βιβλίων, εγγράφων και άλλων στοιχείων, στα οποία συµπεριλαµβάνονται και τα ηλεκτρονικά µέσα αποθήκευσης και µεταφοράς δεδοµένων, που βρίσκονται στην επαγγελµατική εγκατάσταση των προσώπων, κατά τον τρόπο που ορίζεται στο άρθρο 22 του ν. 3340/2005 (Α΄112),
δ) ζητά και λαµβάνει στοιχεία από τις υπόλοιπες Διευθύνσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
«Άρθρο 125 Τροποποίηση του π.δ. 65/2009 (Α΄ 88)
(άρθρο 3 παράγραφοι 3, 4, 8 της Οδηγίας 2014/59ΕΕ)»
- Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 1 του π.δ. 65/2009, αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι υπηρεσίες του εποπτευόµενου από τον Υπουργό Οικονοµικών Ν.Π.Δ.Δ. (άρθρο 76 του ν. 1969/1991 (Α΄167) και άρθρο 22 του ν. 3371/2005 (Α΄178), Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (ΕΚ), οι οποίες διαρθρώνονται ως κατωτέρω και ασκούν τις αρµοδιότητες που ορίζονται στα άρθρα 2 έως 15α, είναι οι εξής:»
- Στο τέλος του άρθρου 1, όπως τροποποιείται µε την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, προστίθεται περίπτωση 15 που έχει ως εξής:
«15. Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων» 3. Μετά το άρθρο 15 προστίθεται άρθρο 15α, ως εξής:
«Άρθρο 15α
Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων
Η Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων λειτουργεί σε επίπεδο Τµήµατος, είναι αυτοτελής και υπάγεται απευθείας στην Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης.
Η Μονάδα Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων έχει τις εξής αρµοδιότητες:
α) παρακολουθεί την κατάσταση των επιχειρήσεων επενδύσεων βάσει της πληροφόρησης που λαµβάνει από την Διεύθυνση Φορέων προκειµένου να εξεταστεί η εφαρµογή των µέτρων εξυγίανσης,
β) καταρτίζει τα σχέδια εξυγίανσης των επιχειρήσεων επενδύσεων κατόπιν διαβούλευσης και άντλησης στοιχείων από την Διεύθυνση Φορέων,
γ) διερευνά την εκπλήρωση των προϋποθέσεων για
την εφαρµογή µέτρων εξυγίανσης,
δ) παρακολουθεί την εφαρµογή της διαδικασίας των
µέτρων εξυγίανσης,
ε) εισηγείται προς την Επιτροπή Λήψης Μέτρων Εξυγίανσης για θέµατα της αρµοδιότητάς της σε συνεργασία, όπου απαιτείται, µε τη Διεύθυνση Νοµικών Υπηρεσιών.
στ) ασκεί κάθε άλλη αρµοδιότητα που προβλέπεται στις διατάξεις του νόµου για την εξυγίανση Επιχειρήσεων Επενδύσεων.»
- Στο τέλος του άρθρου 25, προστίθεται παράγραφος 16, ως εξής:
«16. Της Μονάδας Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων προΐστανται υπάλληλοι του Κλάδου ΠΕ Διοικητικού - Οικονοµικού ή υπάλληλοι του Ειδικού Επιστηµονικού Προσωπικού µε ειδικότητα ελεγκτή ή οικονοµολόγου ή νοµικού και εάν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν του κλάδου ΤΕ Διοικητικού - Λογιστικού και αν δεν υπάρχουν ή δεν επαρκούν του κλάδου ΔΕ Διοικητικών - Γραµµατέων.»
«Άρθρο 126 Στελέχωση της Μονάδας Εξυγίανσης Επιχειρήσεων Επενδύσεων της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς
(άρθρο 3 παράγραφοι 3, 4 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ)»
- Συνιστώνται στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς 15 θέσεις ειδικού επιστηµονικού προσωπικού µε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την κάλυψη των αναγκών της Μονάδας Εξυγίανσης επιχειρήσεων επενδύσεων. Οι θέσεις αυτές έχουν ως εξής:
Πέντε (5) Θέσεις Οικονοµολόγων, Έξι (6) Θέσεις Ελεγκτών και Τέσσερις (4) Θέσεις Νοµικών.
- Τα προσόντα που πρέπει να έχουν οι παραπάνω είναι τα εξής:
α. Προσόντα διορισµού στις θέσεις ελεγκτών ορίζονται τα προβλεπόµενα στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 35 του ν. 2324/1995.
β. Προσόντα διορισµού στις θέσεις οικονοµολόγων και νοµικών ορίζονται τα προβλεπόµενα στο άρθρο 2 του π.δ. 50/2001 (Α΄ 39),
- Η γνώση της ξένης γλώσσας στις παραπάνω περιπτώσεις αποδεικνύεται σύµφωνα µε το άρθρο 28 του π.δ. 50/2001.
- Το ανωτέρω προσωπικό υπηρετεί µε απόσπαση, µετάταξη ή κατόπιν νέας πρόσληψης που διενεργείται σύµφωνα µε τις κείµενες διατάξεις. Μέχρι την ολοκλήρωση των διαδικασιών στελέχωσης της Μονάδας, οι αρµοδιότητές της θα ασκούνται από το υφιστάµενο µόνιµο και ειδικό επιστηµονικό προσωπικό της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, το οποίο οργανωτικά διαχωρίζεται από τις εποπτικές λειτουργίες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
«Άρθρο 127 Τροποποίηση του ν. 3152/2003 (Α΄ 152)»
Στην περίπτωση γ΄ της παρ. 2 του άρθρου 17 του ν. 3152/2003, προστίθεται εδάφιο που έχει ως εξής:
«Η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του ν.1868/1989 (Α΄230), όπως εκάστοτε ισχύει, εφαρµόζεται για τους δικηγόρους που υπηρετούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ως ειδικό επιστηµονικό προσωπικό και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήµατός τους.»
«Άρθρο 128 Τροποποιήσεις του ν. 3833/2010 (Α΄ 40)»
Στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 11 του ν. 3833/ 2010, όπως αυτό προστέθηκε µε την παράγραφο Γ΄ του άρθρου δεύτερου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) µετά τις λέξεις «Τράπεζα της Ελλάδος» προστίθενται οι λέξεις «και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την εκπλήρωση της αποστολής τους, σύµφωνα µε το τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ».
«Άρθρο 129 Τροποποίηση του ν. 2789/2000 (µέτρο εφαρµογής του άρθρου 87 του Κανονισµού 648/2012)»
Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 9 του ν. 2789/2000 (Α΄21), προστίθεται εδάφιο, ως εξής:
« Όταν διαχειριστής συστήµατος έχει παράσχει ασφάλεια σε άλλον διαχειριστή συστήµατος σε συνάρτηση µε διαλειτουργικό σύστηµα, τα δικαιώµατα του παρέχοντος διαχειριστή συστήµατος επί της εν λόγω ασφάλειας δεν θίγονται από την έναρξη διαδικασίας αφερεγγυότητας έναντι του λαµβάνοντος την ασφάλεια διαχειριστή συστήµατος.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΚΑ΄
ΤΕΛΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
«Άρθρο 130 Μεταβατικές διατάξεις»
1. Από τη δηµοσίευση του παρόντος νόµου καταργούνται τα άρθρα 139 έως 144 του ν. 4261/2014 και οποιαδήποτε αναφορά σε αυτά νοείται στο εξής ως αναφορά στις αντίστοιχες κατά περιεχόµενο διατάξεις του παρόντος νόµου.
2. Οι κατ’ εξουσιοδότηση των καταργηθέντων µε την παράγραφο 1 άρθρων εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις διατηρούνται σε ισχύ ως την αντικατάστασή τους από νεώτερες, εκτός αν το περιεχόµενό τους αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόµου.
3. Ειδικές εκκαθαρίσεις πιστωτικών ιδρυµάτων που ξεκίνησαν πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και βρίσκονται σε εξέλιξη εξακολουθούν να διέπονται από τις ισχύουσες κατά το χρόνο έναρξης της ειδικής εκκαθάρισης διατάξεις, εκτός αντίθετης ρητής διάταξης.»
4. Σε εκκρεμείς διαδικασίες σχετικές με μέτρα εξυγίανσης που ελήφθησαν πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου εφαρμόζονται οι ισχύουσες κατά τον χρόνο λήψης των μέτρων διατάξεις (προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 3 του νόμου 4340/2015)