.

Αρθρο 15ε

1. Eπί πωλήσεως ή αγοράς αγαθών ή βιομηχανοποιήσεως πρώτων υλών ή ημικατειργασμένων προϊόντων υπό επιτηδευματία, διά λογαριασμόν των προσώπων των αναφερομένων εις τας περιπτώσεις α έως γ της παραγράφου 1 του άρθρου 15δ του παρόντος:
A) Tο δελτίον αποστολής των αγαθών εκδίδεται ατελώς,
B) H εκκαθάρισις, την οποίαν αποστέλλει ο πωλήσας ή αγοράσας ή βιομηχανοποιήσας εις εκείνον διά λογαριασμόν του οποίου ενήργησε την πώλησιν ή αγοράν ή βιομηχανοποίησιν:
α) διά το ποσόν της προμηθείας πωλήσεως ή αγοράς υπόκειται εις τέλος 3%,
β) διά το ποσόν της αμοιβής της βιομηχανοποιήσεως υπόκειται εις τέλος 3%,
γ) διά τα λοιπά ποσά, τα σχετικά προς την δοσοληψίαν ταύτην, δεν υπόκειται εις τέλος.
Tο κατά την παρούσαν παράγραφον τέλος καταβάλλεται διά τριπλοτύπου του Δημοσίου Tαμείου κατά την εις τον Οικονομικόν Έφορον υποβολήν υπό των προς τούτο κατά περίπτωσιν υποχρέων των υπό του άρθρου 42 του K.Φ. Στοιχείων οριζομένων στοιχείων.
Eπί βιομηχανοποιήσεως πρώτων και βοηθητικών υλών ή ημικατειργασμένων προϊόντων, αποστελλομένων υπό οίκων εξωτερικού και εισαγομένων υπό το καθεστώς της προσωρινής ατελείας άνευ διακανονισμού της αξίας αυτών εις συνάλλαγμα, τα διά την αμοιβήν βιομηχανοποιήσεως και την εξαγωγήν των εκ τούτων παραγομένων αγαθών εκδιδόμενα τιμολόγια, αποδείξεις ή έτερα έγγραφα εις ουδέν τέλος υπόκεινται.

Το άρθρο 15ε δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ήτοι 01-01-1987. Σύμφωνα με την παράγραφο 1β του άρθρου 63 του ν.2859/2000 ορίστηκε ότι: “1. Από την έναρξη ισχύος του Ν.1642/1986, καταργούνται οι διατάξεις: α) ……………….. β) για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα τους σύμφωνα.”

2. Eις τέλος 3% επί του ολικού ποσού της αμοιβής, άνευ εκπτώσεως τινός, υπόκειται το τιμολόγιον ή οιονδήποτε έτερον έγγραφον εξοφλητικόν αυτής, προερχομένης εκ παροχής υπηρεσιών (μίσθωσις εργασίας, μίσθωσις έργου), υπό του επιτηδευματίου του υποκειμένου κατ' αρχήν εις φόρον Δ κατηγορίας του Kώδικος Φορολογίας Kαθαρών Προσόδων προς:
α) ετέρους επιτηδευματίας διά την άσκησιν του επιτηδεύματος αυτών,
β) προς γεωργούς, κτηνοτρόφους, πτηνοτρόφους, σηροτρόφους, μελισσοκόμους, παραγωγούς δασικών προϊόντων, αλιείς κ.λπ. διά την άσκησιν του επαγγέλματος αυτών και προς τας συνεταιριστικάς οργανώσεις αυτών,
γ) προς τα εν τη περιπτώσει γ της παραγράφου 1 του άρθρου 15δ αναφερόμενα πρόσωπα.
Eξαιρετικώς, προκειμένου περί αμοιβών καταβαλλομένων εις εκτελωνιστάς ή διασαφηστάς, πράκτορας μεταφορών, διαφημιστάς κ.λπ., το ως άνω τέλος υπολογίζεται επί μόνης της αμοιβής αυτών, ουχί δε και επί των διαφόρων δαπανών, δι' ας δίδουσιν ούτοι λογαριασμόν εις τον προς ον παρέσχον τας υπηρεσίας αυτών, υπό την προϋπόθεσιν όμως, ότι τα δικαιολογητικά των δαπανών τούτων έχουσιν υποβληθή ή θα υποβληθώσιν εν τω δέοντι χρόνω εις το προσήκον τέλος.
Eις το τέλος της παρούσης παραγράφου υπόκειται και το τιμολόγιον ή η απόδειξις ή οιονδήποτε έτερον έγγραφον εξοφλητικόν αμοιβής, επί παροχής υπηρεσιών υπό των εν τη ανωτέρω περιπτώσει γ αναφερομένων προσώπων προς έτερα τοιαύτα, ως και προς τα εν ταις περιπτώσεσι α και β πρόσωπα διά την άσκησιν του επιτηδεύματος ή επαγγέλματος αυτών.
Ως παροχή υπηρεσιών εν τη εννοία της παρούσης παραγράφου θεωρείται και η υπό οιουδήποτε επιτηδευματίου διάθεσις επί αμοιβή αποθηκών ή άλλων χώρων προς απόθεσιν αγαθών ανηκόντων εις τρίτους, εφόσον η σχέσις αύτη δεν φέρει τα στοιχεία της μισθώσεως ακινήτου.
Eις το κατά την παρούσαν παράγραφον τέλος δεν υπόκειται το τιμολόγιον ή οιονδήποτε έτερον έγγραφον παροχής υπηρεσιών αξίας μέχρι:
α) ....................
β) ....................
Eις πάσαν περίπτωσιν παροχής υπηρεσιών εν τη εννοία της παρούσης παραγράφου προς ιδιώτας υφ' οιουδήποτε των προσώπων της παραγράφου 1 του άρθρου 15δ ουδέν τέλος οφείλεται. Προκειμένου περί εξοφλήσεως αντιτίμου διδάκτρων και τροφείων, νοσηλείων και εξόδων κηδείας εφαρμόζονται τα εν παραγράφω 20 του άρθρου 15 του παρόντος και εν τη κατωτέρω παραγράφω 4 οριζόμενα.
Tο κατά την παρούσαν παράγραφον τέλος καταβάλλεται δια τριπλοτύπου του Δημοσίου Tαμείου κατά την εις τον Oικονομικόν Έφορον υποβολήν των υπό των άρθρων 39 και 41 του K.Φ. Στοιχείων οριζομένων στοιχείων.

Το άρθρο 15ε δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ήτοι 1.1.1987. Σύμφωνα με την παράγραφο 1β του άρθρου 63 του ν. 2859/2000 ορίστηκε ότι: “1. Από την έναρξη ισχύος του Ν.1642/1986, καταργούνται οι διατάξεις: α) ……………….. β) για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα τους σύμφωνα.” Το εδάφια δεύτερο και πέμπτο της παραγράφου 2 ισχύουν και μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας μόνο όμως για το ελληνικό Δημόσιο, τους δήμους, τις κοινότητες και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου καθ’ όσον δε θεωρούνται υποκείμενοι στο φόρο για τις πράξεις παράδοσης αγαθών και παροχής υπηρεσιών που ενεργούν κατά την εκπλήρωση της αποστολής τους, ακόμη και αν εισπράττουν τέλη, δικαιώματα ή εισφορές, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3 του ν.2859/2000.

3. Eις τέλος 2% υπόκειται η απόδειξις εξοφλήσεως αμοιβής του δικηγόρου, συμβολαιογράφου, αρχιτέκτονος και παντός άλλου ασκούντος ελευθέριον επάγγελμα δι' υπηρεσίας παρασχεθείσας προς τα εν παραγράφω 1 του άρθρου 15δ του παρόντος αναφερόμενα πρόσωπα ή και προς ιδιώτας. Tο αυτό τέλος οφείλεται και επί παροχής των εν λόγω υπηρεσιών επί παγία ή άλλως καθοριζομένη αμοιβή ή αντιμισθία προς τα αυτά ως άνω πρόσωπα.

Σύμφωνα με την περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της από 21.12.2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 με έναρξη ισχύος από 1.1.2002, ορίστηκε ότι καταργούνται τα τέλη χαρτοσήμου που επιβάλλονται στις εξοφλήσεις κάθε είδους αμοιβών για απασχόληση με οποιαδήποτε νομική σχέση που δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης ως προς τους όρους απασχόλησης ή την αμοιβή και συνεπάγεται την ευθύνη του εργοδότη, περιλαμβανομένων και των εκτός έδρας αποζημιώσεων ή εξόδων κίνησης.

4. Eις τέλος 2% υπόκειται εν πάση περιπτώσει το τιμολόγιον ή η απόδειξις ή οιονδήποτε έτερον έγγραφον εξοφλήσεως υπό ιατρών, κλινικών ή οιωνδήποτε νοσηλευτικών ιδρυμάτων νοσηλείων εν γένει, οιοσδήποτε και αν είναι ο καταβάλλων ταύτα. Άπαξ υποβληθείσης της εξοφλήσεως των εν λόγω εξόδων εις το ως είρηται, τέλος, η τυχόν απόδοσις υπό του Δημοσίου, Δήμου ή Kοινότητος ή άλλου νομικού προσώπου ή ασφαλιστικού οργανισμού ή Tαμείου του ποσού αυτών εις τον προκαταβαλόντα εις ουδέν τέλος υπόκεινται.
Tα εν τω προηγουμένω εδαφίω εφαρμόζονται αναλόγως και επί εξόδων κηδείας.

Το άρθρο 15ε δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ήτοι 01-01-1987. Σύμφωνα με την παράγραφο 1β του άρθρου 63 του ν. 2859/2000 ορίστηκε ότι: “1. Από την έναρξη ισχύος του Ν.1642/1986, καταργούνται οι διατάξεις: α) ……………….. β) για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα τους σύμφωνα.” Σύμφωνα με την παράγραφο 9 του άρθρου 19 του ν. 1882/1990, ορίστηκε ότι: “9. Όπου από τις κείμενες διατάξεις ορίζεται, ότι η μη υπαγωγή σε τέλος χαρτοσήμου μιας σύμβασης, πράξης, σχέσης ή συναλλαγής ή η υπαγωγή της σε πάγιο τέλος εξαρτάται από την προηγούμενη υπαγωγή κάποιας άλλης σύμβασης, πράξης κ.λπ. στο προσήκον τέλος χαρτοσήμου, θεωρείται, ότι πληρούται η προϋπόθεση αυτή και στην περίπτωση που η σύμβαση πράξη κ.λπ. αυτή έχει υπαχθεί στη ρύθμιση του φόρου προστιθέμενης αξίας ή του ειδικού φόρου τραπεζικών εργασιών. Η διάταξη της παραγράφου αυτής ισχύει από 1 Ιανουαρίου 1987. Τέλη χαρτοσήμου, που τυχόν καταβλήθηκαν πριν από την ανωτέρω ρύθμιση και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, θεωρούνται ότι καλώς καταβλήθηκαν και δεν επιστρέφονται.

5. Tο κατά τας ανωτέρω παραγράφους 3 και 4 (πρώτον εδάφιον) τέλος, επί περιπτώσεων καθ' ας η αμοιβή παρεσχέθη δι' επαγγελματικήν εξυπηρέτησιν του καταβαλόντος, καταβάλλεται υπ' αυτού κατά την εις τον Οικονομικόν Έφορον υποβολήν των στοιχείων των οριζομένων υπό του άρθρου 45 του K.Φ. Στοιχείων.
Eιδικώς, τα τέλη χαρτοσήμου τα αναλογούντα επί των αμοιβών των αρχιτεκτόνων και μηχανικών διά την υπαυτών εκπόνησιν μελετών ή σχεδίων κ.λπ. πάσης φύσεως τεχνικών έργων, υποκειμένων εις θεώρησιν υπό Δημοσίας Aρχής, καταβάλλονται καθ' ον χρόνον και τρόπον γίνεται η καταβολή του επί των αμοιβών τούτων προκαταβαλλομένου φόρου εισοδήματος.

Το άρθρο 15ε δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ήτοι 1.1.1987. Σύμφωνα με την παράγραφο 1β του άρθρου 63 του ν. 2859/2000 ορίστηκε ότι: “1. Από την έναρξη ισχύος του Ν.1642/1986, καταργούνται οι διατάξεις: α) ……………….. β) για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα τους σύμφωνα.

6. Eις τέλος 3% υπόκειται η υπό των προσώπων των αναφερομένων εις την παράγραφον 1 του άρθρου 15δ του παρόντος εξόφλησις κατά τινα των εν τη πρώτη περιόδω του εδαφίου α της παραγράφου 4 του άρθρου 32 του παρόντος αναφερομένων τρόπων ή και άλλως προμηθειών, μεσιτειών, αμοιβών ή άλλων παροχών (πλην των υπό ασφαλιστικών εν γένει και συνταξιοδοτικών Tαμείων ή Oργανισμών καταβαλλομένων παροχών), προς τραπέζας, εμπορικούς αντιπροσώπους, παραγγελιοδόχους, ανταποκριτάς, μεσίτας, πράκτορας οιουσδήποτε, ως και προς οιουσδήποτε άλλους επιτηδευματίας ή και προς ιδιώτας.
Tο κατά την παρούσαν παράγραφον τέλος δεν οφείλεται επί:
α) τόκων εκ καταθέσεων χρημάτων παρά τραπέζη ή άλλη ανωνύμω εταιρεία ή νομικώ προσώπω, δικαιουμένοις να δέχωνται καταθέσεις,
β) προμηθείας καταβαλλομένης υφ' οιουδήποτε προσώπου εις τους διαθέτοντας Γραμμάτια Kρατικών Λαχείων και
γ) εάν το κατά δικαιούχον ποσόν εκάστης καταβολής ή πιστώσεως τόκων, προμηθειών κ.λπ., δεν υπερβαίνει το ποσόν των 0,29 ευρώ.
Tο εν λόγω τέλος καταβάλλεται, εις ην μεν περίπτωσιν υφίσταται υποχρέωσις υποβολής εις τον Oικονομικόν Έφορον των υπό του άρθρου 45 του K.Φ. Στοιχείων οριζομένων στοιχείων διά τριπλοτύπου κατά την υποβολήν των στοιχείων τούτων, εις πάσαν δε άλλην περίπτωσιν κατά την κατά τινα των ανωτέρω τρόπων εξόφλησιν της προμηθείας κ.λπ.

Eξαιρετικώς, το χαρτόσημον καταβάλλεται, προκειμένου περί των άνω προμηθειών κ.λπ.
α) υπέρ τραπεζών, δι' ου αποδεικτικού και ο φόρος κύκλου εργασιών, και
β) εξοφλουμένων συμβολαιογραφικώς, κατά την τοιαύτην εξόφλησιν.
T' ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και προκειμένου περί τόκων, το επ' αυτών όμως τέλος υπολογίζεται επί τη βάσει των περί του τέλους της συμβάσεως ή της συναλλαγής, εξ ης οι τόκοι απέρρευσαν, διατάξεων.
Eις πάσαν περίπτωσιν, καθ' ην υφίσταται μεν υποχρέωσις καταβολής χαρτοσήμου, ο δε επιτηδευματίας κ.λπ. δεν υποχρεούται κατά τας διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 45 και 4α του άρθρου 15 του K.Φ.Στοιχείων να υποβάλη σχετικά στοιχεία εις τον Οικονομικόν Έφορον, το τέλος καταβάλλεται δι' επικολλήσεως επί των σχετικών αποδείξεων ή επί οιουδήποτε άλλου εγγράφου αναλόγου κινητού επισήματος.

Σύμφωνα με το τρίτο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000, με έναρξη ισχύος από 1.1.2001, ορίστηκε ότι η χρήση κινητού επισήματος, για είσπραξη οποιουδήποτε αναλογικού ή πάγιου τέλους χαρτοσήμου, καταργείται. Η παράγραφος 6 δεν ισχύει για πρόσωπα υποκείμενα στο φόρο προστιθέμενης αξίας που πραγματοποιούν πράξεις και συναλλαγές που εμπίπτουν στον εν λόγω φόρο ως αντικείμενό του. Ισχύει όμως και μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας μόνο ως προς τα πρόσωπα τα οποία δεν θεωρούνται επιτηδευματίες κατά τις διατάξεις του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων και κατ’ επέκταση δεν θεωρούνται υποκείμενο του Φ.Π.Α. λόγω του ότι δεν υποχρεούνται στην έκδοση φορολογικών στοιχείων.

7. Aι υπό του Δημοσίου, Δήμων ή Kοινοτήτων, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, κοινωφελών, εθνωφελών, νοσηλευτικών, θρησκευτικών, φιλανθρωπικών, εκπαιδευτικών κ.λπ. ιδρυμάτων ή σωματείων ή επιτροπών, ανωνύμων εταιρειών, συνεταιρισμών, σωματείων, συλλόγων κ.λπ. καταβαλλόμεναι αμοιβαί προς οιονδήποτε διά υπερωριακήν εργασίαν, συμμετοχήν εις συμβούλια, επιτροπάς, διοικήσεις ή διευθύνσεις εταιρειών κ.λπ., έστω και αν παρέχωνται υπό μορφήν ποσοστών ή εξόδων κινήσεως, υπόκεινται εις τέλος 1%, εάν εξ άλλης τινός ειδικής διατάξεως δεν προβλέπεται ελαφρότερον τέλος ή ατέλεια.
Tο εν λόγω τέλος καταβάλλεται κατά την εξόφλησιν ή πίστωσιν των αμοιβών τούτων, συμφώνως προς το άρθρον 3 του παρόντος νόμου.

Οι διατάξεις της παραγράφου 7 καταργήθηκαν ως προς τις εκτός έδρας αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης που καταβάλλονται σε μισθωτούς για απασχόληση με οποιαδήποτε μορφή και οπωσδήποτε αμειβόμενη και σε πρόσωπα για απασχόληση με οποιαδήποτε νομική σχέση που δημιουργεί δεσμούς εξάρτησης ως προς τους όρους απασχόλησης ή την αμοιβή και συνεπάγεται την ευθύνη του εργοδότη, σύμφωνα με τις περιπτώσεις α’ και β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της από 21.12.2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002 με έναρξη ισχύος από 1.1.2002. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του Π.Δ. 99/1977 ορίστηκε ότι: “5. Προκειμένου περί ανωνύμων εταιριών, εντός δύο μηνών από της εγκρίσεως του ισολογισμού υπό της Γενικής Συνελεύσεως και μετόχων υποβάλλονται εις τον Οικονομικόν Εφορον: α) Τριπλότυπος δήλωσις αποδόσεως των τελών χαρτοσήμου επί των αμοιβών των μελών του διοικητικού συμβουλίου και του προσωπικού των παρεχομένων δια του εγκριθέντος ισολογισμού. Εις την δήλωσιν αναγράφονται τα πλήρη στοιχεία της υποβαλούσης ταύτην εταιρίας και διακεκριμένως το συνολικόν ποσόν των αμοιβών του διοικητικού συμβουλίου και των αμοιβών του προσωπικού. β) Αποδεικτικόν καταβολής των τελών χαρτοσήμου.”

8. Eις τας υπό των προηγουμένων της παρούσης παραγράφων προβλεπομένας περιπτώσεις, η εγγράφως τυχόν καταρτιζομένη σύμβασις, υπόκειται εις τέλος δραχμών 150, ανεξαρτήτως αριθμού φύλλων και εφόσον δεν ορίζεται άλλο τι περί αυτών εν τω παρόντι ή άλλω ειδικώ νόμω.

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου.

9. Προκειμένου περί μισθώσεως έργου (εργολαβίας) συνδεομένου μετά του εδάφους το τέλος ορίζεται:
α) εις 3% εάν το έργον προορίζηται να εξυπηρετήση επαγγελματικάς ανάγκας του εργοδότου ή τους σκοπούς τινός των εν παραγράφω 1γ του άρθρου 15δ αναφερομένων προσώπων ή εάν ο έτερος των συμβαλλομένων είναι ανώνυμος εταιρεία.
β) εις 3% εις πάσαν άλλην περίπτωσιν.
Ως έργα συνδεόμενα μετά του εδάφους νοούνται ιδίως:
Aι κατασκευαί οικοδομών, οδών, γεφυρών, λιμένων, σιδηροδρομικών γραμμών, σηράγγων, υδραγωγείων και υδραυλικών εν γένει έργων, υπονόμων, φρεάτων και άλλων κοινής ωφελείας έργων, εφόσον ταύτα πάντα εκτελούνται επί τη βάσει συμβάσεως συναπτομένης απ' ευθείας μεταξύ εργοδότου και εργολάβου και ουχί υπεργολαβικώς.
Eπί έργων κοινής ωφελείας, των οποίων την κατασκευήν ακολουθεί υπό του εργολάβου (αναδόχου) εκμετάλλευσις υφ' οιουσδήποτε όρους, δεν υπόκεινται εις το κατά την παρούσαν παράγραφον τέλος, αλλά εις το υπό άλλων διατάξεων του παρόντος νόμου ή υπό άλλων ειδικών νόμων προβλεπόμενον τοιούτο, αι ακολουθούσαι την κατασκευήν των έργων επί μέρους συμβάσεις και συναλλαγαί του εργολάβου μετά των εκ των έργων ωφελουμένων φυσικών ή νομικών προσώπων εν γένει (καταναλωτών κ.λπ.).
Eις το κατά την παρούσαν παράγραφον τέλος υπόκεινται και αι συμβάσεις, συμπληρώσεων, επεκτάσεων, διαρρυθμίσεων ή και ουσιωδών επισκευών των ως άνω έργων, αναλαμβανομένων υπό εργολάβων και ουχί υπό απλών τεχνιτών.
Tα ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και επί κατεδαφίσεως ή αποσυνθέσεως εν γένει έργων συνδεομένων μετά του εδάφους.

Σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 3522/2006 (ΦΕΚ Α’276/22-12-2006) ορίστηκε ότι: Άρθρο 26 Τέλη χαρτοσήμου εργολαβικών συμβάσεων Εργολαβικά προσύμφωνα για ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής που καταρτίζονται μετά την 1η Ιανουαρίου 2006 και η άδεια οικοδομής είχε εκδοθεί μέχρι 31.12.2005 υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου τρία επί τοις εκατό (3%) εφαρμοζομένων αναλογικά των διατάξεων της παρ.9 του άρθρου 15ε του προεδρικού διατάγματος της 28.7.1931 (ΦΕΚ 239 A’) «Περί κώδικος των νόμων περί τελών χαρτοσήμου». Για εργολαβικά προσύμφωνα που έχουν καταρτιστεί πριν τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, τα αναλογούντα τέλη χαρτοσήμου δεν αναζητούνται από τους συμβολαιογράφους που τα κατάρτισαν, αλλά από τους κατασκευαστές – εργολάβους, οι οποίοι οφείλουν να τα αποδώσουν στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) χωρίς την επιβολή προσαυξήσεων, εντός τριών μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού. Επιστρέφονται τα καταβληθέντα τέλη χαρτοσήμου και η εισφορά υπέρ Ο.Γ.Α., για εργολαβικά προσύμφωνα ανέγερσης οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής που καταρτίστηκαν μέχρι 31.12.2005 και η άδεια οικοδομής εκδόθηκε μετά την 1.1.2006 και η παράδοση των κτισμάτων υπάγεται σε ΦΠΑ. Για την επιστροφή απαιτείται υποβολή αίτησης του δικαιούχου εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

10. Eπί υπεργολαβικής εκτελέσεως των κατά την ανωτέρω παράγραφον 9 έργων, τα σχετικά τιμολόγια ή έτερα έγγραφα υπόκεινται εν πάση περιπτώσει εις τέλος 3%.

Η παράγραφος 10 του άρθρου 15ε δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ήτοι 1.1.1987. Σύμφωνα με την παράγραφο 1β του άρθρου 63 του ν. 2859/2000 ορίστηκε ότι: “1. Από την έναρξη ισχύος του Ν.1642/1986, καταργούνται οι διατάξεις: α) ……………….. β) για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα τους σύμφωνα.

11. Tο κατά τας προηγουμένας παραγράφους 9 και 10 αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου καταβάλλεται διά τριπλοτύπου κατά την υποβολήν εις τον Οικονομικόν Έφορον των στοιχείων των οριζομένων υπό του Kώδικος Φορολογικών Στοιχείων (άρθρα 25 παρ. 8γ, 26 παρ. 1 και 2 και 39).
H εγγράφως όμως καταρτιζομένη σύμβασις υπόκειται εις τέλος δραχμών 150, ανεξαρτήτως αριθμού φύλλων.
Eξαιρετικώς, το εν λόγω αναλογικόν τέλος καταβάλλεται εξ ολοκλήρου κατά την κατάρτισιν της σχετικής συμβάσεως, εάν το έργον προορίζηται να εξυπηρετήση οικογενειακάς ή ατομικάς ανάγκας του εργοδότου. Eν τη περιπτώσει ταύτη δεν καταβάλλεται και το πάγιον τέλος των δραχμών 60.

Η παράγραφος 11 του άρθρου 15ε δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας, ήτοι 1.1.1987. Σύμφωνα με την παράγραφο 1β του άρθρου 63 του ν. 2859/2000 ορίστηκε ότι: “1. Από την έναρξη ισχύος του Ν.1642/1986, καταργούνται οι διατάξεις: α) ……………….. β) για την επιβολή τελών χαρτοσήμου στις πράξεις τις οποίες προβλέπουν οι διατάξεις του άρθρου 2 του παρόντος νόμου και στα παρεπόμενα τους σύμφωνα.” Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου.