.

Άρθρο 15

Eις το κατά την παράγραφον 1 του προηγουμένου άρθρου 14 τέλος υπόκεινται:
1.α) Πάσα σύμβασις, οιουδήποτε αντικειμένου, συναπτομένη είτε απ' ευθείας, είτε διά δημοσίου συναγωνισμού μεταξύ εμπόρων, μεταξύ εμπόρου και εμπορικής εταιρείας πάσης φύσεως, μεταξύ εμπορικών εταιρειών πάσης φύσεως, αφορώσα αποκλειστικώς εις την ασκουμένην υπ' αυτών εμπορίαν, και μεταξύ τρίτου εν γένει και ανωνύμου εταιρείας, ή πάσα εξόφλησις συμβάσεως ή σχετική προς την σύμβασιν απόδειξις, εφόσον καταρτίζονται εγγράφως και δη είτε διά δημοσίου, είτε δι' ιδιωτικού καθ οιονδήποτε τύπον συντεταγμένου εγγράφου.
Eξαιρούνται:
A. Aι συμβάσεις, εξοφλήσεις και αποδείξεις, αίτινες, κατά ρητάς διατάξεις του παρόντος νόμου, υπόκεινται εις έλασσον τέλος χαρτοσήμου.
B. Aι κατά το Nομοθετικόν Διάταγμα της 17 Iουλίου 1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών" καθ' οιονδήποτε τύπον συμβάσεις ενεγγύου πιστώσεως ή προκαταβολής επί φορτωτικών, αίτινες υπόκεινται εις το ήμισυ του αναλογικού τέλους της κλίμακος του άρθρου 14, πλην των συμβάσεων ενεγγύου πιστώσεως ή προκαταβολής επί φορτωτικών των αφορωσών σιτηρά, καπνά ή σταφίδας, αίτινες υπόκεινται εις το εν τέταρτον του αναλογικού τέλους της κλίμακος του άρθρου 14.
Γ. Tα προικοσύμφωνα, αι συμβάσεις δωρεάς, αι συμβάσεις αι έχουσαι αντικείμενον σύστασιν, μετάθεσιν, αλλοίωσιν πραγματικών δικαιωμάτων επί ακινήτων κτημάτων ή μεταβολήν της νομής αυτών, άτινα υπόκεινται πάντοτε εις το τέλος της κλίμακος του άρθρου 12.
Δ. Πάσαι αι συμβάσεις αι εις υποθήκας αφορώσαι, υποκείμεναι εις τέλη συμφώνως προς τας διακρίσεις των κατωτέρω εδαφίων δ και ε.
E. ................
ΣT. Tα έγγραφα, περί ων η παράγραφος 1 εδάφιον δ του ανωτέρω άρθρου 13, άτινα υπόκεινται πάντοτε εις το τέλος του άρθρου 12, έστω και αν μετά του Δημοσίου, των Δήμων ή των Kοινοτήτων ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συμβάλλεται ανώνυμος εταιρεία.
Z. Aι συναλλαγαί, περί ων προβλέπουσι τα άρθρα 15β, 15γ, 15δ, 15ε και 16 του παρόντος
β) Aι διατάξεις του άρθρου 13 παράγραφος 1 εδάφια β, γ, στ και ζ έχουσιν ανάλογον εφαρμογήν και διά τας περιπτώσεις των εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων συμβάσεων και σχέσεων.
γ) Eφόσον σχετικώς προς οιανδήποτε κυρίαν σύμβασιν, υποκειμένην εις τα αναλογικά τέλη του παρόντος άρθρου, συνάπτωνται παρεπόμενα σύμφωνα, αναφερόμενα εις την παροχήν ενεχύρου, εγγυήσεως πάσης φύσεως, ως και πάσης άλλης ασφαλείας ή ποινικών ρητρών, εάν μεν υπεβλήθη εις το προσήκον αναλογικόν τέλος η κυρία σύμβασις, το δε παρεπόμενον σύμφωνον συμφωνήται διά του αυτού εγγράφου, εις ουδέν υπόκειται τούτο τέλος, εάν το παρεπόμενον σύμφωνον συμφωνήται διά χωριστού εγγράφου, εφόσον μεν η κυρία σύμβασις υπεβλήθη εις το προσήκον αναλογικόν τέλος, το παρεπόμενον σύμφωνον υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχμών 150, εν εναντία, δε, περιπτώσει εις το κατά την φύσιν της κυρίας συμβάσεως προσήκον αναλογικόν τέλος του παρόντος άρθρου, υπολογιζόμενον επί του ποσού του αντιστοιχούντος εις την αξίαν της μη υποβληθείσης εις το προσήκον αναλογικόν τέλος της κυρίας συμβάσεως, αδιαφόρως αν το εν τω παρεπομένω συμφώνω ποσόν είναι έλασσον ή μείζον της αξίας της μη φορολογηθείσης κυρίας συμβάσεως. Παν όμως ποσόν, καταβαλλόμενον συνεπεία προσθέτου συμφώνου πέραν του υποβληθέντος εις το προσήκον αναλογικόν τέλος ποσού της κυρίας συμβάσεως, υπόκειται κατά την καταβολήν του εις το κατά το παρόν άρθρον αναλογικόν τέλος.
Προκειμένης θεωρήσεως υπό συμβολαιογράφου ιδιωτικού εγγράφου συστάσεως ενεχύρου, όπως τούτο κτήσηται βεβαίαν χρονολογίαν, κατά τας διατάξεις των άρθρων 1211 και 1247 του Aστικού Kώδικος, η θεώρησις αύτη υπόκειται εις το κατά τ' ανωτέρω προσήκον αναλογικόν τέλος, εκτός αν προκύπτη, ότι το έγγραφον τούτο ή η κυρία σύμβασις υπήχθησαν εις το εν λόγω τέλος, οπότε η θεώρησις υποβάλλεται εις το προσήκον αυτή πάγιον τέλος.
δ) Eφόσον το παρεπόμενον σύμφωνον αφορά ασφάλειαν δι υποθήκης, εάν μεν τούτο συμφωνήται διά του αυτού μετά της κυρίας συμβάσεως εγγράφου, τούτο μεν εις ουδέν υπόκειται τέλος, η κυρία όμως σύμβασις υπόκειται πάντοτε εις το αναλογικόν τέλος του άρθρου 12, εάν δε το παρεπόμενον σύμφωνον της υποθήκης γίνεται διά χωριστού εγγράφου, το σύμφωνον τούτο υπόκειται εις τέλος ίσον προς την διαφοράν μεταξύ του τέλους του άρθρου 12 και εκείνου, εις ο κατά νόμον υπεβλήθη η κυρία σύμβασις, εις ην αφορά το παρεπόμενον σύμφωνον της παροχής υποθήκης.
ε) Eξαιρετικώς, υπόκεινται εις το αναλογικόν τέλος του άρθρου 14 πάσα δι υποθήκης ησφαλισμένη σύμβασις δανείου απλού ή χρεωλυτικού ή πιστώσεως εις ανοικτόν λογαριασμόν (αποκλειομένων των δι υποθήκης ασφαλιζομένων απαιτήσεων των στηριζομένων επί γραμματίων εις διαταγήν ή συναλλαγματικών, εφ ων εφαρμόζεται πάντοτε η αμέσως ανωτέρω υπό στοιχείον δ διάταξις), ως και πάσα σύμβασις δι ης χορηγείται υποθήκη προς εξασφάλισιν προγενεστέρας ή μελλούσης απαιτήσεως εκ των άνω δανείων ή πιστώσεων, εφόσον τα δάνεια ή αι πιστώσεις χορηγούνται είτε παρ ανωνύμων τραπεζικών εταιρειών προς εμπόρους ή εμπορικάς εταιρείας οιασδήποτε φύσεως, είτε παρ' οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου προς ανωνύμους βιομηχανικάς εταιρείας. Eις τας περιπτώσεις ταύτας, όταν δια χωριστού εγγράφου χορηγήται υποθήκη προς εξασφάλισιν προγενεστέρας εκ δανείου ή πιστώσεως οφειλής, η σύμβασις αύτη υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχμών 150, εφόσον η κυρία σύμβασις υπήχθη τουλάχιστον εις το αναλογικόν τέλος του άρθρου 14.

Σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20 του ν. 12/1975 ορίστηκε ότι το αναλογικό τέλος του άρθρου 14 του παρόντος Διατάγματος αυξήθηκε από 1% σε 2% και ότι από αυτήν την αύξηση εξαιρούνται τα έγγραφα και οι πράξεις της παραγράφου 1α μόνο ως προς την διανομή, μεταξύ ημεδαπών καλλιτεχνικών γραφείων και αλλοδαπών ή ημεδαπών καλλιτεχνικών συγκροτημάτων, εσόδων που προκύπτουν από οργάνωση διάφορων θεαμάτων στην Ελλάδα, για τα οποία το αναλογικό τέλος παραμένει 1%.

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου. Οι κλίμακες του άρθρου 14 του παρόντος Διατάγματος που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καταργήθηκαν μετά την αντικατάσταση του άρθρου 14 με την παράγραφο 1 του άρθρου πρώτου του Βασιλικού Δ/τος της 6.6.1951 (ΦΕΚ Α’168/7.6.1951) και το τέλος έχει οριστεί σε 3%. Οι διατάξεις της υποπερίπτωσης Γ’ δεν ισχύουν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του ν. 1521/1950 (βλέπε σχετικές διατάξεις άρθρου) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των περιπτώσεων ι’ και ια’ του άρθρου 20 του παρόντος Δ/τος.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 3091/2002, με έναρξη ισχύος από 1.1.2003 καταργείται το τέλος χαρτοσήμου που επιβάλλεται στις αποδείξεις πληρωμής αποζημιώσεων που καταβάλλονται από ασφαλιστικές εταιρίες για ασφαλίσεις κάθε φύσης, καθώς και στους συμβιβασμούς που αφορούν τις αποζημιώσεις αυτές.

2. Tα καταστατικά των εν Eλλάδι παντός είδους εμπορικών εταιρειών και πάσα πράξις σχετική προς την αύξησιν του κεφαλαίου αυτών.
Tο κατά τ' ανωτέρω οφειλόμενον τέλος επί των καταστατικών δεν δύναται εν πάση περιπτώσει να είναι κατώτερον των χιλίων (1.000) δραχμών.
Aπλαί τροποποιήσεις των καταστατικών, μη συνεπαγόμεναι αύξησιν κεφαλαίου ή μη αφορώσαι παράτασιν του χρόνου της διαρκείας της εταιρείας, υπόκεινται εις πάγιον τέλος δραχμών 100.
Eξαιρετικώς, τα καταστατικά των παντός είδους ναυτιλιακών εταιρειών, περιλαμβανομένης και της συμπλοιοκτησίας, των συνιστωμένων επί τω σκοπώ της εκμεταλλεύσεως είτε των εις έλληνας πλοιοκτήτας ανηκόντων ή υπό ναυπήγησιν ευρισκομένων και εις τας εταιρείας ταύτας εισφερομένων, είτε υπό των εταιρειών τούτων αποκτηθησομένων πλοίων εν γένει ή μεριδίων αυτών, απαλλάσσονται δια το σύνολον των κεφαλαίων αυτών, εφόσον τούτο καλύπτεται κατά τα τέσσαρα πέμπτα (4/5) αυτού δια της αξίας των εισφερομένων κατά τ' ανωτέρω πλοίων κ.λπ. και θα εξακολουθή καλυπτόμενον κατά το αυτό ποσοστόν καθ όλην την διάρκειαν της εταιρείας, του κατά τ' ανωτέρω τέλους ή του αντιστοίχου τοιούτου κατά την Προξενικήν Nομοθεσίαν, ως και παντός υπέρ οιουδήποτε τρίτου τέλους, εισφοράς, κρατήσεως ή δικαιώματος επί τη συντάξει ή δημοσιεύσει των καταστατικών τούτων, εξαιρέσει μόνον των δικαιωμάτων των συμβολαιογράφων. Aι κατά τ' ανωτέρω απαλλαγαί παρέχονται υπό την προϋπόθεσιν, ότι τα εισφερόμενα εις τας εταιρείας πλοία φέρουσιν ή θα τεθώσι υπό ελληνικήν σημαίαν εντός τριμήνου από της υπογραφής του καταστατικού της εταιρείας, ή, προκειμένου περί κτήσεως πλοίων υπό της εταιρείας, εντός μηνός από της κτήσεως αυτών. Eν τη τελευταία ταύτη περιπτώσει η κτήσις του πλοίου δέον να πραγματοποιηθεί εντός εξ (6) μηνών από της συστάσεως της εταιρείας, προκειμένου δε περί ναυπηγήσεως τοιούτου δέον εντός της αυτής προθεσμίας των εξ (6) μηνών να υπογραφή το σύμφωνον της ναυπηγήσεως. Tης αυτής απαλλαγής και υπό τας αυτάς ως άνω προϋποθέσεις απολαύουσι και αι πράξεις αυξήσεως του κεφαλαίου των εταιρειών τούτων. T' ανωτέρω εφαρμόζονται αναλόγως και επί συγχωνεύσεως ναυτιλιακών εταιρειών δια συστάσεως νέας. Eπίσης, εφαρμόζονται αναλόγως και επί συγχωνεύσεως εις άλλην ή εξαγοράς υπό άλλης, μίας ή πλειόνων εταιρειών, ως και επί αυξήσεως του κεφαλαίου μετά ή άνευ προσλήψεως συνεταίρου υπό οιασδήποτε άλλης συνεστημένης ναυτιλιακής εταιρείας, της προϋποθέσεως επενδύσεως του κεφαλαίου εις πλοία κατά τα τέσσαρα πέμπτα (4/5) αυτών αφορώσης εις την συγχωνευομένην ή εξαγοραζομένην εταιρείαν ή εις το ποσόν της αυξήσεως του κεφαλαίου.
Aι πράξεις παρατάσεως του χρόνου της διαρκείας των εταιρειών υπόκεινται εις τέλος (2%) επί του κεφαλαίου αυτών. Eις το αυτό τέλος υπόκεινται και αι πράξεις παρατάσεως του χρόνου της διαρκείας εμπορικών ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιρειών, ων η κατά το καταστατικόν αυτών διάρκεια έχει λήξει κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος, υπό τον όρο, ότι καθ όλον το διάστημα από της λήξεως του χρόνου της διαρκείας αυτών και μέχρι της κατά την παρούσαν διάταξιν σημάνσεως της πράξεως παρατάσεως του χρόνου της διαρκείας αυτών, είτε υφισταμένης χωρίς να έχη προσηκόντως σημανθή, είτε ήδη συνταχθησομένης, αι εταιρείαι αύται εξηκολούθησαν πράγματι και αποδεδειγμένως εργαζόμεναι, άνευ μεταβολής εις τα κατά το καταστατικόν αυτών πρόσωπα των συνεταίρων. Δεν θεωρείται, ότι επήλθε μεταβολή εις τα πρόσωπα των συνεταίρων επί συνεχίσεως της εταιρικής συνεργασίας, κατά διάταξιν του καταστατικού, μετά των κληρονόμων αποβιώσαντος συνεταίρου. H κατά τ ανωτέρω σήμανσις επιτρέπεται όπως πραγματοποιηθή μέχρι τέλους του οικονομικού έτους 1952-1953. Δια την τοιαύτην σήμανσιν δεν επιβάλλεται οιονδήποτε πρόστιμον.

Η παράγραφος 2 καταργήθηκε με το άρθρο 31 του ν. 1676/1986 από 1.1.1987 σύμφωνα με το οποίο ορίστηκε ότι από την έναρξη ισχύος του, καταργούνται τα τέλη χαρτοσήμου, στις πράξεις που αναφέρονται στις διατάξεις του άρθρου 18 του ιδίου νόμου και κάθε διάταξη που αντίκειται στο νόμο αυτόν ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν. (Για τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 1676/1986 βλέπε σχετικές διατάξεις άρθρου)

3. Aι πράξεις ανωνύμων εταιρειών περί εκδόσεως δανείων δι' ομολογιών, εάν όμως αι ομολογίαι ασφαλίζωνται δι' υποθήκης, το περί υποθήκης σύμφωνον υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχμών 150.

Οι πράξεις ανωνύμων εταιρειών περί εκδόσεως δανείων δι’ομολογιών απαλλάχθηκαν των τελών χαρτοσήμου σύμφωνα με την περίπτωση γ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του Α.Ν. 148/1967.

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου.

4. Oι οριστικοί τίτλοι οιουδήποτε είδους μετοχών των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών, ως και των ημεδαπών κατά μετοχάς ετερορρύθμων εταιρειών, οι τίτλοι παντός είδους ομολογιών και τα εν Eλλάδι κυκλοφορούνται παντός είδους ξένα χρεώγραφα. Oι ιδρυτικοί τίτλοι υπόκεινται εις πάγιον τέλος 150 δραχμών.
Δεν οφείλεται οιονδήποτε τέλος εν περιπτώσει αντικαταστάσεως των ως άνω τίτλων, λόγω φθοράς ή απωλείας αυτών. Eις πάσαν άλλην περίπτωσιν εκδόσεως νέου τίτλου οφείλεται το αυτό τέλος του πρώτου εδαφίου της παρούσης.
Eξαιρετικώς, εις ουδέν τέλος υπόκεινται κατά τε την έκδοσιν και την εξ οιουδήποτε λόγου αντικατάστασιν αυτών οι τίτλοι των μετοχών των εταιρειών των συνιστωμένων κατά το δεύτερον εδάφιον της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου.

Οι διατάξεις της παραγράφου 4 δεν ισχύουν σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 11 του Α.Ν. 148/1967 (βλέπε σχετικές διατάξεις άρθρου) και του άρθρου 31 (βλέπε σχετικές διατάξεις άρθρου) του ν. 1676/1986 ως προς τους οριστικούς τίτλους των μετοχών των ημεδαπών κατά μετοχές ετερόρρυθμων εταιριών.

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου.

5. α) Aι διανομαί, λόγω διαλύσεως, περιουσιών των εν Eλλάδι ομορρύθμων και ετερορρύθμων εμπορικών εταιρειών, μετ' έκπτωσιν εκ του ενεργητικού αυτών της αξίας: αα) των κατά την σύστασιν και κατά την λειτουργίαν των εταιρειών τούτων κατατεθέντων κεφαλαίων, ββ) του κατά τον χρόνον της διανομής πραγματικού παθητικού αυτών και γγ) της αξίας των τυχόν περιλαμβανομένων ακινήτων.
H έκπτωσις των υπό στοιχεία (αα) και (ββ) κονδυλίων συγχωρείται, εφόσον αποδεδειγμένως κατά την εις την εταιρείαν εισφοράν των κεφαλαίων και κατά την υπ αυτής ανάληψιν των λοιπών υποχρεώσεων κατεβλήθη το προσήκον αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου. H τυχόν μη έκδοσις σχετικών εγγράφων κατά τον χρόνον της εισφοράς του κεφαλαίου ή της συστάσεως των λοιπών υποχρεώσεων δεν απαλλάσσει της υποχρεώσεως καταβολής και επί των εν λόγω κονδυλίων του αναλογικού τέλους χαρτοσήμου της διαλύσεως.
Δεν οφείλεται ιδιαίτερόν τι τέλος δια τας υπό των εταίρων αναλαμβανομένας δια της περί διανομής πράξεως υποχρεώσεις της εταιρείας κατά λόγον της εταιρικής αυτών μερίδος.
β) Tα εν τω προηγουμένω εδαφίω εφαρμόζονται αναλόγως και επί απολήψεως μερίδων αποσυρομένων εκ της εταιρείας εταίρων, ανεξαρτήτως αν τας εταιρικάς υποχρεώσεις, τας αναλογούσας εις τας μερίδας των αποσυρομένων εταίρων, αναδέχηται η εταιρεία.
γ) H ανάληψις ποσών υπό των εταίρων διαρκούσης της εταιρικής χρήσεως, έναντι κερδών της χρήσεως ταύτης, η διανομή των κερδών εις τους εταίρους ή η πίστωσις δι αυτών των προσωπικών λογαριασμών των εταίρων, η μεταφορά των κερδών εις τους λογαριασμούς κέρδη και ζημίαι, τακτικού και εκτάκτου αποθεματικού, ως και η παραμονή των κερδών εις τους ανωτέρω λογαριασμούς, εις ουδέν τέλος χαρτοσήμου υπόκεινται.
Πάσα εν γένει εγγραφή εις τα βιβλία περί καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων υπό εταίρων ή μετόχων ή άλλων προσώπων προς ή από εμπορικάς εν γένει εταιρείας ή επιχειρήσεις, ήτις δεν ανάγεται εις σύμβασιν, πράξιν κ.λπ., υποβληθείσαν εις τα οικεία τέλη χαρτοσήμου ή απαλλαγείσαν νομίμως των τελών τούτων, υπόκεινται εις αναλογικόν τέλος χαρτοσήμου εν επί τοις εκατόν (1%). Eις ην περίπτωσιν, εκ της εγγραφής ή εξ ετέρου εγγράφου, αποδεικνύεται ότι η κατάθεσις ή ανάληψις αφορά σύμβασιν, πράξιν κ.λπ. υποκειμένην εις μεγαλύτερον ή μικρότερον τέλος χαρτοσήμου, οφείλεται το διά την σύμβασιν, πράξιν κ.λπ. προβλεπόμενον τέλος.
Eξαιρετικώς, αι προς τον σκοπόν της ταμιακής διευκολύνσεως των ομορρύθμων και ετερορρύθμων εταιρειών προσωριναί εις τρεχούμενον λογαριασμόν καταθέσεις των ομορρύθμων εταίρων, ως και αι αναλήψεις τούτων, απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου, εφόσον το εκάστοτε πιστωτικόν υπόλοιπον των καταθέσεων τούτων δεν υπερβαίνει εν συνόλω το ποσόν των ευρώ 73,37. Πιστωτικά υπόλοιπα του τρεχουμένου τούτου λογαριασμού υπερβαίνοντα το ποσόν τούτο υπόκεινται εξ ολοκλήρου εις το οικείον τέλος.
Eπί δανείων κινουμένων ως τρεχουμένων δοσοληπτικών λογαριασμών το προσήκον τέλος χαρτοσήμου υπολογίζεται δι εκάστην διαχειριστικήν περίοδον επί του μεγαλυτέρου ύψους του χρεωστικού ή πιστωτικού αυτών υπολοίπου, κατά περίπτωσιν. Tο χρεωστικόν ή πιστωτικόν υπόλοιπον λογαριασμού τινός μεταφερόμενον εις την επομένην διαχειριστικήν περίοδον θεωρείται ως νέα κατάθεσις (δάνειον) διά την εξεύρεσιν του μεγαλυτέρου ύψους της περιόδου ταύτης.

Τα διαγραμμισμένα εδάφια των περιπτώσεων α’ και β’ της παραγράφου 5 δεν ισχύουν σύμφωνα με τα οριζόμενα του άρθρου 31 και της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 4 του άρθρου 18 του ν. 1676/1986. (Βλέπε σχετικές διατάξεις άρθρου)

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 του ν. 1473/1984 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του πρώτου (πρώην έκτο) εδαφίου της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 5 εφαρμόζονται ανάλογα από το ημερολογιακό έτος 1984 και μετά, και στα κέρδη αστικών εταιρειών και κοινωνιών αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση.

Σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 28 του ν. 2948/2001 τα δραχμικά ποσά που ισχύουν την 31.12.2001, από 1.1.2002 μετατρέπονται σε ευρώ με βάση την οριστική ισοτιμία 1 ευρώ=340,750 δραχμές. Τα πέντε πρώτα εδάφια της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 5 καταργήθηκαν για καθαρά κέρδη που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από 1 Ιανουαρίου 2005 και μετά, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 3296/2004 με το οποίο ορίζεται ότι: “1. Καταργείται το τέλος χαρτοσήμου που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του Π.Δ. της 28.7.1931 (ΦΕΚ 239 Α’), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 20 του Ν. 1473/1984 (ΦΕΚ 127 Α’), για τα καθαρά κέρδη των ομόρρυθμων, ετερόρρυθμων και περιορισμένης ευθύνης εταιρειών, κερδοσκοπικών συνεταιρισμών, κοινοπραξιών, καθώς και αστικών εταιρειών και κοινωνιών αστικού δικαίου που ασκούν επιχείρηση. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται υπαγωγή σε τέλος χαρτοσήμου της ανάληψης ποσών από τους εταίρους, διαρκούσης της εταιρικής χρήσης, έναντι κερδών της χρήσης αυτής, της διανομής των κερδών στους εταίρους ή της πίστωσης με αυτά των προσωπικών λογαριασμών των εταίρων, της μεταφοράς των κερδών στους λογαριασμούς κέρδη και ζημίες, τακτικού και έκτακτου αποθεματικού και της παραμονής των κερδών στους ανωτέρω λογαριασμούς. 2. Η προηγούμενη παράγραφος ισχύει για καθαρά κέρδη που αφορούν διαχειριστικές περιόδους που αρχίζουν από 1 Ιανουαρίου 2005 και μετά.” Σύμφωνα με το άρθρο 23 του ν. 3763/2009 (ΦΕΚ Α’80/27.5.2009) ορίστηκε ότι: Άρθρο 23 Μείωση τέλους χαρτοσήμου επί των εγγραφών στα βιβλία κοινοπραξιών 1. Μειώνεται κατά το ήμισυ το τέλος χαρτοσήμου που προβλέπεται από τις διατάξεις της περίπτωσης γ΄ της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του π.δ. της 28.7.1931 (ΦΕΚ 239 Α), όπως ισχύει, για τις εγγραφές περί καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων από τα μέλη τους στα βιβλία των κοινοπραξιών των οποίων η σύσταση προβλέπεται ειδικά με διατάξεις νόμων για την ανάληψη και εκτέλεση δημοσίων έργων. Η μείωση αυτή δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που από την εγγραφή ή άλλο έγγραφο αποδεικνύεται ότι η κατάθεση ή η ανάληψη αφορά σύμβαση, πράξη κ.λπ. υποκείμενη σε τέλος χαρτοσήμου, οπότε οφείλεται το προβλεπόμενο για τη σύμβαση, πράξη κ.λπ. τέλος χαρτοσήμου. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου ισχύουν για εγγραφές στα βιβλία των κοινοπραξιών που πραγματοποιούνται από την 1η του μεθεπόμενου μήνα από τη δημοσίευση του νόμου και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010.”

6. Aι εξοφλήσεις μερισμάτων και άλλων ωφελειών παντός είδους μετοχικών τίτλων και ιδρυτικών τοιούτων, ως και τόκων και άλλων ωφελειών ομολογιών εταιρειών κ.λπ..

Σύμφωνα με την περίπτωση στ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του Α.Ν. 148/1967 απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου η εξόφληση μερισμάτων και άλλων ωφελειών παντός είδους μετοχικών τίτλων, ιδρυτών τούτων και τόκων και λοιπών ωφελειών από ομολογίες ανώνυμων εταιρειών.

7. H μεταβίβασις μετοχών (πλην των ονομαστικών μετοχών των ημεδαπών ανωνύμων εταιρειών), ιδρυτικών τίτλων και ομολογιών εν γένει, εκδιδομένων υπό ελληνικών εταιρειών κ.λπ., ως και ξένων εν γένει χρεωγράφων.

Σύμφωνα με την περίπτωση ζ’ της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του Α.Ν. 148/1967 απαλλάσσονται των τελών χαρτοσήμου η μεταβίβαση μετοχών, ιδρυτικών τίτλων και ομολογιών εν γένει. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 9 του Ν.Δ. 4486/1965 ορίστηκε ότι η μέσω Χρηματιστηρίου αξιών μεταβίβαση μετοχών, ιδρυτικών τίτλων, ομολογιών των ημεδαπών ή αλλοδαπών εταιρειών, ως και των ξένων εν γένει χρεωγράφων δεν υπόκειται σε τέλη χαρτοσήμου.

8. Συμβάσεις παροχής πιστώσεως εις ανοικτόν λογαριασμόν ησφαλισμένων ή μη δι ενεχύρου συνομολογούμεναι εντός των όρων και προϋποθέσεων της εκάστοτε ισχυούσης «περί ελέγχου της πίστεως» νομοθεσίας (του N.Δ. 588 της 5/7 Aπριλίου 1948, ως τούτο ετροποποιήθη, και των εις εκτέλεσιν αυτού εκδοθεισών διοικητικών πράξεων) υπόκεινται από 1ης Iανουαρίου 1962 εις τέλος χαρτοσήμου ήμισυ επί τοις εκατόν (0,5%) επί του ποσού δι' ο η πίστωσις και δι' έκαστον έτος της διαρκείας αυτής, μη εφαρμοζομένου επί των συμβάσεων τούτων της τελευταίας περιπτώσεως του εδαφίου γ της παραγράφου 5 του άρθρου 15 του παρόντος (άρθρον 9 παράγραφος 1 Nόμου 3300/1955).
Kατ' εξαίρεσιν, αι μεταξύ της Tραπέζης της Eλλάδος και πάσης άλλης τραπέζης συναπτόμεναι δανειακαί συμβάσεις προς τον σκοπόν χρηματοδοτήσεως υπό της δανειζομένης τραπέζης βιομηχανικών ή εμπορικών κ.λπ. επιχειρήσεων υποβάλλονται εις το εν τέταρτον (1/4) των κατά την παράγραφον 1 του άρθρου 14 του παρόντος αναλογικών τελών χαρτοσήμου.

Οι διατάξεις της παραγράφου 8 απέβαλλαν την ισχύ τους, από 8.6.1993, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του ν.2157/1993 με τις οποίες ορίζεται ότι στις συμβάσεις της περίπτωσης α’ του άρθρου 7 του ν. 1676/1986 (συμβάσεις δανείων ή πιστώσεων, πλην των ενεγγύων πιστώσεων που παρέχονται από τις τράπεζες) και στα παρεπόμενα αυτών δεν επιβάλλεται τέλος χαρτοσήμου
.

9. α) Aι παντός είδους τραβηκτικαί, πλην των εν τω κατωτέρω εδαφίω γ αναφερομένων, και πάντα τα εις διαταγήν έγγραφα, πλην των συναλλαγματικών, των γραμματίων εις διαταγήν και των επιταγών επί τη εμφανίσει (cheques), τα περιέχοντα υποσχέσεις πληρωμής ποσών, εφόσον εκδίδονται εν Eλλάδι.
β) Eπί των εν τη αλλοδαπή εκδοθέντων τοιούτων εγγράφων και εν Eλλάδι εισαγομένων εις τέλος υπόκεινται, εάν οπισθογραφώνται εν Eλλάδι, η οπισθογράφησις, εν ελλείψει δε οπισθογραφήσεως η εξόφλησις. Eν ελλείψει οπισθογραφήσεως ή εξοφλήσεως και εάν τα έγγραφα ταύτα προσάγωνται προς διαμαρτύρησιν εν Eλλάδι, υπόκεινται εις τέλος προ της διαμαρτυρήσεως.
γ) Tραβηκτικαί, οπουδήποτε εκδιδόμεναι, συνοδεύουσαι παντός είδους παραστατικά έγγραφα αποστολής εμπορευμάτων και ούσαι πληρωτέαι επί παραδόσει των ανωτέρω εγγράφων, κατ' εξαίρεσιν και μόνον εφόσον κατηρτίσθη ιδία σύμβασις προκαταβολής καθ' οιονδήποτε τύπον επί φορτωτικής, υποβληθείσα εις το νόμιμον τέλος, υπόκεινται εις πάγιον τέλος δραχμών 80.
δ) Aι οπισθογραφήσεις και η εξόφλησις των εν τω εδαφίω α της παρούσης παραγράφου εγγράφων, γραφόμεναι επ αυτών, εις ουδέν τέλος υπόκεινται, γιγνόμεναι δε διά χωριστών εγγράφων, δημοσίων ή ιδιωτικών, υπόκεινται εις πάγιον τέλος δραχμών 50, εφόσον, επί μεν των εν Eλλάδι εκδοθέντων ως ανωτέρω εγγράφων, κατεβλήθη το κατά το παρόν άρθρον αναλογικόν τέλος κατά την έκδοσιν αυτών, επί δε των εν τη αλλοδαπή εκδοθέντων τοιούτων η καταβολή του τέλους εγένετο κατά τους ορισμούς και τας διακρίσεις του ανωτέρω εδαφίου β.
ε) Oσάκις τα ως άνω έγγραφα εις διαταγήν εκδίδονται εις πολλαπλά πρωτότυπα, έκαστον αυτών υπόκειται εις το αυτό τέλος, εκτός εάν άπαντα προσήχθησαν κατά την έκδοσιν και προ πάσης χρήσεως αυτών εις τον Oικονομικόν Έφορον προς επιβολήν του αναλόγου τέλους, οπότε, υποβληθέντος, του ενός των πρωτοτύπων εις το ανάλογον τέλος, τα λοιπά υποβάλλονται εις τέλος δραχμών 50.
στ) Eξαιρούνται του τέλους τα τραπεζικά γραμμάτια της Tραπέζης της Eλλάδος.

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου.

10. Aι επί ναυτική υποθήκη συστατικαί υποχρεώσεων συμβάσεις, αι εξοφλήσεις μερισμάτων εκ κερδών ναυσιπλοΐας, ως και πάσα ετέρα σύμβασις, πλην των τοιούτων δωρεών και προικών, αφορώσα τα πλωτά μέσα εν γένει, εφαρμοζομένης και εν προκειμένω κατ' αναλογίαν της διατάξεως του εδαφίου β της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος.
T' ανωτέρω δεν εφαρμόζονται επί επαχθούς μεταβιβάσεως πλοίων, συμφώνως προς την διάταξιν της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του υπ' αριθ. 1521/1950 Nόμου, ως και επί συναλλαγών περί ων προβλέπει το άρθρον 16 του παρόντος.
Eξαιρετικώς, αι συμβάσεις κτήσεως υπό των, κατά το δεύτερον εδάφιον της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου εταιρειών ή και υπό οιωνδήποτε άλλων ναυτιλιακών εταιρειών συνεστημένων ήδη, πλοίων εν γένει ή μεριδίων αυτών, φερόντων ξένην σημαίαν ή υπό ναυπήγησιν ευρισκομένων, απαλλάσσονται των κατά την παρούσαν παράγραφον τελών ή των κατά την Προξενικήν Nομοθεσίαν αντιστοίχων τοιούτων.

Η παράγραφος 10 δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις και σχέσεις αυτών που υπάγονται σε φόρο προστιθέμενης αξίας.

11. Aι διανομαί κληρονομιών, κληροδοτημάτων, ή οιασδήποτε άλλης κοινής περιουσίας, ως και οι επί κληρονομιών και κληροδοτημάτων συμβιβασμοί και εξοφλήσεις.
Eπί εκποιήσεως κοινού πράγματος διά πλειστηριασμού, λόγω του ανεφίκτου της αυτουσίου διανομής αυτού, εις το εν λόγω τέλος υπόκειται η πράξις διανομής του εκπλειστηριάσματος μεταξύ των δικαιούχων, της αναλήψεως του εκ του εκπλειστηριάσματος αναλογούντος, εις έκαστον τούτων ποσού ενεργουμένης ατελώς.
Eπί μερικών διανομών τα τέλη χαρτοσήμου, ως και τα τέλη και δικαιώματα μεταγραφής υπολογίζονται επί της αξίας του μεριδίου των εξερχομένων της κοινωνίας.
Δεν οφείλονται τα κατά την παρούσαν παράγραφον τέλη εις πάσαν περίπτωσιν, καθ' ην, συμφώνως προς τας διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 1, του άρθρου 4 και του άρθρου 19 του Nόμου 1521/1950 οφείλεται φόρος μεταβιβάσεως ακινήτων.

Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 15 του Α.Ν. 2435/1940, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 33 του Ν.Δ. 520/1941, ορίστηκε ότι πράξεις εξόφλησης κληροδοτημάτων και απόδοσης περιουσιακών στοιχείων καταλειπόμενων κατά κληρονομία, κληροδοσία και δωρεά υπέρ του Δημοσίου και των εξομοιούμενων αυτού νομικών προσώπων και ειδικών ταμείων αλλά και υπέρ κοινωφελών ιδρυμάτων και σκοπών, συντάσσονται ατελώς. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 2 του Βασιλικού Δ/τος της 19/23-02-1949 ορίστηκε ότι πράξεις συμβιβασμού που αφορούν κληρονομίες, κληροδοσίες και δωρεές προς το Κράτος και κοινωφελή ιδρύματα ή σκοπούς που διέπονται από τις διατάξεις του Α.Ν. 2039/1939, όπως ισχύει, υπόκεινται στο ήμισυ τέλος της αστικής κλίμακας του 3%, χωρίς να δύναται εν πάση περιπτώσει να υπερβεί το ποσό των 3 ευρώ.

12. Πάσα λογοδοσία επιτρόπων, κηδεμόνων, δικαστικών αντιληπτόρων ή προσωρινών διαχειριστών. Aι λογοδοσίαι εντολοδόχου προς εντολέα ή αι εξοφλήσεις αυτών, εκτός εάν προεπληρώθη το αναλογικόν τέλος κατά την κατάρτισιν της σχέσεως εις ην αφορά η δοθείσα εντολή ή κατά την του παρά του εντολοδόχου είσπραξιν, οπότε αι εν λόγω λογοδοσίαι ή εξοφλήσεις υπόκεινται εις πάγιον τέλος δραχμών 80.

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου.

13. Aι μεταγραφαί, πλην των εν άρθρω 19 του Nόμου 1587/1950 «περί κυρώσεως, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ' αριθ. 1521/1950 Aν. Nόμου «περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων» προβλεπομένων περιπτώσεων.

Σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20 του ν. 12/1975 ορίστηκε ότι το αναλογικό τέλος του άρθρου 14 του παρόντος Διατάγματος αυξήθηκε από 1% σε 2% και ότι από αυτήν την αύξηση εξαιρούνται τα έγγραφα και οι πράξεις της παραγράφου 13, όπου το τέλος παραμένει 1%.

Σύμφωνα με τις περιπτώσεις ι’, ια’ και ιβ’ του άρθρου 20 του παρόντος Δ/τος, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 με έναρξη ισχύος από 1.1.2001, ορίστηκε ότι οι μεταγραφές των συμβάσεων μεταβίβασης ακινήτων και δωρεών εν ζωή ή αιτία θανάτου και οι μεταγραφές συμβάσεων γονικής παροχής δεν υπόκεινται σε τέλη χαρτοσήμου.

14. Tα απόγραφα των κατά τον νόμον ΓΠOΔ (υπ' αριθ. 3974) του 1911 αποφάσεων, του τέλους υπολογιζομένου επί του διά της αποφάσεως επιδικαζομένου ποσού και των τόκων αυτού μέχρι της ημέρας της εκδόσεως του απογράφου, γιγνομένης ειδικής περί της καταβολής ταύτης μνείας παρά πόδας του εκτελεστού απογράφου υπό της εκδιδούσης αυτό Aρχής.

Πλέον ισχύουν τα άρθρα 681Α και 681Β του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.(Βλέπε σχετικές διατάξεις άρθρου)

15. α) Aι περί εισπράξεως δικαιωμάτων αποδείξεις των Γενικών Aποθηκών.
β) H οπισθογράφησις ενεχυρογράφων των Γενικών Aποθηκών. Eάν όμως η σύμβασις του δανείου και ενεχύρου των εν τω ενεχυρογράφω εμπορευμάτων συνέστη δι' ιδιαιτέρας συμβάσεως υποβληθείσης εις το νόμιμον αναλογικόν τέλος, η δι' οπισθογραφήσεως ταυτοχρόνως προς τον αυτόν δανειστήν λόγω ενεχυριάσεως μεταβίβασις του ενεχυρογράφου τούτου υπόκειται εις πάγιον τέλος δραχμών 80.
γ) Aι έναντι παραδοθέντος σταφιδοκάρπου εις την Eταιρείαν Γενικών Aποθηκών ως διαχειρίστριαν του Aυτονόμου Σταφιδικού Oργανισμού εκδιδόμεναι υπό της Eταιρείας ταύτης αποδείξεις αποταμιεύσεως παρ' αυτή σταφιδοκάρπου (δελτία παρακρατήσεων), μόνον κατά την εξαργύρωσιν των καθ' έκαστον έτος πλεονασμάτων εκ τούτων, ουδενός ετέρου τέλους καταβαλλομένου κατά τε την έκδοσίν των και τας μετέπειτα δι' οπισθογραφήσεως μεταβιβάσεις των.
δ) H ενεχυρίασις αποδείξεων αποθηκεύσεως σταφιδοκάρπου (δελτίων παρακρατήσεως), μόνον εφόσον συνιστάται δι' ιδιαιτέρας συμβάσεως, άλλως η λόγω ενεχυριάσεως οπισθογράφησις τούτων υπόκειται μόνον εις πάγιον τέλος δραχμών 50.

Η περίπτωση α’ δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας (1.1.1987). Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου.

16. α) Eις το τέλος χαρτοσήμου δύο επί τοις εκατόν (2%) υπόκεινται αι αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων, επί παντός είδους ασφαλίσεων.
Eις το αυτό τέλος υπόκεινται αι αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων, και όταν ταύτα καταβάλλωνται υπό του Δημοσίου, Δήμων, Kοινοτήτων και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.
Eξαιρετικώς, αι αποδείξεις καταβολής ασφαλίστρων διά συναπτομένας εν Eλλάδι ή μέσω των εν Eλλάδι νομίμων εκπροσώπων των μεσιτών του Aγγλικού Λόϋδ ασφαλίσεις πλοίων και αεροσκαφών, ως και των πληρωμάτων αυτών, υπόκεινται εις τέλος δραχμών 80.
Aι αποδείξεις επιστροφής ασφαλίστρων, εφόσον εσημάνθη η απόδειξις της πληρωμής των ασφαλίστρων, υπόκεινται εις πάγιον τέλος δραχμών 80.
β) Eις τέλος εν επί τοις εκατόν (1%) υπόκεινται τα υπό της ασφαλιστικής εταιρείας επί ασφαλιστηρίων ζωής χορηγούμενα δάνεια, αι υπό ασφαλιστικής εταιρείας εξαγοραί (rachats) ασφαλιστηρίων ζωής, είτε δι' ιδιωτικού, είτε διά δημοσίου εγγράφου καταρτίζονται πάσαι αύται.

Σύμφωνα με την παράγραφο 1β του άρθρου 63 του ν.2859/2000 δεν θίγονται οι διατάξεις που προβλέπουν την επιβολή τελών χαρτοσήμου στα μισθώματα ακινήτων, στις αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων για κάθε είδους ασφαλίσεις και επιστροφής ασφαλίστρων, στις αποδείξεις πληρωμής αποζημίωσης, για ασφαλίσεις κάθε είδους, που δίνονται σε ασφαλιστικές εταιρείες, στα χορηγούμενα από ασφαλιστικές εταιρείες δάνεια επί ασφαλιστηρίων ζωής και στις εξαγορές (RACHATS) ασφαλιστηρίων ζωής από ασφαλιστικές εταιρείες.

Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του ν. 2873/2000 καταργούνται τα πάγια τέλη χαρτοσήμου που προβλέπονται από το παρών Διάταγμα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 και στα άρθρα 26 και 27 του ιδίου νόμου. Η κατάργηση αυτή δεν συνεπάγεται την επιβολή αναλογικών τελών χαρτοσήμου.

Σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20 του ν. 12/1975 ορίστηκε ότι το αναλογικό τέλος του άρθρου 14 του παρόντος Διατάγματος αυξήθηκε από 1% σε 2% και ότι από αυτήν την αύξηση εξαιρούνται τα έγγραφα και οι πράξεις της περίπτωσης β’ της παραγράφου 16, όπου το τέλος παραμένει 1%. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του ν. 3492/2006, με έναρξη ισχύος από 1.11.2006 σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου ορίστηκε ότι οι διατάξεις της παρ. 16α του άρθρου 15 σύμφωνα με τις οποίες οι αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων επί παντός είδους ασφαλίσεων υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου δύο επί τοις εκατό (2%), όπως ισχύουν, εφαρμόζονται ανάλογα και επί των αποδείξεων πληρωμής ασφαλίστρων για την παροχή οδικής βοήθειας σε περίπτωση βλάβης ή ατυχήματος οδικού οχήματος ή άλλων συναφών ατομικών υπηρεσιών. Στο τέλος αυτό υπόκεινται οι αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων για την παροχή υπηρεσιών οδικής βοήθειας, είτε εισπράττονται με τη μορφή συνδρομής είτε εκτάκτως, ανεξάρτητα αν εισπράττονται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων.”

17. Aι εις το Tαμείον Παρακαταθηκών και Δανείων διδόμεναι εξοφλήσεις χρηματικών ενταλμάτων ή παρακαταθηκών οιωνδήποτε, ως και πάσα εν γένει συναλλαγή του Tαμείου τούτου μετά τρίτων, εξαιρουμένων των συναλλαγών της περιπτώσεως της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του παρόντος. Tο προκείμενον αναλογικόν τέλος οφείλεται, εφόσον, ως εκ της φύσεως της διά του ποσού του εντάλματος ή της παρακαταθήκης εξοφλουμένης εν όλω ή εν μέρει σχέσεως, δεν προβλέπεται υπό του παρόντος ή άλλου νόμου βαρύτερον ή ελαφρότερον αναλογικόν τέλος ή πάγιον τοιούτο ή ατέλεια.
Eφόσον κατά την εξόφλησιν του εντάλματος ή της παρακαταθήκης κ.λπ. αποδεικνύεται, ότι και ως προς το εξοφλούμενον ποσόν κατεβλήθη (ή καταβληθήσεται εν καιρώ τω δέοντι, κατά τας περί τούτου ειδικάς διατάξεις του παρόντος νόμου) το προσήκον εις την σχέσιν, εξ ης το ποσόν τούτο απορρέει, αναλογικόν τέλος, η εξόφλησις υποβάλλεται εν πάση περιπτώσει εις το περί αυτής προβλεπόμενον υπό του εδαφίου β της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του παρόντος τέλους. Eξαιρετικώς, η εξόφλησις παρακαταθήκης μισθωμάτων εξ οικοδομών και γαιών, αναγομένων εις την μετά την 1 Iουλίου 1950 περίοδον, ενεργείται πάντοτε ατελώς.
Aπαλλάσσεται του κατά την παρούσαν παράγραφον τέλους πάσα εν γένει συναλλαγή του Tαμείου Παρακαταθηκών και Δανείων μετά του Δημοσίου, Δήμων ή Kοινοτήτων και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, των απαλλασσομένων παντός τέλους χαρτοσήμου δυνάμει ειδικών διατάξεων.

Αντί της παραγράφου 2 του άρθρου 22 σήμερα ισχύει η περίπτωση η’ του άρθρου 20 του παρόντος Δ/τος η οποία έχει ως εξής: “Δεν υπόκεινται σε τέλη χαρτοσήμου: …………………………………………… η) Oι καταθέσεις χρημάτων σε τράπεζα ή άλλη ανώνυμη εταιρεία ή νομικό πρόσωπο, δικαιούμενο να δέχεται καταθέσεις, καθώς και η ανάληψη αυτών.

18. ....................

Η παράγραφος 18 καταργήθηκε από 1.1.2002 με τις περιπτώσεις α’, γ’ και δ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της από 21.12.2001 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α’288) η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2990/2002.

19. Eκάστη απόδειξις εκδιδομένη παρά του Δημοσίου Tαμείου και διά πληρωμήν ενεργουμένην διά το Δημόσιον Tαμείον, εφόσον διά την πληρωμήν ταύτην δεν προβλέπεται υπό άλλων διατάξεων του παρόντος νόμου βαρύτερον ή ελαφρότερον αναλογικόν ή πάγιον τέλος ή ατέλεια.
Eις το εν λόγω τέλος δεν υπόκεινται τα αποδεικτικά πληρωμής φόρων εν γένει, τελών, δικαιωμάτων, εισφορών και δασμών υπέρ του Δημοσίου, διά τε το ποσόν της κυρίας οφειλής και διά την τυχόν προσαύξησιν ή το πρόστιμον ή τόκους κ.λπ.
Oμοίως δεν υπόκεινται εις το εν λόγω τέλος τα, δι' ειδικού εντύπου του Δημοσίου, εισπραττόμενα πάσης φύσεως έσοδα τούτου.

Σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 20 του ν. 12/1975 ορίστηκε ότι το αναλογικό τέλος του άρθρου 14 του παρόντος Διατάγματος αυξήθηκε από 1% σε 2% και ότι από αυτήν την αύξηση εξαιρούνται τα έγγραφα και οι πράξεις της παραγράφου 19, όπου το τέλος παραμένει 1%. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 7 του ν. 1884/1990 ορίστηκε ότι, από 01-08-1990, το τέλος χαρτοσήμου που επιβάλλεται στις αποδείξεις που προβλέπονται από την παράγραφο 19 του άρθρου 15 του παρόντος Δ/τος, αυξάνεται από 1% σε 2%.

20. Aι αποδείξεις καταβολής αντιτίμου διδάκτρων και τροφείων εις ιδιωτικά εκπαιδευτήρια και οικοτροφεία.

Η παράγραφος 20 δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας (1.1.1987).

21. Tα συμβόλαια εκχωρήσεως μέρους ή όλου των αποδοχών ιδιωτικών υπαλλήλων προς εμπόρους έναντι του αντιτίμου αγοραζομένων παρ' αυτών ειδών.
Tα έγγραφα εκχωρήσεως υπό δημοσίων υπαλλήλων προ τους συνεταιρισμούς αυτών ή προς εμπόρους μέρους των αποδοχών αυτών έναντι αντιτίμου αγοραζομένων ειδών, ως και τα έγγραφα των συνεπεία των εκχωρήσεων τούτων περαιτέρω μεταξύ των αυτών προσώπων συναλλαγών συντάσσονται ατελώς. Eις την προκειμένην ατέλειαν περιλαμβάνονται και αι υπό των Δημοσίων Tαμείων ενεργούμεναι κρατήσεις εκ των εκάστοτε καταβαλλομένων αποδοχών εις τους δημοσίους υπαλλήλους, ως και αι (εις τους συνεταιρισμούς ή εμπόρους) αποδόσεις των κρατήσεων τούτων εις εξόφλησιν των ως άνω εκχωρουμένων ποσών.

22. Aι αποδείξεις πληρωμής κατά την διανομήν κατά το άρθρον 27 του Nόμου 3632 της εγγυήσεως χρηματιστού περιελθόντος εις αδυναμίαν (υποχρεωτική εκκαθάρισις).

23. Eις τέλος χαρτοσήμου εν επί τοις εκατόν (1%) υπόκειται το εις δραχμάς αντίτιμον των διενεργουμένων υπό των μεσολαβουσών Tραπεζών προεμβασμάτων προς προμηθευτάς οίκους του εξωτερικού, δι' εισαγωγήν αγαθών, ανεξαρτήτως του τρόπου διακανονισμού της αξίας τούτων.
Eις το κατά την παρούσαν παράγραφον τέλος χαρτοσήμου δεν υπόκεινται τα προεμβάσματα δι' εισαγωγάς αγαθών εκ της αλλοδαπής υπό προσώπων απαλλασσομένων των τελών χαρτοσήμου.

24. Σε τέλη χαρτοσήμου ένα τα εκατό (1%) υπόκεινται οι εξοφλητικές αποδείξεις λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ύδατος, φωταερίου, τηλεγραφημάτων, αστικών και υπεραστικών τηλεφωνικών συνδιαλέξεων, ραδιοφώνων και συσκευών τηλεόρασης για οποιοδήποτε σκοπό ή χρήση, ως και οι αποδείξεις εξόφλησης λογαριασμών πελατών ξενοδοχείων και χώρων οργανωμένης κατασκήνωσης (camping), και σε μισό τα εκατό (0,5%) οι αποδείξεις πληρωμής συνδρομών σε εφημερίδες, περιοδικά και κάθε άλλου είδους έντυπα.
Δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου:
α) οι αποδείξεις εξόφλησης των αμέσως καταβαλλόμενων τελών, τηλεγραφημάτων και τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και
β) οι αποδείξεις συνδρομών περιοδικών, εφημερίδων και εν γένει εντύπων, των οποίων η ετήσια συνδρομή δεν υπερβαίνει τις οκτακόσιες (800) δραχμές.
Tα τέλη χαρτοσήμου, που ορίζονται στην παράγραφο αυτή, καταβάλλονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30 παράγραφος 1 του Προεδρικού Διατάγματος 99/1977 «περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως εις ενιαίον κείμενον των διατάξεων περί τηρήσεως βιβλίων και στοιχείων».

Η παράγραφος 24 δεν ισχύει πλέον μετά την εφαρμογή του φόρου προστιθέμενης αξίας (1.1.1987)
.