ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 7ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1981. - REWE HANDELSGESELLSCHAFT NORD MBH ΚΑΙ REWE MARKT STEFFEN ΚΑΤΑ HAUPTZOLLAMT KIEL. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ FINANZGERICHT ΤΟΥ ΑΜΒΟΥΡΓΟΥ. - ΚΡΟΥΑΖΙΕΡΕΣ ΒΟΥΤΥΡΟΥ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 158/80. 

 

 

 

 

Περίληψη

 1 . Η απαλλαγή πού προβλέπεται από τόν κανονισμό 1544/69 , οπως ετροποποιήθη γιά τελευταία φορά από τόν κανονισμό 3061/78 , δέν εφαρμόζεται παρά στά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών προερχομένων από τρίτες χώρες . Η απαλλαγή αυτή εφαρμόζεται ασχέτως προελεύσεως καί καταγωγής τών εμπορευμάτων καί τών τελωνειακών καί δημοσιονομικών φόρων πού τά επεβάρυναν πρό τής εισαγωγής τους στό κοινοτικό έδαφος . Δέν ειναι , πάντως , δυνατόν νά θεωρηθεί ως ταξιδιώτης προερχόμενος από τρίτη χώρα , κατά τήν έννοια τού κανονισμού , εκείνος ο οποίος , κατά τήν διάρκεια κρουαζιέρας από λιμάνι Κράτους μέλους , δέν προσεγγίζει τρίτη χώρα ή δέν τήν προσεγγίζει παρά κατά τρόπο συμβολικό χωρίς νά παραμένει εκεί επί τόσο χρόνο ωστε νά δύναται πράγματι νά προβαίνει σέ αγορές .

2 . Ο κανονισμός 1544/69 περιέχει εξαντλητική ρύθμιση οσον αφορά τήν απαλλαγή τών εμπορευμάτων , τά οποία περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών , η οποία δέν καταλείπει στά Κράτη μέλη καμμία αρμοδιότητα χορηγήσεως στόν καλυπτόμενο από τόν κανονισμό τομέα απαλλαγής πού θά έβαινε πέραν τής προβλεπομένης από τόν κανονισμό .

3 . Τό άρθρο 190 τής συνθήκης απαιτεί οι κανονισμοί νά περιέχουν έκθεση τών λόγων πού παρεκίνησαν τό όργανο νά τούς θεσπίσει , κατά τρόπο πού νά επιτρέπει στό Δικαστήριο νά ασκεί τόν έλεγχό του , καθώς καί τόσο στά Κράτη μέλη οσο καί στούς ενδιαφερομένους από τούς υπηκόους τους νά γνωρίζουν τίς προϋποθέσεις υπό τίς οποίες τά κοινοτικά όργανα έχουν εφαρμόσει τήν συνθήκη .

Δέν ανταποκρίνεται στήν υποχρέωση αυτή αιτιολογία , η οποία δέν παρέχει κανένα νομικό έρεισμα στίς αμφισβητούμενες κανονιστικές διατάξεις .

4 . α ) Όσον αφορά τήν κυκλοφορία μεταξύ τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος , η απαλλαγή πού προβλέπεται από τήν οδηγία 69/169 , οπως συνεπληρώθη από τίς οδηγίες 72/230 καί 78/1032 , περί εναρμονίσεως τών νομοθετικών , κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων , πού αφορούν τίς απαλλαγές από τούς φόρους επί τού κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως πού εισπράττονται κατά τήν εισαγωγή , στό πλαίσιο τής διεθνούς κυκλοφορίας ταξιδιωτών , δέν χορηγείται παρά μόνο στούς ταξιδιώτες , πού αφικνούνται στό τελωνειακό έδαφος τής Κοινότητος προερχόμενοι από τρίτη χώρα , στήν περίπτωση δέ αυτή οι προϋποθέσεις , υπό τίς οποίες τά εμπορεύματα απεκτήθησαν , ειναι άνευ σημασίας γιά τήν χορήγηση τής απαλλαγής .

β)Όσον αφορά τήν ενδοκοινοτική κυκλοφορία , οταν τό ταξίδι από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο πραγματοποιείται μέ διέλευση από τό έδαφος τρίτης χώρας ή μέ αφετηρία μέρος τού εδάφους τού άλλου Κράτους μέλους , στό οποίο οι φόροι , στούς οποίους αναφέρεται η οδηγία δέν επιβάλλονται γιά τά εμπορεύματα πού καταναλίσκονται εκεί , ο ταξιδιώτης πρέπει νά δύναται νά αποδείξει οτι τά εμπορεύματα πού μεταφέρονται στίς αποσκευές του απεκτήθησαν βάσει τών γενικών φορολογικών προϋποθέσεων τής εσωτερικής αγο- ράς ενός τών Κρατών μελών καί δέν απολαύουν καμμίας επιστροφής φόρων επί τού κύκλου εργασιών ή ειδικών φόρων καταναλώσεως . Άν ο ταξιδιώτης δέν δύναται νά προσκο μίσει τήν ανωτέρω απόδειξη δέν δύναται νά τύχει παρά μόνο τής πλέον περιορισμένης απαλλαγής πού προβλέπεται γιά τήν κυκλοφορία ταξιδιωτών μεταξύ τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος .

5.Μέ τήν οδηγία 69/169 , καί τίς οδηγίες 72/230 καί 78/1032 , πού τήν συνεπλήρωσαν , τό Συμβούλιο ειχε τήν πρόθεση νά θεσπίσει προοδευτικώς πλήρες σύστημα απαλλαγών από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως γιά τά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών· συνεπώς , στά Κράτη μέλη , δέν απομένει στόν τομέα αυτό παρά η περιορισμένη αρμοδιότης πού τούς αναγνωρίζεται από τίς οδηγίες νά χορηγούν απαλλαγές διάφορες από τίς αναφερόμενες στίς οδηγίες .

6.Άν καί η συνθήκη ΕΟΚ δημιούργησε ορισμένο αριθμό απ’ ευθείας προσφυγών πού δύνανται νά ασκηθούν , αναλόγως μέ τήν περίπτωση , από ιδιώτες ενώπιον τού Δικαστηρίου , δέν ειχε τήν πρόθεση νά δημιουργήσει ενώπιον τών εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων , πρός τόν σκοπό διασφαλίσεως τού κοινοτικού δικαίου , άλλα μέσα εννόμου προστασίας εκτός τών οριζομένων από τό εθνικό δίκαιο . Αντιθέτως , τό σύστημα εννόμου προστασίας , πού εδημιούργησε η συνθήκη , οπως τό εκφράζει ιδίως τό άρθρο 177 , συνεπάγεται οτι κάθε τύπος αγωγής προβλεπόμενος από τό εθνικό δίκαιο δύναται νά χρησιμοποιείται πρός διασφάλιση τής τηρήσεως τών κοινοτικών κανόνων πού παράγουν άμεσα αποτελέσματα υπό τίς ίδιες προϋποθέσεις παραδεκτού καί διαδικασίας ωσάν νά επρόκειτο γιά τήν διασφάλιση τής τηρήσεως τού εθνικού δικαίου .

Διάδικοι

 Στήν υπόθεση 158/80

πού έχει ως αντικείμενο αίτηση πρός τό Δικαστήριο τού τετάρτου τμήματος τού Finanzgericht τού Αμβούργου , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , μέ τήν οποία ζητείται στό πλαίσιο τής διαφοράς πού εκκρεμεί ενώπιον τού αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ

1 . REWE-HANDELSGESELLSCHAFT NORD MBH ,

2 . REWE-MARKT STEFFEN , πού εδρεύει στό Κίελο ,

καί

HAUPTZOLLAMT KIEL ( Κεντρικό Τελωνείο τού Κιέλου ),

Αντικείμενο της υπόθεσης

 η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως πρός τήν ερμηνεία τού κανονισμού 1544/69 τού Συμβουλίου τής 23ης Ιουλίου 1969 , περί τής δασμολογικής μεταχειρίσεως πού εφαρμόζεται σέ εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ . έκδ . 02 , τόμος 001 , σ . 65 επ .) καί τής οδηγίας 69/169 τού Συμβουλίου τής 28ης Μα ΐου 1968 , περί εναρμονίσεως τών νομοθετικών , κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων , τών σχετικών μέ τίς απαλλαγές από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως πού εισπράττονται κατά τήν εισαγωγή στό πλαίσιο τής διεθνούς κυκλοφορίας ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ . έκδ . Ν 09 , τόμος 001 , σ . 17 επ .) καί ως πρός τό κύρος τού κανονισμού 3023/77 τού Συμβουλίου τής 20ής Δεκεμβρίου 1977 περί ορισμένων μέτρων πού αποβλέπουν στόν τερματισμό τών καταχρήσεων πού προκύπτουν από τήν πώληση γεωργικών προϊόντων επί τών πλοίων ( ABl . 1977 L 358 , σ . 2 ),

Σκεπτικό της απόφασης

 1 Μέ διάταξη τής 5ης Ιουνίου 1980 , πού περιήλθε στό Δικαστήριο τήν 9η Ιουλίου 1980 , τό Finanzgericht τού Αμβούργου υπέβαλε , κατ’ εφαρμογή τού άρθρου 177 τής συνθήκης ΕΟΚ , πλείστα προδικαστικά ερωτήματα ως πρός τήν ερμηνεία τού κανονισμού 1544/69 τού Συμβουλίου τής 23ης Ιουλίου 1969 περί τής δασμολογικής μεταχειρίσεως πού εφαρμόζεται σέ εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών επιβατών ( ΕΕ ειδ . έκδ . Ν 02 , τόμος 001 , σ . 65 επ .) καί τής οδηγίας 69/169 τού Συμβουλίου τής 28ης Μαΐου 1969 περί εναρμονίσεως τών νομοθετικών , κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων , τών σχετικών μέ τίς απαλλαγές από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως πού εισπράττονται κατά τήν εισαγωγή , στό πλαίσιο τής διεθνούς κυκλοφορίας τών ταξιδιωτών ( ΕΕ ειδ . έκδ . Ν 09 , τόμ . 001 , σ . 17 επ .), καθώς καί ως πρός τό κύρος τού κανονισμού 3023/77 τού Συμβουλίου τής 20ής Δεκεμβρίου 1977 περί ορισμένων μέτρων πού αποβλέπουν στόν τερματισμό τών καταχρήσεων πού προκύπτουν από τήν πώληση γεωργικών προϊόντων επί τών πλοίων ( ABl . 1977 L 358 , σ . 2 ).

2 Τά ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στό πλαίσιο μιάς διαφοράς πού θέτει αντιμέτωπες δύο επιχειρήσεις μία χονδρικού εμπορίου καί μία λιανικού εμπορίου , εγκατεστημένες στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας , πρός τό Hauptzollamt Kiel ( Κεντρικό Τελωνείο Κιέλου ), καί αφορούν τό ζήτημα άν οι «κρουαζιέρες βουτύρου» πού διοργανώνουν διάφορες ναυτιλιακές εταιρίες από λιμάνια τής ακτής τής Βαλτικής παραβιάζουν τό κοινοτικό δίκαιο .

3 Οι «κρουαζιέρες βουτύρου» διεξάγονται στά χωρικά υδατα πέραν τής θαλασσίας τελωνειακής ζώνης ή στήν ανοικτή θάλασσα εκτός τού γερμανικού εδάφους . Κατά τήν κρουαζιέρα δίδεται στούς επιβάτες τών πλοίων η ευκαιρία νά αγοράσουν εμπορεύματα οπως πχ . οινοπνευματώδη ποτά , βούτυρο , κρέας , καπνό , προϊόντα αρωματοποιίας καί άλλα . Μέχρις ορισμένου ανωτάτου ορίου δέν εισπράττονται φόροι κατά τήν εισαγωγή τών εμπορευμάτων στά γερμανικά σύνορα . Οι «κρουαζιέρες βουτύρου» παρουσιάζουν γιά τίς επιχειρήσεις πού τίς διοργανώνουν σημαντικό εμπορικό ενδιαφέρον .

4 Η πρώτη τών προσφευγουσών στήν κυρία δίκη ειναι επιχείρηση χονδρικού εμπορίου , τής οποίας η εδρα ευρίσκεται στά προάστια τού Κιέλου στήν Ομοσπονδιακή Δημοκρατία τής Γερμανίας . Εμπορεύεται , μεταξύ άλλων , τά ίδια προϊόντα πού πωλούνται κατά τήν διάρκεια τών κρουαζιερών . Οι πελάτες της , μεταξύ τών οποίων περιλαμβάνεται καί η δεύτερη τών προσφευγουσών στήν κυρία δίκη , ειναι επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου πού έχουν τήν εδρα τους στήν περιοχή τής ακτής τής Βαλτικής .

5 Από τήν διάταξη περί παραπομπής συνάγεται οτι οι προσφεύγουσες υπεστήριξαν ενώπιον τού Finanzgericht οτι οι ανωτέρω κρουαζιέρες ειχαν σάν συνέπεια νά αφαιρέσουν από τίς τοπικές , χονδρικές καί λιανικές , εμπορικές επιχειρήσεις σημαντικό μέρος τής αγοραστικής δυνάμεως τών κατοίκων τής ακτής τής Βαλτικής καί νά κατανείμουν τό μέρος αυτό τής αγοραστικής δυνάμεως μεταξύ τών ναυτιλιακών εταιριών πού οργανώνουν τίς κρουαζιέρες . Τό γεγονός οτι οι εν λόγω εταιρίες δύνανται νά διαθέτουν αφορολόγητα ή επιχορηγούμενα εμπορεύματα τούς προσέφερε , εις βάρος τών επιχειρήσεων χονδρικού καί λιανικού εμπορίου , ενα σημαντικό συναγωνιστικό πλεονέκτημα πού έχει σάν συνέπεια τήν στρέβλωση τού ανταγωνισμού .

6 Οι προσφεύγουσες αρχικώς εζήτησαν από τό Finanzgericht νά αναγνωρίσει οτι ο καθ’ ου υποχρεούται νά μή δέχεται τόν εκτελωνισμό ατελώς . Εζήτησαν εν συνεχεία από τό εν λόγω δικαστήριο νά υποχρεώσει τό καθ’ ου νά παύσει νά χορηγεί τήν ατέλεια κατά τήν διέλευση τών εμπορευμάτων από τά τελωνειακά σύνορα στούς ταξιδιώτες πού απέκτησαν αφορολόγητα ή επιχορηγούμενα εμπορεύματα κατά τίς «κρουαζιέρες βουτύρου» .

7 Τό Finanzgericht , επιληφθέν τής διαφοράς υπέβαλε στό Δικαστήριο τά ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα :

«Επί τού τελωνειακού δασμού

1 . Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) αριθ . 1544/69 τού Συμβουλίου τής 23ης Ιουλίου 1969 , οπως ετροποποιήθη γιά τελευταία φορά από τόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) αριθ . 3061/78 τού Συμβουλίου τής 19ης Δεκεμβρίου 1978 , πρέπει νά ερμηνευθεί υπό τήν έννοια οτι η ατέλεια πού προβλέπει δέν εφαρμόζεται παρά μόνο σέ εμπορεύματα προερχόμενα από τό τελωνειακό έδαφος τρίτης χώρας καί τά οποία , ενδεχομένως , ευρίσκοντο , επί πλέον , υπό τό τελωνειακό καθεστώς τής ελευθέρας κυκλοφορίας ή μήπως αρκεί τά εμπορεύματα νά προέρχονται από Κράτη μέλη καί νά εισάγονται από τά θαλάσσια τελωνειακά σύνορα ή από τά εδαφικά σύνορα κάθε Κράτους μέλους προερχόμενα από τήν ανοικτή θάλασσα ;

2 . Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) αριθ . 1544/69 τού Συμβουλίου , οπως ετροποποιήθη γιά τελευταία φορά από τόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) αριθ . 3061/78 , ενδεχομένως σέ συνδυασμό μέ τό άρθρο 28 τής συνθήκης ΕΟΚ — υπό τήν επιφύλαξη τών εμπορευμάτων , στά οποία αναφέρεται ο κανονισμός 3023/77 τού Συμβουλίου τής 20ής Δεκεμβρίου 1977 — περιλαμβάνει εξαντλητική ρύθμιση οσον αφορά τήν ατέλεια τών εμπορευμάτων πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών ή μήπως τά Κράτη μέλη δύνανται , βαίνοντας πέραν τού πεδίου εφαρμογής τού κανονισμού ( ΕΟΚ ) αριθ . 1544/69 , νά χορηγούν μία ατέλεια κατά τρόπο αυτόνομο — υπό τήν επιφύλαξη τών εμπορευμάτων , στά οποία αναφέρεται ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) αριθ . 3023/77 ;

3 . Η παράβαση ενός κοινοτικού κανονισμού θεμελιώνει δικαιώματα δυνάμενα νά ασκηθούν ευθέως υπέρ εκείνου , τού οποίου τά δικαιώματα θίγονται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις , ή από τά εκτελεστικά τους μέτρα , πού δέν συμβιβάζονται μέ τό πεδίο εφαρμογής τού κανονισμού αυτού , υπό τήν έννοια οτι ο ανωτέρω δύναται νά προσφύγει ενώπιον εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου γιά νά απαγορευθούν μέτρα αντίθετα πρός τό κοινοτικό δίκαιο ή νά εξασφαλισθεί η τήρηση μέτρων τού κοινοτικού δικαίου ;

4 . Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) αριθ . 3023/77 ειναι άκυρος επειδή παραβιάζει τό ιεραρχικά ανώτερο κοινοτικό δίκαιο ( πχ . τήν αρχή τής ισότητος , τήν απαγόρευση διακρίσεων , τήν ισότητα στόν ανταγωνισμό , τήν αναλογικότητα );

5 . Σέ περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στό ερώτημα 4 : τό πρόσωπο τού οποίου θίγονται τά δικαιώματα από νομοθετική ή κανονιστική διάταξη , ή εκτελεστικό της μέτρο , πού στηρίζεται στόν κανονισμό ( ΕΟΚ ) αριθ . 3023/77 , έχει δικαιώματα δυνάμενα νά ασκηθούν ευθέως , υπό τήν έννοια οτι δύναται νά προσφύγει σέ εθνικό δικαιοδοτικό όργανο γιά νά απαγορευθούν μέτρα πού ειναι αντίθετα πρός τό κοινοτικό δίκαιο ;

Επί τού φόρου κύκλου εργασιών καί τών ειδικών φόρων καταναλώσεως

6 . Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ τού Συμβουλίου τής 28ης Μαΐου 1969 , οπως ετροποποιήθη γιά τελευταία φορά από τήν οδηγία 78/1032/ΕΟΚ τού Συμβουλίου τής 19ης Δεκεμβρίου 1978 , πρέπει νά ερμηνευθεί μέ τήν έννοια οτι η απαλλαγή από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως , πού προβλέπει , δέν εφαρμόζεται παρά μόνο στά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών , πού προέρχονται από τό τελωνειακό έδαφος τρίτης χώρας ( άρθρο 1 ) ή , στήν περίπτωση πού τό εμπόρευμα προέρχεται από Κράτος μέλος , από τό τελωνειακό έδαφος τής Κοινότητος ( άρθρο 2 ), καί τά οποία , ενδεχομένως , ευρίσκονται , επί πλέον , υπό τό τελωνειακό καθεστώς τής ελευθέρας κυκλοφορίας από τρίτη χώρα ή από Κράτος μέλος , ή αρκεί μήπως μόνο οτι τά εμπορεύματα εισάγονται από τά θαλάσσια τελωνειακά σύνορα ή από τά εδαφικά σύνορα τού ενδιαφερομένου Κράτους μέλους προερχόμενα από τήν ανοικτή θάλασσα ;

7 . Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ , οπως ισχύει μετά τήν τελευταία τροποποίησή της , περιέχει εξαντλητική ρύθμιση οσον αφορά τήν απαλλαγή από τόν φόρο κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως τών εμπορευμάτων , πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών ή μήπως τά Κράτη μέλη δύνανται , βαίνοντας πέραν τού πεδίου εφαρμογής τής οδηγίας , νά παρέχουν αυτόνομες απαλλαγές από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως γιά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών ;

8 . Η οδηγία 69/169/ΕΟΚ , οπως ισχύει μετά τήν τελευταία τροποποίησή της , θεμελιώνει δικαιώματα δυνάμενα νά ασκηθούν ευθέως υπέρ εκείνου τού οποίου τά δικαιώματα θίγονται από νομοθετική ή κανονιστική διάταξη Κράτους μέλους , ή από τό εκτελεστικό της μέτρο , πού δέν συμβιβάζονται μέ τό περιεχόμενο τής εν λόγω οδηγίας , υπό τήν έννοια οτι δύναται νά προσφύγει σέ εθνικό δικαιοδοτικό όργανο γιά νά απαγορευθούν εθνικά μέτρα πού ειναι αντίθετα πρός τό κοινοτικό δίκαιο;»

Ι — Επί τών τελωνειακών δασμών

Επί τού πρώτου ερωτήματος ( ερμηνεία κανονισμού 1544/69 — δασμολογικές απαλλαγές )

8 Ο κανονισμός 1544/69 , πού ετροποποιήθη γιά τελευταία φορά από τόν κανονισμό 3061/78 ( ΕΕ 02 τόμος 007 , σ . 7 επ .) καθορίζει τήν δασμολογική μεταχείριση τών εμπορευμάτων πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών .

9 Σκοπός τού κανονισμού 1544/69 ειναι , σύμφωνα μέ τίς αιτιολογικές του σκέψεις , νά διευκολύνει τήν εργασία τών τελωνειακών υπηρεσιών τών Κρατών μελών , μέ τήν αποφυγή τών περιπλόκων προβλημάτων τού εκτελωνισμού πού δημιουργούνται από τόν όγκο τών εισαγωγών από τίς τρίτες χώρες στήν Κοινότητα καί από τήν ποικιλία τών εμπορευμάτων , πού εισάγονται από τούς ταξιδιώτες . Πρός τόν σκοπό αυτό ο κανονισμός ορίζει οτι περιορισμένη απαλλαγή χορηγείται στά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών εφ’ οσον πρόκειται γιά εισαγωγές πού στερούνται οιουδήποτε εμπορικού χαρακτήρος .

10 Ο κανονισμός 1544/69 , οπως ετροποποιήθη από τόν κανονισμό 3061/78 , δέν αναφέρεται στήν προέλευση τών εμπορευμάτων γιά τά οποία χορηγείται απαλλαγή από τούς τελωνειακούς δασμούς . Τό άρθρο 1 ορίζει οτι χορηγείται απαλλαγή ως πρός τούς δασμούς τού κοινού δασμολογίου γιά εμπορεύματα περιεχόμενα στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών πού προέρχονται από τρίτες χώρες εφ’ οσον πρόκειται γιά εισαγωγές πού στερούνται οιουδήποτε εμπορικού χαρακτήρος . Τό εδάφιο 2 τής πρώτης παραγράφου τού άρθρου αυτού διευκρινίζει οτι νοούνται ως προσωπικές αποσκευές τό σύνολο τών αποσκευών , τίς οποίες ο ταξιδιώτης δύναται νά παρουσιάσει στήν τελωνειακή υπηρεσία κατά τήν άφιξή του , καθώς επίσης καί εκείνες πού παρουσιάζει αργότερα στήν ίδια υπηρεσία , υπό τήν επιφύλαξη τής αποδείξεως οτι οι αποσκευές αυτές ειχαν καταχωρισθεί κατά τόν χρόνο τής αναχωρήσεώς του ως συνοδευόμενες αποσκευές από τήν εταιρία πού ανέλαβε τή μεταφορά του .

11 Ο κανονισμός αφορά μικρές ποσότητες εμπορευμάτων πού αντιπροσωπεύουν μικρή δασμολογητέα αξία . Ο αντικειμενικός σκοπός τού κανονισμού πού συνίσταται στήν διευκόλυνση τού εκτελωνισμού εμπορευμάτων πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών δέν θά επετυγχάνετο άν οι τελωνειακές αρχές ησαν υποχρεωμένες νά προσδιορίζουν , επ’ ευκαιρία εισαγωγών , τήν προέλευση τών εμπορευμάτων γιά τά οποία ζητείται απαλλαγή από τούς τελωνειακούς δασμούς .

12 Κατά συνέπεια , πρέπει νά διαπιστωθεί οτι ο κανονισμός 1544/69 εφαρμόζεται στίς αποσκευές τών προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών , οιαδήποτε καί άν ειναι η καταγωγή καί η προέλευση τών εμπορευμάτων αυτών καί ασχέτως τών τελωνειακών καί δημοσιονομικών φόρων πού τούς επεβλήθησαν πρό τής εισαγωγής τους στό κοινοτικό έδαφος .

13 Ειναι σκόπιμο νά παρατηρηθεί εξ άλλου οτι η εβδόμη αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού αναφέρει οτι «πρέπει . . . νά καθορισθεί σαφώς , γιά νά αποφευχθεί κάθε κατάχρηση ερμηνείας , οτι η ατέλεια ως πρός τούς δασμούς τού κοινού δασμολογίου δέν εφαρμόζεται παρά μόνο γιά τούς ταξιδιώτες πού προέρχονται από μία τρίτη χώρα» . Η βούληση τού Συμβουλίου νά αποφύγει καταχρήσεις διαφαίνεται ευκρινώς από τήν αιτιολογική αυτή σκέψη . Δέν δύναται , επομένως , νά θεωρηθεί ως ταξιδιώτης , προερχόμενος από τρίτη χώρα , δυνάμενος νά επωφεληθεί τής απαλλαγής από τούς δασμούς τού κοινού δασμολογίου , οποιος κατά τή διάρκεια κρουαζιέρας από λιμάνι Κράτους μέλους , δέν προσεγγίζει τρίτη χώρα ή δέν προσεγγίζει εκεί παρά κατά τρόπο συμβολικό χωρίς νά πραγματοποιεί εκεί πραγματική παραμονή , δηλ . παραμονή κατά τήν διάρκεια τής οποίας θά ηδύνατο πράγματι νά προβεί σέ αγορές .

14 Στό πρώτο ερώτημα προσήκει , επομένως η απάντηση οτι η απαλλαγή πού προβλέπεται από τόν κανονισμό 1544/69 , οπως ετροποποιήθη γιά τελευταία φορά από τόν κανονισμό 3061/78 , δέν εφαρμόζεται παρά στά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών προερχομένων από τρίτες χώρες . Η απαλλαγή αυτή χορηγείται ασχέτως καταγωγής καί προελεύσεως τών εμπορευμάτων , καθώς καί δημοσιονομικών καί τελωνειακών φόρων πού τά επεβάρυναν πρό τής εισαγωγής τους στό κοινοτικό έδαφος . Δέν ειναι πάντως , δυνατό νά θεωρηθεί ως ταξιδιώτης προερχόμενος από τρίτη χώρα , κατά τήν έννοια τού κανονισμού , εκείνος ο οποίος , κατά τήν διάρκεια κρουαζιέρας , από λιμάνι Κράτους μέλους , δέν προσεγγίζει τρίτη χώρα ή δέν τήν προσεγγίζει παρά κατά τρόπο συμβολικό , χωρίς νά παραμένει εκεί επί τόσο χρόνο ωστε νά δύναται πράγματι νά προβαίνει σέ αγορές .

Επί τού δευτέρου ερωτήματος ( ερμηνεία τού κανονισμού 1544/69 — δασμολογικές απαλλαγές )

15 Τό άρθρο 3 ( β ) τής συνθήκης ορίζει οτι η δράση τής Κοινότητος περιλαμβάνει , μεταξύ άλλων , τήν θέσπιση κοινού δασμολογίου . Τό άρθρο 9 τής συνθήκης διευκρινίζει οτι η Κοινότης βασίζεται επί τελωνειακής ενώσεως πού εκτείνεται στό σύνολο τών εμπορευματικών συναλλαγών καί περιλαμβάνει τήν απαγόρευση τών εισαγωγικών καί εξαγωγικών δασμών καί ολων τών φορολογικών επιβαρύνσεων ισοδυνάμου αποτελέσματος μεταξύ τών Κρατών μελών , καθώς καί τήν υιοθέτηση κοινού δασμολογίου στίς σχέσεις τους μέ τίς τρίτες χώρες . Τό άρθρο 28 τής συνθήκης ορίζει οτι κάθε αυτόνομη τροποποίηση ή αναστολή τών δασμών τού κοινού δασμολογίου αποφασίζεται από τό Συμβούλιο .

16 Από τίς διατάξεις αυτές σαφώς διαφαίνεται οτι εναπόκειται στό Συμβούλιο , υπό τίς οριζόμενες στήν συνθήκη προϋποθέσεις , νά αποφασίζει γιά τίς απαλλαγές τών οποίων , σέ ορισμένες περιστάσεις , δύνανται νά απολαύουν ορισμένα προϊόντα , κατά παρέκκλιση από τό κοινό δασμολόγιο . Από αυτό επεται οτι εν πάση περιπτώσει από τήν στιγμή κατά τήν οποία τό Συμβούλιο θεσπίζει σέ ορισμένο τομέα κανόνες ομοιομόρφου εφαρμογής στό θέμα τών απαλλαγών — οπως οι κανόνες τού κανονισμού 1544/69 — τά Κράτη μέλη δέν έχουν πλέον αρμοδιότητα νά παρέχουν στόν τομέα αυτό απαλλαγή πού βαίνει πέραν τής καθοριζομένης από τούς κοινοτικούς κανόνες .

17 Στό δεύτερο ερώτημα πρέπει , επομένως , νά δοθεί η απάντηση οτι ο κανονισμός 1544/69 περιέχει εξαντλητική ρύθμιση οσον αφορά τήν απαλλαγή τών εμπορευμάτων , τά οποία περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών , η οποία δέν καταλείπει στά Κράτη μέλη καμμία αρμοδιότητα χορηγήσεως , στόν καλυπτόμενο από τόν κανονισμό τομέα , απαλλαγής πού θά έβαινε πέραν τής προβλεπομένης από τόν κανονισμό .

Επί τού τετάρτου ερωτήματος ( κύρος τού κανονισμού 3023/77 — ατέλειες ως πρός τίς γεωργικές εισφορές )

18 Μέ τό τέταρτο ερώτημα ερωτάται άν ο κανονισμός 3023/77 τού Συμβουλίου πάσχει από ακυρότητα κατά τό μέρος πού παραβιάζει τό ιεραρχικώς ανώτερο κοινοτικό δίκαιο ( πχ . τήν αρχή τής ισότητος , τήν απαγόρευση εισαγωγής διακρίσεων , τήν ισότητα στόν ανταγωνισμό , τήν αναλογικότητα ).

19 Πρίν εξετασθούν οι λόγοι αυτοί , θά πρέπει νά διευκρινισθεί άν ο κανονισμός ανταποκρίνεται στίς περί αιτιολογίας επιταγές τού άρθρου 190 τής συνθήκης .

20 Ο κανονισμός 1818/75 τού Συμβουλίου τής 10ης Ιουνίου 1975 ( ΕΕ 02 τόμος 002 , σ . 45 ) επεξέτεινε τίς απαλλαγές πού παρέχονται από τόν κανονισμό 1544/69 στίς γεωργικές εισφορές καί σέ άλλες επιβαρύνσεις κατά τήν εισαγωγή πού προβλέπονται στό πλαίσιο τής κοινής γεωργικής πολιτικής ή στόν τομέα τών ειδικών καθεστώτων πού εφαρμόζονται , βάσει τού άρθρου 235 τής συνθήκης , σέ ορισμένα εμπορεύματα πού προέρχονται από τήν μεταποίηση τών γεωργικών προϊόντων , οταν περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών εισερχομένων στήν Κοινότητα ταξιδιωτών .

21 Επειδή διεπίστωσε οτι η επέκταση αυτή τών απαλλαγών έδιδε λαβή σέ καταχρήσεις , τό Συμβούλιο εθέσπισε τήν 20ή Δεκεμβρίου 1977 τόν κανονισμό 3023/77 περί ορισμένων μέτρων πού αποβλέπουν στόν τερματισμό τών καταχρήσεων πού προκύπτουν από τήν πώληση γεωργικών προϊόντων επί πλοίων . Οι αιτιολογικές σκέψεις τού κανονισμού αυτού υπενθυμίζουν κατ’ αρχάς οτι ο κανονισμός 1544/69 ( καθαυτό δασμολογικές απαλλαγές ) δέν εφαρμόζεται στά εμπορεύματα πού εισάγονται κατόπιν ταξιδίου πραγματοποιηθέντος μέ αφετηρία Κράτος μέλος καί κατά τό οποίο δέν έγινε προσέγγιση τού τελωνειακού εδάφους τρίτης χώρας . Οι ίδιες αυτές αιτιολογικές σκέψεις εκθέτουν εν συνεχεία οτι η πείρα απέδειξε οτι κοινοτικά γεωργικά προϊόντα γιά τά οποία εχορηγήθησαν επιστροφές κατά τήν εξαγωγή καί γεωργικά προϊόντα πού προέρχονται από τρίτες χώρες επωλήθησαν ή διετέθησαν επί πλοίων , τά οποία ανεχώρησαν από κοινοτικό λιμάνι καί επανήλθον εκ νέου σέ κοινοτικό λιμάνι , χωρίς νά έχουν προσεγγίσει λιμάνι εκτός τού τελωνειακού εδάφους τής Κοινότητος , πρός τόν σκοπό νά εισαχθούν στήν Κοινότητα βάσει τών προβλεπομένων από τούς κανονισμούς 1544/69 καί 1818/75 απαλλαγών .

22 Από τίς εν λόγω αιτιολογικές σκέψεις συνάγεται οτι τό Συμβούλιο εθεώρει οτι η είσοδος στό τελωνειακό έδαφος τής Κοινότητος , μέ απαλλαγή από δασμούς καί γεωργικές εισφορές , εμπορευμάτων πού απεκτήθησαν από ταξιδιώτες υπό τίς συνθήκες πού αναφέρονται στίς αιτιολογικές αυτές σκέψεις , δέν ηταν σύμφωνη μέ τόν σκοπό τών προαναφερθέντων κανονισμών . Δεδομένου οτι σκοπός τής χορηγήσεως τών επιστροφών κατά τήν εξαγωγή ειναι νά επιτρέψει στά γεωργικά προϊόντα κοινοτικής καταγωγής νά ανταγωνισθούν τά προϊόντα τρίτων χωρών στίς εξωτερικές αγορές , θά ηταν ασυμβίβαστη πρός τό κοινοτικό σύστημα επιστροφών κατά τήν εξαγωγή η χορήγηση παρομοίων επιστροφών γιά εξαγωγές πού δέν προορίζονται γιά τήν αγορά τρίτης χώρας , αλλά γιά επανεισαγωγή στήν Κοινότητα μέ απαλλαγή από εισφορές πού εισπράττονται κανονικά κατά τήν εισαγωγή γεωργικών προϊόντων . Παρόμοια πράξη θά ηταν ικανή νά προκαλέσει μία σοβαρή ζημία στά κεφάλαια τού Ταμείου γεωργικού προσανατολισμού καί εγγυήσεων καί νά νοθεύσει τόν ανταγωνισμό στήν εσωτερική αγορά .

23 Στήν πέμπτη αιτιολογική σκέψη τού κανονισμού 3023/77 τό Συμβούλιο αναφέρει πάντως τά ακόλουθα :

«εκτιμώντας οτι φαίνεται απαραίτητο νά διασαφηνισθεί η νομική κατάσταση επί τού θέματος· οτι πρός τόν σκοπό αυτό πρέπει νά επιτραπεί στά Κράτη μέλη νά χορηγούν , γιά τά προϊόντα πού απαριθμούνται στό παράρτημα ΙΙ τής συνθήκης , τά οποία πωλούνται ή διατίθενται επί πλοίων , υπό τούς ορους πού μνημονεύονται ανωτέρω , απαλλαγές γιά πολύ περιορισμένες ποσότητες , εκτός τών οποίων τά προϊόντα αυτά δέν δύνανται πλέον νά εισαχθούν στήν Κοινότητα παρά μέ πληρωμή τών απαιτητέων κατά τήν εισαγωγή δασμών» .

24 Κατά συνέπεια , ο κανονισμός επιτρέπει στά Κράτη μέλη νά χορηγούν απαλλαγές από δασμούς κατά τήν εισαγωγή γιά ορισμένες ποσότητες τών προϊόντων πού προσδιορίζονται στό άρθρο 1 παράγραφος 2 τού κανονισμού υπό τούς ορους , οι οποίοι περιγράφονται στίς αιτιολογικές σκέψεις .

25 Τό άρθρο 190 τής συνθήκης ορίζει οτι «οι κανονισμοί , οι οδηγίες καί οι αποφά- σεις τού Συμβουλίου καί τής Επιτροπής πρέπει νά αιτιολογούνται καί ν’ αναφέρονται στίς προτάσεις ή γνώμες πού απαιτούνται κατά τήν παρούσα συνθήκη» . Τό άρθρο αυτό απαιτεί νά περιέχουν οι ανωτέρω πράξεις έκθεση τών λόγων πού ώθησαν τό όργανο στή θέσπισή τους , κατά τρόπο πού νά επιτρέπει στό Δικαστήριο νά ασκεί τόν έλεγχό του , καθώς καί τόσο στά Κράτη μέλη , οσο καί τούς ενδιαφερομένους από τούς υπηκόους τους , νά γνωρίζουν τίς προϋποθέσεις υπό τίς οποίες τά κοινοτικά όργανα έχουν εφαρμόσει τήν συνθήκη .

26 Η αιτιολογία τού κανονισμού 3023/77 δέν ανταποκρίνεται στήν υποχρέωση αυτή . Δέν παρέχει πράγματι καμμία εξήγηση οσον αφορά τόν λόγο γιά τόν οποίο τό Συμβούλιο , αφού ειχε διαπιστώσει οτι ο κανονισμός 1544/69 , αντιθέτως πρός μία πρακτική πού ειχε ακολουθηθεί , δέν έπρεπε νά εφαρμοσθεί υπό τίς συνθήκες πού εμνημονεύθησαν ανωτέρω , εθεώρησε απαραίτητο νά θεσπίσει ιδιαίτερο σύστημα απαλλαγών , εφαρμοστέο σέ τέτοια κατάσταση . Παρόμοια αντίφαση στήν αιτιολογία ειναι ακόμη σοβαρότερη οσον αφορά διάταξη πού επιτρέπει στά Κράτη μέλη νά χορηγούν απαλλαγές , έστω καί ασήμαντες , από εισαγωγικούς δασμούς , οι οποίοι συνιστούν θεμελιώδες στοιχείο τής κοινής γεωργικής πολιτικής . Υπό τίς συνθήκες αυτές η αιτιολογία δέν παρέχει κανένα νομικό έρεισμα στίς αμφισβητούμενες κανονιστικές διατάξεις , οι οποίες δέν ειναι απαραίτητο πλέον νά εξετασθούν κατ’ ουσία γιά νά διαπιστωθεί άν συμβιβάζονται μέ τούς κανόνες τής κοινής αγοράς .

27 Αρκεί , συνεπώς , νά διαπιστωθεί οτι ο κανονισμός 3023/77 δέν ειναι αιτιολογημένος σύμφωνα μέ τίς επιταγές τού άρθρου 190 τής συνθήκης καί οτι , επομένως , ειναι ανίσχυρος .

ΙΙ — Επί τού φόρου κύκλου εργασιών καί τών ειδικών φόρων καταναλώσεως

Επί τού εκτου καί εβδόμου ερωτήματος ( ερμηνεία τής οδηγίας 69/169 — απαλλαγές οσον αφορά τόν ΦΠΑ καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως )

28 Η οδηγία 69/169 , οπως συνεπληρώθη από τήν δευτέρα οδηγία τού Συμβουλίου τής 12ης Ιουνίου 1972 ( ABl . L 139 , σ . 28 ) καί από τήν τρίτη οδηγία τού Συμβουλίου τής 10ης Δεκεμβρίου 1978 ( ABl . L 366 , σ . 28 ) περί τής εναρμονίσεως τών νομοθετικών , κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων περί απαλλαγών από τούς φόρους επί τού κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως πού εφαρμόζονται στήν διεθνή κυκλοφορία ταξιδιωτών , προβλέπει οτι απαλλάσσονται από τούς φόρους αυτούς πού εισπράττονται κατά τής Κοινότητος , τά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών καί τών οποίων η αξία δέν υπερβαίνει ορισμένα ορια .

29 Η αυτή οδηγία προβλέπει επίσης απαλλαγή από τούς ιδίους φόρους πού εισπράττονται κατά τήν εισαγωγή στά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών προερχομένων από Κράτη μέλη τής Κοινότητος ταξιδιωτών , εντός ορισμένων ορίων οσον αφορά τήν αξία , υπό τόν ορο οτι τά εμπορεύματα αυτά ανταποκρίνονται στίς προϋποθέσεις τών άρθρων 9 καί 10 τής συνθήκης καί οτι έχουν αποκτηθεί υπό τίς γενικές φορολογικές προϋποθέσεις πού αφορούν τήν αγορά ενός Κράτους μέλους .

30 Στό άρθρο της 4 η ίδια οδηγία ορίζει οτι , επιφυλασσομένων τών εθνικών διατάαξεων πού εφαρμόζονται επί τού θέματος στούς ταξιδιώτες , οι οποίοι διαμένουν εκτός Ευρώπης , κάθε Κράτος μέλος εφαρμόζει , καθ’ οσον αφορά τήν εισαγωγή μέ απαλλαγή από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως ορισμένων εμπορευμάτων πού απαριθμούνται εκεί ( καπνικά προϊόντα , οινοπνευματώδη ποτά , αρώματα καί υδωρ καλλωπισμού , καφές καί τέϊον ) τά ποσοτικά ορια πού αναφέρονται εκεί . Τά ορια πού ισχύουν στήν κυκλοφορία μεταξύ τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος ειναι χαμηλότερα από εκείνα πού ισχύουν στήν κυκλοφορία μεταξύ Κρατών μελών .

31 Η οδηγία αυτή παρέχει εξ άλλου στά Κράτη μέλη τήν ευχέρεια μειώσεως τής αξίας ή ποσότητος τών εμπορευμάτων γιά τά οποία ισχύει η ατέλεια οσον αφορά τούς μεθοριακούς εργαζομένους καί ορισμένα άλλα άτομα .

32 Περιέχει , επί πλέον , διατάξεις πού ρυθμίζουν τήν εκ μέρους τών κρατών φορολογική ελάφρυνση τών εμπορευμάτων πού μεταφέρονται στίς προσωπικές αποσκευές τών εξερχομένων από Κράτος μέλος ταξιδιωτών .

33 Από τίς αιτιολογικές σκέψεις τών δύο οδηγιών , οι οποίες συμπληρώνουν τήν οδηγία 69/169 , συνάγεται οτι τό Συμβούλιο τίς εθέσπισε κατ’ εφαρμογή τής αποφάσεως τού Συμβουλίου καί τών αντιπροσώπων τών κυβερνήσεων τών Κρατών μελών τής 22ας Μαρτίου 1971 περί προοδευτικής διευρύνσεως τών φορολογικών απαλλαγών πού χορηγούνται στούς ιδιώτες κατά τήν διέλευση ενδοκοινοτικών συνόρων . Σέ πρώτο στάδιο , τό Συμβούλιο εθεώρησε σκόπιμο νέ προβλέψει ορισμένους κοινούς κανόνες εφαρμοστέους γενικώς επί τών ατόμων πού έχουν τήν κατοικία τους στήν Κοινότητα γιά τήν φορολογική ελάφρυνση στό στάδιο τού λιανικού εμπορίου .

34 Όσον αφορά τήν κυκλοφορία μεταξύ τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος , από τό ίδιο τό κείμενο τών οδηγιών εμφαίνεται οτι η απαλλαγή δέν χορηγείται παρά μόνο στούς ταξιδιώτες πού αφικνούνται στό τελωνειακό έδαφος τής Κοινότητος προερχόμενοι από τρίτη χώρα , καί οτι στήν περίπτωση αυτή οι προϋποθέσεις , υπό τίς οποίες τά εμπορεύματα απεκτήθησαν , ειναι άνευ σημασίας γιά τήν χορήγηση τής απαλλαγής .

35 Καθ’ οσον αφορά τήν ενδοκοινοτική κυκλοφορία , τό άρθρο 2 παράγραφος 4 τής τρίτης οδηγίας προσθέτει στήν οδηγία 69/169 μία διάταξη πού προσδιορίζει οτι οταν τό ταξίδι από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο πραγματοποιείται μέ διέλευση από τό έδαφος τρίτης χώρας ή μέ αφετηρία μέρος τού εδάφους τού άλλου Κρά τους μέλους , στό οποίο οι φόροι στούς οποίους αναφέρεται η οδηγία δέν επιβάλλονται στά εμπορεύματα πού καταναλίσκονται εκεί , ο ταξιδιώτης πρέπει νά δύναται νά αποδείξει οτι τά εμπορεύματα πού μεταφέρονται στίς αποσκευές του απεκτήθησαν βάσει τών γενικών φορολογικών προϋποθέσεων τής εσωτερικής αγοράς ενός τών Κρατών μελών καί δέν απολαύουν καμμιάς επιστροφής φόρων επί τού κύκλου εργασιών ή ειδικών φόρων καταναλώσεως . Άν ο ταξιδιώτης δέν δύναται να προσκομίσει τήν ανωτέρω απόδειξη , δέν δύναται νά τύχει παρά μόνο τής πλέον περιορισμένης απαλλαγής , πού προβλέπεται γιά τήν κυκλοφορία ταξιδιωτών μεταξύ τών τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος .

36 Όπως προκύπτει , τόσο από τίς αιτιολογικές σκέψεις τών σχετικών οδηγιών , οσο καί από τίς διατάξεις τους , τό Συμβούλιο ειχε τήν πρόθεση νά θεσπίσει προοδευτικά ενα πλήρες σύστημα απαλλαγών από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως γιά τά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών καί , κατά συνέπεια , στά Κράτη μέλη δέν απομένει , στόν τομέα αυτό , παρά μόνο η περιορισμένη αρμοδιότης , πού τούς αναγνωρίζεται από τίς οδηγίες , νά χορηγούν απαλλαγές διάφορες από τίς αναφερόμενες στίς οδηγίες .

37 Πρέπει , επομένως , νά δοθεί στό εκτο ερώτημα η απάντηση οτι :

α ) Όσον αφορά τήν κυκλοφορία μεταξύ τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος , η απαλλαγή πού προβλέπεται από τήν οδηγία 69/169 δέν χορηγείται παρά μόνο στούς ταξιδιώτες πού αφικνούνται στό τελωνειακό έδαφος τής Κοινότητος προερχόμενοι από τρίτη χώρα , στήν περίπτωση δέ αυτή οι προϋποθέσεις , υπό τίς οποίες τά εμπορεύματα απεκτήθησαν , δέν έχουν σημασία γιά τήν χορήγηση τής απαλλαγής .

β)Όσον αφορά τήν ενδοκοινοτική κυκλοφορία , οταν τό ταξίδι από ενα Κράτος μέλος σέ άλλο πραγματοποιείται μέ διέλευση από τό έδαφος τρίτης χώρας ή μέ αφετηρία μέρος τού εδάφους τού άλλου Κράτους μέλους , στό οποίο οι φόροι , στούς οποίους αναφέρεται η οδηγία , δέν επιβάλλονται γιά τά εμπορεύματα πού καταναλίσκονται εκεί , ο ταξιδιώτης πρέπει νά δύναται νά αποδείξει οτι τά εμπορεύματα πού μεταφέρονται στίς αποσκευές του απεκτήθησαν βάσει τών γενικών φορολογικών προϋποθέσεων τής εσωτερικής αγοράς ενός τών Κρατών μελών καί δέν απολαύουν καμμιάς επιστροφής φόρων επί τού κύκλου εργασιών ή ειδικών φόρων καταναλώσεως . Άν ο ταξιδιώτης δέν δύναται νά προσκομίσει τήν ανωτέρω απόδειξη , δέν δύναται νά τύχει παρά μόνο τής πλέον περιορισμένης απαλλαγής πού προβλέπεται γιά τήν κυκλοφορία ταξιδιωτών μεταξύ τών τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος .

38 Στό εβδομο ερώτημα προσήκει η απάντηση οτι μέ τίς οδηγίες τό Συμβούλιο ειχε τήν πρόθεση νά θεσπίσει προοδευτικώς πλήρες σύστημα απαλλαγών από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως γιά τά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών καί οτι , συνεπώς , στά Κράτη μέλη δέν απομένει στόν τομέα αυτό παρά μόνο η περιορισμένη αρμοδιότης , πού τούς αναγνωρίζεται από τίς οδηγίες νά χορηγούν απαλλαγές διάφορες από τίς αναφερόμενες στίς οδηγίες .

Επί τού τρίτου , πέμπτου καί ογδόου ερωτήματος ( δικαίωμα εγέρσεως αγωγής πού παρέχεται στά πρόσωπα από τούς σχετικούς κανονισμούς καί οδηγίες )

39 Τά τρία αυτά ερωτήματα αναφέρονται στήν δυνατότητα ενός προσώπου , τού οποίου θίγονται τά συμφέροντα , είτε από εθνικές νομοθετικές διατάξεις ασυμβίβαστες πρός τό κοινοτικό δίκαιο είτε από τήν εφαρμογή μή νομίμου κοινοτικής πράξεως , νά προσφύγει στά εθνικά δικαστήρια πρός τόν σκοπό νά διαταχθεί η απαγόρευση μέτρων αντιθέτων πρός τό κοινοτικό δίκαιο .

40 Στήν διάταξή του τό Finanzgericht εκθέτει οτι , σύμφωνα μέ τήν νομολογία τόσο τού Bundesverfassungsgericht οσο καί τού Bundesverwaltungsgericht , οι νόμοι προσανατολισμού τής οικονομίας πού θεσπίζονται πρός τό συμφέρον ορισμένων κατηγοριών καί τροποποιούν τήν οικονομική κατάσταση παραβιάζουν τήν αρχή τής ισότητος οταν δέν εφαρμόζονται γιά τό κοινό συμφέρον καί οταν θίγουν αυθαιρέτως άξια προστασίας συμφέροντα άλλων κατηγοριών . Επισημαίνεται οτι σέ παρόμοια περίπτωση τό γερμανικό δίκαιο παρέχει σέ κάθε ενδιαφερόμενο δικαίωμα εγέρσεως αγωγής . Τά ερωτήματα πού υπεβλήθησαν από τό εθνικό δικαστήριο , τοποθετούμενα στό πλαίσιο αυτό αποβλέπουν κυρίως στό νά διευκρινισθεί άν τό δικαίωμα αυτό εγέρσεως αγωγής δύναται νά ασκηθεί υπό ανάλογες προϋποθέσεις μέσα στό πλαίσιο τής κοινοτικής εννόμου τάξεως , υπό τήν έννοια , ιδίως , οτι άν ενα πρόσωπο υπό τήν ιδιότητα τού υποκειμένου κοινοτικού δικαίου θίγεται οικονομικώς από τήν μή εφαρμογή μιάς κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως επί τρίτων , είτε υπό Κράτους μέλους είτε υπό κοινοτικής αρχής , δύναται νά προσφύγει στά δικαιοδοτικά όργανα ενός Κράτους μέλους γιά νά υποχρεωθούν οι εθνικές αρχές νά εφαρμόσουν τόν σχετικό κανονισμό ή νά παύσουν νά τόν παραβαίνουν .

41 Πρέπει νά παρατηρηθεί , κατ’ αρχάς , οτι , δυνάμει τού άρθρου 189 τής συνθήκης , ο κανονισμός «ειναι δεσμευτικός ως πρός ολα τά μέρη του καί ισχύει άμεσα σέ κάθε Κράτος μέλος» . Η οδηγία «δεσμεύει κάθε Κράτος μέλος στό οποίο απευθύνεται , οσον αφορά τό επιδιωκόμενο αποτέλεσμα» αλλά αφήνει στίς εθνικές αρχές τήν αρμοδιότητα οσον αφορά τήν επιλογή τού τύπου καί τών μέσων . Σύμφωνα μέ τήν νομολογία τού Δικαστηρίου τό δεσμευτικό αποτέλεσμα τής οδηγίας συνεπάγεται οτι μία εθνική αρχή δέν δύναται ν’ αντιτάξει σέ εναν ιδιώτη μία εθνική νομοθετική ή διοικητική διάταξη πού δέν ειναι σύμφωνη μέ μία διάταξη τής οδηγίας , η οποία συγκεντρώνει ολα τά χαρακτηριστικά πού ειναι αναγκαία γιά νά δύναται νά εφαρμοσθεί από τόν δικαστή .

42 Από τίς σκέψεις αυτές συνάγεται οτι ενα πρόσωπο δύναται νά επικαλεσθεί ενώπιον τών εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων τά δικαιώματά του πού απορρέουν από τόν κανονισμό .

43 Κατά τόν ίδιο τρόπο , μία εθνική αρχή δέν δύναται ν’ αντιτάξει σέ ενα πρόσωπο νομοθετικές ή διοικητικές διατάξεις πού δέν ειναι σύμφωνες μέ μία άνευ ορων καί αρκούντως σαφή υποχρέωση , επιβαλλομένη υπό τής οδηγίας .

44 Όσον αφορά τό δικαίωμα οικονομικού επιχειρηματία νά απαιτήσει μέ τήν δικαστική οδό νά επιβάλουν οι αρχές ενός Κράτους μέλους σέ τρίτους τήν τήρηση υποχρεώσεων πού απορρέουν από τήν κοινοτική κανονιστική ρύθμιση στό πλαίσιο ορισμένης εννόμου καταστάσεως , στήν οποία μέν ο επιχειρηματίας αυτός δέν εμπλέκεται αλλά θίγεται εν τούτοις οικονομικώς από τήν εν λόγω μή τήρηση τού κοινοτικού δικαίου , πρέπει πρώτον , νά παρατηρηθεί οτι άν καί η συνθήκη εδημιούργησε ορισμένο αριθμό απ’ ευθείας προσφυγών πού δύνανται νά ασκηθούν , αναλόγως μέ τήν περίπτωση , από ιδιώτες ενώπιον τού Δικαστηρίου , δέν ειχε τήν πρόθεση νά δημιουργήσει ενώπιον τών εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων , πρός τόν σκοπό διασφαλίσεως τού κοινοτικού δικαίου , άλλα μέσα εννόμου προστασίας εκτός τών οριζομένων από τό εθνικό δίκαιο . Αντιθέτως , τό σύστημα εννόμου προστασίας πού εδημιούργησε η συνθήκη , οπως τό εκφράζει ιδίως τό άρθρο 177 , συνεπάγεται οτι κάθε τύπος αγωγής προβλεπόμενος από τό εθνικό δίκαιο δύναται νά χρησιμοποιείται πρός διασφάλιση τής τηρήσεως τών κοινοτικών κανόνων πού παράγουν άμεσα αποτελέσματα υπό τίς ίδιες προϋποθέσεις παραδεκτού καί διαδικασίας ωσάν νά επρόκειτο γιά τήν διασφάλιση τής τηρήσεως τού εθνικού δικαίου .

45 Όσον αφορά ειδικότερα τόν κανονισμό 3023/77 πρέπει νά παρατηρηθεί οτι , ο ίδιος , δέν εχορήγει καμμία απαλλαγή . Παρείχε στίς εθνικές αρχές τήν ευχέρεια νά χορηγήσουν περιορισμένη απαλλαγή . Συνέπεια τού ανισχύρου του ειναι , συνεπώς , οτι τά εθνικά μέτρα πού ελήφθησαν βάσει τού κανονισμού αυτού δέν ειναι σύμφωνα μέ τό κοινοτικό δίκαιο .

46 Πρέπει , επομένως , νά δοθεί στό τρίτο , πέμπτο καί όγδοο ερώτημα η ακόλουθη απάντηση :

«Τό σύστημα εννόμου προστασίας , πού εθεσπίσθη από τήν συνθήκη , οπως εκφράζεται ιδίως από τό άρθρο 177 , συνεπάγεται οτι κάθε τύπος αγωγής πού προβλέπεται από τό εθνικό δίκαιο πρέπει νά δύναται νά χρησιμοποιείται ενώπιον τών εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων γιά τήν διασφάλιση τής τηρήσεως τών κοινοτικών κανόνων πού παράγουν άμεσα αποτελέσματα υπό τίς ίδιες προϋποθέσεις παραδεκτού καί διαδικασίας ωσάν νά επρόκειτο γιά τήν διασφάλιση τής τηρήσεως τού εθνικού δικαίου» .

Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα

 Ως πρός τά δικαστικά έξοδα

47 Τά έξοδα , στά οποία υπεβλήθη η κυβέρνηση τής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας τής Γερμανίας , η κυβέρνηση τής Γαλλικής Δημοκρατίας , η κυβέρνηση τού Ηνωμένου Βασιλείου , τό Συμβούλιο τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί η Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων , πού κατέθεσαν παρατηρήσεις στό Δικαστήριο , δέν αποδίδονται . Δεδομένου οτι η διαδικασία έχει ως πρός τούς διαδίκους τής κυρίας δίκης τόν χαρακτήρα παρεμπίπτοντος πού ανέκυψε ενώπιον τού εθνικού δικαστηρίου σέ αυτό εναπόκειται νά αποφανθεί επί τών δικαστικών εξόδων .

Διατακτικό

 Διά ταύτα

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ

κρίνοντας επί τών ερωτημάτων πού τού υπέβαλε μέ διάταξη τής 5ης Ιουνίου 1980 τό Finanzgericht Αμβούργου αποφαίνεται :

1 ) Η απαλλαγή πού προβλέπεται από τόν κανονισμό 1544/69 , οπως ετροποποιήθη γιά τελευταία φορά από τόν κανονισμό 3061/78 , δέν εφαρμόζεται παρά μόνο στά εμπορεύματα , τά οποία περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές ταξιδιωτών προερχομένων από τρίτες χώρες . Η απαλλαγή αυτή χορηγείται ασχέτως καταγωγής καί προελεύσεως τών εμπορευμάτων καθώς καί δημοσιονομικών καί τελωνειακών φόρων πού τά επεβάρυναν πρό τής εισαγωγής τους στό κοινοτικό έδαφος . Δέν ειναι , πάντως , δυνατό νά θεωρηθεί ως ταξιδιώτης προερχόμενος από τρίτη χώρα , κατά τήν έννοια τού κανονισμού , εκείνος πού , κατά τήν διάρκεια κρουαζιέρας από λιμάνι Κράτους μέλους , δέν προσεγγίζει τρίτη χώρα ή δέν τήν προσεγγίζει παρά κατά τρόπο συμβολικό καί χωρίς νά παραμένει εκεί επί τόσο χρόνο ωστε νά δύναται πράγματι νά προβαίνει σέ αγορές .

2)Ο κανονισμός 1544/69 τού Συμβουλίου τής 23ης Ιουλίου 1969 περιέχει εξαντλητική ρύθμιση οσον αφορά τήν απαλλαγή τών εμπορευμάτων , τά οποία περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές προερχομένων από τρίτες χώρες ταξιδιωτών , η οποία δέν καταλείπει στά Κράτη μέλη καμμία αρμοδιότητα χορηγήσεως , στόν καλυπτόμενο από τόν κανονισμό τομέα , απαλλαγής πού θά έβαινε πέραν τής προβλεπομένης από τόν κανονισμό .

3)Ο κανονισμός 3023/77 τού Συμβουλίου τής 20ής Δεκεμβρίου 1977 περί ορισμένων μέτρων πού αποβλέπουν στόν τερματισμό τών καταχρήσεων πού προκύπτουν από τήν πώληση γεωργικών προϊόντων επί πλοίων , δέν ειναι επαρκώς αιτιολογημένος καί , κατά συνέπεια , ειναι ανίσχυρος .

4)Όσον αφορά τήν κυκλοφορία μεταξύ τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος , η απαλλαγή , πού προβλέπεται από τήν οδηγία 69/169 τού Συμβουλίου τής 28ης Μα ΐου 1969 περί εναρμονίσεως τών νομοθετικών , κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων περί απαλλαγών από τόν φόρο κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως πού εισπράττονται επί τών εισαγωγών στό πλαίσιο τής διεθνούς κυκλοφορίας ταξιδιωτών , δέν χορηγείται παρά μόνο στούς ταξιδιώτες πού αφικνούνται στό τελωνειακό έδαφος τής Κοινότητος προερχόμενοι από τρίτη χώρα , στήν περίπτωση δέ αυτή οι προϋποθέσεις υπό τίς οποίες τά εμπορεύματα απεκτήθησαν δέν έχουν σημασία γιά τήν χορήγηση τής απαλλαγής .

5)Όσον αφορά τήν ενδοκοινοτική κυκλοφορία , οταν τό ταξίδι από ενα σέ άλλο Κράτος μέλος πραγματοποιείται μέ διέλευση από τό έδαφος τρίτης χώρας ή μέ αφετηρία μέρος τού εδάφους τού άλλου Κράτους μέλους , στό οποίο οι φόροι , στούς οποίους αναφέρεται η οδηγία , δέν επιβάλλονται γιά τά εμπορεύματα πού καταναλίσκονται εκεί , ο ταξιδιώτης πρέπει νά δύναται νά αποδείξει οτι τά εμπορεύματα πού μεταφέρονται στίς αποσκευές του απεκτήθησαν βάσει τών γενικών φορολογικών προϋποθέσεων τής εσωτερικής αγοράς ενός τών Κρατών μελών καί οτι δέν απολαύουν καμμιάς επιστροφής φόρων επί τού κύκλου εργασιών ή ειδικών φόρων καταναλώσεως . Άν ο ταξιδιώτης δέν δύναται νά προσκομίσει τήν ανωτέρω απόδειξη , δέν δύναται νά τύχει παρά μόνο τής πλέον περιορισμένης απαλλαγής πού προβλέπεται γιά τήν κυκλοφορία ταξιδιωτών μεταξύ τών τρίτων χωρών καί τής Κοινότητος .

6)Θεσπίζοντας τήν οδηγία 69/169 καί τήν δεύτερη καί τρίτη οδηγία τής 12ης Ιουνίου 1972 καί 10ης Δεκεμβρίου 1978 , πού τήν συμπληρώνουν , τό Συμβούλιο απέβλεψε στήν προοδευτική θέσπιση πλήρους συστήματος απαλλαγών από τούς φόρους κύκλου εργασιών καί τούς ειδικούς φόρους καταναλώσεως γιά τά εμπορεύματα πού περιέχονται στίς προσωπικές αποσκευές τών ταξιδιωτών . Δέν απομένει , κατά συνέπεια , στά Κράτη μέλη , στόν τομέα αυτό , παρά μόνο η περιορισμένη αρμοδιότης πού τούς αναγνωρίζεται από τίς οδηγίες νά χορηγούν απαλλαγές διάφορες από τίς αναφερόμενες στίς οδηγίες .

7)Τό σύστημα εννόμου προστασίας , πού εθεσπίσθη από τήν συνθήκη , οπως εκφράζεται ιδίως από τό άρθρο 177 , συνεπάγεται οτι κάθε τύπος αγωγής πού προβλέπεται από τό εθνικό δίκαιο πρέπει νά δύναται νά χρησιμοποιείται ενώπιον τών εθνικών δικαιοδοτικών οργάνων γιά τήν διασφάλιση τής τηρήσεως τών κοινοτικών κανόνων πού παράγουν άμεσα αποτελέσματα υπό τίς ίδιες προϋποθέσεις παραδεκτού καί διαδικασίας ωσάν νά επρόκειτο γιά τήν διασφάλιση τής τηρήσεως τού εθνικού δικαίου» .