..
ΠΟΛ.1108/21.5.2015
(ΦΕΚ B'917/21.05.2015)
Τροποποίηση της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1080/2015 (ΦΕΚ 628 Β΄) «Ειδικά θέματα και λεπτομέρειες εφαρμογής της ρύθμισης ληξιπροθέσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015)» μετά την τροποποίηση – συμπλήρωση των άρθρων 4 και 13 του Ν. 4321/2015 με τα άρθρα 4 και 8 του Ν. 4328/2015 (ΦΕΚ 51 Α΄/14.05.2015).
΄Εχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις των άρθρων ,,,,,,,,,,,,,,,, του πρώτου κεφαλαίου του Ν. 4321/2015 «Ρύθμιση ληξιπροθέσμων οφειλών στη Φορολογική Διοίκηση» (ΦΕΚ 32 Α΄), όπως ισχύουν, μετά την τροποποίησή τους με: α) το άρθρο δεύτερο της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Κατεπείγουσα ρύθμιση για τη βιωσιμότητα της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης Α.Ε. και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές» (ΦΕΚ 35 Α΄) η οποία κυρώθηκε με το του Ν. 4328/2015 ΦΕΚ 51 Α΄, β) το άρθρο του Ν. 4324/2015 (ΦΕΚ 44 Α΄) και γ) τα άρθρα και του Ν. 4328/2015 (ΦΕΚ 51 Α΄).
2. Την απόφαση Αναπληρώτριας Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1080/2015 (ΦΕΚ 628 Β΄) «Ειδικά θέματα και λεπτομέρειες εφαρμογής της ρύθμισης ληξιπροθέσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α΄/21.3.2015)».
3. Την απόφαση Αναπληρώτριας Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1098/2015 (ΦΕΚ: 771Β΄/30.04.2015) «Παράταση της προθεσμίας εφάπαξ εξόφλησης μέρους της οφειλής με έκπτωση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α΄), όπως ισχύει».
4. Την ανάγκη τροποποίησης της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1080/2015 μετά την τροποποίηση – συμπλήρωση των άρθρων 4 και 13 του Ν. 4321/2015 με τα άρθρα και του Ν. 4328/2015 (ΦΕΚ 51 Α΄/14.05.2015).
5. Την απόφαση του Πρωθυπουργού Υ57/2015 (ΦΕΚ 256 Β΄) «Ανάθεση αρμοδιοτήτων στην Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομικών ΄ΟλγαΝάντια Βαλαβάνη».
6. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Η Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1080/2015 (ΦΕΚ 628 Β΄) «Ειδικά θέματα και λεπτομέρειες εφαρμογής της ρύθμισης ληξιπροθέσμων οφειλών στη φορολογική διοίκηση του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α΄/21.3.2015)» τροποποιείται / συμπληρώνεται ως εξής:
1. Μετά τo τέταρτο εδάφιο του άρθρου 2 προστίθενται δύο εδάφια, ως εξής: «Κατ’ εξαίρεση της καταβολής της πρώτης δόσης της ρύθμισης με εκούσια καταβολή, αυτή δύναται να καλύπτεται και με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυμάτων, ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων και του Ν.Δ. 356/1974 – ΚΕΔΕ δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης, με επιμέλεια του οφειλέτη».
2. Στην περίπτωση Β3) του άρθρου 3 οι λέξεις «οφειλές που είναι βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση, έχουν καταχωρισθεί μέχρι την ημερομηνία της αίτησης στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών» αντικαθίστανται με τις λέξεις «οφειλές που είναι βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση, έχουν καταχωρισθεί μέχρι την ημερομηνία της αίτησης στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων και αφορούν υποχρεώσεις ετών».
3. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 8, προστίθεται εδάφιο, ως εξής: «Κατ εξαίρεση της καταβολής της προκαταβολής με εκούσια καταβολή, αυτή δύναται να καλύπτεται και με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυμάτων, ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης – δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων και του Ν.Δ. 356/1974 –ΚΕΔΕδεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης – δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση, με επιμέλεια του οφειλέτη».
4. Στο β΄ εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 10 αντικαθίστανται οι λέξεις «Σε κάθε περίπτωση» με τις λέξεις «Με την επιφύλαξη των διατάξεων των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων του άρθρου 13 του Ν. 4321/2015 και των άρθρων 2 και 8 της παρούσας περί δυνατότητας πίστωσης υπό προϋποθέσεις ποσών από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυμάτων για την εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή ή την κάλυψη πρώτης δόσης της ρύθμισης».
5. Από το γ΄ εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 10 απαλείφεται η φράση «ήτοι μετά την ενεργοποίηση αυτής με εκούσια καταβολή». Οι παράγραφοι 1, 3, 4 και 5 της παρούσας απόφασης έχουν ισχύ από 22−3−2015, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 4 του Ν. 4328/14−5−2015.
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 21 Μαΐου 2015
Η ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΡΙΑ ΥΠΟΥΡΓΟΣ - ΟΛΓΑ – ΝΑΝΤΙΑ ΒΑΛΑΒΑΝΗ
Δόσεις και απαλλαγές ρύθµισης
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
Επιβαρύνσεις εκπρόθεσµης καταβολής κατά την υπαγωγή σε ρύθµιση
1. Οι απαλλαγές της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υπολογίζονται επί των προσαυξήσεων και τόκων, όπως έχουν διαµορφωθεί την ηµεροµηνία της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθµιση.
2. Βασικές συνολικές οφειλές µέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ που υπάγονται σε πρόγραµµα ρύθµισης του παρόντος άρθρου, από την υπαγωγή τους στη ρύθµιση, δεν επιβαρύνονται πλέον µε προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσµης καταβολής. Βασικές συνολικές οφειλές άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ που υπάγονται σε πρόγραµµα ρύθµισης του παρόντος άρθρου, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσµης καταβολής, από την υπαγωγή σε ρύθµιση, επιβαρύνονται µε τόκο που ανέρχεται σε τρεις εκατοστιαίες µονάδες (3%) ετησίως.
3. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής µε µηνιαία προσαύξηση 0,25%
Οφειλές που τελούν σε αναστολή ή έχουν υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής
Στη ρύθµιση του άρθρου 1 δύνανται, επίσης, να υπαχθούν, µετά από επιλογή του οφειλέτη, και ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και οι οποίες κατά την ηµεροµηνία της αίτησης:
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόµου ή
β) έχουν υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.
Μη βεβαιωµένες οφειλές που υπάγονται στη ρύθµιση
Κατ’ εξαίρεση:
1. Δύνανται να υπαχθούν στη ρύθµιση του άρθρου 1, οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση µετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώµατος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήµατος ή µέσου ενώπιον αρµοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής, και έως 26.5.2015, ανεξαρτήτως της ηµεροµηνίας που οι οφειλές αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσµες.
Εφόσον πρόκειται για υπαγόµενες υποθέσεις, που εκκρεµούν ενώπιον των αρµοδίων δικαστηρίων, µαζί µε την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκοµίζεται και βεβαίωση από το αρµόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόµα συζητηθεί, προκειµένου να βεβαιωθεί η οφειλή.
2. Στη ρύθµιση του άρθρου 1 δύνανται, επίσης, να υπαχθούν, µετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και θα αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων µέχρι και 31.12.2014.
Λοιπά στοιχεία της ρύθµισης
Η ρύθµιση χορηγείται ανά οφειλέτη και αφορά και τις οφειλές για τις οποίες αυτός ευθύνεται. Πρόσωπα που ευθύνονται για την καταβολή µέρους της οφειλής δικαιούνται να ρυθµίσουν το εν λόγω µέρος
Καταληκτική ηµεροµηνία υπαγωγής σε πρόγραµµα ρύθµισης
1. Η αίτηση για την υπαγωγή σε πρόγραµµα ρύθµισης του άρθρου 1 υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση µέχρι την 26η Μαΐου 2015. Μόνο σε περιπτώσεις που υφίσταται τεχνική αδυναµία διαδικτυακής υποστήριξης, η υποβολή αίτησης διενεργείται στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, ο προϊστάµενος της οποίας είναι αρµόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που εκδίδεται εντός µηνός από τη λήξη της ανωτέρω προθεσµίας, δύναται να παρατείνεται η καταληκτική ηµεροµηνία υπαγωγής των οφειλών στη ρύθµιση για χρονικό διάστηµα µέχρι έναν (1) µήνα.
Καταβολή πρώτης δόσης
Για την υπαγωγή στη ρύθµιση του άρθρου 1 πρέπει να καταβληθεί η πρώτη δόση εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Οι επόµενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των εποµένων µηνών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Η καταβολή διενεργείται µε τη χρήση µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.
Απώλεια ρύθµισης
Η ρύθµιση απόλλυται, µε συνέπεια την υποχρεωτική άµεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύµφωνα µε τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άµεση επιδίωξη της είσπραξής της µε όλα τα προβλεπόµενα από την ισχύουσα νοµοθεσία µέτρα, εάν ο οφειλέτης:
α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόµενες µηνιαίες δόσεις κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταµήνου της ρύθµισης ή µετά την πάροδο του οκταµήνου δεν καταβάλλει τρεις (3) συνεχόµενες µηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των τριών (3) τελευταίων δόσεων της ρύθµισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστηµα,
β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόµενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήµατος και του φόρου προστιθέµενης αξίας, καθ’ όλο το διάστηµα της ρύθµισης των οφειλών του και µέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) µηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσµίας υποβολής τους.
Προεξόφληση ρύθµισης
Στην περίπτωση που ο οφειλέτης, σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθµισης, εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθµισµένων οφειλών ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής µε οποιονδήποτε τρόπο, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναποµείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσµης καταβολής, σε ποσοστό ίσο µε αυτό που αντιστοιχεί στον αριθµό των µηνιαίων δόσεων που τελικά διαµορφώνεται µε την εξόφληση, σύµφωνα µε το άρθρο 1.
Αλλαγή προγράµµατος ρύθµισης
Ο οφειλέτης, που έχει υπαχθεί σε πρόγραµµα ρύθµισης του άρθρου 1, δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραµµα ρύθµισης του ίδιου άρθρου µε διαφορετικό αριθµό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή δικαιούται απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσµης καταβολής για το εναποµείναν ποσό, σύµφωνα µε το νέο πρόγραµµα ρύθµισης. Στην περίπτωση αυτή ο συνολικός αριθµός µηνιαίων δόσεων δεν µπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100), υπολογιζόµενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράµµατος ρύθµισης.
Ευεργετήµατα από την υπαγωγή στη ρύθµιση
1. Η υπαγωγή και συµµόρφωση στη ρύθµιση παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήµατα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενηµερότητας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει,
β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται,
γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών µέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόµενα όµως ποσά από αυτές λαµβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθµισης, εφόσον δεν πιστώνονται µε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθµιστεί. Αν ο οφειλέτης απωλέσει το ευεργέτηµα της ρύθµισης, τα µέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται,
δ) αναστέλλεται η εκτέλεση του µέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν. 2120/1993 (Α΄ 24), όπως ισχύει,
ε) οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται µετά από αίτηση του οφειλέτη, αφού εξοφληθεί το εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) της αρχικής βασικής ρυθµιζόµενης οφειλής. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτηµα περιορισµού κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε..
Δικαιώµατα του Δηµοσίου
1. Το Δηµόσιο διατηρεί το δικαίωµα και µετά τη συµµόρφωση του οφειλέτη στη ρύθµιση τµηµατικής καταβολής που του χορηγήθηκε:
α) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισµένη,
β) να µην χορηγεί αποδεικτικό ενηµερότητας για µεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εµπραγµάτου δικαιώµατος επ’ αυτού στα πρόσωπα της προηγούµενης υποπερίπτωσης, ακόµη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισµένη, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ.,
γ) να προβαίνει σε συµψηφισµό των χρηµατικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δηµοσίου και µέχρι του ύψους των οφειλών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του K.E.Δ.E..
Πίστωση ποσών από παρακράτηση ή αυτεπάγγελτο συµψηφισµό ή πράξεις εκτέλεσης
Τα ποσά που εισπράττονται κατά τη διάρκεια της ρύθµισης από την παρακράτηση ποσοστού απαίτησης του οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενηµερότητας ή κατόπιν συµψηφισµού καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθµισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά. Οµοίως, τα αποδιδόµενα ποσά από πράξεις εκτέλεσης, λαµβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθµισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις.
Κατ’ εξαίρεση, µε την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήµατος περί υπαγωγής στη ρύθµιση του παρόντος νόµου, τα αποδιδόµενα ποσά από κατασχέσεις στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυµάτων, λαµβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσµίας του άρθρου 7 του παρόντος και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές, που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεµένα ποσά, µετά την πάροδο της νόµιµης προθεσµίας του άρθρου 30α και 32 του ν.δ. 356/1974, δεν έχουν αποδοθεί, µε επιµέλεια του οφειλέτη επισπεύδεται η απόδοση και εφαρµόζονται κατ’ αναλογία τα οριζόµενα στην περίπτωση του προηγούµενου εδαφίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόµου. Η διάταξη ισχύει από 22.3.2015.
Παραγραφή οφειλών
Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθµιση αναστέλλεται από την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστηµα που αφορά η ρύθµιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συµπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.
Εφάπαξ εξόφληση µέρους της οφειλής µε έκπτωση
Σε περίπτωση καταβολής ως προκαταβολής ποσού βασικής οφειλής τουλάχιστον δεκαπλάσιου της ελάχιστης δόσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος Κεφαλαίου, έως και τις 27 Απριλίου 2015, χορηγείται στον οφειλέτη ισόποση απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσµης καταβολής του προγράµµατος ρύθµισης που θα επιλέξει. Το ανωτέρω πρέπει να δηλώνεται ως προκαταβολή από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήµατος υπαγωγής και να καταβάλεται εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών από την υποβολή της αίτησης. Οι δόσεις της ρύθµισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των εποµένων µηνών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Η πληρωµή της προκαταβολής και των δόσεων ρύθµισης διενεργείται µε τη χρήση µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.
Σε περίπτωση µη εµπρόθεσµης καταβολής των δέκα (10) πρώτων δόσεων της ρύθµισης, εφόσον οι δόσεις είναι περισσότερες από δέκα (10) ή όλων των υπολειπόµενων δόσεων, εφόσον οι δόσεις είναι λιγότερες από δέκα (10), βεβαιώνεται ως δηµόσιο έσοδο σε βάρος του οφειλέτη ποσό ίσο µε το ποσό απαλλαγής κατά το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Επί της κύρωσης του προηγούµενου εδαφίου δεν υπολογίζονται επιβαρύνσεις εκπρόθεσµης καταβολής κατά την κείµενη νοµοθεσία
Αρµοδιότητα χορήγησης ρύθµισης
Αρµόδιος για τη χορήγηση των ρυθµίσεων του παρόντος Κεφαλαίου είναι ο Υπουργός Οικονοµικών, ο οποίος δύναται µε απόφασή του να µεταβιβάζει την αρµοδιότητα αυτή ή να εξουσιοδοτεί να υπογράφουν µε εντολή του άλλα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.
Καθορισµός ειδικότερων θεµάτων και λεπτοµερειών
Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ρυθµίζονται ειδικότερα θέµατα και λεπτοµέρειες για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και δύνανται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υπαγωγή σε αυτές.
Άρθρο 1
Έχοντας υπόψη:
1. Την παράγραφο 1 του άρθρου 44 του Συντάγµατος.
2. Την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης: α) για την κεφαλαιακή ενίσχυση της επιχείρησης µε την επωνυµία «Ελληνική Βιοµηχανία Ζάχαρης Α.Ε.» και την εξασφάλιση της απαραίτητης ρευστότητας προκειµένου να παρασχεθεί η στήριξη στους τευτλοπαραγωγούς κατά την έναρξη της καλλιεργητικής περιόδου, να ολοκληρωθεί η τευτλοκαλλιέργεια και τευτλοπαραγωγή και να διασφαλισθούν η συνέχεια της λειτουργίας και η βιωσιµότητα της εν λόγω επιχείρησης και β) για τη ρύθµιση των φορολογικών εκκρεµοτήτων των πολιτών και των επιχειρήσεων που, λόγω της κρίσης, της µείωσης µισθών και της ανεργίας, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, καθώς και για την ταυτόχρονη αύξηση των δηµοσίων εσόδων.
3. Τη σχετική πρόταση του Υπουργικού Συµβουλίου.
Αποφασίζουμε
Άρθρο Πρώτο
Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων του άρθρου 145 και 146 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), του Κανονισµού ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυµάτων, όπως ισχύει, και των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, κατά το µέτρο που εφαρµόζονται συµπληρωµατικά επί ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυµάτων, ποσό τριάντα εκατοµµυρίων (30.000.000) ευρώ εκ των µη διανεµηθέντων εισέτι διαθεσίµων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύµατος µε την επωνυµία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. καταβάλλεται άµεσα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής στην ελεγχόµενη από το πιστωτικό ίδρυµα επιχείρηση µε την επωνυµία Ελληνική Βιοµηχανία Ζάχαρης Α.Ε. έναντι µελλοντικής αυξήσεως µετοχικού κεφαλαίου αυτής προς κάλυψη της αναγκαίας κεφαλαιακής ενίσχυσής της και στο πλαίσιο διαφύλαξης της ακεραιότητας και της προστασίας της υπό ρευστοποίηση συµµετοχής του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύµατος στην παραπάνω βιοµηχανική επιχείρηση.
Άρθρο Δεύτερο
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4321/2015 (Α΄ 32) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:»
Άρθρο Τρίτο
Η ισχύς της παρούσας, η οποία θα κυρωθεί νοµοθετικά κατά το άρθρο 44 παράγραφος 1 του Συντάγµατος, αρχίζει από τη δηµοσίευσή της στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 27 Μαρτίου 2015
Άρθρο 18
Στο τέλος του άρθρου 15 του ν. 4321/2015 (Α΄ 32) προστίθεται νέο εδάφιο:
«Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που εκδίδεται εντός µηνός από τη λήξη της ανωτέρω προθεσµίας, και ανατρέχει στο χρόνο λήξης αυτής, δύναται να παρατείνεται για χρονικό διάστηµα µέχρι έναν (1) µήνα η καταληκτική ηµεροµηνία εφάπαξ εξόφλησης µέρους της βασικής οφειλής, µε τους όρους και τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.»
Πίστωση ποσών από κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυµάτων για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης
1. Στο τέλος του άρθρου 13 του ν. 4321/2015 (Α΄32) προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:
«Κατ’ εξαίρεση, µε την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήµατος περί υπαγωγής στη ρύθµιση του παρόντος νόµου, τα αποδιδόµενα ποσά από κατασχέσεις στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυµάτων, λαµβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσµίας του άρθρου 7 του παρόντος και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές, που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεµένα ποσά, µετά την πάροδο της νόµιµης προθεσµίας του άρθρου 30α και 32 του ν.δ. 356/1974, δεν έχουν αποδοθεί, µε επιµέλεια του οφειλέτη επισπεύδεται η απόδοση και εφαρµόζονται κατ’ αναλογία τα οριζόµενα στην περίπτωση του προηγούµενου εδαφίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόµου. Η διάταξη ισχύει από 22.3.2015.»
Μη βεβαιωµένες φορολογικές και µη οφειλές που υπάγονται στη ρύθµιση
Στην περίπτωση 2 του άρθρου 4 του ν. 4321/2015 (Α΄32) η λέξη «φορολογικών» διαγράφεται.
Πίστωση ποσών από κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυµάτων για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης
1. Στο τέλος του άρθρου 13 του ν. 4321/2015 (Α΄32) προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:
«Κατ’ εξαίρεση, µε την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήµατος περί υπαγωγής στη ρύθµιση του παρόντος νόµου, τα αποδιδόµενα ποσά από κατασχέσεις στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυµάτων, λαµβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσµίας του άρθρου 7 του παρόντος και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές, που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεµένα ποσά, µετά την πάροδο της νόµιµης προθεσµίας του άρθρου 30α και 32 του ν.δ. 356/1974, δεν έχουν αποδοθεί, µε επιµέλεια του οφειλέτη επισπεύδεται η απόδοση και εφαρµόζονται κατ’ αναλογία τα οριζόµενα στην περίπτωση του προηγούµενου εδαφίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόµου. Η διάταξη ισχύει από 22.3.2015.»
Μη βεβαιωµένες φορολογικές και µη οφειλές που υπάγονται στη ρύθµιση
Στην περίπτωση 2 του άρθρου 4 του ν. 4321/2015 (Α΄32) η λέξη «φορολογικών» διαγράφεται.
Κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων
Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση.
Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 (ΦΕΚ 224 Α΄) δεν εφαρμόζονται. Για την ανωτέρω διαδικασία δεν καταβάλλονται έξοδαΔεν επιβάλλεται, με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, κατάσχεση για απαιτήσεις που υπολείπονται του συνολικού ποσού ύψους πενήντα (50) ευρώ, και, εφόσον επιβληθεί, δεν υποβάλλεται η δήλωση του άρθρου 32, τυχόν δε υφιστάμενο ποσό δεν αποδίδεται. Σε περίπτωση κατά την οποία επιβλήθηκε κατάσχεση για συνολικό ποσό το οποίο υπερβαίνει αυτό του προηγούμενου εδαφίου και το προς απόδοση ποσό υπολείπεται των πενήντα (50) ευρώ, αυτό δεν αποδίδεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο αλλά σε χρόνο κατά τον οποίο θα υπερβεί το παραπάνω όριο.
Δήλωσις Τρίτου
1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου. Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων η δήλωση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται εντός οκτώ εργασίμων ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.
Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως.
Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι' αναφοράς επιδιδομένης δια δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου της κατοικίας του ή διαμονής του, όστις συντάσσει έκθεσιν εφ' απλού χάρτου ήν αποστέλει εις τον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου εντός 24 ωρών.
2. Η γενομένη επί τη κατασχέσει του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει δια το Δημόσιον μόνον εφ' όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαιώσιν.
Κατασχέσεις στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων
Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση.
Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 (ΦΕΚ 224 Α΄) δεν εφαρμόζονται. Για την ανωτέρω διαδικασία δεν καταβάλλονται έξοδαΔεν επιβάλλεται, με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, κατάσχεση για απαιτήσεις που υπολείπονται του συνολικού ποσού ύψους πενήντα (50) ευρώ, και, εφόσον επιβληθεί, δεν υποβάλλεται η δήλωση του άρθρου 32, τυχόν δε υφιστάμενο ποσό δεν αποδίδεται. Σε περίπτωση κατά την οποία επιβλήθηκε κατάσχεση για συνολικό ποσό το οποίο υπερβαίνει αυτό του προηγούμενου εδαφίου και το προς απόδοση ποσό υπολείπεται των πενήντα (50) ευρώ, αυτό δεν αποδίδεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο αλλά σε χρόνο κατά τον οποίο θα υπερβεί το παραπάνω όριο.
Δήλωσις Τρίτου
1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου. Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων η δήλωση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται εντός οκτώ εργασίμων ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.
Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως.
Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι' αναφοράς επιδιδομένης δια δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου της κατοικίας του ή διαμονής του, όστις συντάσσει έκθεσιν εφ' απλού χάρτου ήν αποστέλει εις τον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου εντός 24 ωρών.
2. Η γενομένη επί τη κατασχέσει του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει δια το Δημόσιον μόνον εφ' όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαιώσιν.