.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 1778/2012

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Οκτωβρίου 2007, με την εξής σύνθεση: Δημ. Πετρούλιας, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και της Αναπληρώτριας Προέδρου, που είχαν κώλυμα, Χρ. Ράμμος, Γ. Παπαγεωργίου, Ε. Νίκα, Ηρ. Τσακόπουλος, Σύμβουλοι, Ηλ. Μάζος, Ο. Νικολαράκου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Αικ. Ρίπη.

Για να δικάσει την από 14 Μαρτίου 2007 αίτηση:

της ανώνυμης εμπορικής και βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία …, η οποία παρέστη με τη δικηγόρο Σταματία Ασημακοπούλου (Α.Μ. 11517), που τη διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,

κατά των Υπουργών: 1) Ανάπτυξης, 2) Οικονομίας και Οικονομικών και 3) Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, οι οποίοι παρέστησαν με τον Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

και κατά των παρεμβαινουσών : 1) εταιρείας με την επωνυμία ……και 3) εταιρείας με την επωνυμία …, η οποία παρέστη με το δικηγόρο Λάζαρο Παυλίδη (Α.Μ. 4211 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα εταιρεία επιδιώκει να ακυρωθούν : 1) η Δ1/Α/3495/14.2.2007 κοινή απόφαση των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, 2) η Δ1/Α/167/4.1.2007 κοινή απόφαση των ως άνω Υφυπουργών, 3) η Δ1/Α/4006/20.2.2007 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης και 4) κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ηρ. Τσακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία της αιτούσης εταιρείας, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση, τους πληρεξουσίους των παρεμβαινουσών εταιρειών και τον αντιπρόσωπο των Υπουργών, οι οποίοι ζήτησαν την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (γραμμάτια παραβόλου 831302 και 1881442/2007).

2. Επειδή, ζητείται η ακύρωση των κοινών αποφάσεων των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων α) Δ1/Α/3495/14.2.2007 «Έγκριση κατανομής, για το έτος 2007, ποσότητας 114.000 χιλιολίτρων αυτούσιου βιοντίζελ που υπόκεινται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς των διατάξεων του άρθρου 78 παρ. 6 του Ν. 2960/2001, όπως ισχύει, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 Α παρ. 5 του Ν. 3054/2002, όπως ισχύει» (Β. 258/27.2.2007) και β) Δ1/Α/167/4.1.2007 «Έγκριση κατανομής, για το μήνα Ιανουάριο 2007, ποσότητας 9.500 χιλιολίτρων αυτούσιου βιοντίζελ που υπόκειται…» στο παραπάνω φορολογικό καθεστώς (Β. 54/24.1.2007), καθώς και γ) της αποφάσεως Δ1/Α/4006/20.2.2007 του Υφυπουργού Ανάπτυξης «Οδηγίες για την ορθή εφαρμογή της Κοινής Υπουργικής Απόφασης Δ1/3495/14.02.2007 σχετικά με την κατανομή, για το έτος 2007, ποσότητας 114.000 χιλιολίτρων αποφορολογημένου αυτούσιου βιοντίζελ».

3. Επειδή, η οδηγία 2003/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου «σχετικά με την προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων για τις μεταφορές» (Ε.Ε. L 123/17.5.2003) επιδιώκει, κατά το άρθρο 1 αυτής, «να προάγει τη χρήση βιοκαυσίμων ή άλλων ανανεώσιμων καυσίμων προς αντικατάσταση του πετρελαίου ντίζελ ή της βενζίνης στις μεταφορές σε κάθε κράτος μέλος, προκειμένου να συμβάλει στην επίτευξη στόχων όπως η τήρηση των δεσμεύσεων σχετικά με τις κλιματικές αλλαγές, η φιλική προς το περιβάλλον ασφάλεια του εφοδιασμού και η προώθηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας». Στο προοίμιο της οδηγίας αυτής αναφέρονται και τα εξής : «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Γκέτεμποργκ της 15ης και 16ης Ιουνίου 2001 συμφώνησε μια κοινοτική στρατηγική για τη βιώσιμη ανάπτυξη που συνίσταται σε σειρά μέτρων, τα οποία περιλαμβάνουν την ανάπτυξη των βιοκαυσίμων… Υπάρχει… ευρύ φάσμα βιομάζας ικανής να παράγει βιοκαύσιμα από γεωργικά και δασικά προϊόντα, από απόβλητα και κατάλοιπα της δασοκομίας, της δασοκομικής βιομηχανίας και της γεωργικής βιομηχανίας τροφίμων… . Στον τομέα των μεταφορών αναλογεί άνω του 30% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας στην Κοινότητα… Η αυξημένη χρήση των βιοκαυσίμων στις μεταφορές… αποτελεί ένα εκ των εργαλείων με τα οποία η Κοινότητα μπορεί να περιορίσει την εξάρτησή της από εισαγόμενη ενέργεια… Η προώθηση της χρήσης βιοκαυσίμων… θα μπορούσε να δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για την βιώσιμη αγροτική ανάπτυξη… [και] να συμβάλει στη μείωση… των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου… Βιοκαύσιμα σε καθαρή μορφή ή σε μείγμα μπορούν καταρχήν να χρησιμοποιούνται στα υπάρχοντα μηχανοκίνητα οχήματα και με τα υπάρχοντα συστήματα διανομής καυσίμων…». Η οδηγία ορίζει, πλην άλλων, τα εξής : «Άρθρο 2.1 Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί : α) «βιοκαύσιμα» : υγρό ή αέριο καύσιμο για τις μεταφορές το οποίο παράγεται από βιομάζα ? β) «βιομάζα» : το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα προϊόντων, αποβλήτων και καταλοίπων από γεωργικές (συμπεριλαμβανομένων φυτικών και ζωικών ουσιών), δασοκομικές και συναφείς βιομηχανικές δραστηριότητες, καθώς και το βιοαποικοδομήσιμο κλάσμα των βιομηχανικών και αστικών αποβλήτων ? γ) «άλλα ανανεώσιμα καύσιμα» : ανανεώσιμα καύσιμα εκτός των βιοκαυσίμων, που προέρχονται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας… Άρθρο 3. 1. α) Τα κράτη μέλη θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι μια ελάχιστη αναλογία βιοκαυσίμων και άλλων ανανεώσιμων καυσίμων διατίθεται στις αγορές τους, και καθορίζουν, προς τούτο, εθνικούς ενδεικτικούς στόχους. β) ι) … ιι) Μια τιμή αναφοράς για τους στόχους αυτούς είναι 5,75%… επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ, προς χρήση στις μεταφορές, που διατίθενται στις αγορές τους μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010. 2. Τα βιοκαύσιμα μπορούν να διατίθενται … α) ως αμιγή βιοκαύσιμα… β) ως βιοκαύσιμα αναμεμιγμένα με παράγωγα πετρελαιοειδών…».

4. Επειδή, η ελληνική νομοθεσία προσαρμόσθηκε στην παραπάνω οδηγία με διατάξεις, που προστέθηκαν αφ’ ενός μεν στον Τελωνειακό Κώδικα, αφ’ ετέρου δε στον νόμο περί πετρελαιοειδών. Ειδικότερα, ο Τελωνειακός Κώδικας (ν. 2960/2001, Α. 265) ορίζει, στο άρθρο 1 παρ. 1, ότι «Η Τελωνειακή Νομοθεσία, που θεσπίζεται με τον παρόντα Κώδικα, εφαρμόζεται από τις Τελωνειακές Αρχές : α) στις εμπορικές συναλλαγές της χώρας με τρίτες χώρες, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη κοινοτική νομοθεσία, β) στα προϊόντα που υπόκεινται σε Ειδικούς Φόρους Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) και γ) στα κοινοτικά ή μη εμπορεύματα που τελούν υπό ειδική τελωνειακή παρακολούθηση», στο άρθρο 53 ότι «Επιβάλλεται… Ε.Φ.Κ. στα ενεργειακά προϊόντα, στην ηλεκτρική ενέργεια, στην αλκοόλη, στα αλκοολούχα ποτά και στα βιομηχανοποιημένα καπνά…». Στο άρθρο 7 παρ. 1 και 2 του Κώδικα αυτού (όπως το εν λόγω άρθρο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3336/2005, Α. 96) προσδιορίζονται τα προϊόντα που θεωρούνται ενεργειακά για την εφαρμογή του Κώδικα. Με την κοινή απόφαση Φ.1643/820/23.12.2005 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, που εκδόθηκε κατ’ επίκληση του άρθρου 78 παρ. 6 του Τελωνειακού Κώδικα (που παρατίθεται κατωτέρω), στον παραπάνω κατάλογο των ενεργειακών προϊόντων προστέθηκε και το «βιοντίζελ του κωδικού Σ.Ο. 38249099, που καθορίζεται με την απόφαση ΑΧΣ [Ανωτάτου Χημικού Συμβουλίου] 334/2004». Στο άρθρο 73 του Τελωνειακού Κώδικα προσδιορίζονται οι συντελεστές του Ε.Φ.Κ. ανά προϊόν και ανά μονάδα επιβολής, με το άρθρο δε 34 παρ. 1 του ν. 3340/2005 (Α. 112), προστέθηκε διάταξη, με την οποία ο εν λόγω συντελεστής για το παραπάνω προϊόν (βιοντίζελ) ορίζεται σε 245 ευρώ ανά χίλια (1000) λίτρα. Στο άρθρο 78 του Τελωνειακού Κώδικα (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 8 του ν. 3336/2005), προβλέπονται απαλλαγές από τον Ε.Φ.Κ.. Στο άρθρο αυτό προστέθηκε, με το άρθρο 34 παρ. 2 του ν. 3340/2005, παράγραφος 6, με την οποία θεσπίσθηκε απαλλαγή από τον Ε.Φ.Κ. για συγκεκριμένες ποσότητες αυτούσιου βιοντίζελ. Συγκεκριμένα, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι ο συντελεστής του Ε.Φ.Κ. «ορίζεται σε 0 ευρώ ανά χιλιόλιτρο» για ποσότητες αυτούσιου βιοντίζελ της παραπάνω περιπτώσεως κστ΄ 51.000, 91.000 και 114.000 χιλιολίτρων για τις χρονικές περιόδους 1.1.2005 έως 31.12.2005, 1.1.2006 έως 31.12.2006 και 1.1.2007 έως 31.12.2007, αντιστοίχως, και περαιτέρω, περιέχει την εξής εξουσιοδότηση (βάσει της οποίας εκδόθηκε η προαναφερθείσα ΚΥΑ Φ.1643/820/2005) : «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης ορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής της παρούσας παραγράφου, καθώς και ο τρόπος παρακολούθησης και ελέγχου της νόμιμης παραγωγής, ανάμιξης, διακίνησης και θέσης σε ανάλωση των παραλαμβανομένων με μηδενικό συντελεστή Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης ποσοτήτων αυτούσιων βιοντίζελ».

5. Επειδή, εξ άλλου, με το ν. 3423/2005 «Εισαγωγή στην Ελληνική Αγορά των Βιοκαυσίμων και των Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων» (Α. 304) επήλθαν μεταβολές στον ν. 3054/2002 «Οργάνωση της αγοράς πετρελαιοειδών και άλλες διατάξεις» (Α. 230). Ειδικότερα, στο άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3054/2002 (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3423/2005) ορίζεται ότι «… Για την εφαρμογή του νόμου αυτού θεωρούνται επίσης πετρελαιοειδή προϊόντα και τα υγρά και αέρια βιοκαύσιμα και τα άλλα Ανανεώσιμα Καύσιμα που υποκαθιστούν προϊόντα διύλισης του αργού πετρελαίου… είτε αυτούσια είτε σε μίγμα με προϊόντα διύλισης του αργού πετρελαίου», στο άρθρο 4 ότι «1. Η άσκηση των δραστηριοτήτων Διύλισης, Διάθεσης Βιοκαυσίμων, Εμπορίας, Λιανικής Εμπορίας, Μεταφοράς με Αγωγό πετρελαιοειδών προϊόντων… επιτρέπεται μόνον εφόσον έχει χορηγηθεί η αντίστοιχη άδεια [η παράγραφος 1 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 2 του ν. 3423/2005]… 5. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης εκδίδεται ο Κανονισμός Αδειών που προβλέπεται στο άρθρο 14 του νόμου αυτού…» και στο άρθρο 14 παρ. 1 ότι «Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης… θεσπίζεται Κανονισμός Αδειών…», με τον οποίο ρυθμίζονται, μεταξύ άλλων, οι όροι και προϋποθέσεις για την χορήγηση των αδειών, τα στοιχεία και ο χρόνος διαρκείας αυτών, το περιεχόμενο των σχετικών αιτήσεων και τα υποβαλλόμενα δικαιολογητικά. Περαιτέρω, το άρθρο 5 Α του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3423/2005, ορίζει τα εξής : «1. Για την άσκηση της δραστηριότητας της ?ιάθεσης Βιοκαυσίµων απαιτείται Άδεια ?ιάθεσης Βιοκαυσίµων. Η άδεια αυτή χορηγείται σε ανώνυµες εταιρείες ή εταιρείες περιορισµένης ευθύνης που εδρεύουν σε Κράτος-µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και σε Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις (Α.Σ.Ο.), κάθε βαθµού και Συνεταιριστικές Εταιρείες (Σ.Ε.), κατά το ν. 2810/2000 (ΦΕΚ Α΄ 61). Απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της άδειας αυτής είναι η κατοχή άδειας λειτουργίας Μονάδας Παραγωγής Βιοκαυσίµων, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις οικείες διατάξεις του ν. 3325/2005 (ΦΕΚ 68 Α) ή η ύπαρξη ενεργών συµβάσεων αγοράς αυτούσιων Βιοκαυσίµων ή Άλλων Ανανεώσιµων Καυσίµων από μονάδες παραγωγής τους, εντός ή εκτός της Ελληνικής Επικράτειας. 2. Ο κάτοχος Άδειας ?ιάθεσης Βιοκαυσίµων μπορεί να παράγει ή να εισάγει αυτούσια Βιοκαύσιµα και Άλλα Ανανεώσιµα Καύσιµα και να διαθέτει αυτά εντός της Ελληνικής Επικράτειας, σε κατόχους Άδειας ?ιύλισης, Άδειας Εµπορίας κατηγορίας Α και σε Τελικούς Καταναλωτές. Τα υγρά Βιοκαύσιµα που προορίζονται για ανάµιξη µε προϊόντα διύλισης του αργού πετρελαίου διατίθενται µόνο σε κατόχους Άδειας ?ιύλισης ή Άδειας Εµπορίας κατηγορίας Α. 3. Ο κάτοχος Άδειας ?ιάθεσης Βιοκαυσίµων υποχρεούται να διαθέτει κατάλληλους αποθηκευτικούς χώρους µε όγκο τουλάχιστον 100 κυβικά µέτρα για την αποθήκευση αυτούσιων Βιοκαυσίμων και Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων». Με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3423/2005 ορίζεται ότι «Μέχρι τη συμπλήρωση του κανονισμού που προβλέπεται από το άρθρο 14 του ν. 3054/2002, η δραστηριότητα της Διάθεσης Βιοκαυσίμων μπορεί να ασκείται από πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας Διάθεσης Βιοκαυσίμων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5Α, χωρίς την κατοχή της άδειας αυτής, ύστερα από έγκριση που χορηγείται από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Ανάπτυξης». Εξ άλλου, το άρθρο 15Α του ν. 3054/2002, που προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3423/2005 ορίζει τα εξής : «1. Τα Βιοκαύσιμα και τα Άλλα Ανανεώσιμα Καύσιμα μπορούν να διατίθενται είτε αυτούσια είτε σε μίγμα με προϊόντα διύλισης του αργού πετρελαίου, εφόσον πληρούν τις τεχνικές προδιαγραφές που καθορίζονται με αποφάσεις του Ανώτατου Χημικού Συμβουλίου… . 2. Η ανάμιξη των αυτούσιων Βιοκαυσίμων ή Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων με τα αντίστοιχα συμβατά προϊόντα διύλισης του αργού πεταρελαίου πραγματοποιείται με ευθύνη των κατόχων Άδειας Διύλισης ή Άδειας Εμπορίας κατηγορίας Α, στις εγκαταστάσεις τους. … 4. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων καταρτίζεται «Πρόγραμμα Κατανομής Ποσοτήτων Βιοκαυσίμων» (στο εξής «Πρόγραμμα»). Η διάρκεια του Προγράμματος αυτού ορίζεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010. Στο Πρόγραμμα μπορούν να συμμετέχουν τα πρόσωπα που πληρούν τις προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονται στην περίπτωση α΄ της παραγράφου 5. Στο ίδιο Πρόγραμμα καθορίζονται τα κριτήρια, η διαδικασία και η μεθοδολογία κατανομής των ποσοτήτων των αυτούσιων Βιοκαυσίμων και των Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων [που υπόκεινται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς των διατάξεων του άρθρου 78 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α΄)], η διαδικασία ελέγχου της συνδρομής των προϋποθέσεων που αφορούν τα πρόσωπα που μπορούν να συμμετέχουν στο Πρόγραμμα και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια. Για την κατανομή των ποσοτήτων των αυτούσιων Βιοκαυσίμων και των Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων που αναφέρονται στο προηγούμενο εδάφιο, λαμβάνονται απαραιτήτως υπόψη τα ακόλουθα: α) η δυναμικότητα των Μονάδων Παραγωγής Βιοκαυσίμων ή οι ποσότητες Βιοκαυσίμων ή Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων που εισάγονται από μονάδες παραγωγής Βιοκαυσίμων εγκατεστημένες σε κράτος?μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποδεικνύονται από τις σχετικές Συμβάσεις, β) οι ποσότητες Βιοκαυσίμων και Άλλων Ανανεώσιμων καυσίμων που υπόκεινται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς των διατάξεων του άρθρου 78 του ν. 2960/2001 και διακινήθηκαν από κάθε συμμετέχοντα στο Πρόγραμμα κατά τα προηγούμενα έτη συμμετοχής του σε αυτό, γ) κατά προτεραιότητα, επικυρωμένες από τις οικείες Διευθύνσεις Αγροτικής Ανάπτυξης των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων (Ν.Α.) συμβάσεις προμήθειας των απαιτούμενων πρώτων υλών για Μονάδα Παραγωγής Βιοκαυσίμων, οι οποίες προέρχονται από ενεργειακές καλλιέργειες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Κεφαλαίου 8 του Κανονισμού 1973/2004 της Επιτροπής της 29ης Οκτωβρίου 2004 (ΕΕΕΚ L. 345 της 20ής Νοεμβρίου 2004) και οι ποσότητες Βιοκαυσίμων που παράγονται στο χώρο γεωργικής εκμετάλλευσης του συμμετέχοντος στο Πρόγραμμα, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ανωτέρω Κανονισμού. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι εγγυήσεις που απαιτούνται για τη συμμετοχή στο Πρόγραμμα, ανά κατηγορία συμμετέχοντος, καθώς και οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους συμμετέχουν στο Πρόγραμμα, αν δεν διαθέτουν, εντός της Ελληνικής Επικράτειας, το σύνολο της ποσότητας αυτούσιων Βιοκαυσίμων και Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων που υποχρεούνται να διαθέσουν σύμφωνα με το Πρόγραμμα. … 5. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που εκδίδεται κάθε έτος πριν από την 30ή Απριλίου, εγκρίνεται η συμμετοχή των ενδιαφερομένων στο Πρόγραμμα και καθορίζεται η κατανομή, ανά συμμετέχοντα, για το επόμενο έτος, των ποσοτήτων των αυτούσιων Βιοκαυσίμων και Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων που υπόκεινται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς των διατάξεων του άρθρου 78 του ν. 2960/2001, σύμφωνα με το Πρόγραμμα. Για την έγκριση συμμετοχής στο Πρόγραμμα απαιτούνται: α) η κατοχή, κατά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, άδειας εγκατάστασης για Μονάδα Παραγωγής Βιοκαυσίμων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις οικείες διατάξεις του ν. 3325/2005 ή απόφασης έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, όπου και εφόσον απαιτείται από τις κείμενες διατάξεις, σε περίπτωση εξαίρεσης από την υποχρέωση λήψης άδειας εγκατάστασης ή η προσκόμιση συμβάσεων αγοράς αυτούσιων Βιοκαυσίμων ή Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων, για το επόμενο έτος, από μονάδες παραγωγής Βιοκαυσίμων εγκατεστημένες σε κράτος ? μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και β) η προσκόμιση των απαιτούμενων εγγυήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης που εκδίδεται κατά την παράγραφο 4. Ειδικά για τα έτη 2005, 2006 και 2007, η κατανομή των ποσοτήτων αυτούσιων Βιοκαυσίμων και των Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων, που υπόκεινται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς των διατάξεων του άρθρου 78 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265 Α’), όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 34 του ν. 3340/2005 (ΦΕΚ 112 Α΄), καθορίζεται με απόφαση που εκδίδεται κατά το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου, χωρίς να απαιτείται η κατάρτιση του Προγράμματος που προβλέπεται στην παράγραφο 4 αυτού. Κατά την έκδοση της απόφασης αυτής λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια των περιπτώσεων α΄, β΄ και γ΄ της παραγράφου 4. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι εγγυήσεις που οφείλουν να προσκομίσουν τα πρόσωπα στα οποία έγινε η κατανομή και οι διοικητικές κυρώσεις που επιβάλλονται σε βάρος τους, αν τα πρόσωπα αυτά δεν διαθέτουν εντός της Ελληνικής Επικράτειας το σύνολο των ποσοτήτων των αυτούσιων Βιοκαυσίμων και των Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων που τους έχουν κατανεμηθεί. Οι κυρώσεις δεν επιβάλλονται αν τα πρόσωπα που αναφέρονται στα προηγούμενα εδάφια επικαλούνται και αποδεικνύουν λόγους ανωτέρας βίας. [Η πρώτη περίοδος του προτελευταίου εδαφίου της παρ. 5 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ. 1 άρθρ. 36 Ν. 3522/2006, ΦΕΚ Α 276]… 6. Όποιος έχει λάβει έγκριση κατανομής ποσοτήτων αυτούσιων Βιοκαυσίμων και Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων που υπόκεινται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς των διατάξεων του άρθρου 78 του ν. 2960/2001, αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαθέτει αυτές εντός της Ελληνικής Επικράτειας. 7. Οι ποσότητες αυτούσιων υγρών Βιοκαυσίμων που υπόκεινται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς των διατάξεων του άρθρου 78 του ν. 2960/2001, οι οποίες προσφέρονται από Μονάδες Παραγωγής Βιοκαυσίμων και προορίζονται για ανάμειξη με προϊόντα διύλισης αργού πετρελαίου, παραλαμβάνονται υποχρεωτικά και διατίθενται στην Ελληνική Επικράτεια από: α) κατόχους Άδειας Διύλισης, β) κατόχους Άδειας Εμπορίας κατηγορίας Α΄, εφόσον αυτοί πραγματοποιούν εισαγωγές έτοιμων προϊόντων διύλισης αργού πετρελαίου. Η υποχρέωση αυτή ισχύει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010. Με την απόφαση που εκδίδεται σύμφωνα με την παράγραφο 5, καθορίζεται ανά υπόχρεο η μεγίστη ποσότητα των αυτούσιων υγρών Βιοκαυσίμων που υποχρεούνται να παραλαμβάνουν οι κάτοχοι Άδειας Διύλισης και οι κάτοχοι Άδειας Εμπορίας κατηγορίας Α΄, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο και ρυθμίζεται κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια. Οι κάτοχοι των ανωτέρω αδειών υποχρεούνται να διαθέτουν τις ποσότητες υγρών Βιοκαυσίμων που παραλαμβάνουν, κατά τα ανωτέρω, σε κατόχους Άδειας Εμπορίας κατηγορίας Α΄ και Άδειας Λιανικής Εμπορίας που αναφέρονται στην παράγραφο 3α του άρθρου 7 και σε Προμηθευτικούς Συνεταιρισμούς ή Κοινοπραξίες που αναφέρονται στην παράγραφο 10 του άρθρου 7, οι οποίοι υποχρεούνται να παραλαμβάνουν και να διαθέτουν εντός της Ελληνικής Επικράτειας τις ποσότητες αυτές, εφόσον τους παραδίδονται σε μείγμα μέχρι 5% κατ’ όγκο με προϊόντα διύλισης του αργού πετρελαίου. Οι ανωτέρω υποχρεώσεις διάθεσης και παραλαβής ισχύουν μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2010». Τέλος, με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3423/2005 ορίζεται ότι «Η συμμετοχή των Βιοκαυσίμων και των Άλλων Ανανεώσιμων Καυσίμων στην ελληνική αγορά, έως την 31η Δεκεμβρίου 2010, καθορίζεται σε ποσοστό 5,75%, το οποίο υπολογίζεται επί του ενεργειακού περιεχομένου του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου εσωτερικής καύσης ντίζελ που διατίθενται προς χρήση στις μεταφορές».

6. Επειδή, με την δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση εγκρίθηκε «σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15Α παρ. 5 του ν. 3054/2002» [άρθρο 6 του ν. 3423/2005] για τον μήνα Ιανουάριο 2007 και «μέχρι την έκδοση της απόφασης έγκρισης κατανομής για το έτος 2007» η κατανομή σε πέντε (5) εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η αιτούσα, συγκεκριμένων ποσοτήτων βιοντίζελ υποκείμενου στο ειδικό φορολογικό καθεστώς του άρθρου 78 του Τελωνειακού Κώδικα. Ακολούθως, εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, με την οποία εγκρίθηκε η κατανομή για ολόκληρο το έτος 2007 σε δεκατρεις (13) εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η αιτούσα, συγκεκριμένων ποσοτήτων βιοντίζελ υποκείμενων στο παραπάνω καθεστώς, ενώ με την τρίτη προσβαλλόμενη πράξη δόθηκαν οδηγίες «για την ορθή εφαρμογή» της τελευταίας αυτής πράξης.

7. Επειδή, στο π.δ. 361/2001 «Κατανομή σε Τμήματα των υποθέσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας» (Α. 244) ορίζεται ότι «στο Β΄ Τμήμα… υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή της νομοθεσίας για : α) τους φόρους, δασμούς, εισφορές, τέλη και συναφή δικαιώματα του Δημοσίου…» (άρθρο 2 παρ. 1 περ. α), καθώς και ότι «στο Δ΄ Τμήμα… υπάγονται τα ένδικα βοηθήματα και μέσα που αφορούν διαφορές οι οποίες δεν ανήκουν στην αρμοδιότητα των άλλων Τμημάτων, όπως είναι ιδίως οι σχετικές με : α) την άσκηση κάθε είδους επαγγέλματος ή επιχείρησης, β) τις επιδοτήσεις επενδύσεις και κάθε είδους ενισχύσεις για αναπτυξιακούς σκοπούς…» (άρθρο 4 παρ. 1 περ. δ΄). Οι προσβαλλόμενες με την κρινόμενη αίτηση πράξεις έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 15 Α παρ. 4 και 5 του ν. 3054/2002. Οι διατάξεις αυτές αφορούν κατανομή ποσοτήτων βιοκαυσίμων μεταξύ επιχειρήσεων, που εκδηλώνουν ενδιαφέρον να τις διακινήσουν στην ελληνική αγορά. Το γεγονός δε ότι τα εν λόγω βιοκαύσιμα υπόκεινται σε ειδικό φορολογικό καθεστώς, απαλλασσόμενα του ειδικού φόρου κατανάλωσης, αφού ο συντελεστής του εν λόγω φόρου έχει ορισθεί μηδενικός, δεν αναιρεί τον χαρακτήρα των επίμαχων διατάξεων ως εντασσομένων στην νομοθεσία για τα πετρελαιοειδή και εν γένει τα ενεργειακά προϊόντα, εφ’ όσον αυτές ρυθμίζουν την κατανομή και διάθεση των βιοκαυσίμων στην ελληνική αγορά και τα συναφή θέματα. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, στεφόμενη κατά πράξεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, δεν προκαλεί φορολογική διαφορά και ως εκ τούτου η εκδίκασή της ανήκει στην αρμοδιότητα του Δ΄ Τμήματος.

8. Επειδή, οι εταιρείες ………, οι οποίες περιλαμβάνονται στους δικαιούχους των κατανεμομένων με τις δύο πρώτες προσβαλλόμενες πράξεις ποσοτήτων βιοκαυσίμων, ζητούν, με παρεμβάσεις τους, που ασκούνται με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς, την απόρριψη των κρινομένων αιτήσεων.

9. Επειδή, με την έκδοση της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης, η οποία δημοσιεύθηκε την 27.2.2007 και με την οποία ρυθμίσθηκε η κατανομή των ποσοτήτων βιοντίζελ για ολόκληρο το έτος 2007, έπαυσε να ισχύει η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, η οποία αφορούσε την κατανομή μόνο για τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2007. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως, που ασκήθηκε την 15.3.2007, ήτοι μετά την λήξη της ισχύος της δεύτερης προσβαλλόμενης πράξης, είναι, ως προς την πράξη αυτή, απορριπτέα ως απαράδεκτη.

10. Επειδή, ο Υπουργός Ανάπτυξης εξέδωσε, την 22.12.2006, την υπ’ αριθ. Δ1/Α/25683 «Πρόσκληση για συμμετοχή στην κατανομή για το έτος 2007 ποσότητας 114.000 χιλιολίτρων αυτούσιου βιοντίζελ που υπόκειται στο ειδικό φορολογικό καθεστώς…» των διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα και του νόμου περί πετρελαιοειδών που παρατέθηκαν σε προηγούμενες σκέψεις, αναφέροντας τα υποβλητέα δικαιολογητικά και τάσσοντας προθεσμία υποβολής αιτήσεων των ενδιαφερομένων μέχρι την 12.1.2007. Είκοσι τρεις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις υπέβαλαν σχετικές αιτήσεις συμμετοχής, ο ίδιος δε Υπουργός ανέθεσε την αξιολόγηση των αιτήσεων αυτών σε Επιτροπή, που συγκρότησε με την απόφασή του Δ13/97.1/829/12.1.2007. Η Επιτροπή αυτή, σε ένα πρώτο στάδιο πραγματοποίησε «έλεγχο τυπικής πληρότητας των υποβαλλομένων δικαιολογητικών» και έκρινε, με το Πρακτικό της 1/19.1.2007, ότι έπρεπε να απορριφθούν δέκα (10) από τις παραπάνω αιτήσεις, σε δεύτερο δε στάδιο, με το Πρακτικό της 2/26.1.2007, κατένειμε την παραπάνω ποσότητα των 114.000 χιλιολίτρων βιοκαυσίμων μεταξύ των υπολοίπων δεκατριών επιχειρήσεων (στις οποίες περιλαμβάνονται η αιτούσα και οι παρεμβαίνουσες), λαμβάνοντας υπ’ όψη τα υποβληθέντα δικαιολογητικά και τα εξής κριτήρια : «α) τα κριτήρια που καθορίζονται στο άρθρο 15Α παρ. 4 του Ν. 3054/2002, όπως ισχύει, β) την ανάγκη προώθησης των εγχώριων ενεργειακών καλλιεργειών στα πλαίσια εφαρμογής του Κανονισμού 1973/2004 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γ) τα στοιχεία του Πίνακα 2, τα οποία προέκυψαν μετά από έλεγχο και επεξεργασία των προσκομισθέντων δικαιολογητικών, δ) την ανάγκη ασφαλούς, συνεχούς και απρόσκοπτου εφοδιασμού της αγοράς καυσίμων με την απαιτούμενη ποσότητα και ποιότητα βιοντίζελ, υπό συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού, ε) την ετοιμότητα παραγωγής των εγκαταστάσεων των αιτουσών εταιριών και την ωριμότητα των υπό κατασκευή μονάδων παραγωγής. στ) την απόφαση Δ1/Α/167/04.01.2007 των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΦΕΚ Β΄ 54), με την οποία εγκρίθηκε κατανομή για τον μήνα Ιανουάριου 2007 ποσότητας 9.500 χιλιολίτρων αποφορολογημένου αυτούσιου βιοντίζελ σε πέντε (5) εταιρίες, καθώς και ζ) τις μηνιαίες καταναλώσεις πετρελαίου κίνησης του προηγουμένου έτους, καθώς επίσης και το ότι η αγορά βιοντίζελ άρχισε να λειτουργεί πριν από ένα έτος και θα πρέπει να αναπτυχθεί με την ένταξη και νέων επιχειρήσεων σ’ αυτή, σε υγιές και ανταγωνιστικό περιβάλλον και ότι θα πρέπει να δοθεί ικανό μερίδιο της κατανομής σ’ αυτές». Με βάση τα κριτήρια αυτά και κατ’ εκτίμηση των υποβληθέντων δικαιολογητικών η Επιτροπή προέβη στην επίμαχη κατανομή καταρτίζοντας σχετικό πίνακα, καθώς και «προτεινόμενο… μηνιαίο χρονοδιάγραμμα παραδόσεων ανά εταιρία». Με την – δημοσιευθείσα την 27.2.2007 – προσβαλλόμενη πράξη εγκρίθηκε η παραπάνω κατανομή. Στην αιτούσα εταιρεία κατανεμήθηκε ποσότητα 11.500 χιλιολίτρων βιοκαυσίμων (έναντι ποσότητας 114.000 χιλιολίτρων, την οποία ζητούσε). Στο προοίμιο της πράξεως αυτής μνημονεύεται το από 29.1.2007 «εισηγητικό σημείωμα» της παραπάνω Επιτροπής, με το οποίο διαβιβάσθηκαν στα αρμόδια Υπουργεία τα προαναφερθέντα Πρακτικά 1 και 2, τα οποία, υπό τα δεδομένα αυτά, αποτελούν και την αιτιολογία της εν λόγω προσβαλλόμενης πράξεως.

11. Επειδή, όπως αναφέρθηκε και στην πέμπτη σκέψη, το άρθρο 15Α του ν. 3054/2002, (που προστέθηκε με το άρθρο 6 του ν. 3423/2005), προέβλεψε στην μεν παράγραφο 4 ότι καταρτίζεται «Πρόγραμμα Κατανομής Ποσοτήτων Βιοκαυσίμων» διάρκειας μέχρι την 31.12.2010, στην δε παράγραφο 5 ότι για την μεταβατική περίοδο των ετών 2005 και 2006 η κατανομή αυτή καθορίζεται με κοινή υπουργική απόφαση «χωρίς να απαιτείται η κατάρτιση του [παραπάνω] Προγράμματος». Με την μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 36 παρ. 1 του ν. 3522/2006 στην μεταβατική αυτή χρονική περίοδο προστέθηκε και το έτος 2007. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η «χρονική επέκταση» με την διάταξη αυτή «της προσωρινής ρύθμισης των θεμάτων κατανομής», η έκδοση δηλαδή της σχετικής κοινής υπουργικής αποφάσεως, χωρίς την προηγούμενη εκπόνηση του εν λόγω Προγράμματος, «αντίκειται στους ορισμούς της οδηγίας 2003/30/ΕΚ». Ο λόγος αυτός ακυρώσεως, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, είναι, πάντως, απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι η παραπάνω οδηγία περιορίζεται, κατά βάσιν, να θέσει, στο άρθρο 3 αυτής, τους ποσοτικούς στόχους σε σχέση με την κατανάλωση βιοκαυσίμων (:«… τιμή αναφοράς… 5,75%… επί του συνόλου της βενζίνης και του πετρελαίου ντίζελ, προς χρήση στις μεταφορές»), καθώς και τον αντίστοιχο χρόνο (:«… μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010»), καταλείποντας στα κράτη μέλη την αρμοδιότητα να καθορίσουν τον τρόπο, την διαδικασία και το χρονοδιάγραμμα για την επίτευξη των στόχων αυτών.

12. Επειδή, η αναφερόμενη στο άρθρο 15Α παρ. 4 περ. α΄ του ν. 3054/2002 (άρθρο 6 του ν. 3423/2005) «δυναμικότητα των Μονάδων Παραγωγής Βιοκαυσίμων», ως κριτήριο κατανομής ποσοτήτων βιοκαυσίμων στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, δεν νοείται αφηρημένα ως η εν δυνάμει παραγωγική ικανότητα των εγκαταστάσεων μιάς τέτοιας μονάδας, αλλά (νοείται) ως η πραγματική δυνατότητα παραγωγής βιοκαυσίμων της μονάδας αυτής κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, την οποία αφορά η κατανομή, σε συνάρτηση με τις απαραίτητες για την παραγωγή αυτή πρώτες ύλες, των οποίων την προμήθεια έχει εξασφαλίσει η συγκεκριμένη επιχείρηση για την ίδια χρονική περίοδο. Άλλωστε, ορίζοντας ο νόμος στις διατάξεις των περιπτώσεων α΄ και γ΄ της ίδιας παραγράφου ως κριτήρια κατανομής, τις ποσότητες των βιοκαυσίμων, που εισάγονται από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (περ. α΄) ή παράγονται από πρώτες ύλες προερχόμενες από εγχώριες ενεργειακές καλλιέργειες (περ. γ΄), αποβλέπει στις πραγματικές δυνατότητες εισαγωγής ή παραγωγής βιοκαυσίμων, αντιστοίχως, των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων κατά την παραπάνω χρονική περίοδο, εξ ου και αξιώνει την υποβολή στην Διοίκηση, ως αποδεικτικών στοιχείων, των σχετικών συμβάσεων. Αποδίδοντας την παραπάνω ορθή έννοια της διατάξεως, ως προς το κριτήριο της δυναμικότητας, η προαναφερθείσα «Πρόσκληση» όριζε ότι κάθε ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα έπρεπε να υποβάλει «σε περίπτωση που… θα παράξει τις αιτούμενες ποσότητες βιοντίζελ σε μονάδα παραγωγής βιοντίζελ, εντός της ελληνικής επικράτειας, που ανήκει στην κυριότητά του, αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τις πρώτες ύλες που θα χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή του βιοντίζελ (τύπος, χώρα προέλευσης, προμηθευτής, ποσότητες ανά κατηγορία, κ.λπ.)». Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η αιτούσα εζήτησε την κατανομή σε αυτήν ποσότητας 114.000 χιλιολίτρων βιοντίζελ για το έτος 2007. Στην σχετική αίτησή της ανέφερε ότι είχε εξασφαλίσει την προμήθεια ποσότητας 34.500 τόννων πρώτων υλών από έλληνες παραγωγούς, των οποίων τα στοιχεία παρέθετε αναλυτικά σε σχετικό πίνακα, προσέθετε δε ότι «οι υπόλοιπες ποσότητες θα παραχθούν από ηλιόσπορο, σογιόσπορο και κραμβόσπορο που θα εισαχθεί από τρίτες χώρες ή και χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανάλογα με την προσφορά που θα υπάρχει κατά τον χρόνο που θα προβούμε στην μεταποίησή τους». Στο Πρακτικό 2 της αρμόδιας Επιτροπής αναφέρεται ότι η αιτούσα εταιρεία διαθέτει μονάδα «παραγωγής… βιοντίζελ με ετήσια δυναμικότητα 280.000 χιλιόλιτρα» και ότι «σύμφωνα με τα προσκομισθέντα δικαιολογητικά, … δεν έχει διασφαλίσει πρώτες ύλες για την παραγωγή της αιτούμενης ποσότητας των 114.000 χιλιολίτρων… παρά μόνο για παραγωγή 34.500 χιλιολίτρων βιοντίζελ? … Έχει εξασφαλίσει συνολικά 290 τόνους κραμβελαίου εγχώριας προέλευσης, από τα οποία ως πρώτες ύλες μπορούν να παραχθούν ισάριθμα χιλιόλιτρα βιοντίζελ…». Βασιζόμενη στα στοιχεία αυτά η Διοίκηση, με την προσβαλλόμενη πράξη, κατένειμε στην εν λόγω εταιρεία για το έτος 2007 ποσότητα 11.500 χιλιολίτρων βιοντίζελ.

13. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η Διοίκηση, κατά παράβαση του νόμου και της αρχής του ίσου μέτρου κρίσεως, κατένειμε στην αιτούσα, με την προσβαλλόμενη πράξη, ποσότητα βιοκαυσίμων, που αντιστοιχεί μόνον στο 4% της πιστοποιημένης παραγωγικής δυναμικότητάς της, και αγνόησε το γεγονός ότι η εταιρεία αυτή διαθέτει την μεγαλύτερη, από πλευράς παραγωγικής δυναμικότητας, μονάδα βιοκαυσίμων στην Ελλάδα, ενώ οι κατανεμηθείσες στις άλλες επιχειρήσεις ποσότητες αντιστοιχούν σε πολύ υψηλότερα ποσοστά των δικών τους παραγωγικών δυνατοτήτων και ότι, υπό τα δεδομένα της υποθέσεως, η προσβαλλόμενη πράξη «είναι προϊόν ανεπίτρεπτων και ακραίων εκτιμήσεων και επιλογών σκοπιμότητας της Διοίκησης». Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, εφ’ όσον, όπως προκύπτει από την εκτεθείσα αιτιολογία, η Διοίκηση, για τον προσδιορισμό της κατανεμηθείσης στην αιτούσα ποσότητας, έλαβε υπ’ όψη, νομίμως κατά τα γενόμενα δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, όχι αφηρημένα την εν δυνάμει παραγωγική ικανότητα των εγκαταστάσεων της επιχειρήσεως αυτής, αλλά την πραγματική παραγωγική δυνατότητά της κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, δηλαδή σε συνάρτηση με την συγκεκριμένη ποσότητα των πρώτων υλών, την προμήθεια των οποίων είχε, σύμφωνα με τα οικεία στοιχειά και δικαιολογητικά, εξασφαλίσει και οι οποίες αντιστοιχούσαν στην τελικώς κατανεμηθείσα στην αιτούσα ποσότητα βιοκαυσίμων, ήτοι σε 34.000 χιλιόλιτρα. Εξ άλλου, η αιτούσα δεν προβάλλει ότι στην αίτηση που είχε υποβάλει στην Διοίκηση και στα συνημμένα σε αυτήν έγγραφα, είχε παραθέσει συγκεκριμένα αναλυτικά στοιχεία σχετικά με τις πρώτες ύλες που ήσαν απαραίτητες για την παραγωγή της υπόλοιπης – πέραν των 34.500 χιλιολίτρων – αιτουμένης ποσότητας βιοκαυσίμων, καίτοι την υποβολή τέτοιων στοιχείων αξίωνε (κατ’ ορθήν εφαρμογή του νόμου, παρά τα περί του αντιθέτου αβασίμως προβαλλόμενα) η σχετική από 22.12.2006 Πρόσκληση του Υπουργού Ανάπτυξης. Η αιτούσα, προκειμένου να στηρίξει τον προαναφερθέντα λόγο ακυρώσεως περί παραβάσεως του ίσου μέτρου κρίσεως, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι όλες οι άλλες επιχειρήσεις, στις οποίες με την προσβαλλόμενη πράξη κατανεμήθηκαν ποσότητες βιοκαυσίμων, «είχαν εξασφαλίσει ποσότητες εγχώριας πρώτης ύλης… υπολειπόμενες κατά πολύ της ποσότητας… βιοντίζελ που ζητούσαν να τους κατανεμηθεί…». Όμως, και ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το παραπάνω Πρακτικό 2/26.1.2007 και από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, η Διοίκηση προέβη στην επίμαχη κατανομή, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις εξασφαλισμένες πρώτες ύλες όχι μόνον από εγχώριες ενεργειακές καλλιέργειες, αλλά και από οποιαδήποτε άλλη προέλευση, ιδίως δε τις εισαγόμενες πρώτες ύλες, η αιτούσα δε δεν αμφισβητεί με συγκεκριμένους ισχυρισμούς τις σχετικές πραγματικές διαπιστώσεις που περιέχονται στο εν λόγω Πρακτικό. Ο Σύμβουλος Γ. Παπαγεωργίου υποστήριξε την εξής ειδικότερη γνώμη : Η απαρίθμηση των κριτηρίων κατανομής στην παράγραφο 4 του άρθρου 15Α του ν. 3054/2002 είναι ενδεικτική και όχι αποκλειστική. Ακόμη δε και αν θεωρηθεί ότι η παραγωγική δυναμικότητα, ως κριτήριο κατανομής, δεν νοείται σε συνάρτηση με τις κατά τ’ ανωτέρω εξασφαλισμένες πρώτες ύλες και ότι, συνεπώς, η περίπτωση α΄ της παραπάνω παραγράφου αφορά αποκλειστικά την τεχνική δυναμικότητα της παραγωγικής μονάδας, πάντως η λήψη υπ’ όψη των ποσοτήτων των εξασφαλισμένων πρώτων υλών ως προσθέτου – δηλαδή πέρα των ενδεικτικώς αναφερομένων στην εν λόγω παράγραφο – κριτηρίου είναι οπωσδήποτε νόμιμη, διότι ανταποκρίνεται στο πνεύμα και τον σκοπό των επίμαχων διατάξεων, όπως εκτέθηκε παραπάνω. Επομένως, κατά την ειδικότερη αυτή γνώμη, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Χ. Ράμμος, ο οποίος υποστήριξε την εξής γνώμη : Η απαρίθμηση των κριτηρίων κατανομής στην προαναφερθείσα παράγραφο 4 είναι αποκλειστική και όχι ενδεικτική. Ως δυναμικότητα δε, κατά την περίπτωση α΄ της παραγράφου αυτής, νοείται μόνον η τεχνική δυναμικότητα της Μονάδας παραγωγής βιοκαυσίμων, ασυνδέτως δηλαδή προς την ποσότητα των πρώτων υλών, την προμήθεια των οποίων έχει εξασφαλίσει η ενδιαφερόμενη επιχείρηση για συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Επομένως, κατά την μειοψηφήσασα αυτή γνώμη, ο εξεταζόμενος λόγος ακυρώσεως, κατά τον οποίο μη νομίμως η Διοίκηση, προκειμένου να προβεί στην επίμαχη κατανομή, έλαβε υπ’ όψη της τις ποσότητες των εξασφαλισμένων κατά τ’ ανωτέρω πρώτων υλών, θα έπρεπε να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

14. Επειδή, προβάλλεται, ότι μη νομίμως θεωρήθηκαν, με την προσβαλλόμενη πράξη, παραδεκτές οι αιτήσεις τριών εταιρειών εισαγωγής βιοκαυσίμων (…) «μολονότι τα δικαιολογητικά που προσκόμισαν δεν αφορούσαν συμβάσεις αγοράς ορισμένης ποσότητας αυτούσιου βιοντίζελ, αλλά… συμφωνητικά συνεργασίας με παραγωγούς οίκους της αλλοδαπής για την προμήθειά του». Οι λόγοι αυτοί ακυρώσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η εταιρεία …. είναι ιταλική εταιρεία, η οποία διαθέτει στην Ιταλία μονάδα παραγωγής βιοκαυσίμων και, επομένως, δεν όφειλε, για την συμμετοχή της στην κατανομή βιοκαυσίμων του έτους 2007, να προσκομίσει τις αναφερόμενες στο άρθρο 15Α παρ. 5 περ. α του ν. 3054/2002 συμβάσεις, δεδομένου ότι, κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, οι ενδιαφερόμενοι, που διαθέτουν τέτοια μονάδα εγκατεστημένη σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν βαρύνονται με την εν λόγω υποχρέωση. Εξ άλλου, όπως επίσης προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, για την συμμετοχή της στην επίδικη διαδικασία η εταιρεία … Α.Ε. προσκόμισε δύο συμβάσεις αγοράς βιοκαυσίμων, όπως αξιώνει η προαναφερθείσα διάταξη νόμου ? επομένως ο σχετικός ισχυρισμός της αιτούσης βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τέλος, όπως προκύπτει από τα ίδια στοιχεία, η εταιρεία …. Α.Ε. συνήψε με γερμανική εταιρεία σύμβαση, με βάση την οποία η τελευταία (γερμανική εταιρεία) αναλάμβανε την υποχρέωση να προμηθεύσει την … Α.Ε. όχι ορισμένη κατά μέγεθος ποσότητα βιοκαυσίμων, αλλά όλη την ποσότητα βιοκαυσίμων, που θα κατανεμόταν στην εν λόγω ελληνική εταιρεία για το έτος 2007. Υπό το περιεχόμενο αυτό νομίμως κρίθηκε από την Διοίκηση ότι η παραπάνω σύμβαση αποτελεί «σύμβαση αγοράς αυτούσιων βιοκαυσίμων» κατά την διάταξη του άρθρου 15 Α παρ. 5 περ. α του ν. 3054/2002, δεδομένου ότι, στην έννοια της διατάξεως αυτής εμπίπτει τόσο η σύμβαση αγοράς συγκεκριμένης ποσότητας βιοκαυσίμων, όσο και η σύμβαση προμήθειας από συγκεκριμένο παραγωγό ο οποίος αναλαμβάνει συμβατική υποχρέωση να προμηθεύσει ολόκληρη την ποσότητα που θα κατανεμηθεί με την σχετική υπουργική απόφαση στην ενδιαφερόμενη ελληνική επιχείρηση.

15. Επειδή, προβάλλεται ότι το κριτήριο της περιπτώσεως β΄ του άρθρου 15Α παρ. 4 (:«οι ποσότητες βιοκαυσίμων… που… διακινήθηκαν… κατά τα προηγούμενα έτη…») έχει όχι μόνο ποσοτικό, αλλά και ποιοτικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι, κατά την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού, λαμβάνεται υπ’ όψη και η συνέπεια του ενδιαφερομένου ως προς την εκπλήρωση της υποχρεώσεως διακινήσεως συγκεκριμένης ποσότητας βιοκαυσίμων, που είχε αναλάβει κατά το προηγούμενο έτος. Ισχυρίζεται δε, περαιτέρω, η αιτούσα ότι οι άλλες – πλην της ίδιας – επιχειρήσεις, στις οποίες κατανεμήθηκαν ποσότητες βιοκαυσίμων με την προσβαλλόμενη πράξη, δεν είχαν τηρήσει «άλλες ολικώς… και άλλες μερικώς τις υποχρεώσεις και το χρονοδιάγραμμα παράδοσης αυτούσιου βιοντίζελ που είχαν αναλάβει με την απόφαση κατανομής του προηγούμενου έτους 2006» και ότι, μη νομίμως, με την προσβαλλόμενη πράξη δεν ελήφθησαν υπ’ όψη από την Διοίκηση τα σχετικά αριθμητικά στοιχεία. Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι ο νόμος, στην προαναφερθείσα διάταξη, δεν προβλέπει ότι για την κατανομή των ποσοτήτων βιοκαυσίμων συνεκτιμάται και η τυχόν ασυνέπεια της ενδιαφερόμενης επιχειρήσεως ως προς την διακίνηση βιοκαυσίμων κατά το προηγούμενο έτος, αλλά αρκείται, για την πρόληψη και περαιτέρω την αντιμετώπιση της μη τήρησης ανειλημμένων σχετικών υποχρεώσεων στον καθορισμό εγγυήσεων για την συμμετοχή στην διαδικασία κατανομής, καθώς και στην πρόβλεψη επιβολής διοικητικών κυρώσεων (άρθρο 15Α παρ. 4 και 5 του ν. 3054/2002), σε περίπτωση που οι παραπάνω επιχειρήσεις «δεν διαθέτουν εντός της Ελληνικής Επικράτειας το σύνολο των ποσοτήτων… που τους έχουν κατανεμηθεί». Στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, η Διοίκηση, κατ’ ορθήν ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, προέβη στην επίμαχη κατανομή λαμβάνοντας υπ’ όψη όχι τις ποσότητες βιοκαυσίμων, τις οποίες οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις είχαν αναλάβει την υποχρέωση να διακινήσουν στην ελληνική αγορά σύμφωνα με την απόφαση κατανομής για το έτος 2006, αλλά τις ποσότητες τις οποίες εν τέλει πράγματι διακίνησαν κατά το έτος αυτό.

16. Επειδή, προβάλλεται ότι μη νομίμως με την προσβαλλόμενη πράξη θεωρήθηκαν αποδεκτές από την Διοίκηση αιτήσεις συμμετοχής στην κατανομή βιοκαυσίμων για το έτος 2007 επιχειρήσεων, οι οποίες δεν διέθεταν άδεια λειτουργίας παραγωγικής μονάδας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5Α και 15Α του ν. 3054/2002 και 8 παρ. 2 του ν. 3423/2005, που παρατέθηκαν σε προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι για την συμμετοχή στην επίδικη κατανομή βιοκαυσίμων του έτους 2007 αρκεί οι ενδιαφερόμενοι να είναι εφοδιασμένοι με άδεια εγκαταστάσεως Μονάδας Παραγωγής Βιοκαυσίμων ή, κατά περίπτωση, αποφάσεως για την έγκριση περιβαλλοντικών όρων και όχι και με άδεια λειτουργίας τέτοιας μονάδας. Η κατοχή άδειας λειτουργίας παραγωγικής μονάδας αποτελεί προϋπόθεση για την διάθεση βιοκαυσίμων, και όχι για την συμμετοχή στην εν λόγω κατανομή. Αυτό, άλλωστε, ήταν και το νόημα της σχετικής αναφοράς στην από 22.12.2006 πρόσκληση, που απηύθυνε το Υπουργείο Ανάπτυξης προς τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις (:«Καλούνται τα νομικά πρόσωπα που ορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5Α του Ν. 3054/2002…»), η οποία (πρόσκληση) πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια των παραπάνω διατάξεων.

17. Επειδή, προβάλλεται, περαιτέρω, ότι η Διοίκηση «προσέθεσε παρανόμως» στα κριτήρια του νόμου και άλλα, τα οποία δεν ήσαν ληπτέα υπ’ όψη, αλλά ήσαν αυθαίρετα κριτήρια σκοπιμότητας και συγκεκριμένα την «ωριμότητα των υπό κατασκευή μονάδων παραγωγής, την απόφαση για την κατανομή του μηνός Ιανουαρίου 2007, “η οποία ήταν παράνομη”, καθώς και το ότι θα πρέπει να δοθεί ικανό μερίδιο της αγοράς σε νέες επιχειρήσεις». Ο λόγος αυτός ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Πράγματι, η ωριμότητα των υπό κατασκευή μονάδων παραγωγής δεν ελήφθη υπ’ όψη ως πρόσθετη – πέραν δηλαδή των αναφερομένων στην παράγραφο 4 του άρθρου 15Α του ν. 3054/2002 – κριτήριο κατανομής, αλλά προκειμένου να προσδιορισθεί η κλιμάκωση εντός του έτους 2007 των μηνιαίων παραδόσεων των ποσοτήτων βιοκαυσίμων, που κατανέμονται σε κάθε επιχείρηση, όπως αυτές εμφαίνονται στον σχετικό Πίνακα 3, συνημμένο στην προσβαλλόμενη απόφαση. Η λήψη δε υπ’ όψη του στοιχείου αυτού ήταν απαραίτητη, δεδομένου ότι, όπως αναφέρεται στην έκθεση των απόψεων της Διοικήσεως προς το Δικαστήριο, μερικές από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις, κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ήσαν μεν εφοδιασμένες με άδεια εγκαταστάσεως μονάδας παραγωγής βιοκαυσίμων ή με άλλο, διαζευτικώς προβλεπόμενο στο νόμο (άρθρο 15Α παρ. 5 περ. α του ν. 3054/2002) δικαιολογητικό, δεν είχαν όμως ακόμη αποκτήσει και αντίστοιχη άδεια λειτουργίας (η κατοχή της οποίας αποτελεί, κατά το άρθρο 5Α παρ. 1 του ν. 3054/2002, προϋπόθεση διαθέσεως βιοκαυσίμων στην αγορά), ο παραπάνω δε Πίνακας καταρτίσθηκε εν όψει και του προβλεπόμενου χρόνου ολοκληρώσεως της κατασκευής των παραγωγικών μονάδων των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων και της εκδόσεως των αντιστοίχων αδειών λειτουργίας. Εξ άλλου, η δεύτερη προσβαλλόμενη πράξη, που αφορά κατανομή ποσότητας βιοκαυσίμων για τον Ιανουάριο του 2007, δεν ελήφθη υπ’ όψη ως κριτήριο της κατανομής για ολόκληρο το έτος 2007, όπως αβασίμως υπολαμβάνει η αιτούσα, αλλά αναφέρεται στην πρώτη προσβαλλόμενη πράξη ως στοιχείο του ιστορικού της υποθέσεως. Άλλωστε, η δεύτερη αυτή προσβαλλόμενη πράξη, που δημοσιεύθηκε την 24.1.2007, είχε προσωρινό χαρακτήρα και, όπως εκτέθηκε στην ένατη σκέψη, έπαυσε να ισχύει από τότε που εκδόθηκε η πρώτη προσβαλλόμενη πράξη, ήτοι από την 27.2.2007, οπότε και ρυθμίσθηκε συνολικά για το έτος 2007, το ζήτημα της κατανομής των ποσοτήτων βιοκαυσίμων που έπρεπε να διατεθούν στην αγορά κατά το έτος αυτό. Τέλος, ούτε η αναφορά της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις νέες επιχειρήσεις αποτελεί, παρά τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τον εξεταζόμενο λόγο ακυρώσεως, εισαγωγή νέου αυτοτελούς κριτηρίου κατανομής. Αντιθέτως, αποδίδει την έννοια των διατάξεων του άρθρου 15Α παρ. 4 του νόμου, οι οποίες, ερμηνευόμενες υπό το πρίσμα των αρχών της ισότητας και του υγιούς ανταγωνισμού, επιβάλλουν να μην αποκλείονται από την αγορά των βιοκαυσίμων επιχειρήσεις, οι οποίες πληρούν μεν τις προϋποθέσεις συμμετοχής στην διαδικασία κατανομής, πλην δεν είχαν κατά το παρελθόν αναπτύξει ανάλογη δραστηριότητα, δεν τους είχε δηλαδή κατανεμηθεί προς διάθεση ποσότητα αποφορολογημένου βιοκαυσίμου.

18. Επειδή, όπως αναφέρθηκε στην έκτη σκέψη, με την τρίτη προσβαλλόμενη πράξη δίδονται «οδηγίες για την ορθή εφαρμογή» της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης. Ειδικότερα, στην πρώτη παράγραφο των «οδηγιών» αυτών γίνεται αναφορά στην – προβλεπόμενη στην πρώτη προσβαλλόμενη πράξη – προθεσμία υποβολής εγγυητικών επιστολών εκ μέρους των ενδιαφερομένων να συμμετάσχουν στην κατανομή ποσοτήτων βιοντίζελ για το έτος 2007 και στο περιεχόμενο των επιστολών αυτών : Στην δεύτερη παράγραφο γίνεται αναφορά στην υποχρέωση των ίδιων ενδιαφερομένων, που προβλέπεται επίσης στην πράξη κατανομής, για την υποβολή συγκεκριμένων δικαιολογητικών, καθώς και στις σχετικές διατάξεις του Τελωνειακού Κώδικα. Τέλος, στις τρίτη και τέταρτη παραγράφους παρατίθενται πίνακες με χρονοδιάγραμμα παραδόσεως μέσα στο έτος 2007 και παραλαβής από τους κατόχους αδειών διύλισης των κατανεμομένων με την πρώτη προσβαλλόμενη πράξη ποσοτήτων βιοντίζελ. Η πράξη, όμως, αυτή, ανεξαρτήτως του αν, με το ανωτέρω περιεχόμενο, έχει εκτελεστό χαρακτήρα, πάντως απαραδέκτως προσβάλλεται, δεδομένου ότι η αιτούσα δεν προσδιορίζει την συγκεκριμένη βλάβη, η οποία προκλήθηκε στα έννομα συμφέροντά της από την πράξη αυτή. Και τούτο διότι η αιτούσα, στρεφόμενη κατά της εν λόγω πράξεως, προβάλλει ότι με αυτήν, μη νομίμως μετά την δημοσίευση της προσκλήσεως, αφ’ ενός μεν δόθηκαν στους ενδιαφερομένους οδηγίες σχετικά με την υποβολή των εγγυητικών επιστολών, αφ’ ετέρου δε επετράπη η εκ των υστέρων, μετά δηλαδή την πάροδο της σχετικής προθεσμίας, υποβολή δικαιολογητικών, χωρίς ωστόσο να εξειδικεύει αν κάποιες από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις υπέβαλαν συγκεκριμένα δικαιολογητικά μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας, ούτε να διευκρινίζει το βλαπτικό γι’ αυτήν αποτέλεσμα της παροχής με την επίμαχη πράξη οδηγιών σε σχέση με τις εγγυητικές επιστολές. Επομένως, τα παράπονα της αιτούσης κατά της εν λόγω πράξεως είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέα.

19. Επειδή, συνεπώς, εφ’ όσον δεν προβάλλονται άλλοι λόγοι ακυρώσεως, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να γίνουν δεκτές οι ασκηθείσες παρεμβάσεις.

Δια ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση.

Δέχεται τις ασκηθείσες παρεμβάσεις.

Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.

Επιβάλλει στην αιτούσα την δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ, και των παρεμβαινουσών εταιρειών, που ανέρχεται σε εξακόσια σαράντα (640) ευρώ για κάθε μία από τις εταιρείες αυτές.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου και 20 Νοεμβρίου 2008

Ο Προεδρεύων Σύμβουλος   Η Γραμματέας

Δ. Πετρούλιας   Αικ. Ρίπη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Μαΐου 2012.

Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος   Η Γραμματέας του Δ' Τμήματος

Σωτ. Αλ. Ρίζος  Μ. Παπαδοπούλου

ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ

Εντέλλεται προς κάθε δικαστικό επιμελητή να εκτελέσει όταν του το ζητήσουν την παραπάνω απόφαση, τους Εισαγγελείς να ενεργήσουν κατά την αρμοδιότητά τους και τους Διοικητές και τα άλλα όργανα της Δημόσιας Δύναμης να βοηθήσουν όταν τους ζητηθεί.

Η εντολή πιστοποιείται με την σύνταξη και την υπογραφή του παρόντος.

Αθήνα, ..............................................

Ο Πρόεδρος του Δ΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Δ΄ Τμήματος