.

Αριθμός 47/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα (σε συμβούλιο)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χαράλαμπο Δημάδη, Προεδρεύων Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 199/29-10-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 11 και 18 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου Β. Λ. του Σ., κάτοικου ..., Έλληνα υπηκόου και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φώτιο Μήτση, κατά της υπ' αριθ. 97/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφάσισε την εκτέλεση του IGS 3258/20-10-2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης του Ειρηνοδικείου του Λάντσχουτ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, αποφάσισε την εκτέλεση του IGS 3258/20-10-2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως, που εκδόθηκε από το Ειρηνοδικείο του Λάντσχουτ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε βάρος του ανωτέρω εκζητουμένου.

Κατά της αποφάσεως αυτής, ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε, στο Κατάστημα του Εφετείου Αθηνών, την με αριθμό και ημερομηνία 155/2-12-2010 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, ενώπιον της Γραμματέως Ευγενίας Καλλιντέρη, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1579/2010.

Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του,

που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη έφεση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 22 §1 του ν.3251/2004 "Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης κ.λ.π." σε περίπτωση μη συγκατάθεσης του εκζητουμένου, επιτρέπεται η άσκηση εφέσεως στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών από τη δημοσίευση της αποφάσεως. Για την έφεση συντάσσεται έκθεση ενώπιον του γραμματέα Εφετών, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται αυτή. Επομένως, η υπό κρίση με αριθμ. εκθ. 155/2-12-2010 νομίμως και εμπροθέσμως ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών ασκηθείσα έφεση του εκζητουμένου Έλληνα υπηκόου κατά της υπ' αριθμ. 97/2-12-2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία τούτο διέταξε την εκτέλεση του υπό στοιχεία IGS -3258/20-10-2010 ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης του Ειρηνοδικείου του Λάντσχουτ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, κατά του άνω εκκαλούντος, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί κατ' ουσίαν, Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του άνω ν. 3251/2004, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή διάταξη δικαστικής αρχής Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον το πρόσωπο αυτό ζητείται από τις Αρμόδιες Αρχές του Κράτους Έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας α) προκειμένου σε πρόσωπο στο οποίο έχει ήδη αποδοθεί η αξιόποινη πράξη να ασκηθεί ποινική δίωξη ή β) να εκτελεστεί ποινή ή μέτρο ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία. Στο άρθρο 2 του Ίδιου νόμου ορίζεται το περιεχόμενο και ο τύπος του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, που περιέχει ειδικότερα τα ακόλουθα στοιχεία: α) την υπηκοότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, β) το όνομα, διεύθυνση, αριθμό τηλεφωνικής και τηλεομοιοτυπικής σύνδεσης και ηλεκτρονική διεύθυνση της δικαστικής αρχής έκδοσης του εντάλματος, γ) μνεία της εκτελεστής δικαστικής απόφασης του εντάλματος σύλληψης ή της συναφούς διάταξης δικαστικής αρχής, δ) φύση και νομικό χαρακτηρισμό του εγκλήματος, ε) περιγραφή των περιπτώσεων τέλεσης του εγκλήματος, στις οποίες περιλαμβάνονται ο χρόνος και τόπος τέλεσης, καθώς και η μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στην αξιόποινη πράξη, στ) την επιβληθείσα ποινή, αν πρόκειται για αμετάκλητη απόφαση ή το πλαίσιο ποινής που προβλέπει για την αξιόποινη πράξη η νομοθεσία του κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και ζ) στο μέτρο του δυνατού, κάθε άλλη πληροφορία σχετικά με την αξιόποινη πράξη και τις συνέπειες της. Στο άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όταν ο εκζητούμενος δεν συγκατατίθεται να προσαχθεί στο κράτος έκδοσης του εντάλματος, αρμόδια δικαστική αρχή για την έκδοση της απόφασης εκτέλεσης του εντάλματος είναι το Συμβούλιο Εφετών στην περιφέρεια του οποίου διαμένει ή συλλαμβάνεται ο εκζητούμενος, κατά δε το άρθρο 22 παρ. 1 του ίδιου νόμου κατά της παραπάνω οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται η άσκηση έφεσης στον Άρειο Πάγο από τον εκζητούμενο ή τον Εισαγγελέα, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών, από τη δημοσίευση της απόφασης. Κατά το άρθρο 5 του ίδιου νόμου, το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για πράξεις, οι οποίες τιμωρούνται κατά τους ελληνικούς ποινικούς νόμους με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών και αν πρόκειται για εκτέλεση, στερητικής της ελευθερίας ποινής ή μέτρου ασφαλείας (που έχουν ήδη επιβληθεί) να είναι διάρκειας τουλάχιστον τεσσάρων (4) μηνών. Κατά δετό άρθρο 10 παρ. 1 του νόμου τούτου, προκειμένου περί έκδοσης για την άσκηση ποινικής δίωξης, η αξιόποινη πράξη για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, να συνιστά έγκλημα σύμφωνα και με τους ελληνικούς ποινικούς νόμους (ανεξαρτήτως του ποινικού χαρακτηρισμού) και να τιμωρείται, σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλματος, με στερητική της ελευθερίας ποινή ή με στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας, το ανώτατο όριο των οποίων είναι τουλάχιστον δώδεκα μηνών. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκλημα σχετικά με φόρους, τέλη, τελωνεία και συνάλλαγμα δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλματος, η διαπίστωση ότι το Ελληνικό Κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθμιση για φόρους, τέλη, τελωνεία και συνάλλαγμα με εκείνη του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος. Περαιτέρω με το αρ. 11 του ίδιου ως άνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περίπτωση στοιχ. η' του αρ. τούτου (11), κατά την οποία απαγορεύεται η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης και η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος, "αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό δίωξης, είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Αν δεν διώκεται, το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκτελείται αν διασφαλιστεί ότι, μετά την ακρόαση του, θα διαμεταχθεί στο Ελληνικό κράτος, ώστε να εκτίσει σ' αυτό την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος", ενώ με το αρ. 12 του ίδιου πιο πάνω νόμου καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης μπορεί να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα: Το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης εκδίδεται για τη σύλληψη και την προσαγωγή προσώπου το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με σκοπό την άσκηση ποινικής δίωξης ή την εκτέλεση ποινής ή μέτρου ασφαλείας στερητικών της ελευθερίας. Αφορά αξιόποινες πράξεις που απειλούνται στο νόμο με ποινή ή μέτρο ασφαλείας στερητικό της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα μηνών κατά το ανώτατο όριο της ή, εφόσον πρόκειται για εκτέλεση επιβληθείσας ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων μηνών.

Μπορεί δε το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης να αναφέρεται είτε σε αλλοδαπούς είτε και σε ημεδαπούς. Έτσι, με βάση το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης μπορεί να συλλαμβάνεται και να παραδίδεται από ένα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλο μέρος αυτής κάθε υπόδικος ή κατάδικος για τα εγκλήματα που αναφέρονται στις παραπάνω διατάξεις του Ν. 3251/2004, ακόμη και αν αυτός είναι πολίτης του κράτους από το οποίο ζητείται η παράδοση του, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι προαναφερθείσες θετικές προϋποθέσεις και ελλείπουν οι σχετικές υποχρεωτικές ή δυνητικές απαγορεύσεις (αρ. 10, 11 και 12 του Ν. 3251/2004). Η απαγόρευση της έκδοσης ή παράδοσης των ημεδαπών σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν προκύπτει από το Σύνταγμα, ούτε έχει πλέον σήμερα κανένα λόγο ύπαρξης μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η απαγόρευση του αρ. 438 περ. α' του ΚΠΔ καθόσον η ρύθμιση του νέου νόμου είναι ειδική και στους κύκλους της τελευταίας (Ε.Ε.) έχουν αναπτυχθεί μεταξύ των κρατών μελών της σχέσεις αμοιβαίας εμπιστοσύνης που στηρίζονται στο σεβασμό των θεμελιωδών ελευθεριών και των αρχών του κράτους δικαίου, ενώ οι ιστορικοί λόγοι στήριξης της απαγόρευσης, δηλαδή η υποχρέωση προστασίας του κράτους προς τους πολίτες του και συγκεκριμένα η προστασία τους από τις αντιξοότητες που σημαίνει γι' αυτούς μια δίκη σε ξένο μη οικείο νομικό περιβάλλον, καθώς και η υπάρχουσα δυσπιστία στις αλλοδαπές δικαστικές αρχές είναι πλέον αδικαιολόγητοι και ιδίως στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τέλος, από τις διατάξεις του άρθρου 6 §3 στοιχ. α' και γ' της Σύμβασης της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ν.δ. 53/1974), σύμφωνα με τις οποίες "Ειδικώτερον στους κατηγορουμένους, έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθεί, εν τη βραχυτερα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας και γ) όπως υπερασπίση ο ίδιος εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισή του εις συνήγορο της επιλογής του ...", προκύπτει ότι τα ανωτέρω δικαιώματα γεννιούνται υπέρ του συλληφθέντος κατηγορουμένου μετά την εκτέλεση του εκδοθέντος σε βάρος του Ευρωπαϊκού εντάλματος και προσαγωγής του ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής που ζήτησε την έκδοσή του και ασκηθεί σε βάρος του η ποινική δίωξη, όταν και θα ετοιμάσει την υπεράσπισή του κατά της εναντίον του κατηγορίας, τα τελευταία δε δικαιώματα του συλληφθέντος και εκδιδόμενου κατηγορούμενου δεν μπορεί να ελέγχονται από το Κράτος που εκτελεί το Ευρωπαϊκό ένταλμα συλλήψεως, αλλά εμπίπτουν στις υποχρεώσεις του ελέγχου για την άσκησή τους ή μη των δικαστικών αρχών του Κράτους που ζήτησε την έκδοσή του, των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ των προτέρων το σύννομο των ενεργειών τους που θα ακολουθήσουν μετά την παράδοση του εκζητουμένου.

Στην προκειμένη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, από τα πρακτικά του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, σε συνδυασμό με όσα εξέθεσε ο εκζητούμενος και ο παραστάς συνήγορός του προφορικώς και με το υποβληθέν έγγραφο υπόμνημά του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, προέκυψαν τα ακόλουθα: Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 97/2010 απόφασή του διέταξε την εκτέλεση του υπ' αριθμ. IGS 3258/20-10-2010 Ευρωπαϊκού εντάλματος συλλήψεως του Ειρηνοδικείου του Λάντσχουτ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας κατά του εκκαλούντος Έλληνα υπηκόου. Το ως άνω ένταλμα σύλληψης που προσκομίζεται σε επίσημη μετάφραση, εκδόθηκε προκειμένου ο εκζητούμενος να συλληφθεί και να προσαχθεί ενώπιον της αρμόδιας δικαστικής αρχής που εξέδωσε το ένταλμα προς το σκοπό ασκήσεως εναντίον του από την αρμόδια Εισαγγελική αρχή, της ποινικής διώξεως για τη συμμετοχή του σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, στο έγκλημα της φοροδιαφυγής ποσού τουλάχιστον 1.607.428,04 Ευρώ, λόγω μη καταβολής των αναλογούντων φόρων και της εντεύθεν πρόκλησης ισόποσης ζημίας στο Γερμανικό δημόσιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 370 εδ. 3 αριθμ. 5 του Γερμανικού Κώδικα Δημοσίων Εσόδων σε συνδυασμό με το άρθρο 25 §2 του Ποιν. Κώδικα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ειδικότερα, ζητείται να εκδοθεί ο εκκαλών προς άσκηση σε βάρος του ποινικής δίωξης για τη συμμετοχή του σε δύο περιπτώσεις διαμετακόμισης από την Ελλάδα μέσω (και) της Γερμανίας στις 4-12-2007 και 8-1-2008, με προορισμό το Βέλγιο, με φορτηγά αυτοκίνητα 6938400 και 4838380 αντίστοιχα μη φορολογημένων τσιγάρων, με αποτέλεσμα από τη μη καταβολή των αναλογούντων φόρων καπνού, προκλήθηκε στη Γερμανία μόνο οικονομική ζημία ύψους τουλάχιστον 1.607.428,04 Ευρώ, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Το ένδικο Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης φέρει στο πρωτότυπό του ημεροχρονολογία έκδοσης, ονοματεπώνυμο και υπογραφή του δικαστού που το εξέδωσε και περιέχει στο πρωτότυπο και στη μετάφραση όλα τα στοιχεία που προβλέπονται από το άρθρο 2 του Ν. 3251/2004, δηλαδή την ταυτότητα και ιθαγένεια του εκζητουμένου, διεύθυνση και λοιπά στοιχεία της δικαστικής αρχής εκδόσεως του εντάλματος, φύση και νομικό χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων που αποδίδονται στον εκζητούμενο, περιγραφή των περιστάσεων τελέσεως των αξιοποίνων αυτών πράξεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και ο χρόνος και ο ακριβής τόπος τελέσεως του, καθώς και η ειδικότερη μορφή συμμετοχής του εκζητουμένου στις αξιόποινες αυτές πράξεις, το πλαίσιο των προβλεπομένων για τις πράξεις αυτές ποινών κατά το Κράτος εκδόσεως του εντάλματος και διάφορες άλλες πληροφορίες σχετικές με τις άνω πράξεις. Κατά συνέπεια, το ανωτέρω ένταλμα πληροί τις κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Συντάγματος προϋποθέσεις και τους κατά το Ν. 3251/2004 όρους τυπικής νομιμότητας αυτού. Μετά τη λήψη του ένδικου εντάλματος από τον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών εκδόθηκε βάσει αυτού από τον τελευταίο η υπ' αριθμ. ΕΚΔ 4656 23-11-2010 Εισαγγελική Εντολή προσωρινής σύλληψης του εκζητουμένου, ο οποίος συνελήφθη αυθημερόν και προσήχθη την ίδια ημέρα ενώπιον του ως άνω Εισαγγελέα, ο οποίος βεβαίωσε την ταυτότητα του εκζητουμένου και τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του εντάλματος καθώς και όλα τα λοιπά ζητήματα που αναφέρονται στα άρθρα 15 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Ν. 3251/2004, αφού συντάχθηκε νομότυπα η προβλεπόμενη από 23-11-2010 έκθεση για την προσαγωγή, την ενημέρωση και τις δηλώσεις του εκζητουμένου, μεταξύ των οποίων και η δήλωση του ότι αυτός δεν συγκατατίθεται για την προσαγωγή του ενώπιον της αρμοδίας δικαστικής αρχής του εκζητούντος Κράτους. Ακολούθως διαβιβάστηκε το ως άνω Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης με όλα τα σχετικά συνοδευτικά έγγραφα ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στην περιφέρεια του οποίου, όπως εκτέθηκε, συνελήφθη ο εκζητούμενος, ως αρμοδίας δικαστικής αρχής για να αποφασίσει για την εκτέλεση του εντάλματος. Οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον εκζητούμενο και για τις οποίες ζητείται η προσαγωγή του στην αρμόδια Γερμανική Δικαστική Αρχή, είναι η παράνομη διακίνηση εντός του Γερμανικού εδάφους τσιγάρων στις 4-12-2007 και 8-1-2008 με φορτηγά αυτοκίνητα που ανήκουν στην πρώτη περίπτωση σε Βουλγαρικές εταιρείες μεταφορών και στη δεύτερη περίπτωση σε δική του ατομική επιχείρηση που εδρεύει στη Γερμανία, χωρίς να φέρουν τα νόμιμα Γερμανικά φορόσημα και χωρίς να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι καπνού, ύψους τουλάχιστον 1.607.428,04 Ευρώ, απειλούνται με ποινή φυλάκισης από έξι (6) μήνες έως δέκα (10) χρόνια, δηλονότι ανήκουν σε εκείνες τις πράξεις, για τις οποίες κατά το άρθρο 10 §1α συνιστούν έγκλημα με προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους - βλ. ήδη και άρθρο 157 §1 περ. γ' του Ν.2960/2001, σύμφωνα και με τους Ελληνικού ποινικούς νόμους (άρθρα 1 §1, 2 §1, 155 §1 εδ. α' και β', 2 εδ. β', 156 και 157 §1β του ν.2960/2001 "Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας"). Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, συντρέχουν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εκτέλεση του ανωτέρω Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης. Αντίθετα, δεν συντρέχουν ούτε οι περιπτώσεις απαγόρευσης που προβλέπονται από το άρθρο 11 περ. ζ' και η' του ν.3251/2004, σύμφωνα με τις οποίες η αρμόδια δικαστική αρχή του κράτους εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης αρνείται την εκτέλεση αυτού αν τούτο έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία θεωρείται κατά τον Ελληνικό Ποινικό Νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Ελλάδας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο, όπως και αν το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης προς τον σκοπό της δίωξης είναι ημεδαπός και διώκεται στην Ελλάδα για την ίδια πράξη. Και τούτο, διότι η ως άνω αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στον εκζητούμενο έχει τελεστεί και στο έδαφος της Επικράτειας της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ενώ εξάλλου ο εκζητούμενος είναι μεν ημεδαπός, αλλά δεν είχε ασκηθεί κατά το χρόνο εκδόσεως του ένδικου Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης και μέχρι του χρόνου κρισιολόγησης αυτού από το παρόν Δικαστήριο (Άρειο Πάγο) σε βάρος του ποινική δίωξη στην Ελλάδα για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, που φέρεται ότι τέλεσε αυτός στη Γερμανία και για τις οποίες ζητείται η εκτέλεση του περί ου πρόκειται εντάλματος συλλήψεως, προκειμένου να δικαστεί γι' αυτές υπό των δικαστηρίων. Επομένως, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, το οποίο με την προβαλλόμενη απόφασή του αποφάσισε την εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος με τον όρο ότι μετά τη δίκη και μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της θα διαμεταχθεί στην Ελλάδα για να εκτίσει σ' αυτή τις στερητικές της ελευθερίας ποινές ή τα στερητικά της ελευθερίας μέτρα ασφαλείας που τυχόν θα απαγγελθούν εις βάρος του από τις Γερμανικές δικαστικές αρχές ορθώς όλες τις προπαρατεθείσες διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και γι' αυτό πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι με την κρινόμενη έφεσή του προβαλλόμενοι αντίθετοι ισχυρισμοί και οι συναφείς λόγοι έφεσης του εκκαλούντος εκζητουμένου. Ειδικότερα, ο εκκαλών-εκζητούμενος ισχυρίζεται με τους με αρ. 11 έως 17 λόγους της εφέσεως ότι η εκτέλεση του ένδικου εντάλματος σύλληψης εμποδίζεται από το γεγονός ότι τόπος τελέσεως του εγκλήματος για το οποίο ζητείται η έκδοση (παράνομη διακίνηση εντός του Γερμανικού εδάφους μεγάλων ποσοτήτων τσιγάρων χωρίς να φέρουν Γερμανικά φορόσημα ή να έχουν καταβληθεί οι αναλογούντες φόροι καπνού), είναι εξ ολοκλήρου ή σε κάθε περίπτωση εν μέρει η Ελλάδα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το ένδικο ένταλμα συλλήψεώς του περιγράφει με σαφήνεια τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκκαλούντος ότι έχουν τελεσθεί στη Γερμανία, και για τις οποίες και μόνο θα δικασθεί. Όμως ακόμη και αν αφορολόγητες ποσότητες τσιγάρων επικυρώθησαν από την Ελλάδα, όπως διατείνεται ο εκκαλών, η αξίωση του Γερμανικού κράτους για ποινική καταστολή είναι αυτοτελής και χωριστή, εφόσον η εγκληματική συμπεριφορά αυτού εκδηλώθηκε στη Γερμανία στις 4-12-2007 και 8-1-2008. Εξ όσων ισχυρίζεται ο εκκαλών, περί μη έγκαιρης πληροφόρησής του για την εναντίον του κατηγορία και της στέρησης του δικαιώματος υπεράσπισης του εαυτού του, με βάση το άρθρο 6 §3 εδ. α' και γ' της Σύμβασης της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ν.δ/μα 53/1974), είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, αφού η άσκηση αυτών προϋποθέτει την έναρξη της ποινικής δίωξης κατ' αυτού, η οποία ακόμη δεν έχει αρχίσει στην προκειμένη υπόθεση, όπως σαφώς προκύπτει από το Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψής του και τη μέχρι τώρα σε βάρος του διαδικασία. Τέλος, ο εκκαλών δεν στερήθηκε του δικαιώματός του για την παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια σύμφωνα με το άρθρο 20 του Συντάγματος, αφού εμφανίστηκε ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων με συνήγορο και εξέθεσε αναλυτικά τις απόψεις του. Επομένως, όσα περί του αντιθέτου των ανωτέρω ισχυρίζεται, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Συνεπώς το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε την υποχρεωτική απαγόρευση εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που ορίζει το άρθρο 11 εδ. ζ' του ν.3251/2004. Περαιτέρω, με τον τελευταίο λόγο της εφέσεως παραπονείται ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, αποφάσισε την έκδοσή του, παρά του ότι για τις παραπάνω πράξεις, διενεργήθηκε προκαταρκτική εξέταση από τον Εισαγγελέα Εφετών Πειραιώς, που μετά την περάτωσή της δεν ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, αλλά σε βάρος άλλων οκτώ (8) προσώπων. Όμως, αφού δεν έχει ασκηθεί σε βάρος του εκκαλούντος ποινική δίωξη, έστω και μέχρι τη συζήτηση στο παρόν Δικαστήριο, δεν παραβιάσθηκε η δυνητική απαγόρευση εκτελέσεως του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, που ορίζει το άρθρο 12 εδ. α' του ν.3251/2004, γι' αυτό και ο λόγος αυτός της εφέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Συνακόλουθα, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος εφέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Δικαστικά έξοδα δεν επιβάλλονται κατ' άρθρο 37 του ν.3251/2004.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται τυπικά. Και

Απορρίπτει ουσιαστικά την υπ' αριθμ. 155/2.12.2010 έφεση του Β. Λ. του Σ., κατοίκου ..., κατά της υπ' αριθμ. 97/2010 αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με την οποία αποφασίσθηκε η εκτέλεση του εκδοθέντος υπ' αριθμ. IGS 3258/20-10-2010 Ευρωπαϊκού Εντάλματος Συλλήψεως που εκδόθηκε σε βάρος του εκκαλούντος, από το Ειρηνοδικείο του Λάντσχουτ της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011.

Εκδόθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στην Αθήνα στις 18 Ιανουαρίου 2011.