.

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 3451/2009

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Μαρτίου 2009, με την εξής σύνθεση: Ε. Σάρπ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, της αναπληρώτριας Προέδρου, του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Ε. Νίκα, Δ. Γρατσίας, Σύμβουλοι, Ό. Ζύγουρα, Ι. Μιχαλακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ρίπη.

Για να δικάσει την από 3 Ιουλίου 2007 αίτηση:

του …,

κατά του Υπουργού Δημόσιας Τάξης, ο οποίος παρέστη με την Α. Αναστοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή ο αιτών επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. … απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Κρατικής Ασφαλείας Αττικής και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της Εισηγήτριας, Παρέδρου Ό. Ζύγουρα.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή δια της υπό κρίσιν αιτήσεως, δια την οποίαν κατεβλήθη το κατά νόμον παράβολον (ειδικά δελτία υπ’ αριθμ. 2819802 και 3866208 έτους 2007), ζητείται η ακύρωσις της … αποφάσεως του Διευθυντού Κρατικής Ασφαλείας του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, δια της οποίας απερρίφθη προσφυγή του αιτούντος κατά της … αποφάσεως του Διευθυντού της Υποδιευθύνσεως Κρατικής Ασφαλείας, δια της οποίας απερρίφθη αίτημα του αιτούντος περί χορηγήσεως εις αυτόν αδείας οπλοφορίας.

2. Επειδή εις το άρθρον 1 παρ. 1 α του ν. 2168/1993 (φ. 147 τ. Α’) ορίζεται, ότι δια την εφαρμογήν του εν λόγω νομοθετήματος ως «όπλον» νοείται «κάθε μηχάνημα, το οποίο, με ωστική δύναμη που παράγεται με οποιοδήποτε τρόπο, εκτοξεύει βλήμα ή χημικές ουσίες ή ακτίνες ή φλόγες ή αέρια και μπορεί να επιφέρει κάκωση ή βλάβη της υγείας σε πρόσωπα … και ιδίως κάθε πυροβόλο όπλο, …». Εις το άρθρον 7 του ιδίου νομοθετήματος προβλέπεται ότι «1. Η κατοχή όπλων και λοιπών αντικειμένων που διαλαμβάνονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου, απαγορεύεται, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπονται από τις διατάξεις του νόμου αυτού. 2. Με άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του ενδιαφερόμενου, επιτρέπεται η κατοχή: α. Πιστολίων, περιστρόφων και ουσιωδών μερών (μηχανισμού κλείστρου θαλάμης, κάνης) και φυσιγγίων αυτών β. …». Εις το άρθρον 10 του ιδίου νόμου με τίτλον «Οπλοφορία» ορίζεται ότι: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου … απαγορεύεται να φέρονται όπλα ή άλλα είδη που προβλέπονται στο άρθρο 1 του παρόντος νόμου. 2. … 3. Έλληνες πολίτες, που έχουν συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας τους, δύνανται να οπλοφορούν, μετά από άδεια της αρμόδιας αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας ή διαμονής τους, στις εξής περιπτώσεις: α. Για ατομική τους ασφάλεια, μετά από γνώμη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, εφόσον συντρέχουν ιδιαίτερα σοβαροί λόγοι. β. … 4. … 6. Οι προβλεπόμενες από τις παραγράφους 3, … του παρόντος άρθρου άδειες οπλοφορίας χορηγούνται μόνο για περίστροφα ή πιστόλια. … 7. … 8. Με τη λήξη της ισχύος της άδειας που χορηγείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7, 8 και των παραγράφων 3, … του παρόντος ή με την ανάκληση της αφαιρείται από την αρμόδια αστυνομική … αρχή το όπλο και τα φυσίγγια. … 9. Με απόφαση του Υπουργού Δημόσιας Τάξης καθορίζεται η διαδικασία για την ανάκληση των αδειών οπλοφορίας και κατοχής όπλου, ο τρόπος ανάκλησής τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 10.…». Δια του άρθρου 18 του ιδίου νομοθετήματος, το οποίο φέρει τον τίτλον «Χορήγηση και ανάκληση αδειών», προεβλέφθησαν τα εξής: «1. Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού καθορίζονται τα δικαιολογητικά και η διαδικασία χορήγησης και ανάκλησης των αδειών, που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ο χρόνος ισχύος τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. 2. Οι προβλεπόμενες από τον παρόντα νόμο άδειες δεν χορηγούνται σε όσους έχουν καταδικασθεί αμετάκλητα: … 3. Επίσης, οι άδειες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, δεν χορηγούνται: α. Σε όποιον δεν παρέχει εχέγγυα ασφαλούς φύλαξης και χρήσης των οπλών και λοιπών αντικειμένων, πού αναφέρονται στον παρόντα νόμο και ιδιαίτερα σε όσους πάσχουν ή νοσηλεύτηκαν για ψυχασθένεια, ψυχοπάθεια ή άλλες ψυχομειωτικές καταστάσεις. Η κατάσταση της υγείας των ανωτέρω βεβαιώνεται με ιατρικό πιστοποιητικό. β. … 4. … 5. Οι αρμόδιες αρχές δύνανται ν’ αρνηθούν τη χορήγηση των αναφερόμενων στον παρόντα νόμο αδειών ή να ανακαλέσουν ήδη χορηγηθείσες σε άτομα, σε βάρος των οποίων εκκρεμεί ποινική δίωξη για παραβάσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου. 6. Σε περίπτωση καταδίκης που αποτελεί κώλυμα για χορήγηση άδειας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2, ή συνδρομής των κωλυμάτων των παραγράφων 3 και 4 του παρόντος άρθρου, ανακαλούνται οι άδειες που έχουν χορηγηθεί. … 7. … 9. Σε περίπτωση μη χορήγησης ή ανάκλησης των προβλεπόμενων από τον παρόντα νόμο αδειών, επιτρέπεται η προσφυγή του ενδιαφερομένου ενώπιον του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, εντός μηνός από την κοινοποίηση σ’ αυτόν της απορριπτικής απόφασης.». Εξ άλλου, εις την κατ’ επίκλησιν, μεταξύ άλλων, των διατάξεων των άρθρων 7, 10 και 18 του ν. 2168/93 εκδοθείσαν … απόφασιν του Υπουργού Δημ. Τάξεως, με τίτλον «Δικαιολογητικά και διαδικασία έκδοσης των προβλεπομένων από τις διατάξεις του ν. 2168/93 και 456/76 αδειών» (φ. 696 τ. Β΄), ορίζονται τα εξής: «ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ Απαιτούμενα δικαιολογητικά. Άρθρο 1. Με την επιφύλαξη των επιμέρους διατάξεων της παρούσης, για τη χορήγηση όλων των προβλεπομένων από τις διατάξεις του ν. 2168/1993 αδειών, αρμοδιότητας Υπηρεσιών του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης, απαιτούνται τα ακόλουθα δικαιολογητικά: α. Αίτηση του ενδιαφερομένου στην οποία μνημονεύονται οι λόγοι και το είδος της αιτούμενης άδειας καθώς και τα ακόλουθα στοιχεία: (1) Προκειμένου για φυσικό πρόσωπο: Επίθετο, Όνομα, Πατρώνυμο, Μητρώνυμο, ημερομηνία και τόπος γέννησης, διεύθυνση κατοικίας, αριθ. Ταυτότητας ή διαβατηρίου, ημερομηνία έκδοσης και εκδούσα Αρχή, επάγγελμα, τηλέφωνο και FAX. (2) … γ. Πιστοποιητικό ιατρού … από το οποίο να προκύπτει η κατάσταση της ψυχικής υγείας του ενδιαφερομένου προκειμένου για φυσικό πρόσωπο …. δ. Υπεύθυνη δήλωση ν. 1599/86 των ενδιαφερομένων στην οποία αναφέρεται ότι ο δηλών δεν εμπίπτει στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 2168/1993 και ότι δεν τυγχάνει φυγόποινος ή φυγόδικος. ε. Πλήρες αντίγραφο Ποινικού Μητρώου (Τύπου Α`) … Άρθρο 6. Διαδικασία χορήγησης αδειών γενικά. 1. Τα αιτήματα για τη χορήγηση των προβλεπομένων από τους Ν. 2168/1993 και 456/1976 αδειών, υποβάλλονται στα Τμήματα Ασφαλείας ή Αστυν. Τμήματα ως εξής: α. Του τόπου όπου ασκείται η αναφερομένη για κάθε χορηγουμένη άδεια δραστηριότητα, με τις ακόλουθες διακρίσεις: (1) … (4) … β. Του τόπου κατοικίας του ενδιαφερομένου, στις λοιπές περιπτώσεις. 2.α. Η κατά τα ανωτέρω αστυνομική υπηρεσία παραλαμβάνει τα δικαιολογητικά και τα υποβάλλει στη συνέχεια ιεραρχικά, με τις προτάσεις της, στην αρμόδια για την έκδοση της ζητουμένης αδείας υπηρεσία. β. … 3. Η αρμόδια για την έκδοση της ζητουμένης άδειας Υπηρεσία, ελέγχει αν συντρέχουν οι προβλεπόμενες από τις ισχύουσες διατάξεις προϋποθέσεις και, σε θετική περίπτωση, χορηγεί την εν λόγω άδεια. Σε αντίθετη περίπτωση, ή εφόσον δεν προσκομισθούν όλα τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, απορρίπτεται το σχετικό αίτημα, με αιτιολογημένη απόφασή της που επιδίδεται στον ενδιαφερόμενο, με αποδεικτικό.».

3. Επειδή δια των ανωτέρω διατάξεων προβλέπεται ως κανών, η απαγόρευσις οπλοκατοχής και οπλοφορίας, υπαγορευομένη εκ λόγων δημοσίου συμφέροντος, ως εξαίρεσις δε η οπλοκατοχή και οπλοφορία, κατόπιν λήψεως σχετικής αδείας, η χορήγησις της οποίας συναρτάται προς την εκτίμησιν αφ’ ενός μεν των λόγων, δια τους οποίους ζητείται η άδεια, αφ’ ετέρου δε, εις περίπτωσιν καθ’ ην ήθελε κριθή ότι συντρέχει κατ’ αρχήν λόγος δικαιολογών την χορήγησιν αδείας, της συμπεριφοράς και των εν γένει συντρεχουσών εις το πρόσωπον του αιτούντος ιδιοτήτων, εν όψει των οποίων κρίνεται αν αυτός παρέχη ή όχι τα εχέγγυα ασφαλούς φυλάξεως του όπλου (πρβλ. ΣτΕ 2242/2002).

4. Επειδή εξ άλλου, εις ό,τι αφορά τους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομικών, οι οποίοι ανήκουν εις πολιτικήν και όχι στρατιωτικώς οργανωμένην υπηρεσίαν, υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμισις εν σχέσει προς την οπλοφορίαν, η οποία προβλέπεται, κατά την εκτέλεσιν των καθηκόντων των και κατόπιν σχετικής εκπαιδεύσεως, μόνον δι’ ωρισμένας κατηγορίας εξ αυτών, όπως οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (30 παρ. 18 ν. 3296/04, Α΄ 253, 2 παρ. 6 πδ 85/05, Α΄ 122) και οι τελωνειακοί υπάλληλοι (άρθρο 3 παρ. 6 ν. 2960/2001, Α΄ 265).

5. Επειδή εν προκειμένω το αίτημα του αιτούντος, ο οποίος εζήτησε άδειαν οπλοφορίας, επικαλούμενος λόγους προσωπικής του ασφαλείας «καθόσον ως ελεγκτής της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Οικονομικών διενεργ(εί) φορολογικούς ελέγχους σε διάφορες επιχειρήσεις ή φυσικά πρόσωπα και σε πολλές περιπτώσεις έχω(ει) δεχθή σοβαρότατες απειλές για τη ζωή μ(τ)ου και για τη ζωή της οικογενείας μ(τ)ου», απερρίφθη δια της … αποφάσεως του Διευθυντού της Υποδιευθύνσεως Κρατικής Ασφαλείας, κατ’ επίκλησιν και γνωμοδοτήσεως του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, με την αιτιολογία ότι οι προβληθέντες από αυτόν λόγοι δεν εκρίνοντο ιδιαιτέρως σοβαροί και ότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τον περιορισμό, στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, των χορηγουμένων αδειών οπλοφορίας, ώστε να αποτρέπεται η δημιουργία σοβαρών προβλημάτων για την δημόσια τάξη και ασφάλεια. Δια της προσφυγής του, ο αιτών προέβαλε ότι η αιτιολογία αυτή της απορρίψεως του αιτήματός του δεν ήτο σαφής, ειδική και επαρκής, ότι κακώς οι προβληθέντες από αυτόν λόγοι προσωπικής του ασφαλείας δεν υπήχθησαν στους ιδιαιτέρως σοβαρούς λόγους οι οποίοι δικαιολογούν την χορήγησιν της αδείας, ότι η ιδιότης του ως ελεγκτού εφοριακού υπαλλήλου «συνεπάγεται συνεχή, διαρκή και έντονη επαφή με τον «υπόκοσμο» και την εγκληματική πλευρά της οικονομικής δραστηριότητας», τον «καθιστά πρόσωπο ανεπιθύμητο και πολλές φορές στόχο εγκληματικών στοιχείων που δρουν εκδικητικά», ότι η φύσις του επαγγέλματός του επιβάλλει την ιδιαίτερη προστασία του προσώπου του και κατά τον χρόνο που αφιερώνει στον εαυτό του και την οικογένεια του (2 παιδιά), ότι διενεργεί «κατ’ επανάληψη φορολογικούς ελέγχους σε σημεία ύποπτα και κακόφημα (π.χ. πλατεία Ομονοίας) και πρέπει να νιώθ(η) ότι μπορ(εί) να δράς(η) εκ του ασφαλούς τόσο σε επαγγελματικό επίπεδο όσο και σε προσωπικό». Περαιτέρω, ο αιτών προέβαλε ότι ο αποκλεισμός μιας εκ του νόμου παρεχομένης - έστω με περιορισμούς - δυνατότητος, όπως η χρήση όπλου, πρέπει να είναι ανάλογος, ικανός και πρόσφορος δια την εξυπηρέτησιν του δημοσίου συμφέροντος, τούτο δε δεν προκύπτει εν προκειμένω, αφού η ιδιότης του ως ελεγκτού – εφοριακού, ήτοι κρατικού οργάνου που υπηρετεί το σκληρό πυρήνα του κράτους, «είναι εγγύηση για την χρήση του όπλου αποκλειστικά σύμφωνα με την συνταγματική νομιμότητα», ο αιτών τελεί υπό τον έλεγχο του κράτους κατά την άσκησιν της αρμοδιότητος του και εις πτυχάς της προσωπικής του ζωής και είναι «εξαιρετικά δύσκολο» να κάνη παράνομη ή παράτυπη χρήσιν όπλου χωρίς να ελεγχθή και ενδεχομένως να αποβληθή από την υπηρεσία του, και, τέλος, ότι δεν προκύπτει ότι η Διοίκησις εξήτασε την συμπεριφορά και την προσωπικότητά του, ώστε να κρίνη ότι ο αιτών δεν παρέχει εχέγγυα ασφαλούς φυλάξεως όπλων πριν απορρίψη το αίτημα του. Η προσφυγή αυτή απερρίφθη δια της ήδη προσβαλλομένης πράξεως, με την αιτιολογία ότι δεν συντρέχουν ιδιαιτέρως σοβαροί λόγοι, δικαιολογούντες την ικανοποίησιν του αιτήματος, ως είχε γνωμοδοτήσει και ο Εισαγγελεύς Πρωτοδικών Αθηνών, και ότι λόγοι δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν τον περιορισμόν, εις το απολύτως αναγκαίον μέτρον, της οπλοφορίας.

6. Επειδή υπό τα δεδομένα αυτά, ήτοι εφ’ όσον ο αιτών, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται εις τας κατηγορίας υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών, δια τους οποίους ειδικώς προβλέπεται οπλοφορία υπό τους όρους των διατάξεων, αι οποίαι διέπουν την οργάνωσιν και λειτουργίαν των υπηρεσιών των και την άσκησιν των καθηκόντων των, δεν προέβαλε ενώπιον της Διοικήσεως προς τεκμηρίωσιν της συνδρομής των λόγων προσωπικής ασφαλείας, τους οποίους επεκαλέσθη, ειδικούς ισχυρισμούς, αναφερομένους εις συγκεκριμένα στοιχεία και περιστατικά, ούτε εκ του φακέλου προκύπτει η συνδρομή τοιούτων ιδιαιτέρως σοβαρών λόγων προσωπικής ασφαλείας, δυναμένων να δικαιολογήσουν, κατ’ εξαίρεσιν της ανωτέρω απαγορεύσεως οπλοφορίας και οπλοκατοχής, την χορήγησιν εις τον αιτούντα της ζητηθείσης αδείας, νομίμως απερρίφθη το σχετικόν αίτημά του με την ανωτέρω αιτιολογίαν, ήτοι ότι δεν συνέτρεχον ιδιαιτέρως σοβαροί λόγοι ασφαλείας του αιτούντος δικαιολογούντες την χορήγησιν της αδείας. Εξ άλλου, εφ’ όσον εκρίθη, ότι δεν συνέτρεχον λόγοι ασφαλείας του αιτούντος δια την χορήγησιν της αδείας, παρείλκε η περαιτέρω έρευνα περί του αν συνέτρεχον εις τον πρόσωπον του αιτούντος κωλύματα δια την χορήγησιν της αδείας αυτής. Είναι, συνεπώς, απορριπτέα όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται δια της κρινομένης αιτήσεως. Τέλος δε, μη συντρεχόντων λόγων ασφαλείας του αιτούντος δια την εξαίρεσίν του από του κανόνος της απαγορεύσεως της οπλοφορίας, η απόρριψις του αιτήματός του εχώρησε κατά δεσμίαν εξουσίαν της Διοικήσεως, και, επομένως, παρίσταται εν πάση περιπτώσει αλυσιτελής η εξέτασις του περαιτέρω προβαλλομένου λόγου περί ανεπικαίρου της ληφθείσης υπ’ όψιν, από το επί της ενδικοφανούς προσφυγής του αιτούντος κρίναν όργανον, εισαγγελικής γνωμοδοτήσεως.

7. Επειδή, συνεπώς, η υπό κρίσιν αίτησις πρέπει να απορριφθή.

Διά ταύτα

Απορρίπτει την αίτησιν.

Διατάσσει την κατάπτωσιν του παραβόλου.

Επιβάλλει εις βάρος του αιτούντος την δικαστικήν δαπάνην του Δημοσίου εκ 460 ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 3ης Νοεμβρίου 2009.