.

ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Β΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 4100/2011

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Νοεμβρίου 2011 με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος και του αρχαιοτέρου της Συμβούλου, που είχαν κώλυμα, Α.-Γ. Βώρος, Γ. Τσιμέκας, Σύμβουλοι, Σ. Βιτάλη, Ι. Δημητρακόπουλος, Πάρεδροι. Γραμματέας η Κ. Κεχρολόγου.

Για να δικάσει την από 5 Οκτωβρίου 2004 αίτηση:

της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία …, η οποία δεν παρέστη, αλλά ο δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,

κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με την Κωνσταντίνα Νασοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα εταιρεία επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 10852/2003 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά το νόμο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (1518434, 1518435, 1518436/2004 ειδικό γραμμάτιο παραβόλου, σειράς Α΄).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 10852/2003 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε προσφυγή της ήδη αναιρεσείουσας κατά συμπληρωματικής πράξης χρέωσης του Τελωνείου Αθηνών που συντάχθηκε επί της 50949/31.5.1996 αίτησης ανάλωσης και με την οποία βεβαιώθηκαν σε βάρος της αναιρεσείουσας εισαγωγικός δασμός ύψους 292.525 δραχμών, φόρος προστιθέμενης αξίας (φ.π.α.) ύψους 52.653 δραχμών και πρόσθετο τέλος, κατ’ άρθρο 33 του Τελωνειακού Κώδικα (Τ.Κ., ν. 1165/1918, Α 73), ύψους 29.252 δραχμών.

3. Επειδή, η αίτηση αυτή φέρεται προς ανασυζήτηση κατόπιν της από 1.7.2010 πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ορίστηκε εκ νέου Εισηγητής και δικάσιμος της υπόθεσης, λόγω αδυναμίας ολοκλήρωσης της διάσκεψης μέχρι και την 30.6.2009, ημέρα αποχώρησης από την υπηρεσία του Αντιπροέδρου Φ. Στεργιόπουλου, ο οποίος είχε προεδρεύσει στη συνεδρίαση της 5.11.2008, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το από 14.7.2010 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας του Δικαστηρίου Ευστρατίας Ελεονώρας Ζαγκάτση, αντίγραφο της ως άνω από 1.7.2010 πράξης του Προέδρου του Β΄ Τμήματος επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον υπογράφοντα την αίτηση δικηγόρο Σπυρίδωνα Μαράτο, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο της αιτούσας.

4. Επειδή, ενόψει των κριθέντων με τις 2067/2009 και 2068/2009 αποφάσεις της Ολομέλειας του Δικαστηρίου, καθ’ ερμηνεία της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (A΄ 8), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 36 του ν. 2721/1999 (A΄ 112) και στη συνέχεια, ως προς την πρώτη περίοδό της, με το άρθρο 5 του ν. 2944/2001 (A΄ 222), η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται παραδεκτώς, από απόψεως ποσού της διαφοράς που άγεται με αυτήν ενώπιον του Δικαστηρίου μολονότι το εν λόγω ποσό είναι μικρότερο των 2.000.000 δρχ.. Και τούτο, διότι η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με το δικόγραφο της κρινόμενης αίτησης ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτήν ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις, που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης αυτής, αφού εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων 418 ακόμη παρόμοιες υποθέσεις της που αφορούν στην ερμηνεία των αυτών διατάξεων, με συνολικό οικονομικό αντικείμενο 504.939.737 δρχ. (1.481.848,09 ευρώ), ενώ τα καθαρά κέρδη της προ φόρων κατά τη χρήση 2002 ανέρχονταν σε 6.330.234,52 ευρώ, οι ισχυρισμοί δε αυτοί είναι ειδικοί και ορισμένοι και τεκμηριώνουν κατά τρόπο πλήρη, εν όψει και του ύψους του αμφισβητούμενου με τις εκκρεμείς υποθέσεις ποσού, τις ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις που συνεπάγεται η επίλυση της διαφοράς για την αναιρεσείουσα.

5. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 1 εδαφ. α΄ του π.δ. 18/1989 «Η αίτηση αναιρέσεως ασκείται κατά αποφάσεων που εκδίδονται είτε σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, είτε τελεσιδίκως κατ’ έφεση, αναθεώρηση ή αναψηλάφηση …». Εξάλλου, στο άρθρο 92 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.) που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι «1. Σε έφεση υπόκεινται οι αποφάσεις που εκδίδονται σε πρώτο βαθμό. 2. Δεν υπόκεινται σε έφεση αποφάσεις που αφορούν χρηματικές διαφορές αν το αντικείμενό τους δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) δραχμών. Το αντικείμενο της διαφοράς προσδιορίζεται από το ποσό, το οποίο καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση. Αν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά ως προς καθένα από τα ποσά αυτά. [...]. 3. Ειδικώς, στις χρηματικού περιεχομένου φορολογικές εν γένει διαφορές, όταν από το νόμο προβλέπεται η από μέρους του φορολογουμένου υποβολή δήλωσης πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, ως αντικείμενο της διαφοράς θεωρείται, για μεν τη Διοίκηση η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που ορίστηκε με την πράξη και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, για δε το φορολογούμενο η διαφορά του κύριου φόρου που προκύπτει ανάμεσα σε εκείνον που αντιστοιχεί στη δήλωση και σε αυτόν που καθορίστηκε με την απόφαση. [...]». Όπως έχει κριθεί, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 92 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., εάν αντικείμενο της διαφοράς είναι περισσότερα αυτοτελή και διακεκριμένα μεταξύ τους ποσά, το εκκλητό κρίνεται χωριστά, ως προς καθένα από τα ποσά αυτά, όπως καθορίζεται με την πρωτόδικη απόφαση και ανεξαρτήτως αν τα αυτοτελή αυτά ποσά είχαν καταλογισθεί με μία διοικητική πράξη (ΣΕ 1756/2007 Ολομ., 63/2010 κ.ά.).

6. Επειδή, με την προσβληθείσα δια της προσφυγής πράξη καταλογίσθηκαν τα εξής ποσά, που συνιστούν το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς: εισαγωγικός δασμός ύψους 292.525 δραχμών, φ.π.α. ύψους 52.653 δραχμών και πρόσθετο τέλος, ύψους 29.252 δραχμών.Από τα εν λόγω ποσά, εκείνα του εισαγωγικού δασμού και του φ.π.α. είναι διακεκριμένα και αυτοτελή μεταξύ τους, κατά την έννοια της προπαρατεθείσας διάταξης του άρθρου 92 παρ. 2 εδαφ. γ΄ του Κ.Δ.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι ο γενεσιουργός λόγος της υποχρέωσης πληρωμής φ.π.α. είναι η εισαγωγή των ειδών (βλ. άρθρο 2 παρ. 1 περιπτ. β΄ του ν. 1642/1986, Α΄ 125), ανεξαρτήτως της οφειλής ή όχι δασμών, η επιβολή των οποίων απλώς συντελεί στη διαμόρφωση της φορολογητέας αξίας για τον υπολογισμό του φ.π.α. (βλ. άρθρο 16 παρ. 1 περίπτωση β΄ του ν. 1642/1986, όπως η περίπτωση αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 25 του ν. 2093/1992, Α΄ 181). Αντίθετα, το ποσό του πρόσθετου τέλους, το οποίο προβλέπεται από το άρθρο 33 του Τ.Κ., επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση που το εισαχθέν είδος υπόκειται σε δασμό ανώτερο από εκείνο που αντιστοιχεί στη διασάφηση και ορίζεται σε ποσοστό επί τοις εκατό επί της διαφοράς που διαπιστώνεται μεταξύ του επιβαλλόμενου δασμού και αυτού που προκύπτει από τη διασάφηση, δεν είναι αυτοτελές, κατά την έννοια του άρθρου 92 παρ. 2 εδαφ. γ΄ Κ.Δ.Δ., σε σχέση με τον καταλογισθέντα εισαγωγικό δασμό. Ως προς τα δύο τελευταία αυτά ποσά, του εισαγωγικού δασμού και του πρόσθετου τέλους, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παρ. 3 του άρθρου 92 Κ.Δ.Δ., λαμβανομένου υπόψη ότι προβλέπεται εκ του νόμου [βλ. άρθρο 4 παρ. 17 και άρθρο 43 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα (Κανονισμός 2913/92, ΕΕ L 302/19.10.1992, σελ. 1) και άρθρο 25 του Τ.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του Ν. 1808/1989, Α΄ 218] η υποβολή δήλωσης (διασάφησης) από τον φορολογούμενο πριν από την έκδοση πράξεων καταλογισμού τέτοιων ποσών και ότι με την προσφυγή της αναιρεσείουσας δεν προβλήθηκαν αυτοτελή παράπονα που αφορούσαν σε ίδιες πλημμέλειες του σκέλους της επίδικης πράξης περί επιβολής του πρόσθετου τέλους. Εξάλλου, ως κύριος φόρος για την κατά τα ανωτέρω εφαρμογή της ρύθμισης της παρ. 3 του άρθρου 92 Κ.Δ.Δ. νοείται ο καταλογισθείς δασμός. Τούτων έπεται ότι το εκκλητό της ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνεται χωριστά για καθένα από τα καταλογισθέντα ποσά εισαγωγικού δασμού και φ.π.α., χωρίς να συνυπολογίζεται το ποσό του πρόσθετου τέλους, ως προς το οποίο το εκκλητό εκτιμάται σύμφωνα με την κρίση περί του εκκλητού για τον εισαγωγικό δασμό. Δεδομένου ότι το ποσό του εισαγωγικού δασμού υπερβαίνει τις 200.000 δρχ., η αναιρεσιβαλλόμενη πρωτόδικη απόφαση υπέκειτο σε έφεση, καθόσον αφορά στα καταλογισθέντα ποσά δασμού και πρόσθετου τέλους, ενώ δεν υπέκειτο σε έφεση αναφορικά με τον επιβληθέντα φ.π.α. (πρβλ. ΣτΕ 75/2010). Κατ’ ακολουθίαν, σύμφωνα με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 53 παρ. 1 εδαφ. α΄ του π.δ. 18/1989, η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς καθόσον αφορά στο καταλογισθέν ποσό φ.π.α., ενώ απαραδέκτως κατά τα λοιπά.

7. Επειδή, με την απόφαση του Συμβουλίου και της Επιτροπής της 13ης Δεκεμβρίου 1993 (ΕΕ L 347/31.12.1993, σελ. 1) εγκρίθηκε η ευρωπαϊκή συμφωνία σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου (στο εξής: Συμφωνία Σύνδεσης). H Συμφωνία Σύνδεσης είχε ως κύριο σκοπό την προοδευτική δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ουγγαρίας, ενόψει της ένταξης της τελευταίας στην Κοινότητα, που πραγματοποιήθηκε το 2004. Η Συμφωνία Σύνδεσης προέβλεπε, στο άρθρο της 9, την προοδευτική ή άμεση κατάργηση των εισαγωγικών δασμών που επιβάλλονταν εντός της Κοινότητας στα προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας (προτιμησιακό δασμολογικό καθεστώς). Το πρωτόκολλο αριθ. 4 που προσαρτάται στη Συμφωνία Σύνδεσης αφορά «τον καθορισμό της έννοιας “καταγόμενα προϊόντα” ή “προϊόντα καταγωγής” και τις μεθόδους διοικητικής συνεργασίας». Σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 11 παρ. 4 του πρωτοκόλλου αριθ. 4, όπως ίσχυε αρχικά, ως απόδειξη της καταγωγής των προϊόντων προσκομίζεται πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1, το οποίο εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της Ουγγαρίας, εάν τα προς εξαγωγή προϊόντα μπορούν να θεωρηθούν καταγόμενα από την Ουγγαρία, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 2 του εν λόγω πρωτοκόλλου. Το πρωτόκολλο αυτό αντικαταστάθηκε με κείμενο που επισυνάπτεται στην απόφαση υπ’ αριθ. 3/96 της 28ης Δεκεμβρίου 1996 του Συμβουλίου Σύνδεσης μεταξύ των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και των κρατών μελών τους, αφενός, και της Δημοκρατίας της Ουγγαρίας, αφετέρου (ΕΕ L 92/7.4.1997, σελ. 1). Σύμφωνα με το άρθρο της 2, η ως άνω απόφαση άρχισε να ισχύει από την 1η Ιουλίου 1997. Στο πρωτόκολλο αριθ. 4, όπως αντικαταστάθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση, ορίζεται στο άρθρο 16 παρ. 1 ότι «Τα προϊόντα καταγωγής Κοινότητας, κατά την εισαγωγή τους στην Ουγγαρία, και τα προϊόντα καταγωγής Ουγγαρίας, κατά την εισαγωγή τους στην Κοινότητα, υπάγονται στη συμφωνία, εφόσον προσκομιστεί: α) πιστοποιητικό κυκλοφορίας EUR.1 […]», στο άρθρο 17 ότι «1. Το πιστοποιητικό κυκλοφορίας EUR.1 εκδίδεται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής μετά από γραπτή αίτηση, που υποβάλλεται από τον εξαγωγέα ή, υπ’ ευθύνη του εξαγωγέα, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του. […] 5. Οι εκδούσες τελωνειακές αρχές προβαίνουν σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την επαλήθευση του χαρακτήρα καταγωγής των προϊόντων και της εκπλήρωσης των λοιπών απαιτήσεων του παρόντος πρωτοκόλλου. Για τον σκοπό αυτόν, έχουν το δικαίωμα να ζητούν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργούν ελέγχους των λογιστικών καταχωρήσεων του εξαγωγέα ή οποιονδήποτε άλλο έλεγχο θεωρούν αναγκαίο. […]», στο άρθρο 31 παρ. 2 ότι «Για να διασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή του παρόντος πρωτοκόλλου, η Κοινότητα και η Ουγγαρία παρέχουν αμοιβαία συνδρομή, μέσω των αρμοδίων τελωνειακών υπηρεσιών, για τον έλεγχο της γνησιότητας των πιστοποιητικών κυκλοφορίας EUR.1 ή των δηλώσεων τιμολογίου και της ακρίβειας των πληροφοριών που περιέχονται σ’ αυτά τα έγγραφα.», στο άρθρο 32 ότι «1. Ο μεταγενέστερος έλεγχος των πιστοποιητικών καταγωγής πραγματοποιείται δειγματοληπτικά ή κάθε φορά που οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής έχουν βάσιμες αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα τέτοιων εγγράφων, τον χαρακτήρα καταγωγής των σχετικών προϊόντων ή την εκπλήρωση των λοιπών απαιτήσεων του παρόντος πρωτοκόλλου. […] 3. Ο έλεγχος διενεργείται από τις τελωνειακές αρχές της χώρας εξαγωγής. Για τον σκοπό αυτό, αυτές έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την προσκόμιση κάθε αποδεικτικού στοιχείου και να διενεργήσουν ελέγχους των λογιστικών βιβλίων του εξαγωγέα καθώς και οποιονδήποτε άλλο έλεγχο κρίνουν αναγκαίο. 4. Αν οι τελωνειακές αρχές της χώρας εισαγωγής αποφασίσουν να αναστείλουν την προτιμησιακή μεταχείριση για τα συγκεκριμένα προϊόντα, εν αναμονή των αποτελεσμάτων του ελέγχου, οφείλουν να επιτρέψουν στον εισαγωγέα να παραλάβει τα προϊόντα υπό τον όρο επιβολής κάθε προληπτικού μέτρου το οποίο κρίνεται απαραίτητο. 5. Οι τελωνειακές αρχές που ζητούν τη διενέργεια του ελέγχου πρέπει να ενημερώνονται για τα αποτελέσματα του ελέγχου αυτού το ταχύτερο δυνατό. Τα εν λόγω αποτελέσματα πρέπει να ορίζουν σαφώς αν τα έγγραφα είναι γνήσια και αν τα σχετικά προϊόντα μπορούν πράγματι να θεωρηθούν ως προϊόντα καταγωγής Κοινότητας, Ουγγαρίας ή μιας από τις άλλες χώρες που αναφέρονται στο άρθρο 4 και ότι πληρούν τις λοιπές απαιτήσεις του παρόντος πρωτοκόλλου. 6. Εάν, σε περίπτωση εύλογων αμφιβολιών, δεν δοθεί απάντηση εντός δέκα μηνών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος ελέγχου ή εάν η απάντηση δεν περιλαμβάνει επαρκείς πληροφορίες για τη διαπίστωση της αυθεντικότητας του εν λόγω εγγράφου ή τη[ς] πραγματική[ς] καταγωγή[ς] των προϊόντων, οι αιτούσες τελωνειακές αρχές αρνούνται, εκτός εκτάκτων περιστάσεων, το ευεργέτημα των προτιμήσεων.» και στο άρθρο 33 ότι «Όταν προκύπτουν διαφορές σε σχέση με τις διαδικασίες ελέγχου του άρθρου 32, οι οποίες δεν μπορούν να διευθετηθούν μεταξύ των τελωνειακών αρχών που ζητούν τον έλεγχο και των τελωνειακών αρχών που είναι υπεύθυνες για τη διενέργειά του ή όταν δημιουργούνται προβλήματα ως προς την ερμηνεία του παρόντος πρωτοκόλλου, αυτές υποβάλλονται στην επιτροπή σύνδεσης. […]». Εξάλλου, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (Δ.Ε.Κ.), στην απόφασή του της 9.2.2006 στις υποθέσεις C-23/04 έως C-25/04, … ΑΕΒΕ κατά Ελληνικού Δημοσίου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικών προδικαστικών ερωτημάτων του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, απεφάνθη, όσον αφορά την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Συμφωνίας Σύνδεσης, όπως το πρωτόκολλο αυτό αντικαταστάθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση 3/96 του Συμβουλίου Σύνδεσης, (α) ότι «οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής έχουν υποχρέωση να λαμβάνουν υπόψη τις δικαστικές αποφάσεις που εκδίδονται εντός του κράτους εξαγωγής επί των προσφυγών οι οποίες ασκούνται κατά των αποτελεσμάτων του ελέγχου του κύρους των πιστοποιητικών κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που πραγματοποιούν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής, εφόσον οι εν λόγω αρχές έχουν πληροφορηθεί την άσκηση των προσφυγών αυτών και το περιεχόμενο των αποφάσεων αυτών, τούτο δε ανεξαρτήτως του αν ο έλεγχος του κύρους των πιστοποιητικών κυκλοφορίας διενεργήθηκε κατόπιν αιτήματος των τελωνειακών αρχών του κράτους εισαγωγής ή όχι.» (σκέψη 32 και διατακτικό 1) και (β) ότι «η πρακτική αποτελεσματικότητα της καταργήσεως των δασμών την οποία προβλέπει η […] Συμφωνία Συνδέσεως […] εμποδίζει την έκδοση διοικητικών αποφάσεων που επιβάλλουν την καταβολή δασμών, πλέον φόρων και προστίμων, τις οποίες λαμβάνουν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πριν τους γνωστοποιηθεί η τελική έκβαση της δίκης επί των προσφυγών που έχουν ασκηθεί κατά των αποτελεσμάτων του εκ των υστέρων ελέγχου και ενώ οι αποφάσεις του κράτους εξαγωγής με τις οποίες χορηγήθηκαν αρχικώς τα πιστοποιητικά EUR.1 δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί.» (σκέψη 43 και διατακτικό 2). Στην ίδια απόφασή του, το ΔΕΚ διατύπωσε και τις ακόλουθες σκέψεις: (i) «[…] η αρμοδιότητα για τον καθορισμό της καταγωγής των προϊόντων που προέρχονται από την Ουγγαρία απονέμεται, κατ’ αρχήν, στις τελωνειακές αρχές του κράτους αυτού, η δε τελωνειακή υπηρεσία του κράτους εισαγωγής δεσμεύεται από τις εκτιμήσεις στις οποίες προβαίνουν νομίμως οι εν λόγω αρχές […] Μια πρώτη συνέπεια που αντλείται από τα ανωτέρω είναι ότι στις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής απόκειται να χορηγούν τα πιστοποιητικά EUR.1, τα οποία βεβαιώνουν την ουγγρική καταγωγή των προϊόντων που κατασκευάζονται στην Ουγγαρία. Συγχρόνως, οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής πρέπει να αποδέχονται το κύρος των πιστοποιητικών αυτών. […] Μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, παράγραφος 6, του πρωτοκόλλου, δηλαδή σε περίπτωση ευλόγων αμφιβολιών και αν δεν δοθεί απάντηση εντός δέκα μηνών από την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος ελέγχου ή εάν η απάντηση δεν περιλαμβάνει επαρκείς πληροφορίες, δικαιούνται οι τελωνειακές αρχές που ζήτησαν τον εκ των υστέρων έλεγχο να αρνηθούν το ευεργέτημα του προτιμησιακού καθεστώτος. Πλην των περιπτώσεων κατά τις οποίες πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές, το πρωτόκολλο δεν προβλέπει τη δυνατότητα για ένα συμβαλλόμενο κράτος να ανακαλέσει μονομερώς τα πιστοποιητικά που εξέδωσαν οι τελωνειακές αρχές άλλου συμβαλλομένου κράτους. […] Επομένως, τα πιστοποιητικά που εκδίδονται προσηκόντως από τις αρχές του κράτους εξαγωγής παραμένουν έγκυρα και παράγουν τα αποτελέσματα που προβλέπει το πρωτόκολλο μέχρι να ανακληθούν ή να ακυρωθούν από τις αρμόδιες διοικητικές ή δικαστικές αρχές του εν λόγω κράτους.» (σκέψεις 36-39), και (ii) ότι ενόψει του συστήματος διοικητικής συνεργασίας που θεσπίζει το πρωτόκολλο αριθ. 4 και των οριζόμενων στο άρθρο 33 αυτού, αν οι τελωνειακές αρχές του κράτους εισαγωγής διαφωνούν με τις τελωνειακές αρχές του κράτους εξαγωγής στο πλαίσιο του εκ των υστέρων ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής, η μη υποβολή της υπόθεσης στην κρίση της επιτροπής σύνδεσης δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει παρέκκλιση από το σύστημα συνεργασίας και από τον σεβασμό των αρμοδιοτήτων που απορρέουν από τη Συμφωνία Σύνδεσης (σκέψεις 49-54).

8. Επειδή από τις ως άνω διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Συμφωνίας Σύνδεσης, όπως ερμηνεύθηκαν με την προαναφερόμενη απόφαση του Δ.Ε.Κ., προκύπτει ότι, εκτός από την περίπτωση που πληρούνται οι όροι της προεκτεθείσας ρύθμισης του άρθρου 32 παρ. 6 του εν λόγω πρωτοκόλλου, οι ελληνικές αρχές δεν μπορούν να θεωρήσουν παράνομα και άκυρα τα πιστοποιητικά EUR.1 που είχαν εκδοθεί από τις ουγγρικές τελωνειακές αρχές και περαιτέρω να αρνούνται την εφαρμογή του προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος, εφόσον τα πιστοποιητικά αυτά δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί από τις διοικητικές ή δικαστικές αρχές της Ουγγαρίας. Εξάλλου, εάν έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα εισαγωγές από την Ουγγαρία κατ’ εφαρμογή του προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος που προβλέπει η Συμφωνία Σύνδεσης, βάσει πιστοποιητικών EUR.1 που βεβαιώνουν την ιδιότητα των προϊόντων ως καταγόμενων από την Ουγγαρία, η ελληνική τελωνειακή αρχή νομίμως ανακαλεί την απόφασή της περί εφαρμογής του ως άνω προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος και εκδίδει οικείες καταλογιστικές πράξεις κατ’ ακολουθίαν της ανάκλησης ή ακύρωσης από τις ουγγρικές αρχές των πιστοποιητικών EUR.1 που είχαν χρησιμοποιηθεί κατά την εισαγωγή. Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις του πρωτοκόλλου αριθ. 4 της Συμφωνίας Σύνδεσης και προς διασφάλιση της πρακτικής αποτελεσματικότητας αυτής όσον αφορά το προτιμησιακό δασμολογικό καθεστώς που θεσπίζει, οι κατά τα ανωτέρω εκδιδόμενες καταλογιστικές πράξεις της ελληνικής τελωνειακής αρχής χάνουν το έρεισμά τους και καθίστανται παράνομες και ακυρωτέες συνεπεία επιγενόμενης έκδοσης απόφασης των αρμόδιων διοικητικών ή δικαστικών αρχών της Ουγγαρίας, σύμφωνα με την οποία τα ως άνω πιστοποιητικά EUR.1 ισχυροποιούνται και στηρίζουν εκ νέου την εφαρμογή του προτιμησιακού δασμολογικού καθεστώτος. Συναφώς, η ανάκληση ή ακύρωση από τις ουγγρικές αρχές της απόφασής τους με την οποία είχαν ανακληθεί ή ακυρωθεί τα πιστοποιητικά EUR.1, στο πλαίσιο του προβλεπόμενου στο άρθρο 32 του ίδιου πρωτοκόλλου εκ των υστέρων ελέγχου των πιστοποιητικών καταγωγής, δεσμεύει τις ελληνικές τελωνειακές αρχές, υπό την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 32 παρ. 6, του εν λόγω πρωτοκόλλου, χωρίς να απαιτείται υποβολή της υπόθεσης από τις ουγγρικές αρχές στην επιτροπή σύνδεσης (ΣΕ 62/2010 κ.ά.).

9. Επειδή, εν προκειμένω, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η προσφεύγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) εταιρεία, αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα του ιαπωνικού εργοστασίου κατασκευής αυτοκινήτων …, με την 50949/31.5.1996 αίτηση ανάλωσης που κατέθεσε στη διάδικο τελωνειακή αρχή, ζήτησε τον τελωνισμό και την παραλαβή δύο αυτοκινήτων μάρκας …, καταγωγής και προέλευσης Ουγγαρίας. Επί της ως άνω αιτήσεως αναλώσεως είχαν προσαρτηθεί τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και το οριζόμενο από το προβλεπόμενο από το πρωτόκολλο με αριθμό 4 προτιμησιακό πιστοποιητικό κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1. Στη συνέχεια, κατά τον τελωνισμό τα ανωτέρω αυτοκίνητα βρέθηκαν όπως διασαφίστηκαν και, αφού καταβλήθηκαν από την αναιρεσείουσα εταιρεία οι βεβαιωθέντες φόροι, παραλήφθηκαν από αυτήν τα προαναφερόμενα αυτοκίνητα. Ακολούθως, η UCLAF της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Ομάδα Δράσης «Συντονισμός για την καταπολέμηση της απάτης») διενήργησε έρευνα ως προς την επαλήθευση της καταγωγής και της αξίας των οχημάτων της ουγγρικής εταιρείας … (θυγατρικής της ιαπωνικής εταιρείας κατασκευής αυτοκινήτων …) που εισήχθησαν κατά τα έτη 1995, 1996 και 1997 στην Ευρωπαϊκή Ένωση με ολική απαλλαγή δασμών υπό την κάλυψη ουγγρικών πιστοποιητικών κυκλοφορίας εμπορευμάτων EUR.1. Στα πλαίσια της έρευνας αυτής η αναφερόμενη υπηρεσία της Επιτροπής ζήτησε από τις αρμόδιες ελληνικές υπηρεσίες την αποστολή όλων των ανωτέρω πιστοποιητικών καταγωγής και των αντίστοιχων τιμολογίων που αφορούσαν σε εισαγωγές αυτοκινήτων τύπου … και … από την Ουγγαρία κατά τα προαναφερόμενα έτη, όπως προκύπτει από τα με αριθμό 2574/930/Ε0034/25-7-1996 και 41/4/Ε0034/13-1-1998 έγγραφα της 33ης Διεύθυνσης Ελέγχου Τελωνείων του Υπουργείου Οικονομικών προς τη διάδικο τελωνειακή αρχή. Στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου από τις αρμόδιες αρχές της Ουγγαρίας, που πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την κοινοτική αντιπροσωπεία και με το 4674/1998 έγγραφο της UCLAF, η εν λόγω 33η Διεύθυνση Τελωνείων, με το ΕΜΠ 1835/724/Ε0034/1-9-1998 έγγραφό της, ενημέρωσε τη διάδικο αρχή για τα αποτελέσματα της έρευνας και συγκεκριμένα ότι, κατά το μέρος που αφορά στην Ελλάδα, 3.416 αυτοκίνητα τύπου … και 108 αυτοκίνητα τύπου …, δεν πληρούσαν τα προτιμησιακά κριτήρια μεταχείρισης, διαβίβασε δε συνημμένα τις καταστάσεις που απεστάλησαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση και στις οποίες καταγράφονταν όλες οι εισαγωγές αυτοκινήτων που είχαν γίνει στην Ελλάδα από την Ουγγαρία και οι εισαγωγές αυτοκινήτων που αδικαιολόγητα ωφελήθηκαν από το προτιμησιακό καθεστώς. Ειδικότερα, κατά τον ανωτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι, παρά την από το έτος 1994 ισχύουσα συμφωνία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ουγγαρίας, η οποία επέτρεπε την εισαγωγή από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με απαλλαγή δασμών, των προϊόντων της δασμολογικής κλάσης 87.03 (οχήματα αυτοκίνητα) που έχουν αποκτήσει το χαρακτήρα προϊόντων καταγωγής Ουγγαρίας, στα οποία η αξία όλων των μη καταγόμενων υλικών που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των αυτοκινήτων δεν θα υπερβαίνει το 40% της τιμής εκκίνησης από το εργοστάσιο, όπως ορίζεται στο σχετικό πίνακα του παραρτήματος ΙΙ του ως άνω πρωτοκόλλου, στις σημειωθείσες κατά τα ανωτέρω εισαγωγές αυτοκινήτων η αξία όλων των μη καταγόμενων υλικών (εξαρτημάτων) που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή των αυτοκινήτων αυτών υπερέβαινε το εν λόγω ποσοστό. Για το λόγο αυτό κρίθηκε ότι τα αντίστοιχα πιστοποιητικά EUR 1, τα οποία εξέδωσαν οι Ουγγρικές Αρχές, δεν ήταν έγκυρα. Κατόπιν των ανωτέρω, η διάδικος αρχή, ενόψει του ότι τα προαναφερόμενα αυτοκίνητα, σύμφωνα με τις ανωτέρω συνημμένες καταστάσεις της UCLAF, δεν πληρούσαν τα κριτήρια προτιμησιακής μεταχείρισης, με την προσβαλλόμενη πράξη επί του παραστατικού εισαγωγής προέβη σε συμπληρωματική πράξη χρέωσης εισαγωγικού δασμού, του αναλογούντος επ’ αυτού φόρου προστιθέμενης αξίας καθώς και του κατά το άρθρο 33 του τελωνειακού κώδικα τέλους, συνολικού ποσού 374.430 δρχ.. Η συμπληρωματική αυτή βεβαίωση γνωστοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα εταιρεία με την κοινοποίηση της 33842/1998 ειδικής πρόσκλησης της Διευθύντριας του Τελωνείου Αθηνών.

10. Επειδή, όπως αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλόμενη, η ήδη αιτούσα ισχυρίσθηκε ότι ναι μεν το Τελωνείο Αθηνών στηρίχθηκε για την έκδοση της προσβληθείσας με την προσφυγή πράξης του στο γεγονός ότι αμφισβητήθηκε εκ των υστέρων η εγκυρότητα του σχετικού πιστοποιητικού EUR.1 βάσει του ελέγχου που πραγματοποιήθηκε από τις ουγγρικές αρχές, αλλά τα πορίσματα του ελέγχου αυτού ανακλήθηκαν εκ των υστέρων από τις ίδιες αρχές, λόγω της έκδοσης οικείων αποφάσεων των ουγγρικών δικαστηρίων, αντίγραφα των οποίων προσκομίσθηκαν στο δικάσαν Πρωτοδικείο. Σύμφωνα με τα μνημονευόμενα στην αναιρεσιβαλλόμενη, η ήδη αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε επίσης ότι η ως άνω εξέλιξη γνωστοποιήθηκε στις ελληνικές αρχές με το από 26.7.1999 έγγραφο της ουγγρικής υπηρεσίας ελέγχων, αντίγραφο του οποίου προσκομίσθηκε στο δικάσαν δικαστήριο, όπου αναφέρεται ότι οι αρμόδιες ουγγρικές τελωνειακές αρχές, συμμορφούμενες προς τις ανωτέρω αποφάσεις των ουγγρικών δικαστηρίων, επανεκκίνησαν τη διαδικασία έκδοσης των πιστοποιητικών καταγωγής σχετικά με τα αυτοκίνητα που είχε εισαγάγει η αιτούσα, βάσει της οποίας 1.250 οχήματα που καταγράφονται στο συνημμένο, προσκομισθέν στο Πρωτοδικείο, Παράρτημα 1 χαρακτηρίστηκαν ως μη εγχώριας προέλευσης και 4.297 οχήματα που καταγράφονται στο συνημμένο, προσκομισθέν στο Πρωτοδικείο, Παράρτημα 2 χαρακτηρίστηκαν ως ουγγρικής καταγωγής και για τα οποία είχαν ορθά εκδοθεί τα πιστοποιητικά EUR.1. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα προέβαλε ότι μεταξύ των αυτοκινήτων που περιλαμβάνονταν στο Παράρτημα 2 ήταν και τα επίδικα και ότι, εφόσον το Τελωνείο Αθηνών παρέλειψε να υποβάλει τη διαφορά στην επιτροπή τελωνειακής συνεργασίας, το ένδικο πιστοποιητικό ήταν ισχυρό και, συνεπώς, η προσβληθείσα με την προσφυγή πράξη ήταν παράνομη. Ο ανωτέρω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αβάσιμος από το δικάσαν δικαστήριο, με το σκεπτικό ότι, εφόσον οι ουγγρικές τελωνειακές αρχές αμφισβήτησαν εκ των υστέρων τα αποτελέσματα του πρώτου ελέγχου που διενεργήθηκε από τις ίδιες σε συνεργασία με την κοινοτική αποστολή ελέγχου ανακαλώντας την προηγούμενη απόφασή τους, σύμφωνα με την οποία, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλομένη, το επίμαχο πιστοποιητικό καταγωγής Ουγγαρίας για τα ένδικα αυτοκίνητα είχε κριθεί ότι δεν ήταν έγκυρο και είχε ανακληθεί, όφειλαν αυτές, και όχι οι ελληνικές τελωνειακές αρχές, να υποβάλουν τη διαφορά στην επιτροπή τελωνειακής συνεργασίας, η απόφαση της οποίας θα ήταν δεσμευτική για το δικάσαν δικαστήριο, καθόσον μάλιστα το Τελωνείο Αθηνών εξέδωσε την προσβληθείσα δια της προσφυγής πράξη πριν από την εν λόγω αμφισβήτηση των ουγγρικών τελωνειακών αρχών και σύμφωνα με τα πορίσματα του προαναφερόμενου ελέγχου από τις αρμόδιες ουγγρικές αρχές και τα κοινοτικά όργανα. Όμως, η κρίση αυτή του δικάσαντος δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ο εν λόγω ουσιώδης, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμός της αιτούσας, είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, η σε συνέχεια της έκδοσης αποφάσεων των δικαστικών αρχών της Ουγγαρίας και κατόπιν επανελέγχου διαπίστωση των ουγγρικών αρχών ότι το πιστοποιητικό EUR.1, βάσει του οποίου είχε γίνει η επίδικη εισαγωγή, είχε ορθά εκδοθεί και η συνακόλουθη ανάκληση από τις ουγγρικές αρχές της ανάκλησης ή ακύρωσης του εν λόγω πιστοποιητικού, που δεν προϋποθέτει την εκ μέρους τους υποβολή της υπόθεσης στην επιτροπή σύνδεσης, θα είχε ως αποτέλεσμα να χάσει η ένδικη πράξη το έρεισμά της και να καταστεί παράνομη και ακυρωτέα από τις ελληνικές αρχές, συμπεριλαμβανομένου του δικάσαντος δικαστηρίου. Για το λόγο αυτό, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει κατά το μέρος τούτο δεκτή, ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως. Συνακόλουθα, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί κατά το μέρος που αφορά στο καταλογισθέν ποσό φ.π.α. και η υπόθεση, που χρήζει διευκρίνισης ως προς το πραγματικό της, πρέπει να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο μέρος στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, για νέα νόμιμη κρίση.

Δια ταύτα

Δέχεται την αίτηση εν μέρει, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Απορρίπτει αυτήν κατά τα λοιπά.

Αναιρεί εν μέρει την 10852/2003 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, στο οποίο και παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος την υπόθεση, σύμφωνα με το σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου.

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 30 Νοεμβρίου 2011

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος     Η Γραμματέας

Ε. Γαλανού         Κ. Κεχρολόγου

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 15ης Δεκεμβρίου 2011.

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος      Η Γραμματέας

Ε. Γαλανού          Α. Ζυγουρίτσα