.
Αριθμός 69/2004
ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Απριλίου 2003, με την εξής σύνθεση : Ηλ. Παπαγεωργίου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ν. Σκλίας, Δ. Αλεξανδρής, Σύμβουλοι, Κ. Βιολάρης, Ι. Γράβαρης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Π. Μερτζανάκη.
Για να δικάσει την από 14 Μαΐου 2001 αίτηση :
του Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΜΕΓΑΡΟΥ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα (Βασ. Σοφίας και Κόκκαλη), ο οποίος παρέστη με το δικηγόρο Σπυρίδωνα Βλαχόπουλο (Α.Μ. 17001), που τον διόρισε με ειδικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τον Στέφανο Δέτση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή ο αναιρεσείων Οργανισμός επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 208/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιά.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του Εισηγητή, Συμβούλου Ν. Σκλία.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο του αναιρεσείοντος Οργανισμού, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι
Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α
Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (αριθμ. γραμματίου 1852498/2001) ζητείται, παραδεκτώς, η αναίρεση της απόφασης 208/2001 του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης 1507/1997 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή του αυτού αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 28ΚΑ/91/94/25.2.1994 καταλογιστικής Πράξεως του Διευθυντή του Η' Τελωνείου Πειραιά, με την οποία κηρύχθηκε αστικώς συνυπεύθυνος για την πληρωμή αφενός μεν πολλαπλού τέλους 34.458.472 δρχ., αφετέρου δε δασμών και λοιπών φόρων 8.614.618 δρχ., που αφορούσαν την εισαγωγή 58 κόλλων, τα οποία περιείχαν τεχνουργήματα ξυλουργικής δασμολογικής κλάσης 441890, προέλευσης Δυτικής Γερμανίας, αξίας 426.450 D.M.
2. Επειδή, κατά την παρ. 1 του άρθρου 100 του ν. 1165/1918 "Περί Τελωνειακού Κώδικος" (ΦΕΚ 73), «Λαθρεμπορία είναι : α) η εντός των συνόρων του Κράτους εισαγωγή ή εξ αυτών εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων, είτε εις εισαγωγικόν δασμόν, είτε εις εισπραττόμενον εν τοις Τελωνείοις τέλος, φόρον ή δικαίωμα, άνευ γραπτής άδειας της αρμοδίας τελωνειακής αρχής ή εν άλλω παρά τον ωρισμένον παρ' αυτής τόπω ή χρόνω και β) πάσα οιαδήποτε ενέργεια, σκοπούσα να στερήση το Δημόσιον των υπ' αυτού εισπρακτέων δασμών, τελών, φόρων και δικαιωμάτων επί των εισαγομένων εκ της αλλοδαπής ή εξαγομένων εμπορευμάτων, και αν έτι ταύτα εισεπράχθησαν κατά χρόνον και τρόπον έτερον ή τον υπό του νόμου οριζόμενον», κατά την παρ. 2 του άρθρου 89 του ίδιου Κώδικα «ως τελωνειακαί παραβάσεις χαρακτηρίζονται, επίσης, η καθ' οιονδήποτε των εν άρθρω 100 του παρόντος μνημονευομένων τρόπων διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των ανηκόντων τω Δημοσίω τελών και δικαιωμάτων, ως και η μη τήρησις των εν αυτώ άρθρω 100 καθοριζομένων λοιπών διατυπώσεων, επισύρουσιν δε κατά των υπευθύνων πολλαπλούν τέλος συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου και αν έτι ήθελεν κριθή αρμοδίως ότι δεν συντρέχουσι τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας», κατά δε την παράγραφο 3 του άρθρου 97 του αυτού Κώδικα «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 89 του παρόντος τελωνειακής παραβάσεως και αναλόγως του βαθμού της συμμετοχής εκάστου, ασχέτως της ποινικής διώξεως αυτών, επιβάλλεται, κατά τας διατάξεις των άρθρων 100 και επόμενα του παρόντος, ιδιαιτέρως εις έκαστον και αλληλεγγύως πολλαπλούν τέλος από διπλού μέχρι και δεκαπλού των βαρυνόντων το αντικείμενον ταύτης δασμών, φόρων, τελών και δικαιωμάτων, εν συνόλω δια πάντας τους συνυπαιτίους». Εξ άλλου, στην παράγραφο 5 του αυτού άρθρου 97 του ίδιου Κώδικα, ορίζονται τα εξής : «Ο παραλαμβάνων Προϊστάμενος του αρμοδίου Τελωνείου, μετά την ενέργειαν διοικητικής ανακρίσεως, έχων προς τούτο και την κατά την παράγραφον 2 του άρθρου 6 και παράγραφον 1 του άρθρου 17 του υπ' αριθ. 1264 του έτους 1942 Νομ. Διατάγματος "περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των διατάξεων περί οικονομικής Επιθεωρήσεως" αρμοδιότητα, συντάσσει και εκδίδει, το δυνατόν ταχύτερον, ητιολογημένην πράξιν, δια της οποίας κατά περίπτωσιν ή απαλλάσσει ή προσδιορίζει τους κατά τας διατάξεις του νόμου τούτου υπαιτίους, τον βαθμόν της ευθύνης εκάστου, τους ανήκοντας ή διαφυγόντας δασμούς και λοιπούς φόρους τους βαρύνοντας το αντικείμενον της λαθρεμπορίας και καταλογίζει το κατά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου πολλαπλούν τέλος, εφ' όσον δε συντρέχει περίπτωσις και τους διαφυγόντας δασμούς και λοιπούς φόρους. Η πληρωμή του πολλαπλού τέλους δεν απαλλάσσει από την υποχρέωσιν της πληρωμής των ανηκόντων δασμών και λοιπών φόρων, εξαιρέσει της περιπτώσεως καθ' ην κατάσχεται και δημεύεται το αντικείμενον της λαθρεμπορίας», στο άρθρο δε 108 του ιδίου πάντοτε Κώδικα, το οποίο, κατά το άρθρο 99 παρ. 2 αυτού, εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων για τελωνειακές παραβάσεις, ορίζονται τα ακόλουθα : «Το εκδικάζον την επί λαθρεμπορία κατηγορίαν ποινικόν Δικαστήριον δύναται, δια της καταδικαστικής αποφάσεώς του, να κηρύξη αλληλεγγύως συνυπεύθυνον αστικώς μετά του καταδικασθέντος προς πληρωμήν της καταγνωσθείσης χρηματικής ποινής και των δικαστικών εξόδων, τη αιτήσει δε του ως πολιτικώς ενάγοντος παρισταμένου Δημοσίου, και της επιδικασθείσης αυτώ απαιτήσεως, τον κύριον ή τον παραλήπτην των εμπορευμάτων, τα οποία αποτελούσι το αντικείμενον της λαθρεμπορίας, και όταν έτι ούτος δεν υπέχει ποινικήν ευθύνην επί ταύτη, οσάκις ο καταδικασθείς ενήργησεν επί των αντικειμένων της λαθρεμπορίας, ως εντολοδόχος, διαχειριστής ή αντιπρόσωπος του κυρίου ή του παραλήπτου, οιαδήποτε και αν ή η νομική σχέσις, υφ' ην παρουσιάζεται ή καλύπτεται η εντολή, ήτοι αδιαφόρως αν ο εντολοδόχος ενεργή ιδίω ονόματι του εντολέως ή αν παρίσταται ως κύριος του εμπορεύματος ή δι' οιασδήποτε άλλης προς αυτά νομικής σχέσεως και αδιαφόρως αν η ουσιαστική εκπροσώπησις του κυρίου είναι ειδική ή γενική, εκτός αν ήθελεν αποδειχθή, ότι οι ανωτέρω δεν ηδύναντο να έχωσι καν γνώσιν περί της πιθανότητος τελέσεως λαθρεμπορίας.», ενώ στο δεύτερο εδάφιο της ως άνω παραγράφου 2 του άρθρου 99 ορίζεται ότι «η άγνοια των αστικώς συνυπευθύνων της προθέσεως των χαρακτηρισθέντων ως κυρίως υπαιτίων προς τέλεσιν της παραβάσεως δεν απαλλάσσει τούτους της ευθύνης».
3. Επειδή, εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτουν τα εξής : Στις 18.4.1989 ο εκτελωνιστής …, κατέθεσε στο Η' Τελωνείο Πειραιά για λογαριασμό του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου την 22959/1989 διασάφηση εισαγωγής για τον τελωνισμό και την παραλαβή 58 κόλλων, τα οποία περιείχαν τεχνουργήματα ξυλουργικής της δασμολογικής κλάσεως 441890, προελεύσεως Δ. Γερμανίας και αξίας 426.450 D.M. Προκειμένου να παραλάβει τα είδη αυτά ο ως άνω εκτελωνιστής ζήτησε την ίδια ημέρα τη σύσταση τελωνειακής παρακαταθήκης μέχρι να γίνει καταμέτρηση αυτών, μετά δε τον προσδιορισμό του ποσού της παρακαταθήκης που έγινε πάνω στη διασάφηση από τον αρμόδιο τελωνειακό ελεγκτή, το ποσό της οποίας κάλυπτε τους αναλογούντες στα εν λόγω είδη δασμούς και φόρους, ο εκτελωνιστής αυτός κατόρθωσε να αλλοιώσει το ποσό της παρακαταθήκης το οποίο αναγραφόταν επάνω στη διασάφηση σε 582.000 δρχ., ποσό το οποίο υπολειπόταν σημαντικά αυτού που είχε προσδιορίσει ο ελεγκτής, συνέταξε δε παραλλήλως και δελτίο σύστασης παρακαταθήκης για το τελευταίο αυτό ποσό, πλαστογραφώντας την υπογραφή του αρμόδιου τελωνειακού ελεγκτή. Κατ' αυτό τον τρόπο ο αυτός εκτελωνιστής εξαπάτησε στη συνέχεια και τον αρμόδιο υπάλληλο του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, ο οποίος για τον λόγο αυτό εξέδωσε το 98799/1989 γραμμάτιο εισπράξεως παρακαταθήκης για ποσό 582.000 δρχ. και πέτυχε να εκδοθεί από την αρμόδια υπηρεσία του Τελωνείου το 202335/1989 «αποδεικτικό είσπραξης - άδεια παράδοσης τελωνισμένων εμπορευμάτων» (ΑΠΤΕ) για μηδενικό ποσό δασμών και φόρων, με βάση το οποίο παρέλαβε τα εισαχθέντα είδη. Ακολούθως, ο ως άνω εκτελωνιστής …, πλαστογράφησε το αντίτυπο του αποδεικτικού που προοριζόταν για τον αναιρεσείοντα Οργανισμό, αναγράφοντας σ' αυτό μηχανογραφικά στην ένδειξη «Σύνολο Δασμών και Φόρων» αντί του μηδενός, το ποσό των 5.809.750 δρχ., το οποίο αντιστοιχούσε σε δήθεν εισπραχθέντες δασμούς και φόρους, ώστε να εμφανίζεται ότι είχε καταβάλει το ποσό αυτό, προκειμένου να παραλάβει τα εμπορεύματα, παρέδωσε δε στον Οργανισμό αυτό το ως άνω πλαστογραφημένο αντίτυπο του «αποδεικτικού είσπραξης - άδειας παράδοσης τελωνισμένων εμπορευμάτων» μαζί με το σχετικό τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, το οποίο εξέδωσε, καθώς και φωτοαντίγραφο της διασαφήσεως εισαγωγής, στο οποίο φαινόταν να έχουν προσδιοριστεί δασμοί και λοιποί φόροι, οι οποίοι αναλογούσαν στην αξία των ειδών τα οποία είχαν εισαχθεί, ύψους 5.809.750 δρχ. Κατά το χρόνο που προέβαινε στις ενέργειες αυτές, ο ίδιος ο εκτελωνιστής παρακρατούσε την διασάφηση εισαγωγής με όλα τα συνημμένα σ' αυτήν δικαιολογητικά, έχοντας έτσι την ευχέρεια να προβαίνει στις ανωτέρω πλαστογραφήσεις. Ύστερα από σχετική έρευνα της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (ΕΥΤΕ) διαπιστώθηκε ότι ο ως άνω εκτελωνιστής, αν και με απόφαση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 718/1977 Επιτροπής του είχε απαγορευτεί να εκτελεί τελωνειακές εργασίες, διενεργούσε εκτελωνισμούς εμπορευμάτων για λογαριασμό και διαφόρων άλλων εισαγωγέων, των οποίων τα εμπορεύματα παραλάμβανε, εφαρμόζοντας τις ίδιες μεθοδεύσεις, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις εισαγωγής διαφόρων ειδών του αναιρεσείοντος Οργανισμού, τις οποίες διεκπεραίωσε τον ίδιο περίπου χρόνο, χωρίς τελικώς να καταβάλει δασμούς και φόρους ή έχοντας καταβάλει ποσά κατά πολύ μικρότερα των πράγματι αναλογούντων στα εισαγόμενα είδη. Αποτέλεσμα των ενεργειών του αυτών ήταν να αποστερήσει από το Ελληνικό Δημόσιο μεγάλα ποσά δασμών και φόρων. Μετά από αυτά ο Διευθυντής του Τελωνείου εξέδωσε την υπ' αριθμ. 28ΚΑ/91/94/25.2.1994 καταλογιστική πράξη, με την οποία αφού χαρακτήρισε ως λαθρεμπορία, κατά την έννοια των διατάξεων της παρ. 2 του αρ. 89 του Τελωνειακού Κώδικα, τις ενέργειες του ανωτέρω εκτελωνιστή, οι οποίες σχετίζονταν με την ως άνω διασάφηση εισαγωγής, με υπαίτιο αυτόν, επέβαλε εις βάρος του πολλαπλά τέλη ποσού 34.458.472 δρχ. καθώς και τους αναλογούντες δασμούς και φόρους ποσού 8.614.618 δρχ. και τέλος, κήρυξε αστικώς συνυπεύθυνο τον ήδη αναιρεσείοντα Οργανισμό για την πληρωμή των πολλαπλών τελών καθώς και των δασμών και φόρων, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρ. 108 του Τελωνειακού Κώδικα. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιώς αφού δέχθηκε ότι τα όργανα του αναιρεσείοντος Οργανισμού δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν την τέλεση της λαθρεμπορίας και ακόμη ότι το ποσό των 582.000 δρχ., το οποίο ο εκτελωνιστής είχε καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά την σύσταση της τελωνειακής παρακαταθήκης, επιστράφηκε τελικώς σε αυτόν στις 27.5.89, και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να αφαιρεθεί από τους οφειλόμενους δασμούς και φόρους, δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή του αναιρεσείοντος και τον απήλλαξε, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του αρ. 108 του Τελωνειακού Κώδικα, από την ευθύνη για την καταβολή μόνο των πολλαπλών τελών. Κατά της αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου ο αναιρεσείων Οργανισμός άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία και την απέρριψε.
4. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, διότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία κατ' εφαρμογή των κειμένων διατάξεων, δέχτηκε με αυτή το Διοικητικό Εφετείο ότι δεν προβλέπεται απαλλαγή του αναιρεσείοντος Οργανισμού από τον Φ.Π.Α., με τη σκέψη ότι η απαλλαγή των εισαγόμενων ειδών που επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για την ανέγερση του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών προβλέφθηκε με την αριθμ. 1018411/927/0014 Πολ. 1051/5.3.1990 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (β. 184), η οποία ίσχυσε από τη κύρωσή της με το άρθρο 104 παρ. 1 του ν. 1892/1990, δηλαδή από τις 31.7.1990 και επομένως η απαλλαγή δεν ίσχυε κατά το χρόνο της εισαγωγής των αντικειμένων για την οποία εχώρησε ο επίδικος καταλογισμός. Ειδικότερα προβάλλεται ότι η κρίση αυτή του Διοικητικού Εφετείου είναι εσφαλμένη, διότι η απαλλαγή του αναιρεσείοντος από τον Φ.Π.Α. προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 του ν. 1892/1990 και όχι, όπως εσφαλμένως δέχθηκε το Δικαστήριο, από τη διάταξη του άρθρου 104 παρ. 1 του ιδίου νόμου και ότι, επομένως, δεν ήταν νόμιμος ο καταλογισμός των οφειλομένων φόρων, που έγινε το έτος 1994, δηλαδή τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ισχύος του άρθρου 104 του ν. 1892/1990. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, σύμφωνα με το αρ. 121 ν. 1892/1990, ο νόμος αυτός αρχίζει να ισχύει από την δημοσίευσή του δηλ. από 31.7.1990, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του, τόσο δε στην διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 104 όσο και στις διατάξεις των παραγράφων 2 και 4 του ιδίου άρθρου του εν λόγω νόμου, τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων δεν ορίζεται διαφορετικός χρόνος έναρξης της ισχύος αυτού και, συνεπώς, εφ' όσον κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο της εισαγωγής, την 18.4.1989, οπότε έλαβε χώρα και η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα Οργανισμό παράβαση, δεν είχε αρχίσει να ισχύει καμμία από τις διατάξεις του νόμου 1892/1990, ο αναιρεσείων δεν ήτο δυνατόν να απαλλαγή από τον οφειλόμενο ΦΠΑ αφού οι διατάξεις του άρθρου 104 του νόμου εκείνου, με τις οποίες προεβλέφθη η απαλλαγή, δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο εκείνο.
5. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιρετέα, γιατί το Διοικητικό Εφετείο εσφαλμένως δέχτηκε με αυτή, απορρίπτοντας σχετικό λόγο εφέσεως, προβληθέντα υπό του αναιρεσείοντος, ότι ορθώς και νομίμως ο εις βάρος του καταλογισμός των επιδίκων δασμών και λοιπών φόρων που προσδιορίστηκαν κατά την διαπίστωση τελωνειακής παραβάσεως, για την οποία προβλέπει το άρθρο 89 παρ. 2 του Τελωνειακού Κώδικα, έγινε με την πράξη επιβολής πολλαπλών τελών την οποία εξέδωσε ο Διευθυντής του αρμοδίου Η' Τελωνείου Πειραιώς, ενώ ο ως άνω προσδιορισμός των οφειλομένων δασμών και λοιπών φόρων και ο καταλογισμός αυτών έπρεπε, κατά τον αναιρεσείοντα Οργανισμό, να γίνει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 25 και επ. του Τελωνειακού Κώδικα, δηλ. με πράξη του αρμοδίου οργάνου στο σώμα της οικείας διασάφησης. Ο λόγος όμως αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι ναι μεν κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 28 του Τελωνειακού Κώδικα οι οφειλόμενοι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις προσδιορίζονται και βεβαιώνονται με πράξη που συντάσσεται στο σώμα της διασαφήσεως, αλλά αυτό γίνεται, σύμφωνα με την ίδια διάταξη, όταν διενεργείται επαλήθευση ενδείξεων της διασάφησης και των προσαρτημένων σ' αυτήν δικαιολογητικών, εξέταση των εμπορευμάτων και εφαρμογή των διατάξεων που διέπουν την θέση των εμπορευμάτων σε ανάλωση ή σε ελεύθερη κυκλοφορία? αντιθέτως, κατά το άρθρο 97 παρ. 5 του ίδιου Κώδικα επί τελωνειακών παραβάσεων, ο Προϊστάμενος του αρμοδίου Τελωνείου, μετά την ενέργεια διοικητικής ανακρίσεως συντάσσει και εκδίδει το δυνατόν ταχύτερον αιτιολογημένη πράξη, με την οποία, εκτός του πολλαπλού τέλους, καταλογίζει εφόσον συντρέχει περίπτωση, και τους διαφυγόντες δασμούς και λοιπούς φόρους. Ορθώς, κατ' ακολουθίαν, κατ' εφαρμογή της ως άνω διατάξεως της παραγράφου 5 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι νομίμως ο καταλογισμός των εν προκειμένω οφειλόμενων δασμών και λοιπών φόρων που προσδιορίστηκαν κατά την διαπίστωση τελωνειακής παράβασης, έγινε με την πράξη επιβολής πολλαπλού τέλους που εξέδωσε ο Προϊστάμενος του αρμοδίου Τελωνείου.
6. Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 99 του Τελωνειακού Κώδικα, κλήση σε απολογία απαιτείται, ως ουσιώδης τύπος της διαδικασίας, επί εκδόσεως πράξεως επιβολής πολλαπλού τέλους (ΣτΕ 804/2000) δεδομένου ότι, για την επιβολή του τέλους αυτού, απαιτείται η τέλεση με δόλο των πράξεων που συνιστούν την τελωνειακή παράβαση για την οποία επιβάλλεται, εφ' όσον δε στην περίπτωση αυτή εκτιμάται το υποκειμενικό στοιχείο της συμπεριφοράς του παραβάτη, επιβάλλεται η τήρηση του τύπου της προηγούμενης ακρόασης για να ακουσθεί, αν το επιθυμεί, ο φερόμενος ως υπαιτίως ενεργήσας (ΣτΕ 264/1999). Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση πλήσσεται από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό κατά το μέρος που το Δικαστήριο έκρινε με αυτή για τη νομιμότητα επιβολής εις βάρος του των οφειλόμενων δασμών και λοιπών φόρων και όχι κατά το μέρος της που αφορά στην κρίση του Διοικητικού Εφετείου για τη νομιμότητα επιβολής πολλαπλού τέλους, για την οποία έκρινε το Διοικητικό Πρωτοδικείο και ακύρωσε ως προς αυτή την καταλογιστική πράξη. Συνεπώς, εφ' όσον δεν ήταν απαραίτητη, κατά τα ανωτέρω, η κρίση του αναιρεσείοντος σε απολογία για το θέμα των οφειλομένων δασμών και λοιπών φόρων, ο ως άνω σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων Οργανισμός προβάλλει ότι δεν ήταν νόμιμη η κλήση του προς απολογία πριν από την έκδοση της καταλογιστικής πράξεως διότι δεν ανεφέροντο σ' αυτήν οι τελωνειακές παραβάσεις για τις οποίες εκαλείτο να απολογηθή, το δε Διοικητικό Εφετείο κατά παράβαση των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 99 του Τελωνειακού Κώδικος δέχθηκε ότι το περιεχόμενο της ως άνω κλήσεως ήταν επαρκές αφού ανεφέροντο σ' αυτήν οι αριθμοί των διασαφήσεων και δεν ήταν απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες τελωνειακές παραβάσεις, προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού ορθώς με την προσβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη ο αντίστοιχος λόγος έφεσης, αν και με άλλη αιτιολογία, με τη σκέψη δηλ. ότι το περιεχόμενο της κλήσης ήταν απολύτως επαρκές.
7. Επειδή, όπως προκύπτει από τη διάταξη του εδαφίου α της παραγράφου 4 του άρθρου 99 του Τελωνειακού Κώδικα και από τον συνδυασμό της διατάξεως αυτής με τη διάταξη της παραγράφου 5 του άρθρου 97 του ίδιου Κώδικα οι τελωνειακές παραβάσεις, αλλά και το δικαίωμα του Δημοσίου προς επιβολή των διαφυγόντων δασμών και λοιπών φόρων που προσδιορίστηκαν κατά την διαπίστωση της οικείας τελωνειακής παραβάσεως παραγράφονται εάν εντός τριετίας από της τελέσεως της τελωνειακής παραβάσεως δεν κοινοποιηθεί η καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής, κατά δε το εδάφιο β' της ίδιας παραγράφου, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του ν. 2198/1994 (Α' 43), "Κατ' εξαίρεση η ως άνω προθεσμία ορίζεται επταετής προκειμένου περί των παραβάσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 89 του παρόντος νόμου". Η διάταξη του ως άνω εδαφίου, που προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 25 του Τελωνειακού Κώδικα με το άρθρο 11 του ν. 2680/1953 (Α' 316), όπως είχε πριν αντικατασταθή, κατά τα ανωτέρω, από την παράγραφο 1 του άρθρου 25 του ν. 2198/1994, προέβλεπε πενταετή παραγραφή, σύμφωνα δε με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου 25 του ν. 2198/1994, η παράγραφος 1 αυτού (με την οποία η παραγραφή έγινε επταετής) εφαρμόζεται και επί των παραβάσεων εκείνων που έχουν τελεσθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου, εφόσον δεν είχε κατά το χρόνο αυτό συμπληρωθεί η παραγραφή τους. Εξ άλλου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, και αν ακόμη μέχρι τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής δεν έγινε κοινοποίηση της σχετικής πράξεως επιβολής πολλαπλών τελών για τελωνειακή παράβαση, αλλά και των κατά την διαπίστωση αυτής προσδιορισθέντων δασμών και λοιπών φόρων ή αν η κοινοποίηση είναι άκυρη, το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή των εν λόγω δασμών και φόρων δεν παραγράφεται αν ασκήθηκε από τον φορολογούμενο προσφυγή κατά της πράξεως επιβολής, κατά τον χρόνο δε ασκήσεως της προσφυγής δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής (πρβλ. ΣτΕ 523/2000 και 2101/2001 για την παραγραφή επί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων και φόρου κληρονομιών, αντιστοίχως, εν όψει των αναλόγου περιεχομένου και διατυπώσεως διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 3 του ν. 1587/1950 και του άρθρου 102 παρ. 1 περ. α' του ν.δ. 118/1973, αντιστοίχως).
8. Επειδή, εν προκειμένω, δεν είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την επιβολή των επιδίκων δασμών και φόρων κατά την έναρξη ισχύος του ν. 2198/1994 στις 22.3.1994 (ημέρα δημοσίευσης του νόμου αυτού), δεδομένου ότι κατά το χρόνο αυτό δεν είχε συμπληρωθεί από το χρόνο τελέσεως της παραβάσεως πενταετία, όπως όριζε αρχικά το άρθρο 99 παρ. 4 του Τελωνειακού Κώδικα (άρθρ. 11 του ν. 2680/1953), αφού η διασάφηση είχε κατατεθεί στις 18.4.1989, όλες δε οι αποδιδόμενες στον εκτελωνιστή παραβάσεις (πλαστογράφηση εγγράφων κ.λπ.) έλαβαν χώρα μετά την κατάθεση της διασαφήσεως. Επομένως, εφαρμοζομένων των ως άνω διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 2198/1994, η παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολήν των επιδίκων δασμών και λοιπών φόρων είναι επταετής και, κατ' ακολουθίαν, ορθώς το Διοικητικό Εφετείο έκρινε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι το δικαίωμα του Δημοσίου προς επιβολή των οφειλόμενων δασμών και λοιπών φόρων δεν παρεγράφη, εφόσον εδέχθη ότι ναι μεν δεν έγιναν εγκύρως κοινοποιήσεις της καταλογιστικής πράξεως μέχρι της συμπληρώσεως του χρόνου της παραγραφής, ασκήθηκε όμως προσφυγή κατ' αυτής από τον αναιρεσείοντα Οργανισμό πριν από τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής (χρόνος άσκησης της προσφυγής 1.4.1994 και όχι 28.4.1989, όπως από προφανή παραδρομή αναφέρεται στην προσβαλλόμενη). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του εναντίου με την κρινόμενη αίτηση προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως.
9. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται περαιτέρω ότι η όποια ζημία του Δημοσίου οφείλεται στην κρινόμενη περίπτωση προεχόντως σε λάθη και παραλείψεις των τελωνειακών οργάνων και, επομένως, δεν ήταν νόμιμος ο σε βάρος του αναιρεσείοντος Οργανισμού καταλογισμός φόρων και δασμών εν όψει των διατάξεων του άρθρου 300 του Αστικού Κώδικος, προβάλλεται δε ειδικότερα ότι είναι εσφαλμένη η κρίση του Διοικητικού Εφετείου κατά την οποία δεν είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 300 του Αστικού Κώδικος διότι αυτή εφαρμόζεται σε διαφορές ιδιωτικού δικαίου και όχι σε έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου και μάλιστα σε αυτές που αναφέρονται στις φορολογικές υποχρεώσεις των πολιτών. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι πράγματι οι διατάξεις του άρθρου 300 του Αστικού Κώδικος ρυθμίζουν την άσκηση δικαιωμάτων ιδιωτικού δικαίου και όχι έννομες σχέσεις δημοσίου δικαίου (βλ. ΣτΕ 340/2000 κ.ά.).
10. Επειδή, σύμφωνα με την παράγραφο 8 του άρθρου 97 του Τελωνειακού Κώδικα, η οποία προσετέθη με το άρθρο 4 του Α.Ν. 1514/1950 (ΦΕΚ 240 Α'), που κυρώθηκε με τον ν. 1591/1950 (ΦΕΚ 295 Α'), "ουδεμίαν επιρροήν εξασκεί επί των αποφάσεων των Δικαστηρίων η αθωωτική ή καταλογιστική απόφασις των Διοικητικών Δικαστηρίων και Επιτροπών ουδέ τανάπαλιν". Από τη διάταξη αυτή, εν συνδυασμώ και προς τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (άρθρ. 120 παρ. 3 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας), προκύπτει ότι η διαδικασία διοικητικής βεβαιώσεως της τελωνειακής παραβάσεως, η οποία κατατείνει στην επιβολή των προβλεπομένων κυρώσεων και των οφειλόμενων δασμών και λοιπών φόρων είναι αυτοτελής και διακεκριμένη έναντι της αντιστοίχου ποινικής διαδικασίας. Επομένως, το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί της διοικητικής παραβάσεως και των συνεπειών αυτής δεν δεσμεύεται από τυχόν προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, του νόμου δε μη διακρίνοντος, ανεξαρτήτως εάν η αθώωση έλαβε χώραν λόγω διαγνώσεως από το ποινικό δικαστήριο της ανυπαρξίας των στοιχειοθετούντων την αντικειμενική υπόσταση του αντιστοίχου ποινικού αδικήματος πραγματικών περιστατικών ή για άλλους λόγους, υποχρεούται όμως το δικαστήριο να συνεκτιμήσει την, κατά τ' ανωτέρω, αθωωτική απόφαση κατά τη διαμόρφωση της κρίσεώς του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν δικαστήριο έλαβε υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και συνεκτίμησε την αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου (αριθμ. 131/1997 του πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς), καθώς και τα αποδεικτικά στοιχεία που αυτή έλαβε υπόψη. Επιπλέον έλαβε υπόψη την κατάθεση του Διευθυντή του Η Τελωνείου Πειραιώς, κατά την οποία οι ένδικοι φόροι εξακολουθούσαν να οφείλονται, την έκθεση του Ε' Τελωνείου Πειραιώς, έγγραφο της Τράπεζας Εργασίας (Υποκατάστημα Μοσχάτου) προς τον αναιρεσείοντα, στο οποίο αναφέρονται τα στοιχεία 19 επιταγών, οι οποίες εξεδόθησαν εις διαταγή της Τραπέζης της Ελλάδος, με χρέωση του τραπεζικού λογαριασμού του, επίσης φωτοτυπίες των επιταγών αυτών, από τις οποίες άλλες είχαν οπισθογραφηθεί από τον εκτελωνιστή …, και άλλες από τους συνεργάτες του, από την συνεκτίμηση δε των ανωτέρω στοιχείων, ελευθέρως κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, οδηγήθηκε, όπως, κατά τα ανωτέρω, ηδύνατο, σε κρίση διάφορη εκείνης του ποινικού δικαστηρίου, ότι δηλ. από τα στοιχεία αυτά δεν προκύπτει ότι τα αναφερόμενα στις επιταγές ποσά καταβλήθηκαν στο ελληνικό δημόσιο προς εξόφληση των δασμών και λοιπών φόρων, οι οποίοι χρεώθηκαν για την συγκεκριμένη διασάφηση. Με το περιεχόμενο αυτό, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι, κατ' αρχήν, νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη ως προς την διατυπούμενη σ' αυτήν κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι δεν κατεβλήθησαν οι οφειλόμενοι στο Δημόσιο και καταλογισθέντες στον αναιρεσείοντα δασμοί και λοιποί φόροι, εν όψει και όσων εξετέθησαν ανωτέρω ως προς την επιρροή της αθωωτικής απόφασης του ποινικού δικαστηρίου, οι περί του αντιθέτου δε προβαλλόμενοι από του αναιρεσείοντος λόγοι αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
11. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ειδικότερα ότι το Διοικητικό Εφετείο, δεχθέν με την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν είχαν καταβληθεί στο Δημόσιο οι αναλογούντες φόροι και δασμοί, προέβη σε ανεπίτρεπτη αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως. Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί το Διοικητικό Εφετείο, δεχθέν τα ανωτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ούτε επέβαλε στους διαδίκους ούτε αντέστρεψε το βάρος της αποδείξεως αλλά εκτίμησε, όπως ηδύνατο και ώφειλε, ελευθέρως, κατά την ενέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα και εσχημάτισε δικανική πεποίθηση περί της αληθείας του ως άνω πραγματικού περιστατικού της μη καταβολής δηλ. προς το Δημόσιο των οφειλομένων σ' αυτό δασμών και λοιπών φόρων.
12. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται περαιτέρω ότι το Διοικητικό Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του περιορίζεται να αναφέρει απλώς την από 16.3.2000 έκθεση του Ε' Τελωνείου Πειραιώς, την οποία συνεκτίμησεν μεν, χωρίς να προβαίνει όμως σε ουσιαστική αξιολόγηση του περιεχομένου της. Εξ άλλου, κατά τον αναιρεσείοντα Οργανισμό, η έκθεση αυτή είναι αναιτιολόγητη, με συνέπεια να μη μπορεί να στηρίξει οποιοδήποτε συμπέρασμα περί της μη καταβολής των οφειλομένων δασμών και λοιπών φόρων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν υποστηρίζεται ότι υπάρχει παράλειψη του δικάσαντος Εφετείου να προβεί σε ουσιαστική αξιολόγηση της ως άνω έκθεσης του Ε' Τελωνείου Πειραιώς είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Διοικητικό Εφετείο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε τη συγκεκριμένη αυτή έκθεση, πράγμα που συνομολογεί, άλλωστε, και ο αναιρεσείων Οργανισμός, δεν απαιτείτο δε οποιαδήποτε άλλη ειδικότερη μνεία για το περιεχόμενό της. Κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός, κατά το μέρος δηλ. που με αυτόν αμφισβητείται η δυνατότητα να στηριχθεί με την ως άνω έκθεση η κρίση του Εφετείου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήσσει την περί την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
13. Επειδή, τέλος, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται : α) ότι ενόψει των στοιχείων της δικογραφίας, το Διοικητικό Εφετείο θα έπρεπε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή καταβλήθηκαν στο Δημόσιο οι οφειλόμενοι δασμοί και λοιποί φόροι, β) ότι η κατάθεση του Διευθυντή του Η Τελωνείου Πειραιώς …, στην ποινική δίκη δεν είχε το περιεχόμενο που δέχθηκε το Διοικητικό Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση και γ) ότι η κρίση του Διοικητικού Εφετείου περί μη καταβολής στο Δημόσιο των ποσών που αναφέρονται στις δέκα εννέα (19) επιταγές που εξεδόθησαν εις διαταγήν της Τραπέζης της Ελλάδος με χρέωση του τραπεζικού λογαριασμού του αναιρεσείοντος είναι εσφαλμένη, δεδομένου ότι, βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν είναι δυνατό να δόθηκαν 19 επιταγές με ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό των επίμαχων διασαφήσεων και να δόθηκαν για άλλη αιτία, πλην της πληρωμής των οφειλόμενων δασμών και λοιπών φόρων. Όλοι όμως οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, διότι πλήσσουν την ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων κρίση του Διοικητικού Εφετείου.
14. Επειδή, κατ' αυτά, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Διά ταύτα
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα Οργανισμό τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου, που ανέρχεται σε τριακόσια ογδόντα (380) Ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2003 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 14ης Ιανουαρίου 2004.