.
ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 858/2010
(Πρόεδρος: Ελένη Διονυσοπούλου, Πρόεδρος Εφετών). (Δικαστές: Στεφάνια Καρατζά-Εισηγήτρια, Γεώργιος Οικονόμου, Εφέτες). (Δικηγόροι: Ιωάννης Βασιλείου, Δικαστικός αντιπρόσωπος ΝΣΚ Διονύσιος Ζαχαρόπουλος).
Το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπούμενο ως προς την άσκηση της υπό κρίση ανακοπής από τον Προϊστάμενο του Τελωνείου Πατρών, εξέθετε ότι δυνάμει του υπ' αρ. 11631/2/06/6.4.2006 κατασχετηρίου εγγράφου, το οποίο επιδόθηκε στους καθ' ων την 13/4/2006 το Τελωνείο Πατρών προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια των καθ' ων ως τρίτων, όσων οι τελευταίοι οφείλουν ή μέλλουν να οφείλουν ως μισθώματα στον οφειλέτη του Ελληνικού Δημοσίου Γ.Κ. μέχρι το ποσό των 37.858,38 ευρώ μετά των νόμιμων προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής, βάσει του από 1/2/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης ακινήτου που συνήφθη μεταξύ των καθών και του Γ.Κ.. Η ανωτέρω αναγκαστική κατάσχεση επιβλήθηκε για την είσπραξη ταμειακώς βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων χρεών του ανωτέρω οφειλέτη προς το Ελληνικό Δημόσιο, που αφορούν πολλαπλά τέλη τα οποία επιβλήθηκαν με την υπ' αριθμ. 421/98/99 κατα-λογιστική πράξη του Τελωνείου Πατρών, όπως αναλυτικά παρατίθενται στην ανακοπή. Εν συνεχεία στις 25/4/2006 επιδόθηκε στο ανακόπτον η από 20/4/2006 δήλωση των καθών την οποία ανακόπτει ως αόριστη και ανειλικρινή, εφόσον περιορίζονται να δηλώσουν απλώς ότι "δεν έχουν ουδεμία σχέση με τα χρέη του οφειλέτη και δεν αναλαμβάνουν καμία υποχρέωση προς το τελωνείο Πατρών".
Ζήτησε να αναγνωριστεί ως αόριστη, ανειλικρινής, άκυρη και στερούμενη εννόμων συνεπειών η ανωτέρω δήλωση των καθών, να αναγνωρισθεί ότι οι καθών του οφείλουν το ποσό των 37.858,38 ευρώ μετά των προσαυξήσεων εκπροθέσμου καταβολής, άλλως κάθε ποσό που οφείλουν ή μέλλουν να οφείλουν στον οφειλέτη του Γ.Κ. και μέχρι του ανωτέρω ποσού, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι να του κα-ταβάλουν το ανωτέρω ποσό νομιμοτόκως από την επιβολή της κατάσχεσης, άλλως από την επίδοση της παρούσας.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 24/5/2006 ανακοπή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται με την υπό κρίση έφεση τους οι καθ' ων η ανακοπή και ήδη εκκαλούντες για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ζητώντας την εξαφάνιση της με σκοπό την απόρριψη της ανακοπής.
Στην κατά τον ΚΕΔΕ (ΝΔ 356/1974) επισπευδόμενη εκτέλεση ο τρίτος στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση οφείλει κατ' άρθρο 32 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, στο οποίο ρυθμίζεται το θέμα της δήλωσης του τρίτου που κατέχει κινητά πράγματα του οφειλέτη του Δημοσίου τα οποία έχουν κατασχεθεί να κάνει δήλωση για το αν υπάρχει ή όχι η απαίτηση που κατασχέθηκε.
Το περιεχόμενο της δήλωσης, η οποία υποβάλλεται εγγράφως ή προφορικώς σε προθεσμία οκτώ ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου, αποτελεί ανακοίνωση του τρίτου απευθυντέα προς τον κατασχόντα για την ουσιαστική ακρίβεια ή ανακρίβεια των πραγματικών περιστατικών που αναφέρονται στο κατασχετήριο και θεμελιώνουν τα παραγωγικά γεγονότα ή την άσκηση ή την κατάργηση της απαίτησης που κατασχέθηκε.
Η ανακριβής δήλωση του τρίτου και εν γένει η ουσιαστικά αναληθής δήλωση αυτού, πέραν από την προς αποζημίωση ευθύνη αυτού έναντι του κατα-σχόντος (985 α3 εδ. β ΚΠολΔ), χορηγεί στον κατασχόντα όπως και η αρνητική δήλωση δικαίωμα να ασκηθεί ανακοπή κατά της δηλώσεως αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34 ΚΕΔΕ και 986 ΚΠολΔ και να ζητήσει την καταδίκη του τρίτου στην καταβολή του κατασχεθέντος ποσού ή στην παράδοση του κατασχεθέντος πράγματος. Με την ανακοπή δημιουργείται δίκη μεταξύ του κατασχόντος και τρίτου, αντικείμενο της οποίας είναι μόνο η έναντι του τρίτου απαίτηση του καθού η κατάσχεση (ΑΠ 185/1990 ΝοΒ 39.911, Εφ.ΑΘ. 6325/2008, ΕΑ 1930/2007 ΝΟΜΟΣ).
Με την ίδια ως άνω διάταξη (34 ΚΕΔΕ) ορίζεται εκπρόσωπος του Δημοσίου, που νομιμοποιείται ενεργητικά για την άσκηση της ανακοπής αυτής, ο διευθυντής του δημοσίου ταμείου (ήδη προϊστάμενος της ΔΟΥ), ο οποίος και θα σταθμίσει εάν το συμφέρον του Δημοσίου επιβάλλει να ασκήσει ανακοπή κατά αρνητικής δήλωσης του τρίτου στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση για χρέη βεβαιωμένα που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα κατά την έννοια του άρθρου 5 του ΚΕΔΕ, αμφισβητώντας τη δήλωση του τρίτου, ως προς την αλήθεια και την ειλικρίνεια της.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 ΚΕΔΕ, "Από της επομένης ημέρας καθ' ην κατά το άρθρο 5 του παρόντος Ν. Διατάγματος τα χρέη προς το Δημόσιο καθίστανται ληξιπρόθεσμα ο Διευθυντής του Ταμείου δικαιούται εις την λήψιν αναγκαστικών μέτρων κατά των οφειλετών δια το καθυστερούμενον μέρος του χρέους", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 9 του ίδιου νομοθετήματος, "Τα προς είσπραξιν των δημοσίων εσόδων εφαρμοζόμενα αναγκαστικά μέτρα είναι τα εξής: 1 .Κατάσχεσις κινητών, είτε εις χείρας του οφειλέτου είτε κινητών και απαιτήσεων εν γένει αυτού εις χείρας τρίτου. 2.Κατάσχεσις ακίνητων και 3.Προσωπική κράτησις. Η χρήσις των αναγκαστικών τούτων μέτρων εναπόκεινται εις την κρίσιν του διώκοντος Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου, δυναμένου να λάβη ταύτα κατά τας διατάξεις του παρόντος Ν. Διατάγματος, είτε αθροιστικώς είτε εν έκαστον κατά την ελευθέραν αυτού κρίσιν. Επί εσόδων, ων η είσπραξις είναι ανατεθειμένη εις Τελωνεία, την υπό του παρόντος Ν.Δ. οριζομένην εν τη διοικητική εκτελέσει αρμοδιότητα του Διευθυντού του Δημοσίου Ταμείου ασκεί ο Προϊστάμενος του Τελωνείου".
Σύμφωνα δε, με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 52 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, "Αρμόδιος για την επιβολή προστίμων ή πολλαπλών τελών που προβλέπονται από τον παρόντα Κώδικα είναι ο προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας τελέσθηκε η παράβαση.Οταν δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί ο τόπος τέλεσης, αρμόδιος είναι ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας διαπιστώθηκε η παράβαση. Σε κάθε άλλη περίπτωση ο Διευθυντής ή ο Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής, στη χωρική αρμοδιότητα της οποίας βρίσκεται η έδρα της επιχείρησης ή η διεύθυνση κατοικίας του παραβάτη, που υπέπεσε σε παράβαση.
Οι ως άνω, εντός του βραχύτερου δυνατού χρονικού διαστήματος από της καταχώρησης του πρωτοκόλλου στο οικείο βιβλίο ή της παραλαβής του και ύστερα από προηγούμενη λήψη της απολογίας του υπαιτίου της παράβασης και τη διενέργεια κάθε άλλης εξέτασης, την οποία τυχόν κρίνουν αναγκαία, προβαίνουν στην έκδοση αιτιολογημένης πράξης, με την οποία καταλογίζουν, σε βάρος των υπαιτίων και αστικώς συνυπεύθυνων, το πρόστιμο ή πολλαπλό τέλος.
Κατ' εξαίρεση σε περίπτωση συρροής τελωνειακών παραβάσεων τα κατά τον παρόντα Κώδικα πρόστιμα ή πολλαπλά τέλη μπορεί να επιβάλει για όλες τις συρρέουσες παραβάσεις ο αρμόδιος για τη μία από αυτές Διευθυντής ή Προϊστάμενος της Τελωνειακής Αρχής".
Εκ των ανωτέρω άρθρων συνάγεται ότι, σε περίπτωση διοικητικής εκτέλεσης που αφορά τελωνειακές παραβάσεις, αρμόδιο όργανο αυτής είναι ο Προϊστάμενος του Τελωνείου, ο οποίος εκδίδει την αντίστοιχη καταλογιστική πράξη και προβαίνει, δυνάμει αυτής, σε εκτέλεση εις βάρος του οφειλέτη του Δημοσίου.
Επομένως, και στην περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου με σκοπό την είσπραξη εσόδων που έχουν ανατεθεί στα αρμόδια Τελωνεία, την ανακοπή του άρθρου 34 ΚΕΔΕ νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει το αρμόδιο όργανο που επισπεύδει τη διοικητική εκτέλεση εις βάρος του οφειλέτη, ήτοι ο Προϊστάμενος του αρμόδιου Τελωνείου.
Η ανωτέρω ερμηνεία, είναι σύμφωνη τόσο με το πνεύμα του άρθρου 986 ΚΠολΔ, που αφορά την κατάσχεση εις βάρος τρίτου για ικανοποίηση ιδιωτικής φύσεως απαιτήσεων, το οποίο ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι «όποιος επέβαλε την κατάσχεση έχει δικαίωμα να την ανακόψει», όσο και με τις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 217 παρ. 2 και 219 παρ. 1 εδ. γ' ΚΔΔ, περί ανακοπής και αρνητικής δηλώσεως τρίτου όταν τρίτος είναι το Δημόσιο ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες ανακοπή επίσης χωρεί κατά ... α) της αρνητικής δηλώσεως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ως τρίτου σύμφωνα με το άρθρο 34 του ΚΕΔΕ εφόσον και η υποχρέωση του τρίτου είναι δημοσίου δικαίου", "προς άσκηση ανακοπής νομιμοποιούνται:.....γ) στην περίπτωση α' της παρ. 2 του άρθρου 217: το Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Προϊστάμενο της ΔΟΥ ή του Τελωνείου".
Περαιτέρω η προθεσμία προς άσκηση της ανακοπής ορίζεται μηνιαία στο άρθρο 34 ΚΕΔΕ, ρυθμίζεται από τα άρθρα 144 επ. του ΚΠολΔ και αρχίζει από την επόμενη ημέρα της περιέλευσης της δήλωσης του τρίτου στην οικεία ΔΟΥ ή το Τελωνείο. Αρμόδιο κατά τόπο δικαστήριο προς εκδίκαση της ανακοπής κατά τη διάταξη του άρθρου 986 ΚΠολΔ είναι το κατ' άρθρο 22 επ. οριζόμενο.
Επομένως κριτήριο της κατά τόπο αρμοδιότητας αποτελεί η νόμιμη γενική διαδικασία του τρίτου, ο οποίος επέχει θέση εναγομένου, όπως στην περίπτωση της εναγωγής του από τον καθού η κατάσχεση και δανειστή του (βλ. Β.Ι. Παπαχρήστου Η Διοικ. Εκτελ. Εκδ. 1992, σελ. 281 επ. Ι. Μπρίνια, Η Διοικ. Εκτελ. ΤΒ σελ. 517 επ. Β. Βαθρακοκοίλη κατ' άρθρον ερμηνεία του ΚΠολΔ Τόμος ΣΤ εκδ. 1997, σελ. 108).
Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω στην προκειμένη περίπτωση η υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε παραδεκτά από τον Προϊστάμενο του Τελωνείου Πατρών και είναι εμπρόθεσμη. Ειδικότερα η από 20/4/2006 αρνητική δήλωση των καθ' ων η ανακοπή περιήλθε εν γνώσει του Προϊσταμένου του αρμοδίου Τελωνείου στις 25/4/2006 όπως τούτο συνομολογείται από τους καθ' ων, η δε υπό κρίση ανακοπή ασκήθηκε (κατάθεση και επίδοση) στις 25/5/2006 (βλ. την υπ' αριθμ. 159/2006 έκθεση κατάθεσης δικογράφου της Γραμματείας του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και τις υπ' αριθμ. 2578,2579/25.5.2006 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θ.Ν.) δηλαδή εντός μηνός από την επόμενη ημέρα της περιέλευσης της δήλωσης των καθ' ων στο αρμόδιο Τελωνείο, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 34 του ΚΕΔΕ.
Τα αντίθετα συνεπώς υποστηριζόμενα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Σημειώνεται ότι εκτός του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν τοπικά αρμόδιο κατ' άρθρο 22 ΚΠολΔ για την εκδίκαση της ένδικης ανακοπής, απαραδέκτως προβάλλεται με τις προτάσεις της παρούσης συζητήσεως η εν λόγω ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας, χωρίς να αποτελεί συγκεκριμένο λόγο έφεσης.
Αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 1/2/2003 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ακινήτου του οποίου προσκομίζεται επικυρωμένο αντίγραφο με αντίστοιχη νόμιμη από 14/2/2003 θεώρηση από την ΔΟΥ Πύργου, την 1/2/2003 συνήφθη μεταξύ του Γ.Κ. ως εκμισθωτή και των καθ' ων η ανακοπή Κ. και Δ.Ο. μισθωτών, σύμβαση μισθώσεως ενός ισογείου καταστήματος της κυριότητας του εκμισθωτή εμβαδού 196,50 τ.μ. περίπου που βρίσκεται στον Πύργο Ηλείας επί του 3ου χλμ. της ΝΕΟ Πύργου - Πατρών.
Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δωδεκαετής, αρχόμενη από 1/2/2003 και λήγοντα την 31/1/2015, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε για τον πρώτο χρόνο της μίσθωσης σε 733,68 ευρώ πλέον του 1/2 του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου (1,8%) του, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με τον ετήσιο πληθωρισμό επί του αμέσως προηγούμενου μισθωτικού έτους καταβαλλόμενου μισθώματος.
Εξάλλου, ο προαναφερθείς Γ.Κ. οφείλει στο Ελληνικό Δημόσιο ληξιπρόθεσμα χρέη συνολικού ποσού 37.858,38 ευρώ για επιβληθέντα με την υπ' αριθμ. 421/98/99 καταλογιστική πράξη του Τελωνείου Πατρών πολλαπλά τέλη προερχόμενα από τελωνειακές παραβάσεις (βλ. τον προσκομιζόμενο από 6/4/2006 πίνακα ληξιπρόθεσμων οφειλών του Τελωνείου Πατρών).
Ο Διευθυντής του Τελωνείου Πατρών με το υπ' αριθμ. 11631/2/06/6.4.2006 κατασχετήριο έγγραφο προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας των καθ' ων η ανακοπή ως τρίτων όσων οι τελευταίοι οφείλουν ή μέλλουν να οφείλουν στον Γ.Κ., οφειλέτη του Δημοσίου μέχρι το ποσόν των 37.858,38 ευρώ.
Το ανωτέρω κατασχετήριο έγγραφο επιδόθηκε στους καθ' ων στις 13/4/2006 (βλ. το από 13/4/2006 αποδεικτικό επίδοσης του αρμόδιου υπαλλήλου του τελωνείου Κατακόλου) και εν συνεχεία αυτοί με την από 20/4/2006 προσβαλλόμενη δήλωση τους δήλωσαν προς το αρμόδιο Τελωνείο ότι δεν έχουν ουδεμία σχέση με τα χρέη του οφειλέτη και δεν αναλαμβάνουν καμία υποχρέωση προς το Τελωνείο Πατρών.
Η δήλωση αυτή ωστόσο κρίνεται ανειλικρινής δεδομένου ότι η αξίωση του οφειλέτη του Δημοσίου έναντι των καθ' ων' είναι υπαρκτή εφόσον οι καθ' ων δεν επικαλούνται εξόφληση ή συμψηφισμό ή οποιοδήποτε άλλο τρόπο αποσβέσεως του χρέους. Μάλιστα και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποφεύγουν να απαντήσουν ευθέως για την ύπαρξη της οφειλής και προβάλουν άλλους ισχυρισμούς δικονομικού χαρακτήρα και συνεπώς συνάγεται ότι εμμέσως ομολογούν για την ύπαρξη και το ύψος της οφειλής (261 ΚΠολΔ).
Περαιτέρω οι καθ' ων προβάλουν ένσταση τριετούς παραγραφής κατ' άρθρο 152 παρ. 4 του Ν. 2960/2001 «Περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα», διότι η καταλογιστική πράξη του Προϊσταμένου του Τελωνείου Πατρών δεν κοινοποιήθηκε εντός τριετίας στον οφειλέτη και ένσταση κατάχρησης δικαιώματος λόγω ακύρωσης της καταλογιστικής πράξης τις οποίες είχαν παραδεκτώς προβάλλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Πλην όμως και οι δύο ως άνω ενστάσεις προβάλλονται αλυσιτελώς και συνεπώς κρίνονται απορριπτέες, εφόσον το ερευνητέο θέμα στην παρούσα δίκη σε περίπτωση αρνήσεως του τρίτου, είναι εάν και κατά πόσο αυτός οφείλει στον οφειλέτη του κατασχόντος και τούτο μόνο το θέμα αποτελεί το αντικείμενο της παρούσης διαφοράς, ενώ, και αν ακόμη υποτεθούν αληθή τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τις εν λόγω ενστάσεις εφόσον αναφέρονται στη βασική αξίωση του Ελληνικού Δημοσίου εις βάρος του αρχικού οφειλέτη Γ. Κ. δεν ασκούν έννομη επιρροή στην παρούσα δίκη.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχτηκε την ανακοπή έστω με διαφορετική εσφαλμένη αιτιολογία (ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 33 ΚΕΔΕ ώστε να θεωρηθούν οι καθ' ων οφειλέτες του ανακόπτοντος κατ' αμάχητο τεκμήριο όλου του ποσού για το οποίο επιβλήθηκε η εις χείρας τους κατάσχεση) ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε.
Κατ' ακολουθία πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της εκκαλουμένης με το αντίστοιχο μέρος της αιτιολογίας της παρούσας, να απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένδικη έφεση και να επιβληθεί η δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε βάρος των εκκαλούντων, οι οποίοι χάνουν τη δίκη (αρθρ. 176, 783 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 3693/1957.