.
Ε2320/976/Α0034/2008
Έλεγχος ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση - ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ (ΕΚ) αριθ. 1889/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2005 (L309/9/25.11.2005).
(ΦΕΚ Β'1177/26.6.2008)
Έχοντας υπόψη:
1. Τις ενέργειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος).
2. Τον Κανονισμό (ΕΚ) 1889/2005 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Οκτωβρίου 2005 (L309/9/25.11.2005) για τον έλεγχο των ρευστών διαθεσίμων που εισέρχονται ή εξέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ο οποίος συμπληρώνει το νομικό πεδίο που διαμορφώθηκε με την οδηγία 91/308 (Ε.Ε L 166/28.6.1991 και τροποποιητικό Ε.Ε. L344/28.12.2001) για την πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (ξέπλυμα χρήματος).
3. Τις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265/Α΄/22.11.2001) περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα όπως τροποποιήθηκε με την παρ.1 του άρθρου 24 του ν. 3610/2007 (ΦΕΚ 258/Β΄/22.11.2007) και σήμερα ισχύει περί αρμοδιότητας της τελωνειακής υπηρεσίας για τον έλεγχο των ρευστών διαθεσίμων που κομίζονται από πρόσωπα τα οποία εισέρχονται ή εξέρχονται από την Κοινότητα στα πλαίσια της εφαρμογής κοινοτικών ρυθμίσεων
4. Τις διατάξεις του άρθρου 147 του ν. 2960/2001 (ΦΕΚ 265/Α΄/22.11.2001) περί Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα όπως τροποποιήθηκε και σήμερα ισχύει, περί επιβολής κυρώσεων για την μη υποβολή δήλωσης ρευστών διαθεσίμων ή για περιπτώσεις ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης των παρεχόμενων πληροφοριών.
5. Την υπ’ αριθμ. 42362/Υ252/28.9.2007 κοινή απόφαση του Πρωθυπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών περί «Καθορισμού αρμοδιοτήτων των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών» (ΦΕΚ 1948/ Β΄/3.10.2007).
6. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Άρθρο 1
Σκοπός
Με την απόφαση αυτή καθορίζεται η διαδικασία ελέγχου εισόδου - εξόδου στην Κοινότητα των ρευστών διαθεσίμων, το είδος της δήλωσης που θα υποβάλλεται καθώς και κάθε άλλη ειδικότερη διαδικασία ρύθμισης του θέματος.
Ως ρευστά διαθέσιμα νοούνται:
α) οι διαπραγματεύσιμοι τίτλοι στον κομιστή, συμπεριλαμβανομένων νομισματικών μέσων εκδιδομένων στον κομιστή όπως ταξιδιωτικών επιταγών, διαπραγματεύσιμοι τίτλοι (συμπεριλαμβανομένων επιταγών, γραμματίων και εντολών πληρωμής) είτε εκδιδόμενοι στον κομιστή είτε οπισθογραφημένοι χωρίς περιορισμό, είτε εκδιδόμενοι σε διαταγή εικονικού δικαιούχου, είτε διαμορφωμένοι κατά τρόπον ώστε η κατοχή να συνεπάγεται κυριότητα, και μη πλήρεις τίτλοι (συμπεριλαμβανομένων επιταγών, γραμματίων και εντολών πληρωμής) υπογεγραμμένοι αλλά με παράλειψη του ονόματος του δικαιούχου.
Στον όρο αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται ο χρυσός, τα πολύτιμα μέταλλα και οι πολύτιμοι λίθοι, παρά την υψηλή τους ρευστότητα και την χρήση τους σε ορισμένες περιπτώσεις ως μέσων συναλλαγής ή μεταφοράς αξίας.
β) τα μετρητά (χαρτονομίσματα και κέρματα που είναι σε κυκλοφορία ως μέσο συναλλαγής)
Άρθρο 2
Είδος υποβαλλόμενης δήλωσης
1. Τα φυσικά πρόσωπα, που εισέρχονται η εξέρχονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και φέρουν μαζί τους ή στις χειραποσκευές τους ή στις αποσκευές τους ή στα μεταφορικά τους μέσα, ρευστά διαθέσιμα από δέκα χιλιάδες ευρώ (10.000,00 €) και άνω, υποχρεούνται να υποβάλλουν γραπτή δήλωση.
2. Ως έντυπο δήλωσης χρησιμοποιείται το κοινό έντυπο δήλωσης όπως κάθε φορά καθορίζεται από τις ρυθμίσεις της ΕΕ (επισυνάπτεται ως Παράρτημα Ι) και περιλαμβάνει τα στοιχεία του υποβάλλοντος την δήλωση (ονοματεπώνυμο, υπηκοότητα, ημερομηνία και τόπο γεννήσεως, ταχυδρομική διεύθυνση, στοιχεία διαβατηρίου/ταυτότητας και τον μοναδικό προσωπικό αριθμό αναγνώρισης) τα στοιχεία του κυρίου των ρευστών διαθεσίμων, αν είναι άλλος από τον δηλούντα, τον αποδέκτη αυτών, αν είναι άλλος από τον δηλούντα, το ποσό και το είδος των ρευστών διαθεσίμων, την προέλευση και τη σκοπούμενη χρήση τους, την διαδρομή και το μεταφορικό μέσο.
3. Η δήλωση υποβάλλεται ενυπόγραφη από τον ταξιδιώτη, ο οποίος μπορεί να ζητήσει να πάρει θεωρημένο αντίγραφό της (άρθρο 3 παρ. 3 του κανονισμού). Στις περιπτώσεις όμως που το έντυπο της δήλωσης δεν υποβάλλεται από τον ταξιδιώτη, αλλά χρησιμοποιείται για καταχώρηση πληροφοριών, κατόπιν ελέγχου του ταξιδιώτη (άρθρο 4 του κανονισμού), δεν θα υπογράφεται από τον ταξιδιώτη. Στο έντυπο της δήλωσης συμπληρώνεται αναλόγως το σχετικό πεδίο από την Τελωνειακή Αρχή.
4. Η δήλωση συμπληρώνεται από τον ταξιδιώτη, εκτός από το πεδίο στο οποίο τίθεται υπογραφή και σφραγίδα της αρμόδιας αρχής και τα πεδία που συμπληρώνονται από την Διοίκηση.
5. Οι δηλώσεις θα καταχωρούνται από το τελωνείο σε ειδικό θεωρημένο βιβλίο. Θα καταχωρείται ο αριθμός καταχώρησης της δήλωσης (αύξων αριθμός), τα στοιχεία του κομιστή των ρευστών διαθεσίμων, τα στοιχεία του αποδέκτη, το ποσό των ρευστών διαθεσίμων, το δρομολόγιο και οι τυχόν παρατηρήσεις της υπηρεσίας. Ο αριθμός καταχώρησης θα συμπληρώνεται και στο έντυπο της δήλωσης.»
Άρθρο 3
Επιβολή και είσπραξη προστίμου
1. Όταν τελωνειακοί υπάλληλοι κατά την διενέργεια ελέγχου διαπιστώσουν εισαγωγή ή εξαγωγή ρευστών διαθεσίμων, χωρίς υποβολή δήλωσης σύμφωνα με το άρθρο 3 του Καν (ΕΚ) 1889/2005 ή με ανακριβή ή ελλιπή δήλωση σύμφωνα με την παρ. 2 άρθρου 3 του ίδιου Κανονισμού, συντάσσουν διαπιστωτική πράξη παράβασης στην οποία εκτός των άλλων αναγράφεται το είδος και η αξία των ρευστών διαθεσίμων και οι προβλεπόμενες από την παράγραφο 8 του άρθρου 147 του ν. 2960/2001 διοικητικές κυρώσεις, σύμφωνα με το παράρτημα II που συνοδεύει την παρούσα. Η διαπιστωτική πράξη υπογράφεται από τους υπαλλήλους που διενήργησαν τον έλεγχο και θεωρείται από τον προϊστάμενο της τελωνειακής αρχής ή τον νόμιμο αναπληρωτή του.
2. Η εν λόγω διαπιστωτική πράξη παράβασης καταχωρείται στο βιβλίο Καταχώρισης Πρωτοκόλλων Τελωνειακών παραβάσεων και ακολουθεί η έκδοση καταλογι-στικής πράξης για την επιβολή του προστίμου.
3. Της καταλογιστικής πράξης προηγείται σε κάθε περίπτωση κλήση προς απολογίαστον ελεγχόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 152 του ν. 2960/2001. Η απολογίαλαμβάνεται εγγράφως και περί της εν λόγω κλήσης προς απολογία και της τυχόνυποβληθείσας ή μη απολογίας, γίνεται μνεία στην καταλογιστική πράξη.
4. Το τελωνείο προβαίνει στην είσπραξη του προστίμου με παρακράτηση του ποσού από τα ρευστά διαθέσιμα. Σύμφωνα με το άρθρο 147 παρ. 8 ν. 2960/2001 η προθεσμία της προσφυγής καθώς και η άσκηση της δεν αναστέλλουν την είσπραξη του προστίμου.
5. Οι διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημόσιων Εσόδων εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση μη καταβολής του διοικητικού προστίμου κατά τα ανωτέρω.
6. Στην περίπτωση όπου τα ρευστά διαθέσιμα είναι σε μορφή διαπραγματεύσιμων τ’π\ων στον κομιστή, όπως ρητά περιγράφονται στο άρθρο 2, παρ. 2 εδάφιο α του Κανονισμού ΕΕ 1889/2005, θα πρέπει να βεβαιώνεται η σύμφωνη γνώμη του παραβάτη για την ρευστοποίηση του τίτλου προκειμένου να εισπραχθεί το διοικητικό πρόστιμο. Εάν ο παραβάτης δεν εξοφλήσει οικειοθελώς άμεσα το πρόστιμο ή δεν παράσχει την σύμφωνη γνώμη του για ρευστοποίηση των τίτλων εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημόσιων Εσόδων (άρθρο 14 κατάσχεση νομισμάτων και χρεωγράφων).
Άρθρο 4
Δέσμευση ρευστών διαθεσίμων
Όταν τελωνειακοί υπάλληλοι κατά την διενέργεια ελέγχου διαπιστώσουν εισαγωγή ή εξαγωγή ρευστών διαθεσίμων, χωρίς υποβολή δήλωσης σύμφωνα με το άρθρο 3 του Καν (ΕΚ) 1889/2005 ή με ανακριβή ή ελλιπή δήλωση σύμφωνα με την παρ. 2 άρθρου 3 του ίδιου Κανονισμού, εκτός από την επιβολή προστίμου, επιπλέον δύνανται να δεσμεύσουν τα ρευστά διαθέσιμα με σκοπό την περαιτέρω έρευνα για να διαπιστωθεί αν αποτελούν προϊόν νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες κατά το νόμο 2331/1995 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει. Για το σκοπό αυτό εκδίδεται απόφαση δέσμευσης η οποία περιέχει λεπτομερή περιγραφή των δεσμευθέντων ρευστών διαθεσίμων και των στοιχείων του κομιστή αυτών, σύμφωνα με το παράρτημα III που συνοδεύει την παρούσα. Η απόφαση υπογράφεται από τους τελωνειακούς υπαλλήλους που διενήργησαν τον έλεγχο, θεωρείται από τον αρμόδιο προϊστάμενο της τελωνειακής Αρχής ή τον νόμιμο αναπληρωτή του και επιδίδεται ένα αντίγραφο αυτής άμεσα στον ελεγχόμενο.
Για τα ρευστά διαθέσιμα που δεσμεύονται και εφόσον η φύλαξη τους από το αρμόδιο τελωνείο είναι δυσχερής, μέχρι να διενεργηθεί η σχετική έρευνα από την εθνική αρχή, θα πραγματοποιείται παρακατάθεση αυτού στα τοπικά καταστήματα ή γραφεία του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων είτε αυθημερόν ή σε μεταγενέστερο χρόνο.
Η απόφαση δέσμευσης καταχωρείται στο ειδικό βιβλίο παρακολούθησης δεσμευθέντων ρευστών διαθεσίμων, το οποίο αναφέρει απαραιτήτως την ημερομηνία δέσμευσης, τον κομιστή και τον κύριο των ρευστών διαθεσίμων, το είδος, το νόμισμα και την αξία των ρευστών διαθεσίμων. Στις παρατηρήσεις αναφέρεται η τυχόν σύσταση παρακαταθήκης καθώς και η τύχη των δε-σμευθέντων μετά την λήξη της δέσμευσης.
Το χρονικό διάστημα της δέσμευσης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους 3 μήνες και τυχόν παράταση της είναι εφικτή με εισαγγελική παραγγελία ή άλλη ενέργεια αρμοδιότητας της εθνικής αρχής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (Φορέας αρθ. 7 ν. 3424/2005).
Σε κάθε περίπτωση που πραγματοποιείται δέσμευση ρευστών διαθεσίμων, αντίγραφο της δήλωσης που υπέβαλε ελλιπώς ή ανακριβώς ο κομιστής των ρευστών διαθεσίμων ή της δήλωσης που συμπληρώθηκε από τους τελωνειακούς υπαλλήλους για καταχώρηση πληροφοριών λόγω μη υποβολής δήλωσης από τον ταξιδιώτη, καθώς και αντίγραφο της απόφασης δέσμευσης διαβιβάζονται άμεσα στην 33η Διεύθυνση προκειμένου να ενημερώσει αρμοδίως την εθνική αρχή (Φορέας αρθ. 7 ν. 3424/2005) για την διενέργεια περαιτέρω έρευνας. Η εθνική αρχή ενημερώνει την 33η Δ/νση και το αρμόδιο τελωνείο για το αποτέλεσμα της έρευνας.
Όταν από την έρευνα της εθνικής αρχής (Φορέας αρθ. 7 ν. 3424/2005) δεν προκύψει νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, όσα εκ των ρευστών διαθεσίμων δεν παρακρατούνται σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο, ως χρηματικό πρόστιμο, αποδεσμεύονται με απόφαση του προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής. Στη περίπτωση δε, που έχει συσταθεί παρακαταθήκη η απόδοση αυτής θα πραγματοποιείται με έγγραφη εντολή του προϊσταμένου της τελωνειακής αρχής. Ο κομιστής των ρευστών ενημερώνεται γραπτώς για την δυνατότητα παραλαβής των αποδεσμευθέντων ποσών, αυτοπροσώπως ή μέσω νόμιμα εξουσιοδοτημένου προς τούτο προσώπου.
«Όταν από την έρευνα της Αρχής Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας και ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης προκύψει νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, η υπόθεση παραπέμπεται από αυτή στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και πραγματοποιείται παρακατάθεση των δεσμευθέντων ρευστών διαθεσίμων στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων από την αρμόδια τελωνειακή αρχή. Το γραμμάτιο παρακαταθήκης φυλάσσεται από την αρμόδια Τελωνειακή Αρχή μέχρι να οριστεί αμετάκλητα από το δικαστήριο η τύχη των δεσμευθέντων ρευστών διαθεσίμων (οπότε αυτά ή αποδίδονται στον κάτοχό τους ή εισάγονται ως δημόσιο έσοδο) ».
Άρθρο 5
Στατιστικά στοιχεία
Αντίγραφα των δηλώσεων που υποβλήθηκαν νομίμως αλλά και αυτών που υποβλήθηκαν ελλιπώς ή ανακριβώς καθώς και των δηλώσεων που συμπληρώθηκαν από τους τελωνειακούς υπαλλήλους για καταχώρηση πληροφοριών λόγω μη υποβολής δήλωσης από τους ελεγχόμενους, συλλέγονται και αποστέλλονται προς επεξεργασία στην 33η Δ/νση Ελέγχου Τελωνείων, με ευθύνη δε της τελευταίας ενημερώνεται για τα παρασχεθέντα στοιχεία και η εθνική αρχή (Φορέας αρθ. 7 ν. 3424/2005).
Άρθρο 6
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 10 Ιουνίου 2008