7.5.2015

 

ΔΕΑΦ Α 1058536 ΕΞ 30-4-2015

Φορολόγησης αλλοδαπού φυσικού προσώπου, υπηκόου Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, αποσπασμένου στην Ελλάδα

ΘΕΜΑ: Απάντηση Εγγράφου

Σε απάντηση του εγγράφου σας αναφορικά με το θέμα της φορολόγησης αλλοδαπού φυσικού προσώπου, υπηκόου Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, αποσπασμένου στην Ελλάδα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:

1. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου του ν.4172/2013, οι υπόχρεοι της παρ. 59 του ν.4172/2013 που καταβάλλουν εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις, όπως αυτή ορίζεται με τις διατάξεις των άρθρων και του ίδιου νόμου, προβαίνουν σε παρακράτηση φόρου στους αμειβόμενους με μηνιαίο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις συμπεριλαμβανομένων και των εφάπαξ παροχών που συνεντέλλονται με τις τακτικές αποδοχές.

2. Επίσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται από τις διατάξεις της του Ν.3986/2011 όπως ισχύει ορίζεται, ότι στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που αποκτούν οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, οι συνταξιούχοι από φορείς κύριας ασφάλισης, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, οι αξιωματικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία και με εξαίρεση το εισόδημα της περίπτωσης θ' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ , διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του ίδιου άρθρου (ΠΟΛ. 1010/2013).

3. Ως τόπος που προκύπτει το εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, θεωρείται η χώρα στην οποία ο μισθωτός παρέχει τις υπηρεσίες του, ανεξάρτητα από τον τόπο εγκατάστασης (έδρα) του εργοδότη, τον τόπο καταβολής των αμοιβών ή την κατοικία του εργαζόμενου. (ΣτΕ 1297/78).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, o αλλοδαπός μισθωτός, ο οποίος θα προσφέρει τις υπηρεσίες του στην Ελλάδα σύμφωνα με το συμβόλαιο απόσπασης και θα αμείβεται από την Ελληνική θυγατρική εταιρία στην οποία θα επαναχρεώνεται ο μισθός του από την αλλοδαπή εταιρία. Συνεπώς, οι αμοιβές του αλλοδαπού μισθωτού υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου και εισφοράς αλληλεγγύης στην Ελλάδα και την ευθύνη για την απόδοση του φόρου μισθωτών υπηρεσιών και του φόρου της εισφοράς αλληλεγγύης την έχει η Ελληνική Θυγατρική.

5. Σημειώνουμε ότι βάσει της ΠΟΛ. 1072/2015 δεν διενεργείται παρακράτηση επί των παροχών σε είδος, αλλά ο οφειλόμενος φόρος υπολογίζεται με την εκκαθάριση της δήλωσης δεδομένου ότι η αξία τους (εφόσον αυτές φορολογούνται βάσει των διατάξεων των άρθρων και  του ν.4172/2013) προσαυξάνει το εισόδημα από μισθωτή εργασία των δικαιούχων.

6. Τέλος, σύμφωνα με την του ν.4172/2013, εισόδημα που προκύπτει στην ημεδαπή είναι κάθε εισόδημα πηγής Ελλάδας και ιδίως το εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις που παρέχεται στην ημεδαπή, συνεπώς ο αλλοδαπός υπάλληλος υποχρεούται να υποβάλλει φορολογική δήλωση για το εισόδημα που αποκτά στην Ελλάδα.

ΑΚΡΙΒΕΣ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Η ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΤΕΛΟΥΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ
Ο ΑΝ.ΠΡΟΙΣΤΑΜΕΝΟΣ - Π.ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ

1. Το µηνιαίο εισόδηµα από µισθωτή εργασία και συντάξεις, συµπεριλαµβανοµένων των παροχών σε είδος, των ημερομισθίων και των εφάπαξ παροχών, υπόκειται σε παρακράτηση φόρου µε βάση την κλίµακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και του άρθρου 16 µετά από προηγούµενη αναγωγή του σε ετήσιο.
2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, το εισόδηµα από µισθωτή εργασία που αποκτούν οι αξιωµατικοί και το κατώτερο πλήρωµα που υπηρετεί σε πλοία του εµπορικού ναυτικού υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύµφωνα µε τους συντελεστές της παραγράφου 2 του άρθρου 15.
3. Ο φόρος που παρακρατείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου µειώνεται κατά ποσοστό ενάµισυ τοις εκατό (1,5%) κατά την παρακράτησή του.
4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται ο τρόπος αναγωγής του µηνιαίου εισοδήµατος της παραγράφου 1 σε ετήσιο, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα για την εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.
5. Στα εισοδήµατα από µισθωτή εργασία και συντάξεις που καταβάλλονται αναδροµικά, σύµφωνα µε το άρθρο 12,καθώς και στις πρόσθετες αμοιβές που δεν συμπεριλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές διενεργείται παρακράτηση µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόµενο ποσό ανεξάρτητα από το έτος στο οποίο ανάγονται για να φορολογηθούν τα εισοδήµατα αυτά.
6. Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής του υποκείμενου σε παρακράτηση εισοδήματος.
1. Το ακαθάριστο εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαµβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήµατα σε χρήµα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάµενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.
3. Ως ακαθάριστα εισοδήµατα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θεωρούνται τα εξής:
α) ηµεροµίσθιο, μισθός, επίδοµα αδείας, επίδοµα ασθενείας, επίδοµα εορτών, αποζηµίωση µη ληφθείσας άδειας, αµοιβές, προµήθειες, επιµίσθια και φιλοδωρήµατα,
β) επιδόµατα περιλαµβανοµένων του επιδόµατος κόστους διαβίωσης, του επιδόµατος ενοικίου, της αποζηµίωσης εξόδων φιλοξενίας ή ταξιδίου,
γ) αποζηµίωση εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο του εργαζοµένου,
δ) παροχή οποιασδήποτε μορφής που λαµβάνει ο εργαζόµενος πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης,
ε) αποζηµιώσεις για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης,
στ) συντάξεις που χορηγούνται από κύριο και επικουρικό φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και από επαγγελµατικά ταµεία που έχουν συσταθεί µε νόµο,
ζ) το ασφάλισµα που καταβάλλεται εφάπαξ ή µε τη μορφή περιοδικής παροχής στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων,
η) κάθε άλλη παροχή που εισπράττεται έναντι υφιστάµενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδηµά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.
2. Η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήµατος σε εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστηµα ενός φορολογικού έτους, υπολογίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του κόστους του οχήµατος που εγγράφεται ως δαπάνη στα βιβλία του εργοδότη µε τη μορφή της απόσβεσης περιλαµβανοµένων των τελών κυκλοφορίας, επισκευών, συντηρήσεων, καθώς και του σχετικού χρηµατοδοτικού κόστους που αντιστοιχεί στην αγορά του οχήµατος ή του μισθώµατος. Σε περίπτωση που το κόστος είναι μηδενικό, η αγοραία αξία της παραχώρησης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη.
3. Οι παροχές σε είδος µε τη μορφή δανείου, προς εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα περιβάλλονται τη μορφή έγγραφης συµφωνίας και αποτιµώνται µε βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόµενος στη διάρκεια του ηµερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισµού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, όπως του οποίου η μέθοδος υπολογισμού ορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόµενος στη διάρκεια του εν λόγω ηµερολογιακού μήνα. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συµφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών (3) μηνών θεωρείται δάνειο.
4. Η αγοραία αξία των παροχών σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή εταίρος ή μέτοχος από νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα µε τη μορφή δικαιωµάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών προσδιορίζεται κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώµατος προαίρεσης ή μεταβίβασής του και ανεξαρτήτως εάν συνεχίζει να ισχύει η εργασιακή σχέση. Η αγοραία αξία άσκησης δικαιώµατος είναι η τιµή κλεισίµατος της μετοχής στο χρηµατιστήριο μειωµένη κατά την τιµή διάθεσης του δικαιώµατος.
5. Η αγοραία αξία της παραχώρησης κατοικίας σε εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστηµα ενός φορολογικού έτους, αποτιµάται στο ποσό του μισθώµατος που καταβάλλει η επιχείρηση ή σε περίπτωση ιδιόκτητης κατοικίας σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) επί της αντικειµενικής αξίας του ακινήτου.
6. Στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που απο­κτούν οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, οι συνταξιούχοι από φορείς κύριας ασφάλισης, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, οι αξιωμα­τικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία και με εξαί­ρεση το εισόδημα της περίπτωσης θ' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ, διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύ­ριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγ­γύης του ίδιου άρθρου. Η παρακράτηση διενεργείται κα­τά την καταβολή και υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα που ορίζεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011. Για την α­πόδοση των ποσών αυτών που παρακρατήθηκαν εφαρ­μόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρ­θρου 59 του ΚΦΕ, όπως ισχύουν. Με απόφαση του Υ­πουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφη­μερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζεται ο τρόπος παρα­κράτησης και ο τρόπος αναγωγής των αμοιβών αυτών σε ετήσιο εισόδημα και γενικά ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετι­κό θέμα που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδηµά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.
2. Η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήµατος σε εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστηµα ενός φορολογικού έτους, υπολογίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του κόστους του οχήµατος που εγγράφεται ως δαπάνη στα βιβλία του εργοδότη µε τη μορφή της απόσβεσης περιλαµβανοµένων των τελών κυκλοφορίας, επισκευών, συντηρήσεων, καθώς και του σχετικού χρηµατοδοτικού κόστους που αντιστοιχεί στην αγορά του οχήµατος ή του μισθώµατος. Σε περίπτωση που το κόστος είναι μηδενικό, η αγοραία αξία της παραχώρησης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη.
3. Οι παροχές σε είδος µε τη μορφή δανείου, προς εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα περιβάλλονται τη μορφή έγγραφης συµφωνίας και αποτιµώνται µε βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόµενος στη διάρκεια του ηµερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισµού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, όπως του οποίου η μέθοδος υπολογισμού ορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόµενος στη διάρκεια του εν λόγω ηµερολογιακού μήνα. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συµφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών (3) μηνών θεωρείται δάνειο.
4. Η αγοραία αξία των παροχών σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή εταίρος ή μέτοχος από νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα µε τη μορφή δικαιωµάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών προσδιορίζεται κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώµατος προαίρεσης ή μεταβίβασής του και ανεξαρτήτως εάν συνεχίζει να ισχύει η εργασιακή σχέση. Η αγοραία αξία άσκησης δικαιώµατος είναι η τιµή κλεισίµατος της μετοχής στο χρηµατιστήριο μειωµένη κατά την τιµή διάθεσης του δικαιώµατος.
5. Η αγοραία αξία της παραχώρησης κατοικίας σε εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστηµα ενός φορολογικού έτους, αποτιµάται στο ποσό του μισθώµατος που καταβάλλει η επιχείρηση ή σε περίπτωση ιδιόκτητης κατοικίας σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) επί της αντικειµενικής αξίας του ακινήτου.
1. Από τον υπολογισμό του εισοδήµατος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται:
α) η αποζηµίωση εξόδων διαµονής και σίτισης και η ηµερήσια αποζηµίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόµενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηµατικής δραστηριότητας του εργοδότη,
β) η αποζηµίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγµατοποιήθηκαν από τον εργαζόµενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά,
γ) το επίδοµα αλλοδαπής που χορηγείται σε υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δηµόσιων πολιτικών υπηρεσιών,
δ) οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταµείων, οι οποίες επιβάλλονται µε νόµο,
ε) οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλει ο εργαζόµενος περιλαµβανοµένων των εισφορών εργοδότη και εργαζοµένου υπερ των επαγγελµατικών ταµείων που έχουν συσταθεί µε νόµο,
στ) η εφάπαξ καταβαλλόµενη παροχή από ταµεία πρόνοιας και ασφαλιστικούς οργανισµούς του Δηµοσίου, καθώς και επαγγελµατικά ταµεία που έχουν συσταθεί µε νόµο στους ασφαλισµένους και τα εξαρτώµενα µέλη του ασφαλισµένου,
ζ) η αξία των διατακτικών σίτισης αξίας έως έξι (6) ευρώ ανά εργάσιµη ηµέρα,
η) οι παροχές ασήµαντης αξίας μέχρι του ποσού των είκοσι επτά (27) ευρώ ετησίως,
ι) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόµενο ή τον εργοδότη για λογαριασµό του εργαζοµένου στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων και
ια) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργοδότη για την ιατροφαρµακευτική και νοσοκοµειακή κάλυψη του υπαλληλικού του προσωπικού ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του στο πλαίσιο ασφαλιστηρίου συµβολαίου, μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ετησίως ανά εργαζόµενο.
2. Οι ακόλουθες κατηγορίες εισοδήµατος από μισθωτή εργασία και συντάξεις απαλλάσσονται από το φόρο:
α) Το εισόδηµα που αποκτάται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από αλλοδαπό διπλωµατικό ή προξενικό εκπρόσωπο, κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται σε πρεσβεία, διπλωµατική αποστολή, προξενείο ή αποστολή αλλοδαπού κράτους για τη διεκπεραίωση κρατικών υποθέσεων που είναι πολίτης του εν λόγω κράτους και κάτοχος διπλωµατικού διαβατηρίου, καθώς και από κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται σε θεσµικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνούς Οργανισµού που έχει εγκατασταθεί βάσει διεθνούς συνθήκης την οποία εφαρµόζει η Ελλάδα.
β) Η διατροφή που λαµβάνει ο/η δικαιούχος, σύµφωνα µε δικαστική απόφαση ή συµβολαιογραφική πράξη.
γ) Η σύνταξη που καταβάλλεται σε ανάπηρους πολέµου και σε θύµατα ή οικογένειες θυµάτων πολέµου, καθώς και σε ανάπηρους ειρηνικής περιόδου, στρατιωτικούς γενικά, που υπέστησαν βλάβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους ή τις οικογένειες τους.
δ) Το εξωϊδρυµατικό επίδοµα και κάθε συναφές ποσό που καταβάλλεται σε ειδικές κατηγορίες ατόµων µε αναπηρίες.
ε) Οι μισθοί, οι συντάξεις και η πάγια αντιµισθία που χορηγούνται σε ανάπηρους µε ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%).
στ) Το επίδοµα ανεργίας που καταβάλλει ο Ο.Α.Ε.Δ. στους δικαιούχους ανέργους, εφόσον το άθροισµα των λοιπών εισοδηµάτων του φορολογούµενου δεν υπερβαίνει ετησίως τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
ζ) Το επίδοµα κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) που καταβάλλεται στους δικαιούχους.
η) Τα χρηµατικά ποσά που καταβάλλονται στους αναγνωρισµένους πολιτικούς πρόσφυγες, σε αυτούς που διαµένουν προσωρινά στην Ελλάδα για ανθρωπιστικούς λόγους και σε όσους έχουν υποβάλει αίτηση για αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας, η οποία βρίσκεται στο στάδιο εξέτασης από το Υπουργείο Δηµόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, από φορείς που υλοποιούν προγράμματα παροχής οικονοµικής ενίσχυσης των προσφύγων, τα οποία χρηµατοδοτούνται από την Ύπατη Αρµοστεία του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
θ) Το επίδομα επικίνδυνης εργασίας που καταβάλλεται με την μορφή πτητικού, καταδυτικού, ναρκαλιείας, αλεξιπτωτιστών, δυτών και υποβρυχίων καταστροφών σε αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες των Ένοπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και η ειδική αποζημίωση που καταβάλλεται στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και τα πληρώματα ασθενοφόρων του Ε.Κ.Α.Β που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με αεροπορικά μέσα για παροχή Α’ Βοηθειών, κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%)
1. Εισόδηµα που προκύπτει στην ηµεδαπή είναι κάθε εισόδηµα πηγής Ελλάδας και ιδίως:
α) το εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις που παρέχεται στην ηµεδαπή,
β) το εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις που παρέχεται στην αλλοδαπή και πληρώνεται από το Ελληνικό Δημόσιο,
γ) το εισόδηµα από υπηρεσίες διοίκησης, συµβουλευτικές και τεχνικές που παρέχονται στην ηµεδαπή, µέσω μόνιμης εγκατάστασης,
δ) το εισόδηµα από καλλιτεχνικές και αθλητικές δραστηριότητες που παρέχονται στην ηµεδαπή,
ε) το εισόδηµα από επιχειρηματική δραστηριότητα που ασκείται στην ηµεδαπή μέσω μόνιμης εγκατάστασης,
στ) το εισόδημα από τη μεταβίβαση παγίων περιουσιακών στοιχείων από αλλοδαπό που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα µέσω μόνιμης εγκατάστασης στην ημεδαπή,
ζ) το εισόδημα από ακίνητη περιουσία και το εισόδημα από λοιπά δικαιώματα που προκύπτουν από την ακίνητη περιουσία, εφόσον τα ακίνητα βρίσκονται στην ημεδαπή,
η) το εισόδημα από την πώληση ακίνητης περιουσίας, η οποία βρίσκεται στην ημεδαπή,
θ) το εισόδημα από την πώληση ολόκληρης επιχείρησης, εταιρικών µερίδων ή ποσοστών συμμετοχής, μέτοχών, εισηγμένων ή µη ομολόγων και παραγώγων χρηματοοικονομικών προϊόντων, εφόσον η συναλλαγή πραγματοποιείται στην ημεδαπή ή οι παραπάνω τίτλοι έχουν εκδοθεί από ημεδαπή επιχείρηση,
ι) το εισόδημα από µερίσματα ή λοιπά διανεμόμενα ποσά από νομικό πρόσωπο που έχει τη φορολογική του κατοικία στην ημεδαπή,
ια) το εισόδημα από µερίσματα ή λοιπά διανεμόμενα ποσά από τις νομικές οντότητες που έχουν τη φορολογική τους κατοικία στην ημεδαπή,
ιβ) το εισόδημα από τόκους καταβληθέντες ή πιστωθέντες που οφείλονται από φορολογικό κάτοικο Ελλάδας ή αλλοδαπής µέσω μόνιμης εγκατάστασης στην ημεδαπή,
2. Ως εισόδημα, που προκύπτει στην αλλοδαπή, νοείται κάθε εισόδημα που δεν προκύπτει στην ημεδαπή, σύμφωνα µε τα οριζόμενα στην παράγραφο 1.