..
Αρ. Πρωτ.: Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. 13280/26-05-2015
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΕΤΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΤΩΝ ΠΟΣΩΝ ΤΗΣ ΕΚΤΟΣ ΕΔΡΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ ΠΟΥ ΔΙΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ
ΣΧΕΤ.: ΤΟ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. ΠΡΩΤ. Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. 12422/18-05-2015 ΕΓΓΡΑΦΟ ΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΕΠΩΝΥΜΙΑ «..................»
Σε απάντηση του ως άνω εγγράφου σας, αναφορικά με τη φορολογική μεταχείριση των ποσών που καταβάλλονται σε υπαλλήλους για εκτός έδρας δαπάνες (έξοδα διαμονής, σίτισης, κίνησης, κλπ.) που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια ταξιδιών, για σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, σας γνωρίζουμε τα κάτωθι:
1. Σύμφωνα με την του Ν. 4172/2013, «...οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαμβάνει ένας εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδημά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος».
2. Όμως, με τις του Ν. 4172/2013, ρητώς προβλέπεται ότι από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, μεταξύ άλλων, εξαιρούνται:
(α) η αποζημίωση εξόδων διαμονής και σίτισης και η ημερήσια αποζημίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόμενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εργοδότη και
(β) η αποζημίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγματοποιήθηκαν από τον εργαζόμενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά.
3. Με το άρθρο του Ν. 4172/2013 προβλέπεται ότι, κατά τον προσδιορισμό του κέρδους από επιχειρηματική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, με την επιφύλαξη του άρθρου του Κ.Φ.Ε., οι οποίες:
(α) πραγματοποιούνται προς το συμφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εμπορικές συναλλαγές της,
(β) αντιστοιχούν σε πραγματική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση και
(γ) εγγράφονται στα τηρούμενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγματοποιούνται και αποδεικνύονται με κατάλληλα δικαιολογητικά.
4. Επομένως, τα ποσά που καταβάλλονται σε υπαλλήλους ως αποζημίωση εξόδων διαμονής και σίτισης εξαιρούνται από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία, με μόνη προϋπόθεση να έχουν καταβληθεί από τον υπάλληλο για του σκοπούς της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η πλήρωση της οποίας θα πρέπει να αποδεικνύεται με κάθε πρόσφορο μέσο.
Εντούτοις, για τις αποζημιώσεις εξόδων κίνησης, τίθεται από το νόμο η πρόσθετη προϋπόθεση της αποδείξεως από νόμιμα παραστατικά. Όπως μας πληροφορείτε στο υπ' αριθμ. πρωτ. Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ. 12422/18-05-2015 έγγραφό σας, για τις δαπάνες μετακινήσεων των υπαλλήλων, πέραν εξοδολογίων, δε διαθέτετε τα προβλεπόμενα από τον Κ.Φ.Α.Σ. (για το φορολογικό έτος 2014) νόμιμα παραστατικά (αποδείξεις, τιμολόγια). Συνεπώς, δε πληρούνται οι απαραίτητες από το άρθρο του Κ.Φ.Ε. προϋποθέσεις, ώστε να εξαιρεθούν τα ποσά αυτά από τον υπολογισμό του εισοδήματος από μισθωτή εργασία και ως εκ του-του, θα πρέπει να συμπεριληφθούν στις βεβαιώσεις αποδοχών (έντυπο Φ-01.042) που θα χορηγήσετε στους υπαλλήλους, ως παροχές σε είδος, εφόσον βέβαια υπερβαίνουν το ποσό των €300,00 ανά απασχολούμενο.
5. Επιπροσθέτως, η έλλειψη των προβλεπόμενων από τον Κ.Φ.Α.Σ. παραστατικών αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την έκπτωση των ως άνω δαπανών από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας, αφού καθίσταται, εν πολλοίς, ανέφικτη η διενέργεια ελεγκτικών επαληθεύσεων για την εξακρίβωση της παραγωγικότητάς τους. Η θέση μας αυτή είναι, άλλωστε, σύμφωνη και με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικ-ρατείας (ίδετε ενδεικτικά, Σ.τ.Ε. 614/1990, Σ.τ.Ε. 3154/1995, Σ.τ.Ε. 1704/2014). Τούτων επισημανθέντων, επειδή για κανένα από τα ποσά που κατεβλήθησαν σε υπαλλήλους για έξοδα σίτισης, διαμονής και μετακινήσεων δεν υπάρχουν νόμιμα παραστατικά, σας καλούμε να προβείτε σε φορολογική αναμόρφωση των εν λόγω δαπανών κατά την υποβολή της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του φορολογικού έτους 2014.
6. Τέλος, σας καλούμε να λάβετε υπ' όψιν σας ότι αφενός, η εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών ανήκει στην αρμοδιότητα των εντελλομένων ελεγκτών για τη διενέργεια του πλήρους ή του μερικού επιτόπιου φορολογικού ελέγχου και αφετέρου, το σύνολο των προεκτεθέντων τελούν υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της του Ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.).
Η Διευθύντρια του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (Κ.Ε.ΜΕ.ΕΠ.) - Μαριάνθη X. Πανταζοπούλου
Παρ. 1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδηµά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.
Παρ. 1. Από τον υπολογισμό του εισοδήµατος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται:
α) η αποζηµίωση εξόδων διαµονής και σίτισης και η ηµερήσια αποζηµίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόµενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηµατικής δραστηριότητας του εργοδότη,
β) η αποζηµίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγµατοποιήθηκαν από τον εργαζόµενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά,
Κατά τον προσδιορισµό του κέρδους από επιχειρηµατική δραστηριότητα, επιτρέπεται η έκπτωση όλων των δαπανών, µε την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 23 του Κ.Φ.Ε , οι οποίες:
α) πραγµατοποιούνται προς το συµφέρον της επιχείρησης ή κατά τις συνήθεις εµπορικές συναλλαγές της,
β) αντιστοιχούν σε πραγµατική συναλλαγή και η αξία της συναλλαγής δεν κρίνεται κατώτερη ή ανώτερη της αγοραίας, στη βάση των στοιχείων που διαθέτει η Φορολογική Διοίκηση.
γ) εγγράφονται στα τηρούµενα βιβλία απεικόνισης των συναλλαγών της περιόδου κατά την οποία πραγµατοποιούνται και αποδεικνύονται µε κατάλληλα δικαιολογητικά.
Οι ακόλουθες δαπάνες δεν εκπίπτουν:
α) τόκοι από δάνεια που λαµβάνει η επιχείρηση από τρίτους, εκτός από τα τραπεζικά δάνεια, κατά το μέτρο που υπερβαίνουν τους τόκους που θα προέκυπταν εάν το επιτόκιο ήταν ίσο µε το επιτόκιο των δανείων αλληλόχρεων λογαριασµών προς µη χρηµατοπιστωτικές επιχειρήσεις, όπως αυτό αναφέρεται στο στατιστικό δελτίο οικονοµικής συγκυρίας της Τράπεζας της Ελλάδος για την πλησιέστερη χρονική περίοδο πριν την ηµεροµηνία δανεισµού,
β) κάθε είδους δαπάνη που αφορά σε αγορά αγαθών ή λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των πεντακοσίων (500) ευρώ, εφόσον η τµηµατική ή ολική εξόφληση δεν έγινε µε τη χρήση τραπεζικού μέσου πληρωµής,
γ) οι µη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές,
δ) προβλέψεις εκτός των οριζόμενων στο άρθρο 26,
ε) πρόστιµα και ποινές, περιλαµβανοµένων των προσαυξήσεων,
στ) η παροχή ή λήψη αµοιβών σε χρήµα ή είδος που συνιστούν ποινικό αδίκηµα,
ζ) ο φόρος εισοδήµατος, συµπεριλαµβανοµένων του τέλους επιτηδεύµατος και των έκτακτων εισφορών, που επιβάλλεται για τα κέρδη από επιχειρηµατική δραστηριότητα, σύµφωνα µε τον Κ.Φ.Ε., καθώς και ο Φόρος Προστιθέµενης Αξίας (Φ.Π.Α.) που αναλογεί σε µη εκπιπτόµενες δαπάνες, εφόσον δεν είναι εκπεστέος ως Φ.Π.Α. εισροών,
η) το τεκµαρτό μίσθωμα της παραγράφου 2 του άρθρου 39 σε περίπτωση ιδιόχρησης κατά το μέτρο που υπερβαίνει το τρία τοις εκατό (3%) επί της αντικειµενικής αξίας του ακινήτου,
θ) οι δαπάνες για την οργάνωση και διεξαγωγή ενηµερωτικών ηµερίδων και συναντήσεων που αφορούν στη σίτιση και διαµονή πελατών ή εργαζοµένων της κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά συμμετέχοντα και κατά το μέτρο που η συνολική ετήσια δαπάνη υπερβαίνει το μισό τοις εκατό (0,5%) επί του ετήσιου ακαθάριστου εισοδήµατος της επιχείρησης,
ι) οι δαπάνες για τη διεξαγωγή εορταστικών εκδηλώσεων, σίτισης και διαµονής φιλοξενούµενων προσώπων κατά το μέτρο που υπερβαίνουν το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά συμμετέχοντα και κατά το μέτρο που η συνολική ετήσια δαπάνη υπερβαίνει το μισό τοις εκατό (0,5%) επί του ετήσιου ακαθάριστου εισοδήµατος της επιχείρησης,
ια) οι δαπάνες ψυχαγωγίας. Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που η επιχειρηµατική δραστηριότητα του φορολογούµενου έχει ως κύριο αντικείµενο την παροχή υπηρεσιών ψυχαγωγίας και οι δαπάνες αυτές πραγµατοποιούνται στο πλαίσιο της δραστηριότητας αυτής,
ιβ) προσωπικές καταναλωτικές δαπάνες και
ιγ) Το σύνολο των δαπανών που καταβάλλονται προς φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που εμπίπτει σε μία από τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Είναι κατά το χρόνο έκδοσης του παραστατικού ή κατά το χρόνο διενέργειας της συναλλαγής φορολογικός κάτοικος σε κράτος μη συνεργάσιμο κατά την έννοια του άρθρου 65 του Κ.Φ.Ε..
β) Είναι κατά το χρόνο έκδοσης του παραστατικού ή κατά το χρόνο διενέργειας της συναλλαγής φορολογικός κάτοικος σε κράτος που υπόκειται σε προνομιακό φορολογικό καθεστώς, σύμφωνα με το άρθρο 65 του Κ.Φ.Ε..
γ) Είναι συνδεόμενη εν τοις πράγμασι εταιρεία, χωρίς να έχει συμμορφωθεί πριν τη διενέργεια της συναλλαγής ή την έκδοση του παραστατικού με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται από τον Κώδικα Φορολογικών Διαδικασιών (άρθρο 21 του ν. 4174/2013).
δ) Δεν διαθέτει στην έδρα της ή σε συνδεδεμένη επιχείρηση την απαιτούμενη οργάνωση και υποδομή για τη διενέργεια - κατ’ επάγγελμα - ομοειδών συναλλαγών, κατά συνήθεια και επάγγελμα με τη συναλλαγή για την οποία εκδόθηκε το παραστατικό.
Για τις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ ο φορολογούμενος οφείλει, προκειμένου να μην εμπίπτει στη μη έκπτωση της δαπάνης, και πριν τη διενέργεια του φορολογικού ελέγχου, να προσκομίσει πλήρη απόδειξη ότι δεν συντρέχουν για τη συγκεκριμένη εταιρεία οι αναφερόμενες συνθήκες.
Για τις περιπτώσεις α΄, β΄, γ΄ και δ΄, προκειμένου ο φορολογούμενος να μην εμπίπτει στη μη έκπτωση της δαπάνης, θα πρέπει να καταβάλει παρακρατούμενο φόρο που προκύπτει από τον ισχύοντα στην Ελλάδα φορολογικό συντελεστή φόρου εισοδήματος για επιχειρηματική δραστηριότητα επί του συνόλου της εν λόγω δαπάνης. Εφόσον, εντός τριμήνου από τη συναλλαγή, ο φορολογούμενος αποδείξει ότι πρόκειται περί συνήθους συναλλαγής σε τρέχουσες τιμές αγοράς, θα επιστρέφεται αζημίως για το Δημόσιο ο παρακρατηθείς φόρος στον φορολογούμενο.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ρυθμίζονται οι διαδικασίες για την εφαρμογή της παρούσας περίπτωσης και ειδικότερα η διαδικασία ελέγχου που προβλέπεται για τις περιπτώσεις γ΄ και δ΄ ανωτέρω.
1. Από τον υπολογισμό του εισοδήµατος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται:
α) η αποζηµίωση εξόδων διαµονής και σίτισης και η ηµερήσια αποζηµίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόµενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηµατικής δραστηριότητας του εργοδότη,
β) η αποζηµίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγµατοποιήθηκαν από τον εργαζόµενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά,
γ) το επίδοµα αλλοδαπής που χορηγείται σε υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δηµόσιων πολιτικών υπηρεσιών,
δ) οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταµείων, οι οποίες επιβάλλονται µε νόµο,
ε) οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλει ο εργαζόµενος περιλαµβανοµένων των εισφορών εργοδότη και εργαζοµένου υπερ των επαγγελµατικών ταµείων που έχουν συσταθεί µε νόµο,
στ) η εφάπαξ καταβαλλόµενη παροχή από ταµεία πρόνοιας και ασφαλιστικούς οργανισµούς του Δηµοσίου, καθώς και επαγγελµατικά ταµεία που έχουν συσταθεί µε νόµο στους ασφαλισµένους και τα εξαρτώµενα µέλη του ασφαλισµένου,
ζ) η αξία των διατακτικών σίτισης αξίας έως έξι (6) ευρώ ανά εργάσιµη ηµέρα,
η) οι παροχές ασήµαντης αξίας μέχρι του ποσού των είκοσι επτά (27) ευρώ ετησίως,
ι) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόµενο ή τον εργοδότη για λογαριασµό του εργαζοµένου στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων και
ια) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργοδότη για την ιατροφαρµακευτική και νοσοκοµειακή κάλυψη του υπαλληλικού του προσωπικού ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του στο πλαίσιο ασφαλιστηρίου συµβολαίου, μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ετησίως ανά εργαζόµενο.
2. Οι ακόλουθες κατηγορίες εισοδήµατος από μισθωτή εργασία και συντάξεις απαλλάσσονται από το φόρο:
α) Το εισόδηµα που αποκτάται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από αλλοδαπό διπλωµατικό ή προξενικό εκπρόσωπο, κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται σε πρεσβεία, διπλωµατική αποστολή, προξενείο ή αποστολή αλλοδαπού κράτους για τη διεκπεραίωση κρατικών υποθέσεων που είναι πολίτης του εν λόγω κράτους και κάτοχος διπλωµατικού διαβατηρίου, καθώς και από κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται σε θεσµικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνούς Οργανισµού που έχει εγκατασταθεί βάσει διεθνούς συνθήκης την οποία εφαρµόζει η Ελλάδα.
β) Η διατροφή που λαµβάνει ο/η δικαιούχος, σύµφωνα µε δικαστική απόφαση ή συµβολαιογραφική πράξη.
γ) Η σύνταξη που καταβάλλεται σε ανάπηρους πολέµου και σε θύµατα ή οικογένειες θυµάτων πολέµου, καθώς και σε ανάπηρους ειρηνικής περιόδου, στρατιωτικούς γενικά, που υπέστησαν βλάβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους ή τις οικογένειες τους.
δ) Το εξωϊδρυµατικό επίδοµα και κάθε συναφές ποσό που καταβάλλεται σε ειδικές κατηγορίες ατόµων µε αναπηρίες.
ε) Οι μισθοί, οι συντάξεις και η πάγια αντιµισθία που χορηγούνται σε ανάπηρους µε ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%).
στ) Το επίδοµα ανεργίας που καταβάλλει ο Ο.Α.Ε.Δ. στους δικαιούχους ανέργους, εφόσον το άθροισµα των λοιπών εισοδηµάτων του φορολογούµενου δεν υπερβαίνει ετησίως τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
ζ) Το επίδοµα κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) που καταβάλλεται στους δικαιούχους.
η) Τα χρηµατικά ποσά που καταβάλλονται στους αναγνωρισµένους πολιτικούς πρόσφυγες, σε αυτούς που διαµένουν προσωρινά στην Ελλάδα για ανθρωπιστικούς λόγους και σε όσους έχουν υποβάλει αίτηση για αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας, η οποία βρίσκεται στο στάδιο εξέτασης από το Υπουργείο Δηµόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, από φορείς που υλοποιούν προγράμματα παροχής οικονοµικής ενίσχυσης των προσφύγων, τα οποία χρηµατοδοτούνται από την Ύπατη Αρµοστεία του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
θ) Το επίδομα επικίνδυνης εργασίας που καταβάλλεται με την μορφή πτητικού, καταδυτικού, ναρκαλιείας, αλεξιπτωτιστών, δυτών και υποβρυχίων καταστροφών σε αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες των Ένοπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και η ειδική αποζημίωση που καταβάλλεται στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και τα πληρώματα ασθενοφόρων του Ε.Κ.Α.Β που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με αεροπορικά μέσα για παροχή Α’ Βοηθειών, κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%)
Παρ. 4. Απαντήσεις που παρέχονται ή απόψεις που διατυπώνονται από υπάλληλο της Φορολογικής Διοίκησης σχετικά με την ερμηνεία της φορολογικής νομοθεσίας, δεν δεσμεύουν τη Φορολογική Διοίκηση, εκτός από τις περιπτώσεις, στις οποίες αυτό προβλέπεται στον Κώδικα.