.
ΔΕΑΦ Α 1071858 ΕΞ2015/25.5.2015
Οδηγίες σχετικά με τη φορολογική αντιμετώπιση των αμοιβών ή της αποζημίωσης εξόδων που καταβάλλονται σε υπαλλήλους που μετακινούνται σε άλλες υπηρεσίες κατ΄ εντολή του Δημοσίου
Ύστερα από ερωτήματα που έχουν γίνει στην υπηρεσία μας αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα εξής:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της του ν.4172/2013, το ακαθάριστο εισόδημα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαμβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήματα σε χρήμα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάμενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
2. Με τις διατάξεις της του ιδίου άρθρου και νόμου ορίζεται ότι ως ακαθάριστα εισοδήματα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θεωρείται, μεταξύ άλλων, η αποζημίωση εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο εργαζόμενος ή συγγενικό πρόσωπο του εργαζομένου.
3. Από τα έγγραφα ερωτήματα διαπιστώνεται ότι Δημόσιοι Υπάλληλοι ή γενικά μισθωτοί αποσπώνται από τις υπηρεσίες τους σε άλλες δημόσιες υπηρεσίες ως ειδικοί για την παρακολούθηση και τον έλεγχο έργων (εκτιμήσεις, πιστοποιήσεις κτλ.) και λαμβάνουν αποζημιώσεις εκτός έδρας ή αποζημιώσεις εξόδων τους είτε από τις νέες αυτές δημόσιες υπηρεσίες είτε από τρίτους (π.χ. από τον ΟΠΕΚΕΠΕ).
4. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι αμοιβές αυτές (αποζημιώσεις) αποτελούν εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες (σύμφωνα με τις διατάξεις του του ν.4172/2013), χωρίς να εξετάζεται εάν καταβάλλονται από την υπηρεσία τους ή από άλλη υπηρεσία και κατά την καταβολή τους ενεργείται παρακράτηση 20% σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου του ν.4172/2013.
Η Γεν. Γραμματέας - ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ
παρ. 1 Το ακαθάριστο εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαµβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήµατα σε χρήµα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάµενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
παρ. 3 Ως ακαθάριστα εισοδήµατα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θεωρούνται τα εξής:
α) ηµεροµίσθιο, μισθός, επίδοµα αδείας, επίδοµα ασθενείας, επίδοµα εορτών, αποζηµίωση µη ληφθείσας άδειας, αµοιβές, προµήθειες, επιµίσθια και φιλοδωρήµατα,
β) επιδόµατα περιλαµβανοµένων του επιδόµατος κόστους διαβίωσης, του επιδόµατος ενοικίου, της αποζηµίωσης εξόδων φιλοξενίας ή ταξιδίου,
γ) αποζηµίωση εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο του εργαζοµένου,
δ) παροχή οποιασδήποτε μορφής που λαµβάνει ο εργαζόµενος πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης,
ε) αποζηµιώσεις για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης,
στ) συντάξεις που χορηγούνται από κύριο και επικουρικό φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και από επαγγελµατικά ταµεία που έχουν συσταθεί µε νόµο,
ζ) το ασφάλισµα που καταβάλλεται εφάπαξ ή µε τη μορφή περιοδικής παροχής στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων,
η) κάθε άλλη παροχή που εισπράττεται έναντι υφιστάµενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
1. Το ακαθάριστο εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαµβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήµατα σε χρήµα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάµενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.
3. Ως ακαθάριστα εισοδήµατα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θεωρούνται τα εξής:
α) ηµεροµίσθιο, μισθός, επίδοµα αδείας, επίδοµα ασθενείας, επίδοµα εορτών, αποζηµίωση µη ληφθείσας άδειας, αµοιβές, προµήθειες, επιµίσθια και φιλοδωρήµατα,
β) επιδόµατα περιλαµβανοµένων του επιδόµατος κόστους διαβίωσης, του επιδόµατος ενοικίου, της αποζηµίωσης εξόδων φιλοξενίας ή ταξιδίου,
γ) αποζηµίωση εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο του εργαζοµένου,
δ) παροχή οποιασδήποτε μορφής που λαµβάνει ο εργαζόµενος πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης,
ε) αποζηµιώσεις για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης,
στ) συντάξεις που χορηγούνται από κύριο και επικουρικό φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και από επαγγελµατικά ταµεία που έχουν συσταθεί µε νόµο,
ζ) το ασφάλισµα που καταβάλλεται εφάπαξ ή µε τη μορφή περιοδικής παροχής στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων,
η) κάθε άλλη παροχή που εισπράττεται έναντι υφιστάµενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
1. Το µηνιαίο εισόδηµα από µισθωτή εργασία και συντάξεις, συµπεριλαµβανοµένων των παροχών σε είδος, των ημερομισθίων και των εφάπαξ παροχών, υπόκειται σε παρακράτηση φόρου µε βάση την κλίµακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και του άρθρου 16 µετά από προηγούµενη αναγωγή του σε ετήσιο.
2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, το εισόδηµα από µισθωτή εργασία που αποκτούν οι αξιωµατικοί και το κατώτερο πλήρωµα που υπηρετεί σε πλοία του εµπορικού ναυτικού υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύµφωνα µε τους συντελεστές της παραγράφου 2 του άρθρου 15.
3. Ο φόρος που παρακρατείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου µειώνεται κατά ποσοστό ενάµισυ τοις εκατό (1,5%) κατά την παρακράτησή του.
4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται ο τρόπος αναγωγής του µηνιαίου εισοδήµατος της παραγράφου 1 σε ετήσιο, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα για την εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.
5. Στα εισοδήµατα από µισθωτή εργασία και συντάξεις που καταβάλλονται αναδροµικά, σύµφωνα µε το άρθρο 12,καθώς και στις πρόσθετες αμοιβές που δεν συμπεριλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές διενεργείται παρακράτηση µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόµενο ποσό ανεξάρτητα από το έτος στο οποίο ανάγονται για να φορολογηθούν τα εισοδήµατα αυτά.
6. Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής του υποκείμενου σε παρακράτηση εισοδήματος.