.
Ο.Α.Ε.Ε. Αρ. πρωτ. ΔΙΕΣ/Φ10/116/1620687/12.10.2015
Τροποποίηση ρυθμίσεων Ν.4152/2013 (Πάγια ρύθμιση), Ν.4305/2014 και Ν.4321/2015.
Σχετ.: - Ν.4336/2015 (ΦΕΚ Α'94/14.8.2015).
- Οι αρ. 33/2013, 27/2014 και 5/2015 εγκύκλιες οδηγίες της Διεύθυνσης Εσόδων
Με τις πιο πάνω σχετικές εγκύκλιες της Υπηρεσίας μας έχουν δοθεί οδηγίες για τους όρους, προϋποθέσεις και διαδικασίες ένταξης στις ρυθμίσεις των νόμων Ν.4152/2013 (Πάγια ρύθμιση), Ν.4305/2014 και Ν.4321/2015.
Με τη νέα διάταξη της του Ν. 4336/2015 σχετικά με «Ρυθμίσεις θεμάτων αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης», επέρχονται τροποποιήσεις στις ρυθμίσεις αυτές ως προς το επιτόκιο επιβάρυνσης μετά την ένταξη στη ρύθμιση και τη δυνατότητα αυτεπάγγελτης μείωσης του αριθμού των δόσεων της ρύθμισης.
Με την παρούσα σας κοινοποιούμε τις αλλαγές που επέρχονται.
Συγκεκριμένα:
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΠΑΓΙΑΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ
( Ν.4152/2013 - ΦΕΚ Α'107/9.5.2013)
Η παρ.7 του άρθρου 1 αναριθμείται σε 9 και προστέθηκαν παράγραφοι 7 και 8.
Με τη διάταξη της παρ. 8 το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνονται οι οφειλές από τον μήνα υπαγωγής στη ρύθμιση υπολογίζεται πλέον με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (0,05%) προσαυξημένο κατά πέντε εκατοστιαίες μονάδες (5%) ετησίως υπολογισμένο.
Το νέο επιτόκιο διαμορφώνεται συνολικά σε 5,05%.
Για την εφαρμογή της διάταξης:
- Ληξιπρόθεσμες οφειλές που εντάσσονται στη ρύθμιση, επιβαρύνονται ήδη με τονέο επιτόκιο αποπληρωμής.
- Ανεξόφλητες δόσεις ενεργών ρυθμίσεων θα επιβαρυνθούν με το νέο επιτόκιο.
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ Ν. 4305/2014
( Ν. 4305/2014 - ΦΕΚ Α'237/31.10.2014)
Στο άρθρο Ν. 4305/2014, όπως ισχύει, προστέθηκαν παράγραφοι 20 και 21.
Α. Με τη διάταξη της παρ.20 Ν. 4336/2015, προβλέπεται ότι το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνονται οι οφειλές από το μήνα υπαγωγής στη ρύθμιση υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (0,05%) προσαυξημένο κατά πέντε εκατοστιαίες μονάδες (5%) ετησίως υπολογισμένο.
Το νέο επιτόκιο διαμορφώνεται συνολικά σε 5,05%.
Η διάταξη έχει εφαρμογή μετά την πάροδο διμήνου από τη δημοσίευσή της (14.10.2015) στις υπόλοιπες ανεξόφλητες δόσεις ενεργών ρυθμίσεων.
Β. Με τη διάταξη της παρ.21 παρέχεται στα αρμόδια, για την έκδοση της απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση, όργανα η δυνατότητα να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειάς της εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης μπορεί, σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα, να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης θα καθοριστούν με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και θα σας γνωστοποιηθούν με νεότερη ενημέρωση.
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΡΥΘΜΙΣΗΣ Ν. 4321/2015
(Άρθρο Ν.4321/2015 - ΦΕΚ Α'32/21.3.2015)
Η παρ.17 του άρθρου 28 Ν. 4321/2015 αναριθμείται σε 19 και προστέθηκαν παράγραφοι 17 και 18.
Α. Με τη διάταξη της παρ.17 το επιτόκιο με το οποίο επιβαρύνονται οι οφειλές από το μήνα υπαγωγής στη ρύθμιση, ανεξαρτήτως ύψους κύριας οφειλής (και κάτω των 5.000,00€), υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (0,05%) προσαυξημένο κατά πέντε εκατοστιαίες μονάδες (5%) ετησίως υπολογισμένο. Το νέο επιτόκιο διαμορφώνεται συνολικά σε 5,05%.
Η διάταξη έχει εφαρμογή μετά την πάροδο διμήνου από τη δημοσίευσή της (14.10.2015) στις υπόλοιπες ανεξόφλητες δόσεις ενεργών ρυθμίσεων.
Β. Κύρια οφειλή έως 5.000€ απαλλάσσεται της επιβάρυνσης εάν ο οφειλέτης, εντός διμήνου από τη δημοσίευση της διάταξης (έως 14.10.2015), προσκομίσει στοιχεία από τα οποία προκύπτει σωρευτικά ότι:
I. Είναι φυσικό πρόσωπο
II. Η κύρια οφειλή του υπερβαίνει το 50% του δηλωθέντος ετήσιου ατομικού εισοδήματός του και
III. Η αντικειμενική αξία της ακίνητης περιουσίας του, όπως αυτήπροκύπτει από το έντυπο Ε9, δεν υπερβαίνει τα 150.000,00€.
Ως κύρια οφειλή, για την προϋπόθεση της περ. II, νοείται το ποσό της οφειλής κατά την ένταξη στη ρύθμιση.
Για την απόδειξη των ανωτέρω προϋποθέσεων θα πρέπει να υποβάλλονται:
• Εκκαθαριστικό σημείωμα Φόρου Εισοδήματος οικονομικού έτους 2015 (χρήση 2014)
• Αντίγραφο εντύπου Ε9 - Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης
• Αντίγραφο προσδιορισμού Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) έτους 2014. Στοιχεία οφειλετών που πληρούν τις προϋποθέσεις απαλλαγής από την επιβάρυνση, θα ζητηθούν από την Υπηρεσία μας μετά την 14.10.2015 προκειμένου να προωθηθούν στην ΗΔΙΚΑ.
Γ. Με τη διάταξη της παρ.18 παρέχεται στα αρμόδια, για την έκδοση της απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση, όργανα η δυνατότητα να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειάς της εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης μπορεί, σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα, να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις.
Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης θα καθοριστούν με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και θα γνωστοποιηθούν με νεότερη ενημέρωση.
Η Υπηρεσία μας είναι σε συνεργασία με την ΗΔΙΚΑ για την εφαρμογή του νέου επιτοκίου, κατά τα προαναφερόμενα, στις ανεξόφλητες δόσεις των ρυθμίσεων και θα ενημερωθείτε σχετικά.
Οι Περιφερειακές Υπηρεσίες του Οργανισμού θα πρέπει να εφαρμόσουν το νέο επιτόκιο στις εκτός Μηχανογραφικού Συστήματος ρυθμίσεις ώστε δόσεις, μετά την 14.10.2015, ημερομηνία συμπλήρωσης του διμήνου από τη δημοσίευση της διάταξης, να εισπραχθούν σύμφωνα με τα προαναφερόμενα.
Του παρόντος με ευθύνη των Προϊσταμένων Διευθύνσεων και Τμημάτων να λάβει γνώση ενυπόγραφα το προσωπικό των Υπηρεσιών.
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ α.α. ΧΡ. ΛΙΑΠΑΚΗΣ
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.1 ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 4152/2013 (Α΄107), 4305/2014 (A΄237) ΚΑΙ 4321/2015 (Α΄32)
1.α. Στην υποπαράγραφο ΙΑ.1, παράγραφος ΙΑ, του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, όπως ισχύει, η παράγραφος 7 αναριθμείται σε 9 και προστίθενται παράγραφοι 7 και 8 ως ακολούθως:
«7. Η εφαρμογή των εδαφίων ββ΄ και γγ΄ της περίπτωσης 2, όπως ισχύει, ως προς τις προϋποθέσεις βεβαίωσης από ανεξάρτητο τρίτο φορέα, παροχής εγγύησης ή διασφάλισης ή εμπράγματης ασφάλειας, καθώς και της βιωσιμότητας του διακανονισμού αναστέλλεται για χρονικό διάστημα δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η αναστολή καταλαμβάνει και τις ήδη χορηγηθείσες ρυθμίσεις. Εγγυήσεις, διασφαλίσεις ή εμπράγματες ασφάλειες που τυχόν έχουν παρασχεθεί κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων εξακολουθούν να ισχύουν.
8. Το ποσόν της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση επιβαρύνεται από το μήνα υπαγωγής στη ρύθμιση με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, προσαυξημένο πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Για τις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση το επιτόκιο επαναπροσδιορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο για τον υπολειπόμενο αριθμό των ανεξόφλητων δόσεων.»
β. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 6 της υποπαράγραφου ΙΑ.1, παράγραφος ΙΑ, του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, καταργείται.
2. Τα χρηματικά όρια που καθορίζονται κάθε φορά για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ ισχύουν και για την αναγκαστική είσπραξη των καθυστερούμενων ασφαλιστικών οφειλών, από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και το ΚΕΑΟ.
3. Στο άρθρο 54 του ν. 4305/2014, όπως ισχύει, προστίθενται νέοι παράγραφοι 20 και 21 ως ακολούθως:
«20. Το ύψος της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση, μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, προσαυξάνεται με επιτόκιο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται στις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και αφορά τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης.
21. Παρέχεται η δυνατότητα στα αρμόδια όργανα οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας ρύθμισης, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη, να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειας της χορηγηθείσας ρύθμισης, εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας.»
4. Στο άρθρο 28 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, η παράγραφος 17 αναριθμείται σε 19 και προστίθενται νέοι παράγραφοι 17 και 18 ως ακολούθως:
«17. Το ύψος της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση, μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, προσαυξάνεται με επιτόκιο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Για ύψος κύριας οφειλής έως 5.000 ευρώ η οφειλή απαλλάσσεται από την προσαύξηση του επιτοκίου εφόσον ο οφειλέτης προσκομίσει εντός διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος στοιχεία, με τα οποία τεκμηριώνεται σωρευτικά ότι:
α) είναι φυσικό πρόσωπο,
β) η υπαγόμενη στη ρύθμιση κύρια οφειλή υπερβαίνει το 50% του δηλωθέντος ετήσιου εισοδήματος του οφειλέτη και
γ) η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη όπως προκύπτει από τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης (Ε9) είναι αντικειμενικής αξίας μέχρι 150.000 ευρώ.
Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται στις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και αφορά τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης.
18. Παρέχεται η δυνατότητα στα αρμόδια όργανα οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας ρύθμισης, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη, να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειας της χορηγηθείσας ρύθμισης, εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας.»
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Ε.1 ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΝΟΜΩΝ 4152/2013 (Α΄107), 4305/2014 (A΄237) ΚΑΙ 4321/2015 (Α΄32)
1.α. Στην υποπαράγραφο ΙΑ.1, παράγραφος ΙΑ, του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, όπως ισχύει, η παράγραφος 7 αναριθμείται σε 9 και προστίθενται παράγραφοι 7 και 8 ως ακολούθως:
«7. Η εφαρμογή των εδαφίων ββ΄ και γγ΄ της περίπτωσης 2, όπως ισχύει, ως προς τις προϋποθέσεις βεβαίωσης από ανεξάρτητο τρίτο φορέα, παροχής εγγύησης ή διασφάλισης ή εμπράγματης ασφάλειας, καθώς και της βιωσιμότητας του διακανονισμού αναστέλλεται για χρονικό διάστημα δύο ετών από τη δημοσίευση του παρόντος. Η αναστολή καταλαμβάνει και τις ήδη χορηγηθείσες ρυθμίσεις. Εγγυήσεις, διασφαλίσεις ή εμπράγματες ασφάλειες που τυχόν έχουν παρασχεθεί κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων εξακολουθούν να ισχύουν.
8. Το ποσόν της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση επιβαρύνεται από το μήνα υπαγωγής στη ρύθμιση με επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, προσαυξημένο πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Για τις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση το επιτόκιο επαναπροσδιορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο για τον υπολειπόμενο αριθμό των ανεξόφλητων δόσεων.»
β. Η περίπτωση γ΄ της παρ. 6 της υποπαράγραφου ΙΑ.1, παράγραφος ΙΑ, του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013, καταργείται.
2. Τα χρηματικά όρια που καθορίζονται κάθε φορά για την αναγκαστική είσπραξη των απαιτήσεων του Δημοσίου κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ ισχύουν και για την αναγκαστική είσπραξη των καθυστερούμενων ασφαλιστικών οφειλών, από τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης και το ΚΕΑΟ.
3. Στο άρθρο 54 του ν. 4305/2014, όπως ισχύει, προστίθενται νέοι παράγραφοι 20 και 21 ως ακολούθως:
«20. Το ύψος της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση, μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, προσαυξάνεται με επιτόκιο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται στις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και αφορά τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης.
21. Παρέχεται η δυνατότητα στα αρμόδια όργανα οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας ρύθμισης, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη, να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειας της χορηγηθείσας ρύθμισης, εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας.»
4. Στο άρθρο 28 του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, η παράγραφος 17 αναριθμείται σε 19 και προστίθενται νέοι παράγραφοι 17 και 18 ως ακολούθως:
«17. Το ύψος της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση, μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, προσαυξάνεται με επιτόκιο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Για ύψος κύριας οφειλής έως 5.000 ευρώ η οφειλή απαλλάσσεται από την προσαύξηση του επιτοκίου εφόσον ο οφειλέτης προσκομίσει εντός διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος στοιχεία, με τα οποία τεκμηριώνεται σωρευτικά ότι:
α) είναι φυσικό πρόσωπο,
β) η υπαγόμενη στη ρύθμιση κύρια οφειλή υπερβαίνει το 50% του δηλωθέντος ετήσιου εισοδήματος του οφειλέτη και
γ) η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη όπως προκύπτει από τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης (Ε9) είναι αντικειμενικής αξίας μέχρι 150.000 ευρώ.
Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται στις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και αφορά τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης.
18. Παρέχεται η δυνατότητα στα αρμόδια όργανα οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας ρύθμισης, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη, να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειας της χορηγηθείσας ρύθμισης, εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας.»
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ ΙΑ.1.: ΠΑΓΙΑ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ ΣΤΟΥΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
1. Ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην του ΝΑΤ δύνανται μετά από αίτηση των οφειλετών και εφόσον συντρέχει πραγματική αδυναμία για την καταβολή τους, να ρυθμίζονται και να καταβάλλονται σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις.
2. H υπαγωγή στη ρύθμιση για οφειλές άνω των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ γίνεται μόνο εφόσον οι ενδιαφερόμενοι αποδεικνύουν ότι μπορούν να ανταποκριθούν στο ύψος της μηνιαίας δόσης και εφόσον προσκομίσουν τα απαραίτητα στοιχεία που αποδεικνύουν την αδυναμία εξόφλησης των οφειλών τους τη δεδομένη χρονική στιγμή περιλαμβανομένων λεπτομερών πληροφοριών σχετικά με το εισόδημά τους, τα χρηματικά διαθέσιμά τους, την ακίνητη περιουσία τους και το σύνολο των οφειλών τους.
Η αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση απορρίπτεται εάν τα παρασχεθέντα στοιχεία είναι ανακριβή ή ανεπαρκή. Τα παρασχεθέντα στοιχεία τα οποία πρέπει να αποδεικνύουν τη βιωσιμότητα του διακανονισμού, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση 8 της υποπαραγράφου αυτής, σύμφωνα με τις κάτωθι κατηγοριοποιήσεις:
αα) Για οφειλές από πέντε χιλιάδες (5.000,00) ευρώ έως πενήντα χιλιάδες (50.000,00) ευρώ κρίνεται από τον οικείο φορέα κοινωνικής ασφάλισης η αδυναμία εξόφλησης της οφειλής τη δεδομένη χρονική στιγμή, καθώς και η βιωσιμότητα του διακανονισμού.
ββ) Για οφειλές άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000,00) ευρώ ο οφειλέτης πρέπει επιπλέον να προσκομίζει βεβαίωση από ανεξάρτητο τρίτο φορέα περί της ορθότητας των οικονομικών στοιχείων, καθώς και δικαι-ολογητικά τα οποία να αποδεικνύουν την αδυναμία εξόφλησης της οφειλής τη δεδομένη χρονική στιγμή και τη βιωσιμότητα του διακανονισμού, με δαπάνες που βαραίνουν τον ίδιο.
γγ) Για οφειλές άνω των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000,00) ευρώ ο οφειλέτης υποχρεούται πλέον των ανωτέρω να προβεί στη παροχή εγγυήσεων ή εμπράγματων εξασφαλίσεων ίσης αξίας με τη συνολική οφειλή. Η αξία της εξασφάλισης θα καθοριστεί από τον τρίτο εκτιμητή.
Οι ανεξάρτητοι εκτιμητές καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας σύμφωνα με την περίπτωση 7 της παρούσας υποπαραγράφου. Σε κάθε περίπτωση ως ανεξάρτητοι τρίτοι εκτιμητές αναγνωρίζονται οι ορκωτοί λογιστές και οι κατέχοντες άδεια ασκήσεως δικηγορικού λειτουργήματος.
Η πιστοποίηση από τον ανεξάρτητο εκτιμητή εξετάζει όλες τις υποχρεώσεις του οφειλέτη προς το κράτος και προς τρίτους, τη συνολική περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη συμπεριλαμβανομένης της παροχής επαρκών εγγυήσεων και εφόσον βεβαιώνεται αδυναμία άμεσης καταβολής της οφειλής χορηγείται η διευκόλυνση της τμηματικής καταβολής. Επίσης εξετάζονται και τα αποτελέσματα επί της αναμενόμενης ρευστότητας από την ενδεχόμενη υπαγωγή του οφειλέτη σε άλλους διακανονισμούς με το Δημόσιο ή με ιδιωτικούς φορείς. Η εμπράγματη εξασφάλιση επί της διαθέσιμης ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη πρέπει να εξασφαλιστεί.
Σε περίπτωση ύπαρξης επαρκών χρηματικών διαθεσίμων η οφειλή δεν υπάγεται στη ρύθμιση και γίνεται άμεσα απαιτητή. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή σε ρύθμιση είναι να έχουν υποβληθεί οι εκ του νόμου προβλεπόμενες δηλώσεις ασφάλισης για τα τελευταία πέντε (5) έτη. Εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση οφειλές που αφορούν οφειλέτες που έχουν καταδικαστεί ή έχει ασκηθεί κατ’ αυτών ποινική δίωξη για φοροδιαφυγή.
3. Αρμόδια όργανα για την έκδοση απόφασης υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση είναι:
α) Για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ: Οι διευθυντές των οικείων περιφερειακών ή τοπικών υποκαταστημάτων ή οι διευθυντές των οικείων ταμείων προκειμένου για περιφερειακά ή τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων ΙΚΑ-ΕΤΑΜ.
β) Για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς: Ο αρμόδιος διευθυντής του οικείου φορέα ή οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών ή λοιπών τοπικών μονάδων.
γ) Οποιαδήποτε άλλη οργανική μονάδα του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.
4. Οι πληρωμές θα διενεργούνται με τη διαδικασία αυτόματης χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού. Η καταβολή της πρώτης δόσης ή η εφάπαξ εξόφληση των καθυστερούμενων εισφορών γίνεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του επόμενου της υποβολής της αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση του άρθρου αυτού μήνα για όλους τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και του τ. ΕΤΕΑΜ.
Ειδικά για το ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και το τ. ΕΤΕΑΜ ως καταληκτική ημερομηνία ορίζεται η τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα διεκπεραίωσης των διαδικασιών ελέγχου. Σε περίπτωση που αυτές περατωθούν μετά την 20ή ημέρα εκάστου μηνός, η ανωτέρω προθεσμία παρατείνεται μέχρι την 5η ημέρα του επόμενου μήνα της διεκπεραίωσης του ελέγχου.
Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη.
5. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται με συνέπεια οι όροι αυτής:
α. Χορηγείται στους υπόχρεους μηνιαίο πιστοποιητικό οφειλής, στο οποίο πιστοποιείται και το υπολειπόμενο ποσό οφειλής.
β. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α' 136), όπως ισχύει σήμερα και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της διακόπτεται.
γ. Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων εφόσον έχει πληρωθεί η πρώτη δόση. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
δ. Αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 (Α' 270).
6.α. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης επιτρέπεται η καθυστέρηση πληρωμής μίας (1) δόσης και η καταβολή αυτής γίνεται υποχρεωτικά μέχρι την ημερομηνία καταβολής της επόμενης δόσης με προσαύξηση εκπρόθεσμης καταβολής δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
β. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή και δεύτερης δόσης κατά τη διάρκεια της ρύθμισης είτε η δημιουργία νέας φορολογικής ή ασφαλιστικής οφειλής, έχουν ως συνέπεια για το σύνολο της οφειλής: αα) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, ββ) την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων προ-σαυξήσεων,
γγ) την επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προ-βλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, δδ) την κατάπτωση των εγγυήσεων της περίπτωσης γγ' της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού.
γ. Το ποσό της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση επιβαρύνεται από 1.1.2013 με ετήσιο επιτόκιο ίσο με το επιτόκιο αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης, προσαυξημένο κατά 800 μονάδες βάσης (δηλαδή 8%).
7. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται και κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας.
1. Στους οφειλέτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΝΑΤ, μέχρι τις 30.9.2014, δύναται να χορηγείται ρύθμιση ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ εξόφληση της οφειλής με ποσοστό έκπτωσης 100% επί των νομίμων προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων.
β) Εξόφληση μέχρι δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 90%.
γ) Εξόφληση μέχρι είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 80%.
δ) Εξόφληση μέχρι τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 70%.
ε) Εξόφληση μέχρι σαράντα οκτώ (48) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 60%.
στ) Εξόφληση μέχρι εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 50%.
ζ) Εξόφληση μέχρι εβδομήντα δύο (72) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 30%.
η) Εξόφληση μέχρι εκατό (100) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 20%.
Η κύρια οφειλή βαρύνεται από 1.1.2013 με ετήσιο επιτόκιο 4,56%.
2. Εξαιρετικά, για την υπαγωγή στην περίπτωση η΄ της παραγράφου 1, το ποσό της κύριας ρυθμιζόμενης οφειλής φυσικών και νομικών προσώπων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.
3. Στη ρύθμιση δύναται να υπαχθεί ποσό κύριας ληξιπρόθεσμης οφειλής έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.
4. Η αίτηση του οφειλέτη για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος άρθρου των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν δημιουργηθεί έως τις 30.9.2014 κατατίθεται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Μαρτίου του 2015.
5. Στην παρούσα ρύθμιση δύνανται να υπαχθούν κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και οι έως τις 30.9.2014 οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΝΑΤ, οι οποίες τελούν σε αναστολή διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου.
6. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πενήντα (50) ευρώ.
7. Αρμόδια όργανα για την έκδοση απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση είναι:
α) Για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.: Οι διευθυντές των οικείων περιφερειακών ή τοπικών υποκαταστημάτων ή οι διευθυντές των οικείων ταμείων προκειμένου για περιφερειακά ή τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ και το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ).
β) Για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς: Ο αρμόδιος διευθυντής του οικείου φορέα ή οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών ή λοιπών τοπικών μονάδων.
γ) Οποιαδήποτε άλλη οργανική μονάδα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ή άλλων φορέων κοινωνικής ασφάλισης καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.
8. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση δύναται να υποβάλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες και ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.
9. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι η υποβολή των αναλυτικών περιοδικών δηλώσεων, όπου προβλέπεται, καθώς και η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών από 1.10.2014 και εφεξής.
10. Οι πληρωμές διενεργούνται με τη διαδικασία αυτόματης χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού. Για την καταβολή των δόσεων δεν απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη.
11. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής:
α) Χορηγείται στους υπόχρεους μηνιαίο πιστοποιητικό οφειλών, στο οποίο πιστοποιείται και το υπολειπόμενο ποσό οφειλής και το οποίο επέχει θέση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας.
Για τις επιχειρήσεις του εδαφίου ε΄ της παρ. 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951 που θα υπαχθούν σε καθεστώς ρύθμισης κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι συνεπείς με τους όρους αυτής, θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής, για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, χωρίς παρακράτηση, εφόσον το εργο για το οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό δεν οφείλει τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής του έργου θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής με παρακράτηση τη συνολική οφειλή του έργου.
β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του ΠΚ.
γ) Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Αν ο οφειλέτης απωλέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
δ) Αναστέλλεται η παραγραφή των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 (Α΄ 270).
12. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης κατά τη διάρκεια της ρύθμισης ή η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών, έχει ως συνέπειες:
α) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,
β) την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων προσαυξήσεων και τόκων, τα οποία αναβιώνουν αναδρομικά,
γ) την επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.
Οι συνέπειες του προηγούμενου εδαφίου δεν επέρχονται εάν ο οφειλέτης, μετά την πάροδο εξαμήνου από την ένταξη σε ρύθμιση και την πλήρωση των όρων αυτής:
α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο (2) δόσεις ανά έτος προγράμματος ρύθμισης ή
β) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) μηνών.
Για τις ως άνω περιπτώσεις α΄ και β΄ η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση δύο τοις εκατό (2%).
13. Κατ’ εξαίρεση, σε περιπτώσεις απώλειας της ρύθμισης για λόγους ανωτέρας βίας ο οφειλέτης δύναται εντός δύο (2) μηνών από την απώλεια αυτής να υποβάλει άπαξ αίτηση επανένταξής του στη ρύθμιση με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων αυτής. Το αίτημα επανένταξης υποβάλλεται εγγράφως και περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ανωτέρα βία. Η αρμόδια υπηρεσία αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
14. Για τους οφειλέτες που υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών:
α. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄136).
β. Αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον, άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται.
15. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση, σύμφωνα με την παράγραφο 1.
16. Ο συμψηφισμός σύμφωνα με την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου, που προέρχονται από επιστροφές φόρου προστιθέμενης αξίας και φόρου εισοδήματος με οφειλές στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, χωρεί και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε, μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί έως το 1/7 των ενα-πομεινασών δόσεων.
17. Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του ν. 4152/2013 και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, υπόκεινται αναδρομικά, από 1.1.2013, σε επιτόκιο ύψους 4,56% και τυγχάνουν αναδρομικά, από την ένταξή τους στη ρύθμιση των εκπτώσεων επί των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων του παρόντος, δικαιούμενοι να επιλέξουν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση. Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του ν. 4152/2013 και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, δικαιούνται να διατηρήσουν τη ρύθμιση της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του ν. 4152/2013 και, πέραν των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο, έχουν ως πρόσθετο ευεργέτημα τη μείωση κατά ποσοστό 20% των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων αναδρομικά από την ημερομηνία ένταξής τους στη ρύθμιση.
Με απόφαση του υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παραγράφου 17 του παρόντος άρθρου.
18. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
19. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπεται η χορήγηση ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής, κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του ν. 4152/2013, για τους οφειλέτες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
20. Το ύψος της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση, μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, προσαυξάνεται με επιτόκιο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται στις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και αφορά τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης.
21. Παρέχεται η δυνατότητα στα αρμόδια όργανα οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας ρύθμισης, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη, να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειας της χορηγηθείσας ρύθμισης, εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας.
1. Στους οφειλέτες με ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΝΑΤ, μέχρι τις 30.9.2014, δύναται να χορηγείται ρύθμιση ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ εξόφληση της οφειλής με ποσοστό έκπτωσης 100% επί των νομίμων προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων.
β) Εξόφληση μέχρι δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 90%.
γ) Εξόφληση μέχρι είκοσι τέσσερις (24) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 80%.
δ) Εξόφληση μέχρι τριάντα έξι (36) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 70%.
ε) Εξόφληση μέχρι σαράντα οκτώ (48) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 60%.
στ) Εξόφληση μέχρι εξήντα (60) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 50%.
ζ) Εξόφληση μέχρι εβδομήντα δύο (72) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 30%.
η) Εξόφληση μέχρι εκατό (100) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με ποσοστό έκπτωσης 20%.
Η κύρια οφειλή βαρύνεται από 1.1.2013 με ετήσιο επιτόκιο 4,56%.
2. Εξαιρετικά, για την υπαγωγή στην περίπτωση η΄ της παραγράφου 1, το ποσό της κύριας ρυθμιζόμενης οφειλής φυσικών και νομικών προσώπων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ.
3. Στη ρύθμιση δύναται να υπαχθεί ποσό κύριας ληξιπρόθεσμης οφειλής έως ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ.
4. Η αίτηση του οφειλέτη για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος άρθρου των ληξιπρόθεσμων οφειλών που έχουν δημιουργηθεί έως τις 30.9.2014 κατατίθεται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Μαρτίου του 2015.
5. Στην παρούσα ρύθμιση δύνανται να υπαχθούν κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και οι έως τις 30.9.2014 οφειλές προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης πλην ΝΑΤ, οι οποίες τελούν σε αναστολή διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου.
6. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι μικρότερο των πενήντα (50) ευρώ.
7. Αρμόδια όργανα για την έκδοση απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση είναι:
α) Για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.: Οι διευθυντές των οικείων περιφερειακών ή τοπικών υποκαταστημάτων ή οι διευθυντές των οικείων ταμείων προκειμένου για περιφερειακά ή τοπικά υποκαταστήματα στην περιοχή των οποίων λειτουργούν Ταμεία Είσπραξης Εσόδων Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ και το Κέντρο Είσπραξης Ασφαλιστικών Οφειλών (ΚΕΑΟ).
β) Για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς: Ο αρμόδιος διευθυντής του οικείου φορέα ή οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών ή λοιπών τοπικών μονάδων.
γ) Οποιαδήποτε άλλη οργανική μονάδα του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. ή άλλων φορέων κοινωνικής ασφάλισης καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας.
8. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση δύναται να υποβάλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες και ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.
9. Απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος άρθρου είναι η υποβολή των αναλυτικών περιοδικών δηλώσεων, όπου προβλέπεται, καθώς και η καταβολή των τρεχουσών ασφαλιστικών εισφορών από 1.10.2014 και εφεξής.
10. Οι πληρωμές διενεργούνται με τη διαδικασία αυτόματης χρέωσης τραπεζικού λογαριασμού. Για την καταβολή των δόσεων δεν απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποίηση του οφειλέτη.
11. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής:
α) Χορηγείται στους υπόχρεους μηνιαίο πιστοποιητικό οφειλών, στο οποίο πιστοποιείται και το υπολειπόμενο ποσό οφειλής και το οποίο επέχει θέση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας.
Για τις επιχειρήσεις του εδαφίου ε΄ της παρ. 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951 που θα υπαχθούν σε καθεστώς ρύθμισης κατά τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι συνεπείς με τους όρους αυτής, θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής, για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, χωρίς παρακράτηση, εφόσον το εργο για το οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό δεν οφείλει τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής του έργου θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής με παρακράτηση τη συνολική οφειλή του έργου.
β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136) και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής της ποινικής δίωξης αναστέλλεται η παραγραφή του αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του ΠΚ.
γ) Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Αν ο οφειλέτης απωλέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
δ) Αναστέλλεται η παραγραφή των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 (Α΄ 270).
12. Η μη εμπρόθεσμη καταβολή δόσης κατά τη διάρκεια της ρύθμισης ή η μη καταβολή των τρεχουσών εισφορών, έχει ως συνέπειες:
α) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,
β) την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων προσαυξήσεων και τόκων, τα οποία αναβιώνουν αναδρομικά,
γ) την επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα.
Οι συνέπειες του προηγούμενου εδαφίου δεν επέρχονται εάν ο οφειλέτης, μετά την πάροδο εξαμήνου από την ένταξη σε ρύθμιση και την πλήρωση των όρων αυτής:
α) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μέχρι δύο (2) δόσεις ανά έτος προγράμματος ρύθμισης ή
β) δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα μία δόση της ρύθμισης ανά έτος προγράμματος ρύθμισης για χρονικό διάστημα μέχρι δύο (2) μηνών.
Για τις ως άνω περιπτώσεις α΄ και β΄ η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση δύο τοις εκατό (2%).
13. Κατ’ εξαίρεση, σε περιπτώσεις απώλειας της ρύθμισης για λόγους ανωτέρας βίας ο οφειλέτης δύναται εντός δύο (2) μηνών από την απώλεια αυτής να υποβάλει άπαξ αίτηση επανένταξής του στη ρύθμιση με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις και για τον εναπομείναντα αριθμό δόσεων αυτής. Το αίτημα επανένταξης υποβάλλεται εγγράφως και περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν την ανωτέρα βία. Η αρμόδια υπηρεσία αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης. Εάν δεν ληφθεί απόφαση εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
14. Για τους οφειλέτες που υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και για χρονικό διάστημα δέκα (10) ημερών:
α. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄136).
β. Αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον, άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται.
15. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται με την εξόφληση, σύμφωνα με την παράγραφο 1.
16. Ο συμψηφισμός σύμφωνα με την περίπτωση 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85) χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου, που προέρχονται από επιστροφές φόρου προστιθέμενης αξίας και φόρου εισοδήματος με οφειλές στους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, χωρεί και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε, μέχρι του ποσού που αντιστοιχεί έως το 1/7 των ενα-πομεινασών δόσεων.
17. Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του ν. 4152/2013 και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, υπόκεινται αναδρομικά, από 1.1.2013, σε επιτόκιο ύψους 4,56% και τυγχάνουν αναδρομικά, από την ένταξή τους στη ρύθμιση των εκπτώσεων επί των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων του παρόντος, δικαιούμενοι να επιλέξουν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση. Όσοι κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση της «νέας αρχής» της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του ν. 4152/2013 και τηρούν τους όρους της ρύθμισης αυτής, δικαιούνται να διατηρήσουν τη ρύθμιση της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του ν. 4152/2013 και, πέραν των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο, έχουν ως πρόσθετο ευεργέτημα τη μείωση κατά ποσοστό 20% των προσαυξήσεων, τελών καθυστέρησης και λοιπών επιβαρύνσεων αναδρομικά από την ημερομηνία ένταξής τους στη ρύθμιση.
Με απόφαση του υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, η οποία εκδίδεται εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζονται οι ειδικότερες λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παραγράφου 17 του παρόντος άρθρου.
18. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας καθορίζεται κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
19. Από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος δεν επιτρέπεται η χορήγηση ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής, κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου ΙΑ.2 της παρ. ΙΑ΄ του ν. 4152/2013, για τους οφειλέτες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
20. Το ύψος της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση, μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, προσαυξάνεται με επιτόκιο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται στις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και αφορά τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης.
21. Παρέχεται η δυνατότητα στα αρμόδια όργανα οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας ρύθμισης, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη, να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειας της χορηγηθείσας ρύθμισης, εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας.
1. Το σύνολο των ασφαλιστικών οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, πλην ΝΑΤ, οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στις 2.3.2015, υπάγεται σε ρύθμιση, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη προς την αρμόδια υπηρεσία του οικείου Φορέα. Η αίτηση για υπαγωγή προς τον οικείο φορέα ασφάλισης, υποβάλλεται μέχρι τις 30.4.2015. Στην παρούσα ρύθμιση δύναται να υπαχθούν μετά από αίτησή τους, οφειλέτες που έχουν ήδη υπαχθεί σε υφιστάμενες ρυθμίσεις. Σε περίπτωση μετάπτωσης από υφιστάμενη ρύθμιση στην παρούσα, για τον υπολογισμό του αριθμού των δόσεων της ρύθμισης του παρόντος νόμου συνυπολογίζεται το πλήθος των δόσεων που έχει ήδη καταβληθεί στην προϋφιστάμενη ρύθμιση.
2. Για φυσικά πρόσωπα που έχουν διακόψει την επαγγελματική δραστηριότητά τους, καθώς και για ασφαλισμένους του ΕΤΑΑ που ασκούν το ελεύθερο επάγγελμα, σε περίπτωση αποδεδειγμένου μηδενικού εισοδήματος κατά το έτος χρήσης 2014, μη συμπεριλαμβανομένων επιδομάτων ανεργίας και προνοιακών παροχών, αναστέλλεται μετά από αίτησή τους το σύνολο των εισπρακτικών μέτρων και διώξεων κατά του οφειλέτη για περίοδο 12 μηνών, μετά την πάροδο των οποίων υπάγεται στη ρύθμιση της παρ. 1, με αίτηση που υποβάλλεται προς τον οικείο φορέα ασφάλισης μέχρι τις 31.3.2016. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου αυτής δεν έχουν εφαρμογή για οφειλές ατομικών επιχειρήσεων προς το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.A.M. από απασχόληση προσωπικού.
3. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση είναι η καταβολή των τρεχουσών εισφορών από την 1.3.2015 και εφεξής.
4. Η ρύθμιση του ποσού της οφειλής, γίνεται μέχρι και σε 100 μηνιαίες δόσεις. Σε κάθε περίπτωση το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης για τις ρυθμιζόμενες ασφαλιστικές οφειλές, δεν μπορεί να είναι χαμηλότερο των 50 ευρώ.
5. Το σύνολο της οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση (κύρια οφειλή και προσαυξήσεις) κεφαλαιοποιείται τον, προηγούμενο της ρύθμισης, μήνα, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1. Όταν το ύψος της κύριας οφειλής είναι άνω των 5.000 ευρώ, αυτή προσαυξάνεται εφεξής με 0,25 % μηνιαίως, χωρίς οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση, επιβάρυνση ή ποινή. Για ύψος κύριας οφειλής έως 5.000 ευρώ δεν επιβάλλεται μηνιαία προσαύξηση. Στους οφειλέτες που υπάγονται στην παρούσα ρύθμιση χορηγείται έκπτωση επί των προσαυξήσεων και πρόσθετων τελών, εξαιρουμένων των αυτοτελών προστίμων, ως ακολούθως:
i. Εφάπαξ καταβολή οφειλής, έκπτωση 100%. ii. Ρύθμιση έως 36 δόσεις, έκπτωση 80%. iii. Ρύθμιση από 37 έως 50 δόσεις, έκπτωση 70%. iv. Ρύθμιση από 51 έως 72 δόσεις, έκπτωση 60%. v. Ρύθμιση από 73 έως 100 δόσεις, έκπτωση 50%.
6. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση δύναται να υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες ή ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.
7. Η πρώτη δόση καταβάλλεται με την επίδοση της απόφασης υπαγωγής στον οφειλέτη. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται το ποσό της κάθε δόσης, ο αριθμός των δόσεων και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση.
8. Ειδικότερα, το σύνολο των ασφαλιστικών οφειλών προς το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ., των Ν.Π.Δ.Δ. του Δημοσίου, Α.Ε. του Δημοσίου μη εισηγμένων στο Χρηματιστήριο, καθώς και των Ο.Τ.Α. Α΄ και Β΄ βαθμού, καθώς και Ν.Π.Ι.Δ. του Δημοσίου και των Ο.Τ.Α. που επιδιώκουν κοινωφελείς και άλλους δημόσιους σκοπούς που περιλαμβάνονται στο Επικαιροποιημένο Μητρώο Υπηρεσιών και Φορέων της Ελληνικής Διοίκησης του Υπουργείου Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης και υπάγονται στις ειδικές διατάξεις του ν. 1892/1990, όπως ισχύει, καθώς και των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΑΣΟ) του ν. 4015/2011 όπως ισχύει, των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΑΣΟ) κάθε βαθμού και Σ.Ε. του ν. 2810/2000, όπως ίσχυσε πριν την τροποποίησή του, οι οποίες βρίσκονται σε καθεστώς εκκαθάρισης, των Συνεταιριστικών Εταιρειών του άρθρου 32 του ν. 2810/2000, οι οποίες δεν έχουν μετατραπεί σε Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (ΑΕΣ), καθώς και των ΚΕΣΕ, οι οποίες διατηρούνται με το άρθρο 50 του ν. 4315/2014, οι οποίες κατέστησαν ληξιπρόθεσμες στις 2.3.2015, κεφαλαιοποιείται στις 31.12.2014 και ρυθμίζεται κατόπιν αίτησης στις αρμόδιες υπηρεσίες, έως 150 ισόποσες μηνιαίες δόσεις με έκπτωση 50% επί των προσαυξήσεων και πρόσθετων τελών. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση είναι η καταβολή των τρεχουσών εισφορών από την 1.3.2015.
9. Οφειλέτες που έχουν υπαχθεί στον προσωρινό διακανονισμό του άρθρου 48 του ν. 3943/2011, όπως αυτός ισχύει, και τηρούν τους όρους αυτού, και εφόσον το υπόλοιπο ύψος της οφειλής τους είναι άνω των 15.000 ευρώ, εντάσσονται αυτοδίκαια για το υπόλοιπο της οφειλής στην παρούσα ρύθμιση σε 100 δόσεις, εκτός αν με αίτησή τους που υποβάλλεται μέχρι 30.4.2015 ζητήσουν την υπαγωγή σε μικρότερο αριθμό δόσεων.
10. Στην παρούσα ρύθμιση δύναται να υπαχθούν μετά από αίτησή τους και οφειλές προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που αφορούν επιστροφές παροχών και ενοίκια ακινήτων, συνολικού ύψους έως 500.000 ευρώ.
11. Αρμόδια όργανα για την έκδοση απόφασης υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση είναι:
α) Για το Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ.: Οι διευθυντές των οικείων περιφερειακών ή τοπικών υποκαταστημάτων ή οι διευθυντές των περιφερειακών Κ.Ε.Α.Ο..
β) Για τους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς: Ο αρμόδιος διευθυντής του οικείου φορέα ή οι διευθυντές ή προϊστάμενοι των περιφερειακών ή λοιπών τοπικών μονάδων.
γ) Οποιαδήποτε άλλη οργανική μονάδα του Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης καθοριστεί με απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ή όπως θα ονομαστεί στο υπό έκδοση προεδρικό διάταγμα).
12. Οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 63 του ν. 3996/ 2011 (Α΄ 170), αντικαθίστανται ως ακολούθως:
«Το μέτρο της κατάσχεσης εις χείρας τρίτων που έχει επιβληθεί στους οφειλέτες του Ι.Κ.Α.-Ε.Τ.Α.Μ. για τη διασφάλιση των απαιτήσεων του Ιδρύματος, αίρεται με την υπαγωγή του οφειλέτη σε καθεστώς ρύθμισης, κατόπιν σχετικού αιτήματος.
Αποδιδόμενα ποσά από κατασχέσεις εις χείρας τρίτων που είχαν επιβληθεί πριν την υπαγωγή σε καθεστώς ρύθμισης, λαμβάνονται υπόψη για την υπαγωγή στη ρύθμιση και την κάλυψη τρεχουσών δόσεων της ρύθμισης.»
13.α. Η αίτηση του οφειλέτη υποβάλλεται άπαξ στην παρούσα ρύθμιση, η δε ρύθμιση απόλλυται σε περίπτωση:
α. καθυστέρησης πέραν του ενός μηνός, μίας δόσης της ρύθμισης ανά 12μηνο προγράμματος ρύθμισης, β. μη καταβολής τρεχουσών εισφορών.
«13.β. Ειδικότερα, για τους οφειλέτες του ΟΑΕΕ και ΕΤΑΑ, η αίτηση υποβάλλεται άπαξ στην παρούσα ρύθμιση, η δε ρύθμιση απόλλυται σε περίπτωση:
α. Μη καταβολής τρεχουσών εισφορών.
β. Καθυστέρησης πέραν του ενός μηνός, τριών δόσεων της ρύθμισης ανά δωδεκάμηνο προγράμματος ρύθμισης. Οι πέραν της μίας δόσης καθυστερούμενες δόσεις της ρύθμισης προσαυξάνονται με επιπλέον επιτόκιο 0,25% μηνιαίως.
14. Η απώλεια της ρύθμισης, έχει ως συνέπεια για το σύνολο της οφειλής:
α) την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης,
β) την κατάσταση ως απαιτητού του συνόλου του υπολοίπου της οφειλής και των προηγούμενων προσαυξήσεων και τόκων,
γ) την επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα, από την ισχύουσα νομοθεσία, μέτρα.
15. Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης και εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής και καταβάλλονται οι τρέχουσες ασφαλιστικές εισφορές:
α. Χορηγείται στους υπόχρεους μηνιαίο πιστοποιητικό οφειλής, στο οποίο πιστοποιείται και το υπολειπόμενο ποσό οφειλής και το οποίο επέχει θέση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας. Για τις επιχειρήσεις του εδαφίου ε΄ της παρ. 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951, όπως ισχύει, που θα υπαχθούν σε καθεστώς ρύθμισης με τις διατάξεις της παρούσας και είναι συνεπείς με τους όρους αυτών, θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής, για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, χωρίς παρακράτηση, εφόσον το έργο για το οποίο χορηγείται το πιστοποιητικό δεν οφείλει τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής του έργου θα χορηγείται πιστοποιητικό οφειλής με παρακράτηση τη συνολική οφειλή του έργου.
β. Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος των υπευθύνων κατά τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α΄ 136), όπως ισχύει σήμερα και αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται.
γ. Αναστέλλεται η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων εφόσον έχει πληρωθεί η πρώτη δόση. Αν ο οφειλέτης απωλέ-σει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
δ. Αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής των οφειλών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 (Α΄ 270).
16. Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων και πρόσθετων τελών, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται.
17. Το ύψος της κύριας οφειλής που υπάγεται στην παρούσα ρύθμιση, μετά την παρέλευση διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος, προσαυξάνεται με επιτόκιο που υπολογίζεται με βάση το ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογισμένο. Για ύψος κύριας οφειλής έως 5.000 ευρώ η οφειλή απαλλάσσεται από την προσαύξηση του επιτοκίου εφόσον ο οφειλέτης προσκομίσει εντός διμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος στοιχεία, με τα οποία τεκμηριώνεται σωρευτικά ότι:
α) είναι φυσικό πρόσωπο,
β) η υπαγόμενη στη ρύθμιση κύρια οφειλή υπερβαίνει το 50% του δηλωθέντος ετήσιου εισοδήματος του οφειλέτη και
γ) η ακίνητη περιουσία του οφειλέτη όπως προκύπτει από τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης (Ε9) είναι αντικειμενικής αξίας μέχρι 150.000 ευρώ.
Η παράγραφος αυτή εφαρμόζεται στις οφειλές που έχουν ήδη υπαχθεί στην παρούσα ρύθμιση και αφορά τις ανεξόφλητες δόσεις ρύθμισης.
18. Παρέχεται η δυνατότητα στα αρμόδια όργανα οποτεδήποτε καθ’ όλη τη διάρκεια της παρούσας ρύθμισης, και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη, να προβαίνουν σε μείωση της διάρκειας της χορηγηθείσας ρύθμισης, εάν διαπιστωθεί ότι ο οφειλέτης έχει τη δυνατότητα σύμφωνα με τα οικονομικά του δεδομένα να αποπληρώσει την οφειλή του σε λιγότερες δόσεις από τις αρχικά χορηγηθείσες. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, η οποία εκδίδεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας.
19. Με απόφαση του Αναπληρωτή Υπουργού Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθορίζεται κάθε άλλο αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας.