.
ΠΟΛ.1245/3.11.2015
Καθορισμός του τύπου και του περιεχομένου της δήλωσης απόδοσης φόρου ασφαλίστρων μετά τις ρυθμίσεις των διατάξεων των περ. α) και β) της παρ. 3 του άρθρου 1 του N. 4334/2015 (Α΄80).
ΦΕΚ Β'2444/13.11.2015
Έχοντας υπόψη:
1. Τις διατάξεις της (Α΄210).
2. Τις διατάξεις των άρθρων , , και του N.4174/2013 (Α΄170) «Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις».
3. Τις διατάξεις της με αριθ. πρωτ. 1093729/703/Τ. και Ε.Φ./ΠΟΛ.1125/24.10.2006 απόφασης Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄1635).
4. Τις διατάξεις του (Α΄247) «Περί Δημοσίου Λογιστικού».
5. Τις διατάξεις του άρθρου 90 του Κώδικα Νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, ο οποίος κυρώθηκε με το «άρθρο πρώτο» του Π.δ. 63/2005 (Α΄98) «Κωδικοποίηση της νομοθεσίας για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα».
6. Τις διατάξεις του Π.δ.111/2014 (Α΄178) «Οργανισμός του Υπουργείου Οικονομικών», όπως ισχύει.
7. Τις διατάξεις της υποπαρ. Ε2 του άρθρου πρώτου του N.4093/2012 «Σύσταση θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων».
8. Την με αριθ. πρωτ. Δ6Α 1015213 ΕΞ 28.1.2013 (Β΄130 και 372) απόφαση Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομικών «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων στον Γενικό Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών», όπως τροποποιήθηκε με την αριθ. Δ6 Α 1196756 ΕΞ 23.12.2013 (Β΄3317) απόφαση Υπουργού και Υφυπουργού Οικονομικών.
9. Την αριθ. ΑΝ.ΥΠ.ΟΙΚ. 0003412 ΕΞ 22.10.2015 (Β΄2294) απόφαση του Αν. Υπουργού Οικονομικών με θέμα «Ορισμός Αναπληρωτή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων».
10. Την ανάγκη ανακαθορισμού του τύπου και περιεχομένου της δήλωσης απόδοσης του φόρου ασφαλίστρων μετά τις ρυθμίσεις των διατάξεων των περ. α) και β) της του N.4334/2015 (Α΄80).
11. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:
Καθορίζουμε τον τύπο και το περιεχόμενο της δήλωσης απόδοσης φόρου ασφαλίστρων (αρ. Ν.3492/2006), όπως το υπόδειγμα που προσαρτάται στην παρούσα και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής. Αναφορικά με τον τρόπο και το χρόνο υποβολής της Δήλωσης Απόδοσης Φόρου Ασφαλίστρων και καταβολής του φόρου αυτού, ισχύουν τα οριζόμενα στην υπ’ αριθ. ΠΟΛ.1012/9.1.2012 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με θέμα «Συμπλήρωση της αριθ. 1093729/703/Τ.&Ε.Φ./24.10.2006 (ΠΟΛ.1125) απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών και υποβολή της Δήλωσης Απόδοσης Φόρου Ασφαλίστρων και στη συνέχεια απόδοση του φόρου αυτού, κατά περίπτωση, με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας ή στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τις χρήσεις 2010, 2011 και εφεξής» (ΦΕΚ Β΄19/13.1.2012).
Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 3 Νοεμβρίου 2015
Ο Αναπληρωτής Γενικός Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΠΑΚΑΣ
8. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο των δηλώσεων, των πράξεων επιβολής του φόρου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
1. Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο των εντύπων, υπεύθυνων δηλώσεων, δηλώσεων, πινάκων και άλλων εγγράφων που υποβάλλει ο φορολογούμενος.
2. Η Φορολογική Διοίκηση θέτει τα έγγραφα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στη διάθεση του κοινού, δωρεάν, ηλεκτρονικά, ταχυδρομικά ή στις κατά τόπους υπηρεσίες της.
1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα, συμπεριλαμβανομένης της αναγκαστικής εκτέλεσης και της λήψης διασφαλιστικών μέτρων, ανήκει στην αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα.
2. Οι διαδικασίες είσπραξης για λογαριασμό του Δημοσίου των φόρων και λοιπών εσόδων μπορούν να ανατεθούν με απόφαση του Γενικού Γραμματέα σε τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα, στα Ελληνικά Ταχυδρομεία ή οποιαδήποτε δημόσια υπηρεσία. Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία της είσπραξης από τα προαναφερόμενα πρόσωπα, καθώς και ο έλεγχος για την είσπραξη αυτών.
3. Ο Γενικός Γραμματέας ή τα νομίμως εξουσιοδοτημένα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης έχουν το δικαίωμα να προβαίνουν σε κάθε δικαστική ή οποιαδήποτε άλλη νόμιμη ενέργεια που αποσκοπεί, άμεσα ή έμμεσα, στην είσπραξη φόρων και λοιπών εσόδων, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, της κατάθεσης αίτησης πτώχευσης του οφειλέτη του Δημοσίου της άσκησης αγωγής διάρρηξης.
Κατά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου ισχύει αναλόγως η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 25 του Κώδικα.
1. Ο φόρος καταβάλλεται κατά το χρόνο που προβλέπεται από το νόμο που επιβάλλει την αντίστοιχη φορολογία, στην οποία εφαρμόζεται ο Κώδικας.
2. Ο φόρος καταβάλλεται με τον τρόπο που καθορίζεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
3. Σε περίπτωση διορθωτικού ή εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της πράξης του προσδιορισμού φόρου στον φορολογούμενο.
Σε περίπτωση προληπτικού προσδιορισμού του φόρου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται εντός τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση της αντίστοιχης πράξης προσδιορισμού του φόρου.
4. Σε περίπτωση έκδοσης οριστικής απόφασης διοικητικού δικαστηρίου, ο οφειλόμενος φόρος καταβάλλεται σε δύο (2) ίσες μηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επόμενου από την κοινοποίηση στον φορολογούμενο της πράξης εκκαθάρισης του φόρου που προκύπτει με βάση το διατακτικό της απόφασης μήνα και η δεύτερη δόση μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα που ακολουθεί.
1. Αν οποιοδήποτε ποσό φόρου δεν καταβληθεί εντός της νόμιμης προθεσμίας καταβολής, ο φορολογούμενος υποχρεούται να καταβάλει τόκους επί του εν λόγω ποσού φόρου για τη χρονική περίοδο από την επόμενη μέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας. Σε περίπτωση εκπρόθεσμης ή τροποποιητικής δήλωσης καθώς και σε περίπτωση εκτιμώμενου, διορθωτικού ή προληπτικού προσδιορισμού του φόρου, ως αφετηρία υπολογισμού των τόκων λαμβάνεται η λήξη της προθεσμίας κατά την οποία θα έπρεπε να είχε αρχικά καταβληθεί, βάσει του νόμου, ο φόρος που προκύπτει από την εκπρόθεσμη ή τροποποιητική δήλωση ή από την πράξη προσδιορισμού.
2. Σε περίπτωση καταβολής υπερβάλλοντος ποσού φόρου (αχρεώστητη καταβολή), καταβάλλονται τόκοι στον φορολογούμενο για τη χρονική περίοδο από την ημερομηνία αίτησης επιστροφής του υπερβάλλοντος ποσού φόρου μέχρι την ημερομηνία ειδοποίησης του φορολογούμενου για την επιστροφή του, εκτός εάν η επιστροφή φόρου ολοκληρωθεί εντός ενενήντα (90) ημερών από την παραλαβή από τη Φορολογική Διοίκηση της αίτησης επιστροφής φόρου του φορολογουμένου.
Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδαφίου, εάν το υπερβάλλον ποσό φόρου συμψηφιστεί με άλλες οφειλές, το ποσό θεωρείται ότι επιστράφηκε κατά το χρόνο διενέργειας του συμψηφισμού.
3. Τόκοι επί των τόκων δεν υπολογίζονται και δεν οφείλονται.
4. Ο Υπουργός Οικονομικών με απόφασή του ορίζει τα επιτόκια υπολογισμού τόκων, καθώς και όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
1. Αποδεικτικά εισπράξεως είναι τα παραστατικά στοιχεία, μηχανογραφικά ή μη, που εκδίδονται από τα αρμόδια για την είσπραξη δημοσίων εσόδων όργανα και αποδεικνύουν την εξόφληση της οφειλής.
Οι Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, τα Τελωνεία, οι Ειδικοί Ταμίες και τα λοιπά επί της εισπράξεως όργανα εκδίδουν για κάθε είσπραξη αποδεικτικό εισπράξεως, του οποίου ο τύπος ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.
Η είσπραξη θεωρείται ότι δεν έγινε, αν δεν έχει εκδοθεί το νόμιμο αποδεικτικό εισπράξεως.
2. Ανυπόγραφα αποδεικτικά στοιχεία χρεώσεως ή πιστώσεως της διαχειρίσεως του υπολόγου, που η συμπλήρωσή τους δεν είναι δυνατή λόγω θανάτου του οργάνου που τα έχει εκδώσει ή άλλης αιτίας, υπογράφονται από τα όργανα που τον έχουν διαδεχθεί στην υπηρεσία, αφού πρώτα διαπιστωθεί από επιτροπή, που ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, η εισαγωγή ή εξαγωγή στη διαχείρισή του των μετρητών, αξιών, ενσήμων ή υλικών, για τα οποία έχουν εκδοθεί τα αποδεικτικά.
3. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών επιτρέπεται η είσπραξη ορισμένων δημοσίων εσόδων με τη διάθεση από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες και τα Τελωνεία ειδικών εντύπων, αντί της εκδόσεως των αποδεικτικών εισπράξεως της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού.
Με την απόφαση αυτή καθορίζεται ο τύπος των ειδικών εντύπων, η χρονολογία ενάρξεως της κυκλοφορίας τους, ο τρόπος επιστροφής τους, όταν συντρέχει τέτοια περίπτωση, η στρογγυλοποίηση των πληρωτέων ποσών και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Με όμοια απόφαση επιτρέπεται να καθορίζεται ο τρόπος διαθέσεως των ειδικών εντύπων και από νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή και από ιδιώτες. "Με την ίδια απόφαση καθορίζονται : α) Το ποσοστό της προμήθειας που εισπράττουν, από τους αγοραστές, τα ΝΠΙΔ και οι ιδιώτες, β) Οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε όσους παραβαίνουν τις διατάξεις της απόφασης αυτής
3. α) Η παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 3492/2006 (Α΄ 210) αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Αντικείµενο του φόρου, που επιβάλλεται σύµφωνα µε την προηγούµενη παράγραφο, είναι τα απαιτητά ασφάλιστρα και τα πάσης φύσεως δικαιώµατα που απορρέουν από την ασφαλιστική σύµβαση.
Ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε:
α. 20% επί των ασφαλίστρων κλάδου πυρός,
β. 4% επί των ασφαλίστρων κλάδου ζωής,
γ. 15% επί των ασφαλίστρων των λοιπών κλάδων.»
β) Καταργείται η παρ. 5 του άρθρου 29 του ν. 3492/2006 και κάθε διάταξη που αφορά σε απαλλαγές από το φόρο κύκλου εργασιών, που επιβαλλόταν µε τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του α.ν. 1524/1950 (Α΄ 246), ο οποίος κυρώθηκε µε τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν. 1620/1951 (Α΄ 2).
Εξαιρετικά, διατηρείται η απαλλαγή από το φόρο ασφαλίστρων για τα καταβαλλόµενα ασφάλιστρα ζωής εφόσον τα συναπτόµενα συµβόλαια είναι διάρκειας τουλάχιστον 10 ετών.
1. Επιβάλλεται φόρος επί των ασφαλίστρων με την ονομασία «φόρος ασφαλίστρων», σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
2. Αντικείμενο του φόρου, που επιβάλλεται σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, είναι τα απαιτητά ασφάλιστρα και τα πάσης φύσεως δικαιώματα που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση.
Ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε:
α. 20% επί των ασφαλίστρων κλάδου πυρός,
β. 4% επί των ασφαλίστρων κλάδου ζωής,
γ. 15% επί των ασφαλίστρων των λοιπών κλάδων.
3. Στο φόρο υπόκεινται:
α. οι ημεδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις,
β. οι αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις και αλληλέγγυα οι φορολογικοί αντιπρόσωποι αυτών,
γ. φυσικά ή νομικά πρόσωπα ή ενώσεις προσώπων που εισπράττουν ασφάλιστρα παροχής οδικής βοήθειας σε περίπτωση ατυχήματος οδικού οχήματος είτε με τη μορφή συνδρομής είτε εκτάκτως.
4. Ο φόρος υπολογίζεται στο σύνολο των ασφαλίστρων, χωρίς καμία έκπτωση και επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου, έστω και αν αυτός απολαμβάνει γενικής απαλλαγής από κάθε φόρο υπέρ του Δημοσίου.
6. Οι υπόχρεοι για την καταβολή του φόρου υποβάλλουν δήλωση στην αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) εντός των μηνών Μαρτίου, Ιουνίου, Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου για τα απαιτητά ασφάλιστρα και πάσης φύσεως δικαιώματα κατά το προηγούμενο ημερολογιακό τρίμηνο.
7. Η επιβολή προσαυξήσεων και γενικά η διαδικασία βεβαίωσης, καταλογισμού και καταβολής του φόρου και τα της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή του φόρου διέπονται από τις διατάξεις που εφαρμόζονται κάθε φορά στη φορολογία εισοδήματος.
8. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τύπος και το περιεχόμενο των δηλώσεων, των πράξεων επιβολής του φόρου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
9. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου καταργούνται οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 14 του α.ν.1524/1950, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 1620/1951, και κάθε διάταξη που αντίκειται ή ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα που ρυθμίζονται με το άρθρο αυτό. Όπου στις ισχύουσες διατάξεις γίνεται αναφορά στο «φόρο κύκλου εργασιών» επί των ασφαλίστρων των προαναφερόμενων διατάξεων νοείται ο «φόρος ασφαλίστρων» των διατάξεων του άρθρου αυτού.
10. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από την 1η του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.