.
Αριθ. Πρωτ.ΔΕΑΦ Β 1148410 ΕΞ 17.11.2015
Φορολογική μεταχείριση του «πάγιου μερίσματος» που λαμβάνουν τα αθλητικά σωματεία από τις αθλητικές ανώνυμες εταιρείες, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2725/1999, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013.
Με αφορμή ερωτήματα που υποβλήθηκαν στην υπηρεσία μας, αναφορικά με το πιο πάνω θέμα, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα:
1. Σύμφωνα με τις διατάξεις της του ν. 4172/2013, οι οποίες ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και μετά, ο όρος «μερίσματα» σημαίνει το εισόδημα που προκύπτει από μετοχές, ιδρυτικούς τίτλους, ή άλλα δικαιώματα συμμετοχής σε κέρδη τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από οφειλές (χρέη), καθώς και το εισόδημα από άλλα εταιρικά δικαιώματα, στα οποία περιλαμβάνονται τα μερίδια, οι μερίδες συμπεριλαμβανομένων των προμερισμάτων και μαθηματικών αποθεματικών, οι συμμετοχές σε κέρδη προσωπικών επιχειρήσεων, οι διανομές των κερδών από κάθε είδους νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα, καθώς και κάθε άλλο συναφές διανεμόμενο ποσό.
2. Όπως έχει γίνει δεκτό από τη Διοίκηση, η απόληψη τόκων, ως απόδοση προνομιούχων μετοχών που αποκτούν οι κάτοχοί τους, αποτελεί σε κάθε περίπτωση μέρισμα, χωρίς να εξετάζεται εάν οι προνομιούχες μετοχές συμμετέχουν στα κέρδη της εταιρείας ή όχι. Η θέση μας αυτή βασίστηκε στο γεγονός ότι η απόδοση των προνομιούχων μετοχών, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο υπολογίζεται (τόκοι, μέρισμα, κ.λπ.) θεωρείται ότι απορρέει από τη μετοχική σχέση που συνδέει τους κατόχους των μετοχών με την ανώνυμη εταιρεία, δεδομένου ότι οι προνομιούχες μετοχές δεν συνίστανται σε έντοκη απαίτηση αλλά ουσιαστικά συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο (σχετ. η ΠΟΛ.1042/2015 εγκύκλιoς μας και το αριθ. ΔΕΑΦ Β 1133201 ΕΞ 2015/12.10.2015 έγγραφό μας).
3. Με τις διατάξεις των περ. α΄ των παρ. 1 των άρθρων και , αντίστοιχα, ορίζεται ότι οι πληρωμές μερισμάτων υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), ενώ με τις διατάξεις της του ίδιου νόμου ορίζεται ότι η παρακράτηση φόρου εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση της παραγράφου 1 σε περίπτωση που αυτός που λαμβάνει την πληρωμή, η οποία υπόκειται σε παρακράτηση φόρου είναι φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του και δεν διατηρεί μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα.
4. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της του ν.4172/2013 ορίζεται ότι σε φόρο εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων υπόκεινται τα μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που συστήθηκαν στην ημεδαπή ή την αλλοδαπή και στα οποία περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους σωματεία και ιδρύματα, με εξαίρεση μόνο τα κάθε είδους έσοδα που πραγματοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους, τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο φόρου, ενώ με τις διατάξεις της του ίδιου νόμου ορίζεται ότι όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
5. Με την ΠΟΛ.1042/2015 εγκύκλιό μας διευκρινίστηκε ότι για τα εισοδήματα από μερίσματα που αποκτούν ημεδαπά νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες, κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα, ή μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα των αλλοδαπών νομικών πρόσωπων, ενεργείται παρακράτηση φόρου, με την οποία δεν επέρχεται εξάντληση της φορολογικής τους υποχρέωσης, αλλά τα εισοδήματα αυτά φορολογούνται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα με βάση τις διατάξεις της και ο παρακρατηθείς φόρος συμψηφίζεται με το φόρο εισοδήματος εφαρμοζομένων των διατάξεων της του ν.4172/2013.
6. Εξάλλου, με τις διατάξεις του , σχετικά με τον ερασιτεχνικό και επαγγελματικό αθλητισμό, ορίζεται ότι στην επωνυμία της εταιρείας αναφέρεται υποχρεωτικά ως πρώτο συνθετικό η επωνυμία του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου, ο κλάδος άθλησης, καθώς και οι λέξεις «ανώνυμη εταιρεία» (παρ. 1).
Η εταιρεία χρησιμοποιεί υποχρεωτικά ως σήμα της το έμβλημα του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου και τα διακριτικά γνωρίσματα της εμφάνισής του για τους αγώνες της ομάδας της. Η εταιρεία έχει το δικαίωμα για τη με οποιονδήποτε τρόπο χρήση του σήματος και του διακριτικού τίτλου του σωματείου. Η χρήση αυτή δεν περιορίζει τα δικαιώματα του σωματείου στον τίτλο, στο έμβλημα, στο σήμα και στα διακριτικά εμφάνισης, που εξακολουθούν να ανήκουν στο σωματείο και χρησιμοποιούνται ελεύθερα από αυτό σε όλα τα τμήματά του (παρ. 2).
7. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου του ίδιου ως άνω νόμου ορίζεται ότι η κατά το άρθρο 66 του νόμου αυτού χρήση της επωνυμίας και των λοιπών διακριτικών γνωρισμάτων του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου, ως στοιχείου της επωνυμίας της Α.Α.Ε. (αθλητική ανώνυμη εταιρεία), θεωρείται αυτοδίκαιη, με τη σύσταση της εταιρείας, εισφορά σε είδος και αντιπροσωπεύει το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της. Η εισφορά αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το ιδρυτικό αθλητικό σωματείο διατηρεί σε λειτουργία και μετά τη σύσταση της Α.Α.Ε. και άλλα αθλητικά τμήματα. Υπό την προϋπόθεση αυτήν εκδίδονται στην επωνυμία του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου και παραδίδονται στον νόμιμο εκπρόσωπό του ονομαστικές μετοχές που αντιπροσωπεύουν το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και οι οποίες είναι προνομιούχες με δικαίωμα ψήφου με τα αναφερόμενα κατωτέρω προνόμια και αμεταβίβαστες (παρ. 1).
Οι αναφερόμενες στις προηγούμενες παραγράφους του άρθρου αυτού μετοχές είναι προνομιούχες, κατά την έννοια του εδαφ. β΄ της του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει. Ειδικότερα τα προνόμια αυτά συνίστανται:
α) στην απόληψη προ των κοινών μετοχών του κατά το άρθρο του κ.ν. 2190/1920 πρώτου μερίσματος και στην προνομιακή απόδοση του αναλογούντος στους κατόχους προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου από το προϊόν της εκκαθάρισης εταιρικής περιουσίας και
β) στην απόληψη από το ιδρυτικό αθλητικό σωματείο σταθερού ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) των καθαρών κατά χρήση εισπράξεων της εταιρείας από αγώνες. Ως καθαρές εισπράξεις νοούνται οι πραγματοποιούμενες στους κάθε φύσεως αγώνες της εταιρείας, όπως αυτές προκύπτουν από το οικείο φύλλο εκκαθάρισης και ύστερα από έλεγχο της διοργανώτριας. Αν τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρείας σε ορισμένη εταιρική χρήση είναι τόσα, ώστε το συνολικώς καταβλητέο μέρισμα στο ιδρυτικό αθλητικό σωματείο να υπερβαίνει το προαναφερόμενο πάγιο μέρισμα, τότε το σωματείο έχει δικαίωμα στη διαφορά (παρ. 3).
Για τα αποκτώμενα κατά την προηγούμενη παράγραφο μερίσματα το αθλητικό σωματείο απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος (παρ. 4).
8. Επίσης, με βάση τις διατάξεις του άρθρου του κ.ν. 2190/1920, επιτρέπεται να ορίζεται με διατάξεις του καταστατικού προνόμιο υπέρ μετοχών. Το προνόμιο αυτό συνίσταται στη μερική ή ολική απόληψη, πριν από τις κοινές μετοχές, του διανεμόμενου μερίσματος, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του καταστατικού, και στην προνομιακή απόδοση του καταβληθέντος από τους κατόχους των προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου από το προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής τούτων στα υπέρ το άρτιο ποσά, που είχαν τυχόν καταβληθεί (παρ. 1).
Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι οι προνομιούχες μετοχές παρέχουν σταθερό μέρισμα ή ότι συμμετέχουν εν μέρει μόνο στα κέρδη της εταιρείας. Χορήγηση άλλων προνομίων περιουσιακής φύσης, περιλαμβανομένης της απόληψης ορισμένου τόκου ή της συμμετοχής, κατά προτεραιότητα, σε κέρδη από ορισμένη εταιρική δραστηριότητα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο καταστατικό, δεν αποκλείεται (παρ. 2).
9. Με τις διατάξεις της του ν. 3842/2010 καταργήθηκαν, από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οι απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος που προβλέπονταν με γενικές ή ειδικές διατάξεις όλων των νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, στα οποία περιλαμβάνονται και τα σωματεία, με εξαίρεση ρητά κατονομαζόμενες απαλλαγές που προβλέφθηκαν στις ίδιες διατάξεις και στις οποίες δεν περιελήφθησαν οι σχετικές διατάξεις της . Από στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της υπηρεσίας μας προκύπτει ότι αθλητική ανώνυμη εταιρεία και ειδικότερα ποδοσφαιρική ανώνυμη εταιρεία (Π.Α.Ε.) καταβάλλει στο ιδρυτικό αθλητικό σωματείο της, που κατέχει προνομιούχες μετοχές στο κεφάλαιό της, λόγω της χρήσης από την Π.Α.Ε. της επωνυμίας και των λοιπών διακριτικών γνωρισμάτων του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου, ποσά που αντιστοιχούν σε 10% των καθαρών εισπράξεων κάθε αγώνα, σύμφωνα με τις διατάξεις της .
Περαιτέρω, αν τα εν λόγω ποσά υπολείπονται του καταβλητέου, από τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρείας, μερίσματος στο αθλητικό σωματείο, το σωματείο έχει δικαίωμα στο υπολειπόμενο ποσό.
10. Μετά από όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και δεδομένου ότι τα ποσά που καταβάλλονται στους κατόχους των προνομιούχων μετοχών εμπίπτουν στην έννοια του μερίσματος, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο του ν.4172/2013 και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παρ. 2 του παρόντος, ανεξάρτητα του τρόπου με τον οποίο υπολογίζονται οι αποδόσεις αυτές (τόκοι, μέρισμα, κ.λπ., σταθερό ή μη ποσό μερίσματος), ως απορρέουσες από τη μετοχική σχέση που συνδέει τους κατόχους με την ανώνυμη εταιρεία, προκύπτει ότι και τα ποσά που καταβάλλονται από τις αθλητικές ανώνυμες εταιρείες στα ιδρυτικά αθλητικά σωματεία τους, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της , και τα οποία αντιστοιχούν σε σταθερό ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) επί των καθαρών εισπράξεων από αγώνες, αποτελούν μέρισμα κατά την έννοια του άρθρου του ν.4172/2013, ως προερχόμενο και συνδεόμενο με την κατοχή προνομιούχων μετοχών.
Κατά συνέπεια, τα ποσά αυτά που καταβάλλονται στα ιδρυτικά αθλητικά σωματεία υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα από τις διατάξεις του ν.4172/2013, καθόσον η απαλλαγή από το φόρο εισοδήματος των εν λόγω ποσών που προβλεπόταν με τις διατάξεις της καταργήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου του ν. 3842/2010. Τέλος, επισημαίνουμε ότι η εν λόγω παρακράτηση δεν εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση των αθλητικών σωματείων από το φόρο εισοδήματος, αλλά το εισόδημα αυτό φορολογείται ως εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα με βάση τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 47, με δυνατότητα συμψηφισμού του, κατά τα ανωτέρω, παρακρατηθέντος φόρου.
Ο ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΣΑΪΤΗΣ
1. Ο όρος «µερίσµατα» σηµαίνει το εισόδηµα που προκύπτει από µετοχές, ιδρυτικούς τίτλους, ή άλλα δικαιώµατα συµµετοχής σε κέρδη τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από οφειλές (χρέη), καθώς και το εισόδηµα από άλλα εταιρικά δικαιώµατα, στα οποία περιλαµβάνονται τα µερίδια, οι µερίδες συµπεριλαµβανοµένων των προµερισµάτων και µαθηµατικών αποθεµατικών, οι συµµετοχές σε κέρδη προσωπικών επιχειρήσεων, οι διανοµές των κερδών από κάθε είδους νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, καθώς και κάθε άλλο συναφές διανεµόµενο ποσό.
1. Οι ακόλουθες πληρωµές υπόκειται σε παρακράτηση φόρου:
α) µερίσµατα,
β) τόκοι,
γ) δικαιώµατα (royalties),
δ) αµοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αµοιβές διοίκησης, αµοιβές για συµβουλευτικές υπηρεσίες και άλλες αµοιβές για παρόµοιες υπηρεσίες, ανεξαρτήτως εάν έχουν παρασχεθεί στην Ελλάδα, όταν ο λήπτης της αµοιβής είναι φυσικό πρόσωπο,
ε) το ασφάλισµα που καταβάλλεται εφάπαξ ή µε τη µορφή περιοδικά καταβαλλόµενης παροχής στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων.
στ) η υπεραξία που αποκτά φυσικό πρόσωπο από µεταβίβαση ακίνητης περιουσίας σύµφωνα µε το άρθρο 41 εκτός της περίπτωσης του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 και της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 41.
1. Οι συντελεστές παρακράτησης φόρου είναι οι εξής:
α) για μερίσματα δέκα τοις εκατό (10%),
β) για τόκους δεκαπέντε τοις εκατό (15%),
γ) για δικαιώματα (royalties) και λοιπές πληρωμές είκοσι τοις εκατό (20%),
δ) για αμοιβές για τεχνικά έργα, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές ή παρόμοιες υπηρεσίες είκοσι τοις εκατό (20%).
Κατ` εξαίρεση, για τις αμοιβές που εισπράττονται από εργολήπτες κατασκευής κάθε είδους τεχνικών έργων και ενοικιαστών δημοσίων, δημοτικών και κοινοτικών ή λιμενικών προσόδων ο συντελεστής είναι τρία τοις εκατό (3%) επί της αξίας του υπό κατασκευή έργου ή του μισθώματος, «ανεξαρτήτως αν ο λήπτης της αμοιβής είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα.
ε) για το ασφάλισμα που καταβάλλεται με τη μορφή περιοδικά καταβαλλόμενης παροχής δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
Για το ασφάλισμα που καταβάλλεται εφάπαξ μέχρι του ποσού των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ δέκα τοις εκατό (10%) και για τα ποσά που υπερβαίνουν τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ είκοσι τοις εκατό (20%). Οι συντελεστές των προηγούμενων εδαφίων της περίπτωσης αυτής αυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς. Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που πραγματοποιείται σε εργαζόμενο ο οποίος έχει θεμελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα ή έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του, καθώς και κάθε καταβολή που γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζομένου, όπως σε περίπτωση απόλυσης του εργαζομένου ή πτώχευσης του εργοδότη,
στ) για την υπεραξία από μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας που αποκτά φυσικό πρόσωπο δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
παρ. 3. Κάθε νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα και λαµβάνει αµοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αµοιβές διοίκησης, αµοιβές για συµβουλευτικές υπηρεσίες ή και αµοιβές για παρόµοιες υπηρεσίες υπόκειται σε παρακράτηση φόρου.
Το ως άνω νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή το φυσικό πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να επιλέξει να φορολογηθεί για το εισόδημα από δικαιώματα και τις αμοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές ή παρόμοιες υπηρεσίες σύμφωνα με το καθεστώς που ισχύει για τους φορολογικούς κατοίκους που λαμβάνουν τέτοιες αμοιβές και να πιστώσει τον παρακρατηθέντα φόρο έναντι του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος.
Σε φόρο εισοδήµατος νοµικών προσώπων και νοµικών οντοτήτων υπόκεινται:
γ) τα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που συστήθηκαν στην ηµεδαπή ή την αλλοδαπή και στα οποία περιλαµβάνονται και τα κάθε είδους σωµατεία και ιδρύµατα, µε εξαίρεση µόνο τα κάθε είδους έσοδα που πραγµατοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους, τα οποία δεν αποτελούν αντικείµενο φόρου,
παρ. 2. Όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου 45 θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Σε φόρο εισοδήµατος νοµικών προσώπων και νοµικών οντοτήτων υπόκεινται:
α) οι κεφαλαιουχικές εταιρείες που συστήθηκαν στην ηµεδαπή ή την αλλοδαπή,
β) οι προσωπικές εταιρείες που συστήθηκαν στην ηµεδαπή ή την αλλοδαπή,
γ) τα µη κερδοσκοπικού χαρακτήρα νοµικά πρόσωπα δηµοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που συστήθηκαν στην ηµεδαπή ή την αλλοδαπή και στα οποία περιλαµβάνονται και τα κάθε είδους σωµατεία και ιδρύµατα, µε εξαίρεση µόνο τα κάθε είδους έσοδα που πραγµατοποιούνται κατά την επιδίωξη της εκπλήρωσης του σκοπού τους, τα οποία δεν αποτελούν αντικείµενο φόρου,
δ) συνεταιρισµοί και ενώσεις αυτών,
ε) κοινωνίες αστικού δικαίου, αστικές κερδοσκοπικές ή µη κερδοσκοπικές εταιρείες, συµµετοχικές ή αφανείς εφόσον ασκούν επιχείρηση ή επάγγελµα,
στ) κοινοπραξίες,
ζ) οι νοµικές οντότητες που ορίζονται στο άρθρο 2 του Κ.Φ.Ε. και δεν περιλαµβάνονται σε µια από τις προηγούµενες περιπτώσεις.
Στην περίπτωση των νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων που τηρούν απλογραφικά βιβλία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του άρθρου 47 του παρόντος Κώδικα.
παρ. 2. Όλα τα έσοδα που αποκτούν τα νομικά πρόσωπα και οι νομικές οντότητες που αναφέρονται στις περιπτώσεις του άρθρου 45 θεωρούνται έσοδα από επιχειρηματική δραστηριότητα.
Συντελεστές παρακράτησης φόρο, παρ. 4
4. Σε περίπτωση που η παρακράτηση φόρου δεν εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση ο παρακρατηθείς φόρος πιστώνεται έναντι του φόρου εισοδήματος που πρέπει να βεβαιωθεί από επιχειρηματική δραστηριότητα ή του φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων και νομικών οντοτήτων, κατά περίπτωση.
1. Στην επωνυμία της εταιρείας αναφέρεται υποχρεωτικά ως πρώτο συνθετικό η επωνυμία του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου, ο κλάδος άθλησης, καθώς και οι λέξεις "Ανώνυμη Εταιρεία".
2. Η εταιρεία χρησιμοποιεί υποχρεωτικά ως σήμα της το έμβλημα του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου και τα διακριτικά γνωρίσματα της εμφάνισής του για τους αγώνες της ομάδας της. Η εταιρεία έχει το δικαίωμα για τη με οποιονδήποτε τρόπο χρήση του σήματος και του διακριτικού τίτλου του σωματείου. Η χρήση αυτή δεν περιορίζει τα δικαιώματα του σωματείου στον τίτλο, στο έμβλημα, στο σήμα και στα διακριτικά εμφάνισης, που εξακολουθούν να ανήκουν στο σωματείο και χρησιμοποιούνται ελεύθερα από αυτό σε όλα τα τμήματα του.
3. Η έδρα της εταιρείας πρέπει να συμπίπτει κατά την ίδρυσή της με την έδρα του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου. Επιτρέπεται η μεταγενέστερη μεταβολή της έδρας Α.Α.Ε. ύστερα από σχετική άδεια της Επιτροπής Επαγγελματικού Αθλητισμού και γνώμη της οικείας ομοσπονδίας και του οικείου επαγγελματικού συνδέσμου
1. Η κατά το άρθρο 66 του παρόντος νόμου χρήση της επωνυμίας και των λοιπών διακριτικών γνωρισμάτων του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου, ως στοιχείου της επωνυμίας της Α.Α.Ε., θεωρείται αυτοδίκαιη, με τη σύσταση της εταιρείας, εισφορά σε είδος και αντιπροσωπεύει το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της. Η εισφορά αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το ιδρυτικό αθλητικό σωματείο διατηρεί σε λειτουργία και μετά τη σύσταση της Α.Α.Ε. και άλλα αθλητικά τμήματα. Υπό την προϋπόθεση αυτήν εκδίδονται στην επωνυμία του ιδρυτικού αθλητικού σωματείου και παραδίδονται στο νόμιμο εκπρόσωπο του ονομαστικές μετοχές που αντιπροσωπεύουν το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και οι οποίες είναι προνομιούχες με δικαίωμα ψήφου με τα αναφερόμενα κατωτέρω προνόμια και αμεταβίβαστες.
2. Σε περίπτωση αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του μετοχικού κεφαλαίου που θα προέλθει από την αύξηση αυτήν θεωρείται ότι καλύπτει αυτοδικαίως το ιδρυτικό της εταιρείας αθλητικό σωματείο, στο οποίο και παραδίδονται ονομαστικές μετοχές που αντιπροσωπεύουν το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της αύξησης του κεφαλαίου, ως αντάλλαγμα για την, κατά την παρ. 1 του παρόντος, εισφορά του. Η αξία των μετοχών, που εκδίδονται κατά τα ανωτέρω στην επωνυμία του σωματείου, καταβάλλεται από τους εγγραφόμενους, για την κάλυψη του κεφαλαίου της αύξησης, μετόχους, κατά το λόγο του αριθμού των αποκτώμενων από καθένα από αυτούς μετοχών ταυτόχρονα με την καταβολή της αξίας των μετοχών αυτών.
3. Οι αναφερόμενες στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου μετοχές είναι προνομιούχες, κατά την έννοια του εδαφ. β' της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 3 του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει. Ειδικότερα τα προνόμια αυτά συνίστανται: α) στην απόληψη προ των κοινών μετοχών του κατά το άρθρο 45 του κ.ν. 2190/1920 πρώτου μερίσματος και στην προνομιακή απόδοση του αναλογούντος στους κατόχους προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου από το προϊόν της εκκαθάρισης εταιρικής περιουσίας και β) στην απόληψη από το ιδρυτικό αθλητικό σωματείο σταθερού ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) των καθαρών κατά χρήση εισπράξεων της εταιρείας από αγώνες. Ως καθαρές εισπράξεις νοούνται οι πραγματοποιούμενες στους κάθε φύσεως αγώνες της εταιρείας, όπως αυτές προκύπτουν από το οικείο φύλλο εκκαθάρισης και ύστερα από έλεγχο της διοργανώτριας. Αν τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρείας σε ορισμένη εταιρική χρήση είναι τόσα, ώστε το συνολικώς καταβλητέο μέρισμα στο ιδρυτικό αθλητικό σωματείο να υπερβαίνει το προαναφερόμενο πάγιο μέρισμα, τότε το σωματείο έχει δικαίωμα στη διαφορά.
4. Για τα αποκτώμενα κατά την προηγούμενη παράγραφο μερίσματα το αθλητικό σωματείο απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος.
5. Απαγορεύεται η παροχή με το καταστατικό Α.Α.Ε. οποιουδήποτε προνομίου σε μετοχές της, πλην των προνομίων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο
1. Επιτρέπεται να ορίζεται με διατάξεις του καταστατικού προνόμιο υπέρ μετοχών. Το προνόμιο αυτό συνίσταται στη μερική ή ολική απόληψη, πριν από τις κοινές μετοχές, του διανεμόμενου μερίσματος, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του καταστατικού, και στην προνομιακή απόδοση του καταβληθέντος από τους κατόχους των προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου από το προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής τούτων στα υπέρ το άρτιο ποσά, που είχαν τυχόν καταβληθεί. Ομοίως, επιτρέπεται να ορίζεται ότι σε περίπτωση μη διανομής μερίσματος σε μια ή περισσότερες χρήσεις, το προνόμιο υπέρ των μετοχών αφορά στην προνομιακή καταβολή μερισμάτων και για τις χρήσεις κατά τις οποίες δεν έγινε διανομή μερίσματος.
2. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι οι προνομιούχες μετοχές παρέχουν σταθερό μέρισμα ή ότι συμμετέχουν εν μέρει μόνο στα κέρδη της εταιρείας. Χορήγηση άλλων προνομίων περιουσιακής φύσης, περιλαμβανομένης της απόληψης ορισμένου τόκου ή της συμμετοχής, κατά προτεραιότητα, σε κέρδη από ορισμένη εταιρική δραστηριότητα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο καταστατικό, δεν αποκλείεται. Το καταστατικό, ομοίως, μπορεί να ορίζει ότι η απόληψη ορισμένου τόκου μπορεί να γίνει με την προϋπόθεση ότι οι προνομιούχες μετοχές δεν θα συμμετέχουν στα κέρδη της εταιρείας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που καθορίζεται κατά την έκδοσή τους. Τα δικαιώματα που παρέχουν οι προνομιούχες μετοχές υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 44α. Προνομιούχες μετοχές της ίδιας σειράς έκδοσης παρέχουν ίσα δικαιώματα.
1. Καθαρά κέρδη της εταιρείας είναι τα προκύπτοντα μετά την αφαίρεσιν εκ των πραγματοποιηθέντων ακαθαρίστων κερδών παντός εξόδου, πάσης ζημίας, των κατά τον Νόμον, αποσβέσεων και παντός άλλου εταιρικού βάρους.
2. Τα καθαρά κέρδη διανέμονται κατά την εξής σειράν:
α) αφαιρείται η κατά τον παρόντα Νόμον ή το καταστατικόν κράτησις δια τακτικό αποθεματικό,
β) κρατείται το απαιτούμενο ποσό για την καταβολή του μερίσματος, που προβλέπεται από το άρθρο 3 του α.ν. 148/1967 (ΦΕΚ 173 Α΄)
γ) το υπόλοιπο διατίθεται κατά τους ορισμούς του καταστατικού.
3. Αποφάσει της Γενικής Συνελεύσεως λαμβανομένη κατά τας διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 3 και 31 παρ. 2 δύνανται τα μετά την διανομήν του πρώτου μερίσματος διανεμητέα κατά το καταστατικόν εις τους μετόχους κέρδη, να διατεθούν προς αύξησιν του εταιρικού κεφαλαίου δι' εκδόσεως νέων μετοχών περεχομένων εις τους μετόχους άνευ πληρωμής, αντί προσθέτου μερίσματος. Εν τη περιπτώσει ταύτη εφαρμόζονται τα υπό της παρ. 3 του άρθρου 3α οριζόμενα.
1. Επιτρέπεται να ορίζεται με διατάξεις του καταστατικού προνόμιο υπέρ μετοχών. Το προνόμιο αυτό συνίσταται στη μερική ή ολική απόληψη, πριν από τις κοινές μετοχές, του διανεμόμενου μερίσματος, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του καταστατικού, και στην προνομιακή απόδοση του καταβληθέντος από τους κατόχους των προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου από το προϊόν της εκκαθάρισης της εταιρικής περιουσίας, συμπεριλαμβανομένης της συμμετοχής τούτων στα υπέρ το άρτιο ποσά, που είχαν τυχόν καταβληθεί. Ομοίως, επιτρέπεται να ορίζεται ότι σε περίπτωση μη διανομής μερίσματος σε μια ή περισσότερες χρήσεις, το προνόμιο υπέρ των μετοχών αφορά στην προνομιακή καταβολή μερισμάτων και για τις χρήσεις κατά τις οποίες δεν έγινε διανομή μερίσματος.
2. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι οι προνομιούχες μετοχές παρέχουν σταθερό μέρισμα ή ότι συμμετέχουν εν μέρει μόνο στα κέρδη της εταιρείας. Χορήγηση άλλων προνομίων περιουσιακής φύσης, περιλαμβανομένης της απόληψης ορισμένου τόκου ή της συμμετοχής, κατά προτεραιότητα, σε κέρδη από ορισμένη εταιρική δραστηριότητα, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο καταστατικό, δεν αποκλείεται. Το καταστατικό, ομοίως, μπορεί να ορίζει ότι η απόληψη ορισμένου τόκου μπορεί να γίνει με την προϋπόθεση ότι οι προνομιούχες μετοχές δεν θα συμμετέχουν στα κέρδη της εταιρείας, για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, που καθορίζεται κατά την έκδοσή τους. Τα δικαιώματα που παρέχουν οι προνομιούχες μετοχές υπόκεινται στους περιορισμούς του άρθρου 44α. Προνομιούχες μετοχές της ίδιας σειράς έκδοσης παρέχουν ίσα δικαιώματα.
3. Οι προνομιούχες μετοχές μπορούν να εκδοθούν και ως μετατρέψιμες σε κοινές μετοχές. Η μετατροπή γίνεται είτε υποχρεωτικά, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού είτε με άσκηση σχετικού δικαιώματος του μετόχου. Οι όροι και οι προθεσμίες της μετατροπής ορίζονται στο καταστατικό. Το δικαίωμα της μετατροπής ασκείται από τον προνομιούχο μέτοχο ατομικά με δήλωσή του προς την εταιρεία και η μετατροπή ισχύει από τη λήψη της δήλωσης αυτής, εκτός εάν το καταστατικό προβλέπει άλλο χρονικό σημείο.
4. Οι προνομιούχες μετοχές μπορούν να εκδοθούν και χωρίς δικαίωμα ψήφου ή με δικαίωμα ψήφου περιοριζόμενο σε ορισμένα ζητήματα, σύμφωνα με τις διατάξεις του καταστατικού.
5. Κατάργηση ή περιορισμός του προνομίου από την εταιρεία επιτρέπεται μόνο μετά από απόφαση, η οποία λαμβάνεται σε ιδιαίτερη γενική συνέλευση των προνομιούχων μετόχων στους οποίους αφορά το προνόμιο, με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του εκπροσωπούμενου προνομιούχου κεφαλαίου. Για τη σύγκληση της γενικής αυτής συνέλευσης, τη συμμετοχή σε αυτήν, την παροχή πληροφοριών, την ψηφοφορία, καθώς και την ακυρότητα ή την ακύρωση των αποφάσεών της, εφαρμόζονται αναλόγως οι σχετικές με τη γενική συνέλευση των μετόχων διατάξεις. Για τη μετατροπή, σε κοινές, των προνομιούχων μετοχών, που δεν έχουν εκδοθεί ως μετατρέψιμες κατά την παράγραφο 3, απαιτείται, εκτός από την απόφαση των προνομιούχων μετόχων του πρώτου εδαφίου και απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων που κατέχουν κοινές μετοχές, η οποία λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του εκπροσωπούμενου κοινού μετοχικού κεφαλαίου. Οι γενικές αυτές συνελεύσεις των μετόχων, που κατέχουν προνομιούχες και κοινές μετοχές, ευρίσκονται σε απαρτία και συνεδριάζουν έγκυρα για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 29
6. Αι κατά τας διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων εκδιδόμεναι προνομιούχοι μετοχαί δέον να διακρίνονται σαφώς από των κοινών μετοχών και να αναγράφωσι δια μεγάλων στοιχείων επί της πρόσθιας αυτών όψεως τας λέξεις "Προνομιούχος Μετοχή" ως και τα κύρια χαρακτηριστικά αυτών π.χ. "μετατρέψιμος", "μετά ή άνευ ψήφου" κλπ. επί δε της οπισθίας όψεως την έκτασιν και τους όρους του παρεχόμενου προνομίου.
7. Δια διατάξεων του καταστατικού δύναται να επιτραπεί ή έκδοσις δεσμευμένων ονομαστικών μετοχών, των οποίων η μεταβίβασης εξαρτάται από την έγκρισίν της εταιρείας. Την έγκρισίν παρέχει το Διοικητικόν Συμβούλιον ή η Γενική Συνέλευσις κατά τα υπό του καταστατικού οριζόμενα. Το καταστατικόν δύναται να ορίσει τους λόγους δι' ούς επιτρέπεται η άρνησις της εγκρίσεως". Με εξαίρεση τη μεταβίβαση μετοχών αιτία θανάτου, το καταστατικό μπορεί να ορίσει και άλλες μορφές περιορισμών στη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών, όπως ιδίως:
α) το ανεπίτρεπτο της μεταβίβασης, αν οι μετοχές δεν προσφερθούν προηγουμένως στους λοιπούς μετόχους ή σε ορισμένους από αυτούς,
β) την υπόδειξη, εκ μέρους της εταιρείας, μετόχου ή τρίτου που θα αποκτήσει τις μετοχές, εάν ο μέτοχος επιθυμεί τη μεταβίβασή τους. Το καταστατικό πρέπει να ορίζει τη διαδικασία, τους όρους και την προθεσμία, εντός της οποίας η εταιρεία εγκρίνει τη μεταβίβαση ή προβαίνει στην υπόδειξη αγοραστή. Αν παρέλθει η προθεσμία αυτή, η μεταβίβαση των μετοχών είναι ελεύθερη. Οι περιορισμοί της παρούσας παραγράφου δεν επιτρέπεται να καθιστούν τη μεταβίβαση αδύνατη. Μεταβιβάσεις κατά παράβαση των διατάξεων του καταστατικού είναι άκυρες.
8. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι, στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου, εάν η εταιρεία αρνηθεί να εγκρίνει τη μεταβίβαση των μετοχών ή δεν δίνει απάντηση στο μέτοχο εντός της προβλεπόμενης από το καταστατικό προθεσμίας, υποχρεούται, μετά από αίτηση του μετόχου και εντός τριών μηνών από την υποβολή αυτής, να εξαγοράσει τις μετοχές σύμφωνα με το άρθρο 49α του παρόντος νόμου.
Η προθεσμία της παραγράφου 3 του άρθρου 49α αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου.
9. Το όργανο που λαμβάνει την απόφαση έκδοσης ομολογιακού δανείου με ονομαστικές, μετατρέψιμες ή ανταλλάξιμες ομολογίες, μπορεί να αποφασίσει και την εφαρμογή στις εκδιδόμενες ομολογίες τυχόν περιορισμών που προβλέπονται από το καταστατικό και αφορούν στη μεταβίβαση των μετοχών. Μεταβιβάσεις ομολογιών κατά παράβαση των περιορισμών αυτών είναι άκυρες.
1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος που προβλέπονται με γενικές ή ειδικές διατάξεις όλων των νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που προβλέπονται στο άρθρο 101 του Κ.Φ.Ε., με εξαίρεση:
α) τις απαλλαγές που προβλέπονται στο άρθρο 103 του Κ.Φ.Ε.,
β) τις απαλλαγές που προβλέπονται για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, την Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως και τους αλλοδαπούς οργανισμούς, από διεθνή σύμβαση η οποία έχει κυρωθεί με νόμο,
γ) τις απαλλαγές που προβλέπονται από διμερείς συμφωνίες για την αποφυγή διπλής φορολογίας οι οποίες έχουν κυρωθεί με νόμο,
δ) τις απαλλαγές που προβλέπονται από αναπτυξιακούς νόμους για την πραγματοποίηση επενδύσεων ή το μετασχηματισμό επιχειρήσεων,
ε) τις απαλλαγές που ορίζονται:
αα) με το άρθρο 103 του νόμου για τους ΟΣΕΚΑ
ββ) με το άρθρο 39 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178 Α΄) για τις εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου,
γγ) με τα άρθρα 20 και 31 του ν. 2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α΄) για τα αμοιβαία κεφάλαια ακινήτων και τις εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία,
δδ) με το άρθρο 7 του ν. 2992/2002 (ΦΕΚ 54 Α΄) για τα αμοιβαία κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών,
εε) με το άρθρο 8 του ν. 2367/1995 (ΦΕΚ 261 Α΄) για τις εταιρείες κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών,
στστ) με το άρθρο 14 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄),
ζζ) με το άρθρο 5 του ν. 3220/2004 (ΦΕΚ 15 Α΄) για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν ως «Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης»,
ηη) με το άρθρο 28 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄) για το Ταμείο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας,
θθ) με το άρθρο 10 του ν. 2628/1998 (ΦΕΚ 151 Α΄) για τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους,
ιι) με το άρθρο 7 του ν. 2364/1995 (ΦΕΚ 252 Α΄) για τις εταιρείες διανομής φυσικού αερίου και τις εταιρείες παροχής αερίου,
κκ) με το άρθρο 14 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 191 Α΄) για τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού και το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188 Α΄),
λλ) με το άρθρο 9 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α΄) για τη Σχολή Επιμόρφωσης Υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών,
μμ) με το άρθρο 73 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 3424/1927 (ΦΕΚ 298 Α΄),
νν) με το άρθρο 9 του ν. 4171/1961 (ΦΕΚ 93 Α΄) για τεχνικές επιχειρήσεις.
ξξ) με τα άρθρα 25 και 26 του ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α΄), όπως ισχύουν.
Ειδικά για το φόρο εισοδήματος που προκύπτει με βάση τη δήλωση του άρθρου 107 του Κ.Φ.Ε., η κατάργηση καταλαμβάνει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011 και επόμενα.
παρ. 4. Για τα αποκτώμενα κατά την προηγούμενη παράγραφο μερίσματα το αθλητικό σωματείο απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος.
παρ.3. Οι αναφερόμενες στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου μετοχές είναι προνομιούχες, κατά την έννοια του εδαφ. β' της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 3 του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει. Ειδικότερα τα προνόμια αυτά συνίστανται: α) στην απόληψη προ των κοινών μετοχών του κατά το άρθρο 45 του κ.ν. 2190/1920 πρώτου μερίσματος και στην προνομιακή απόδοση του αναλογούντος στους κατόχους προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου από το προϊόν της εκκαθάρισης εταιρικής περιουσίας και β) στην απόληψη από το ιδρυτικό αθλητικό σωματείο σταθερού ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) των καθαρών κατά χρήση εισπράξεων της εταιρείας από αγώνες. Ως καθαρές εισπράξεις νοούνται οι πραγματοποιούμενες στους κάθε φύσεως αγώνες της εταιρείας, όπως αυτές προκύπτουν από το οικείο φύλλο εκκαθάρισης και ύστερα από έλεγχο της διοργανώτριας. Αν τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρείας σε ορισμένη εταιρική χρήση είναι τόσα, ώστε το συνολικώς καταβλητέο μέρισμα στο ιδρυτικό αθλητικό σωματείο να υπερβαίνει το προαναφερόμενο πάγιο μέρισμα, τότε το σωματείο έχει δικαίωμα στη διαφορά.
1. Ο όρος «µερίσµατα» σηµαίνει το εισόδηµα που προκύπτει από µετοχές, ιδρυτικούς τίτλους, ή άλλα δικαιώµατα συµµετοχής σε κέρδη τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από οφειλές (χρέη), καθώς και το εισόδηµα από άλλα εταιρικά δικαιώµατα, στα οποία περιλαµβάνονται τα µερίδια, οι µερίδες συµπεριλαµβανοµένων των προµερισµάτων και µαθηµατικών αποθεµατικών, οι συµµετοχές σε κέρδη προσωπικών επιχειρήσεων, οι διανοµές των κερδών από κάθε είδους νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, καθώς και κάθε άλλο συναφές διανεµόµενο ποσό.
2. Εάν η διανοµή των µερισµάτων υπόκειται σε παρακράτηση φόρου, όπως ορίζεται στο Μέρος Τέταρτο του Κ.Φ.Ε., ο παρακρατούµενος φόρος εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση µόνο για τα φυσικά πρόσωπα και για το συγκεκριµένο είδος εισοδήµατος του φορολογούµενου µε βάση τον Κ.Φ.Ε..
παρ.3. Οι αναφερόμενες στις προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου μετοχές είναι προνομιούχες, κατά την έννοια του εδαφ. β' της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 3 του κ.ν. 2190/1920, όπως εκάστοτε ισχύει. Ειδικότερα τα προνόμια αυτά συνίστανται: α) στην απόληψη προ των κοινών μετοχών του κατά το άρθρο 45 του κ.ν. 2190/1920 πρώτου μερίσματος και στην προνομιακή απόδοση του αναλογούντος στους κατόχους προνομιούχων μετοχών κεφαλαίου από το προϊόν της εκκαθάρισης εταιρικής περιουσίας και β) στην απόληψη από το ιδρυτικό αθλητικό σωματείο σταθερού ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) των καθαρών κατά χρήση εισπράξεων της εταιρείας από αγώνες. Ως καθαρές εισπράξεις νοούνται οι πραγματοποιούμενες στους κάθε φύσεως αγώνες της εταιρείας, όπως αυτές προκύπτουν από το οικείο φύλλο εκκαθάρισης και ύστερα από έλεγχο της διοργανώτριας. Αν τα διανεμόμενα κέρδη της εταιρείας σε ορισμένη εταιρική χρήση είναι τόσα, ώστε το συνολικώς καταβλητέο μέρισμα στο ιδρυτικό αθλητικό σωματείο να υπερβαίνει το προαναφερόμενο πάγιο μέρισμα, τότε το σωματείο έχει δικαίωμα στη διαφορά.
1. Ο όρος «µερίσµατα» σηµαίνει το εισόδηµα που προκύπτει από µετοχές, ιδρυτικούς τίτλους, ή άλλα δικαιώµατα συµµετοχής σε κέρδη τα οποία δεν αποτελούν απαιτήσεις από οφειλές (χρέη), καθώς και το εισόδηµα από άλλα εταιρικά δικαιώµατα, στα οποία περιλαµβάνονται τα µερίδια, οι µερίδες συµπεριλαµβανοµένων των προµερισµάτων και µαθηµατικών αποθεµατικών, οι συµµετοχές σε κέρδη προσωπικών επιχειρήσεων, οι διανοµές των κερδών από κάθε είδους νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, καθώς και κάθε άλλο συναφές διανεµόµενο ποσό.
2. Εάν η διανοµή των µερισµάτων υπόκειται σε παρακράτηση φόρου, όπως ορίζεται στο Μέρος Τέταρτο του Κ.Φ.Ε., ο παρακρατούµενος φόρος εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση µόνο για τα φυσικά πρόσωπα και για το συγκεκριµένο είδος εισοδήµατος του φορολογούµενου µε βάση τον Κ.Φ.Ε..
παρ. 4. Για τα αποκτώμενα κατά την προηγούμενη παράγραφο μερίσματα το αθλητικό σωματείο απαλλάσσεται από το φόρο εισοδήματος.
1. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργούνται οι απαλλαγές από το φόρο εισοδήματος που προβλέπονται με γενικές ή ειδικές διατάξεις όλων των νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που προβλέπονται στο άρθρο 101 του Κ.Φ.Ε., με εξαίρεση:
α) τις απαλλαγές που προβλέπονται στο άρθρο 103 του Κ.Φ.Ε.,
β) τις απαλλαγές που προβλέπονται για τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, την Διεθνή Τράπεζα Ανασυγκροτήσεως και Αναπτύξεως και τους αλλοδαπούς οργανισμούς, από διεθνή σύμβαση η οποία έχει κυρωθεί με νόμο,
γ) τις απαλλαγές που προβλέπονται από διμερείς συμφωνίες για την αποφυγή διπλής φορολογίας οι οποίες έχουν κυρωθεί με νόμο,
δ) τις απαλλαγές που προβλέπονται από αναπτυξιακούς νόμους για την πραγματοποίηση επενδύσεων ή το μετασχηματισμό επιχειρήσεων,
ε) τις απαλλαγές που ορίζονται:
αα) με το άρθρο 103 του νόμου για τους ΟΣΕΚΑ
ββ) με το άρθρο 39 του ν. 3371/2005 (ΦΕΚ 178 Α΄) για τις εταιρείες επενδύσεων χαρτοφυλακίου,
γγ) με τα άρθρα 20 και 31 του ν. 2778/1999 (ΦΕΚ 295 Α΄) για τα αμοιβαία κεφάλαια ακινήτων και τις εταιρείες επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία,
δδ) με το άρθρο 7 του ν. 2992/2002 (ΦΕΚ 54 Α΄) για τα αμοιβαία κεφάλαια επιχειρηματικών συμμετοχών,
εε) με το άρθρο 8 του ν. 2367/1995 (ΦΕΚ 261 Α΄) για τις εταιρείες κεφαλαίων επιχειρηματικών συμμετοχών,
στστ) με το άρθρο 14 του ν. 3156/2003 (ΦΕΚ 157 Α΄),
ζζ) με το άρθρο 5 του ν. 3220/2004 (ΦΕΚ 15 Α΄) για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν ως «Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης»,
ηη) με το άρθρο 28 του ν. 2843/2000 (ΦΕΚ 219 Α΄) για το Ταμείο Ανάπτυξης Νέας Οικονομίας,
θθ) με το άρθρο 10 του ν. 2628/1998 (ΦΕΚ 151 Α΄) για τον Οργανισμό Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους,
ιι) με το άρθρο 7 του ν. 2364/1995 (ΦΕΚ 252 Α΄) για τις εταιρείες διανομής φυσικού αερίου και τις εταιρείες παροχής αερίου,
κκ) με το άρθρο 14 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ 191 Α΄) για τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού και το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 2434/1996 (ΦΕΚ 188 Α΄),
λλ) με το άρθρο 9 του ν. 2343/1995 (ΦΕΚ 211 Α΄) για τη Σχολή Επιμόρφωσης Υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών,
μμ) με το άρθρο 73 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 3424/1927 (ΦΕΚ 298 Α΄),
νν) με το άρθρο 9 του ν. 4171/1961 (ΦΕΚ 93 Α΄) για τεχνικές επιχειρήσεις.
ξξ) με τα άρθρα 25 και 26 του ν. 27/1975 (ΦΕΚ 77 Α΄), όπως ισχύουν.
Ειδικά για το φόρο εισοδήματος που προκύπτει με βάση τη δήλωση του άρθρου 107 του Κ.Φ.Ε., η κατάργηση καταλαμβάνει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2011 και επόμενα.
2. Η περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«1. α) Το Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο περιλαμβάνονται και οι αποκεντρωμένες δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες λειτουργούν ως ειδικά ταμεία, οι δήμοι και οι κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι δήμων και κοινοτήτων, οι δημοτικές και κοινοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης, αποχέτευσης, διαχείρισης απορριμμάτων και τηλεθέρμανσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας, οι Τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων, οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, η Ένωση Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων Ελλάδας, καθώς και τα νοσοκομεία, βρεφοκομεία, κέντρα παιδικής μέριμνας και γηροκομεία που συνιστώνται από τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις, καθώς και τα Ανώτατα και Ανώτερα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα που λειτουργούν με τη μορφή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με εξαίρεση τα εισοδήματά τους από κινητές αξίες. Τα εισοδήματα από κινητές αξίες φορολογούνται με τις γενικές διατάξεις εκτός από αυτά που προέρχονται από τόκους καταθέσεων και δάνεια του Ελληνικού Δημοσίου. Ειδικά για το Ελληνικό Δημόσιο, η απαλλαγή ισχύει και για τα εισοδήματα που προέρχονται από κινητές αξίες, επί των οποίων δεν ενεργείται ούτε παρακράτηση φόρου.»
3. Οι περιπτώσεις β΄ και δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Κ.Φ.Ε. καταργούνται.
4. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 109 του Κ.Φ.Ε. αντικαθίσταται ως εξής:
«Επίσης, τα εισοδήματα που αποκτούν από την εκμίσθωση οικοδομών και γαιών οι Ιεροί Ναοί, οι Ιερές Μητροπόλεις, οι Ιερές Μονές, οι Ιερές Μονές του Άγιου Όρους, η Ιερά Μονή Πάτμου, η Ιερά Μονή Σινά, η Αποστολική Διακονία, ο Πανάγιος Τάφος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου και οι Ιερές Σταυροπηγιακές Μονές Κύπρου, τα ημεδαπά νομικά πρόσωπα που νόμιμα έχουν συσταθεί ή συνιστώνται και τα οποία επιδιώκουν αποδεδειγμένα κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και τα ημεδαπά κοινωφελή ιδρύματα, φορολογούνται με συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%). Για εισοδήματα του προηγούμενου εδαφίου δεν βεβαιώνεται προκαταβολή φόρου.Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου έχουν εφαρμογή και για τα εισοδήματα που αποκτούν στην Ελλάδα αντίστοιχα αλλοδαπά νομικά πρόσωπα, καθώς και φορείς ξένων θρησκευμάτων ή δογμάτων.»
5. Οι διατάξεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου αυτού ισχύουν για εισοδήματα που αποκτώνται από την 1η Ιανουαρίου 2010 και μετά.