ΠΟΛ.1091/9.4.2015 (ΦΕΚ Β 777/4.5.2015)
Τροποποίηση της ΠΟΛ.1051/19.2.2015 (ΦΕΚ Β΄ 373/18.3.2015) αναφορικά με τον τύπο και περιεχόμενο της βεβαίωσης αποδοχών ή συντάξεων και της βεβαίωσης των αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα και υποβολή αυτών με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου για το φορολογικό έτος 2014.

Έχοντας υπόψη:

1. Τις διατάξεις του Π.Δ. 111/2014 (ΦΕΚ 178 Α΄) περί οργανισμού του Υπουργείου Οικονομικών.

2. Τις διατάξεις του  του Ν.4174/2013 (ΦΕΚ 170Α΄).

3. Τις διατάξεις των παραγράφων , του άρθρου 15 του Ν.4174/2013 (ΦΕΚ 170Α΄).

4. Τις διατάξεις του άρθρου  του Ν.3986/2011 (Α΄152), όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τις διατάξεις των παραγράφων  και  του άρθρου 42 του Ν.4024/2011 (Α΄226).

5. Τις διατάξεις της  του άρθρου 8 του Ν.4172/2013 (ΦΕΚ 167Α΄).

6. Τις διατάξεις των άρθρων ., ,, , , ,, , , , του Ν.4172/2013 (ΦΕΚ 167Α΄).

7. Την ΠΟΛ.1120/25.4.2014 (ΑΔΑ:ΒΙ0ΩΗ−ΟΥ0) περί φορολογικής μεταχείρισης των αμοιβών που καταβάλλονται για τεχνικές υπηρεσίες, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές και παρόμοιες υπηρεσίες.

8. Την ΠΟΛ.1219/6.10.2014 (ΑΔΑ:6ΨΓΒΗ−ΞΓΥ) περί φορολογικής μεταχείρισης παροχών σε είδος του άρθρου του Ν.4172/2013.

9. Τη με αριθ. πρωτ. Δ6Α 1036682ΕΞ2014/25.2.2014 (ΦΕΚ 478Β΄ και 558) απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, με θέμα «Μεταβίβαση αρμοδιοτήτων και εξουσιοδότηση υπογραφής «Με εντολή Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων» σε όργανα της Φορολογικής Διοίκησης», όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

10. Τις διατάξεις της  της παραγράφου Ε΄ του άρθρου πρώτου του Ν.4093/2012 περί σύστασης θέσης Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων (Α΄222), όπως ισχύει.

11. Την Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου αρ. 20 της 25−06−2014 (ΥΟΔΔ 360) «Επιλογή και Διορισμός Γενικού Γραμματέα της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών».

12. Την ανάγκη διασταύρωσης των δηλούμενων ποσών στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος με εκείνα που αναγράφονται στις βεβαιώσεις αποδοχών από μισθωτές υπηρεσίες και αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα από τους καταβάλλοντες τις πιο πάνω αποδοχές σε σύντομο χρόνο.

13. Ότι από την απόφαση αυτή δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού, αποφασίζουμε:

1. Η  της ΠΟΛ.1051/19.2.2015 (ΦΕΚ Β΄373/18.3.2015) Απόφασης ΓΓΔΕ αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Για το φορολογικό έτος 2014 ως καταληκτική ημερομηνία εμπρόθεσμης υποβολής του αρχικού αρχείου βεβαιώσεων αποδοχών ή συντάξεων και αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου ορίζεται η 10 Μαΐου 2015. Στις περιπτώσεις υποβολής τυχόν τροποποιητικών αρχείων των ανωτέρω βεβαιώσεων αποδοχών ή συντάξεων και αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα ως καταληκτική ημερομηνία εμπρόθεσμης υποβολής ορίζεται η 31 Δεκεμβρίου 2015.»

2. Το τρίτο εδάφιο της  της ΠΟΛ.1051/19.2.2015 Απόφασης ΓΓΔΕ διαγράφεται.

3. Στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 της ΠΟΛ.1051/19.2.2015 στον ΠΙΝΑΚΑ με τίτλο «Κωδικοποίηση Εισοδήματος Μισθωτής Εργασίας, Συντάξεων και Λοιπών Εισοδημάτων Πλην Επιχειρηματικής Δραστηριότητας», τα Είδη Αποδοχών που αντιστοιχούν στους κωδικούς 10,11,18 και 28 μετονομάζονται αντίστοιχα ως εξής:

ΚΩΔΙΚΟΣ ΕΙΔΟΣ ΑΠΟΔΟΧΩΝ
10 Εισόδημα αξιωματικών εμπορικού πλοίου με ξένη σημαία που εκτελούν εσωτερικούς πλόες (δρομολογημένα σε τακτικές γραμμές)
11 Εισόδημα κατώτερου πληρώματος εμπορικού πλοίου με ξένη σημαία που εκτελούν εσωτερικούς πλόες (δρομολογημένα σε τακτικές γραμμές)
18 Εισόδημα εκτός συντάξεων που απαλλάσσεται ή φορολογείται με ειδικό τρόπο ή αυτοτελώς
28 Αποδοχές σύνταξης που απαλλάσσονται ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο ή αυτοτελώς

 

4. Στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 της ΠΟΛ.1051/19.2.2015 στον ΠΙΝΑΚΑ με τίτλο «Κωδικοποίηση Αμοιβών από Επιχειρηματική Δραστηριότητα», το Είδος Αμοιβών που αντιστοιχεί στον κωδικό 10 μετονομάζεται ως εξής:

Κωδικός Συντελεστής παρ/σης φόρου (%) Είδος Αμοιβών
10 0

Αμοιβή μικρότερη των 300€ της παραγράφου 8 και των 150€ της παραγράφου 2 του άρθρου 64 του ν.4172/2013

 

Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 9 Απριλίου 2015

Η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων - ΑΙΚ. ΣΑΒΒΑΪΔΟΥ

1.Ο Γενικός Γραμματέας, με απόφασή του καθορίζει τον τύπο και το περιεχόμενο των εντύπων, υπεύθυνων δηλώσεων, δηλώσεων, πινάκων και άλλων εγγράφων που υποβάλλει ο φορολογούμενος.

2. Η Φορολογική Διοίκηση θέτει τα έγγραφα που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στη διάθεση του κοινού, δωρεάν, ηλεκτρονικά, ταχυδρομικά ή στις κατά τόπους υπηρεσίες της.

 3. Ο Γενικός Γραμματέας δικαιούται να ζητά πληροφορίες ή έγγραφα από λοιπά τρίτα πρόσωπα, όπως ιδίως από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων, τα επιμελητήρια, τους συμβολαιογράφους, τους υποθηκοφύλακες, τους προϊσταμένους των κτηματολογικών γραφείων, τους οικονομικούς ή κοινωνικούς ή επαγγελματικούς φορείς ή οργανώσεις, για τον καθορισμό της φορολογικής υποχρέωσης, που προκύπτει με βάση τις διασταυρώσεις των στοιχείων και την είσπραξη της φορολογικής οφειλής με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται στην παράγραφο 1. Για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να αποστέλλει ερώτημα, έγγραφο ή ηλεκτρονικό, το οποίο πρέπει να απαντάται από το τρίτο πρόσωπο εντός δέκα (10) ημερών από την παραλαβή του. Σε εξαιρετικά σύνθετες υποθέσεις, η προθεσμία μπορεί να παραταθεί για είκοσι (20) επιπλέον ημέρες.
>4. Ο Γενικός Γραμματέας δύναται να εκδίδει απόφαση, με την οποία ορίζονται ορισμένες κατηγορίες προσώπων που υποχρεούνται να παρέχουν αυτομάτως πληροφορίες σχετικά με τις οικονομικές συναλλαγές τους με φορολογούμενους, οι όροι και οι προϋποθέσεις για την παροχή αυτών των πληροφοριών, καθώς και οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
1. Επιβάλλεται ειδική εισφορά αλληλεγγύης στα εισοδήματα άνω των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ των φυσικών προσώπων, που προέκυψαν κατά τις διαχειριστικές χρήσεις 2010 έως και 2014 και δηλώνονται με τις δηλώσεις των αντίστοιχων οικονομικών ετών 2011 – 2015.

2. Για την επιβολή της εισφοράς, λαμβάνεται υπόψη το ετήσιο συνολικό καθαρό ατομικό εισόδημα, πραγματικό ή τεκμαρτό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο του φυσικού προσώπου ή σχολάζουσας κληρονομιάς. Tο τεκμαρτό εισόδημα λαμβάνεται υπόψη πριν από τις μειώσεις του άρθρου 19 του Κ.Φ.Ε.. «Εξαιρούνται και δεν προσμετρώνται τα εισοδήματα των προσώπων που είναι ολικώς τυφλοί, καθώς και των προσώπων που παρουσιάζουν βαριές κινητικές αναπη­ρίες σε ποσοστό από ογδόντα τοις εκατό (80%) και άνω, τα εισοδήματα της παρ. 1 του άρθρου 14 και της περί­πτωσης γ'της παραγράφου 4 του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε..» Επίσης, εξαιρούνται από την υποχρέωση καταβολής ειδικής εισφοράς οι μακροχρόνια άνεργοι που είναι εγγεγραμμένοι στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ, καθώς και όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας από τον εν λόγω οργανισμό, εφόσον κατά το χρόνο της βεβαίωσης δεν έχουν πραγματικά εισοδήματα.

Από την υποχρέωση καταβολής ειδικής εισφοράς εξαιρούνται, επίσης, οι μακροχρόνια άνεργοι ναυτικοί που είναι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους προσφε­ρομένων προς ναυτολόγηση του Γραφείου Ευρέσεως Ναυτικής Εργασίας (Γ.Ε.Ν.Ε.), στους οποίους συμπερι­λαμβάνονται και οι σχετικοί κατάλογοι των Λιμενικών Αρχών που λειτουργούν ως παραρτήματά του, καθώς και όσοι λαμβάνουν επίδομα ανεργίας από τον εν λόγω Φορέα, εφόσον κατά το χρόνο βεβαίωσης δεν έχουν πραγματικά εισοδήματα.»

3.Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης, που επιβάλλεται στο συνολικό καθαρό εισόδημα της προηγούμενης παραγράφου, υπολογίζεται ως εξής:

α) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από δώδεκα χιλιάδες ένα (12.001) ευρώ έως είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή ένα τοις εκατό (1%) επί ολόκληρου του ποσού.

β) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από είκοσι χιλιάδες ένα (20.001) ευρώ έως και πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή δύο τοις εκατό (2%) επί ολόκληρου του ποσού.

γ) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από πενήντα χιλιάδες ένα (50.001) έως και εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή τρία τοις εκατό (3%) επί ολόκληρου του ποσού.

δ) Για συνολικό καθαρό εισόδημα από εκατό χιλιάδες ένα (100.001) ευρώ και άνω, η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή τέσσερα τοις εκατό (4%) επί ολόκληρου του ποσού.

ε) Για το συνολικό καθαρό εισόδημα, όπως αυτό ορίζεται στην παράγραφο 2, του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της Βουλής, των Βουλευτών, του Προέδρου και των Αντιπροέδρων της Κυβέρνησης, των Υπουργών, των Αναπληρωτών Υπουργών και Υφυπουργών, των Γενικών και Ειδικών Γραμματέων Υπουργείων, των Γενικών Γραμματέων των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, των Περιφερειαρχών, των Ευρωβουλευτών, των Δημάρχων και των προσώπων των περιπτώσεων α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 56 του Συντάγματος, εφόσον οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές τους είναι τουλάχιστον ίσες με τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 3833/2010 (Α΄40), η ειδική εισφορά υπολογίζεται με συντελεστή πέντε τοις εκατό (5%) επί ολόκληρου του ποσού.

Το ποσό της έκτακτης εισφοράς περιορίζεται αναλόγως, σε κάθε περίπτωση ώστε το συνολικό καθαρό εισόδημα που προκύπτει μετά την αφαίρεση της ειδικής εισφοράς να μην υπολείπεται του καθαρού εισοδήματος που απομένει μετά την αφαίρεση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, η οποία υπολογίστηκε με την εφαρμογή του αμέσως προηγούμενου συντελεστή.

4.α) Η εισφορά του παρόντος βεβαιώνεται οίκοθεν από τον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας που είναι αρμόδιος για τη φορολογία του φυσικού προσώπου ή της σχολάζουσας κληρονομιάς με βάση τους τίτλους βεβαίωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Κ.Φ.Ε..

β) Για τον υπολογισμό της εισφοράς εκδίδεται εκκαθαριστικό σημείωμα, αντίγραφο του οποίου αποστέλλεται στον υπόχρεο.

γ) Η προθεσμία άσκησης της προσφυγής ή υποβολής αίτησης για διοικητική επίλυση της διαφοράς, καθώς και η άσκηση της προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού πρωτοδικείου, δεν αναστέλλει τη βεβαίωση και την είσπραξη της οφειλής που προκύπτει από την εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων.

5. α) Για την καταβολή του ποσού της εισφοράς του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται οι διατάξεις της παρα­γράφου 11 του άρθρου 9 του Κ.Φ.Ε. (ν. 2238/1994).»

β) Υπόχρεος σε καταβολή της εισφοράς είναι το φυσικό πρόσωπο στο όνομα του οποίου βεβαιώνεται αυτή. Για τους έγγαμους, εφόσον συντρέχει περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του Κ.Φ.Ε., η οφειλή για εισφορά που αναλογεί στα εισοδήματά τους βεβαιώνεται χωριστά και η ευθύνη της καταβολής βαρύνει κάθε σύζυγο. Σε περίπτωση θανάτου του υπόχρεου, οι κληρονόμοι του ευθύνονται για την καταβολή της εισφοράς, ανάλογα με το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας.

γ) Με απόφαση του Υπουργού Οικο νομικών μπορεί να ρυθμίζεται η ειδικότερη διαδικασία για τη βεβαίωση και είσπραξη των εισφορών και κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου .

6. Στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που απο­κτούν οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, οι συνταξιούχοι από φορείς κύριας ασφάλισης, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, οι αξιωμα­τικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία και με εξαί­ρεση το εισόδημα της περίπτωσης θ' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ, διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύ­ριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγ­γύης του ίδιου άρθρου. Η παρακράτηση διενεργείται κα­τά την καταβολή και υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα που ορίζεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011. Για την α­πόδοση των ποσών αυτών που παρακρατήθηκαν εφαρ­μόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρ­θρου 59 του ΚΦΕ, όπως ισχύουν. Με απόφαση του Υ­πουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφη­μερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζεται ο τρόπος παρα­κράτησης και ο τρόπος αναγωγής των αμοιβών αυτών σε ετήσιο εισόδημα και γενικά ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετι­κό θέμα που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρ­μόζονται για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2012 μέχρι και 31.12.2014.

7. Οι διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 4 και των περιπτώσεων α ' και γ ' της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για την ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων που επιβάλλεται και βεβαιώνεται στο οικονομικό έτος 2011. Για τα οικονομι­κά έτη 2012-2015 η ειδική εισφορά αλληλεγγύης του πα­ρόντος άρθρου βεβαιώνεται με βάση τους τίτλους βεβαί­ωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του ΚΦΕ και εμφανίζεται στο εκκαθαριστικό σημείω­μα υπολογισμού του φόρου εισοδήματος κάθε οικονομι­κού έτους. Στα ανωτέρω εκκαθαριστικά σημειώματα οι­κονομικών ετών 2013-2015 εμφανίζονται και τα παρα­κρατούμενα ποσά της παραγράφου 6 του παρόντος άρ­θρου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται ο ειδικότερος τρόπος αποτύπωσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για τη χρήση 2011 στο εκκαθαριστικό σημείωμα και ο ειδικότερος τρόπος κατα­βολής αυτής.

8. Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων του παρόντος άρθρου δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ή από το φόρο της κλίμακας του άρθρου 9 του ΚΦΕ.

<span style="color: black;"> Στο άρθρο 29 του ν. 3986/2011 (Α' 152) προστίθε­νται νέοι παράγραφοι 6, 7, 8 και 9 ως εξής:

9. «6. Στο εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες που απο­κτούν οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, οι συνταξιούχοι από φορείς κύριας ασφάλισης, οι αμειβόμενοι με ημερομίσθιο οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες με σχέση μίσθωσης εργασίας πάνω από ένα έτος στον ίδιο εργοδότη ή με σχέση μίσθωσης εργασίας αορίστου χρόνου, οι αξιωμα­τικοί και το κατώτερο πλήρωμα του εμπορικού ναυτικού που παρέχουν υπηρεσίες σε εμπορικά πλοία και με εξαί­ρεση το εισόδημα της περίπτωσης θ' της παραγράφου 5 του άρθρου 6 του ΚΦΕ, διενεργείται παρακράτηση από τους εργοδότες ή από τους φορείς που καταβάλλουν κύ­ριες συντάξεις έναντι της ειδικής εισφοράς αλληλεγ­γύης του ίδιου άρθρου. Η παρακράτηση διενεργείται κα­τά την καταβολή και υπολογίζεται με συντελεστή μετά από προηγούμενη αναγωγή του μισθού ή της σύνταξης ή του ημερομισθίου ή της αμοιβής που ορίζεται με άλλη βάση, σε ετήσιο καθαρό εισόδημα που ορίζεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011. Για την α­πόδοση των ποσών αυτών που παρακρατήθηκαν εφαρ­μόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1, 2 και 4 του άρ­θρου 59 του ΚΦΕ, όπως ισχύουν. Με απόφαση του Υ­πουργού Οικονομικών, η οποία δημοσιεύεται στην Εφη­μερίδα της Κυβερνήσεως καθορίζεται ο τρόπος παρα­κράτησης και ο τρόπος αναγωγής των αμοιβών αυτών σε ετήσιο εισόδημα και γενικά ρυθμίζεται κάθε άλλο σχετι­κό θέμα που αφορά την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

7. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρ­μόζονται για εισοδήματα που αποκτώνται από 1.1.2012 μέχρι και 31.12.2014.

8. Οι διατάξεις της περίπτωσης β' της παραγράφου 4 και των περιπτώσεων α ' και γ ' της παραγράφου 5 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται για την ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων που επιβάλλεται και βεβαιώνεται στο οικονομικό έτος 2011. Για τα οικονομι­κά έτη 2012-2015 η ειδική εισφορά αλληλεγγύης του πα­ρόντος άρθρου βεβαιώνεται με βάση τους τίτλους βεβαί­ωσης που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του ΚΦΕ και εμφανίζεται στο εκκαθαριστικό σημείω­μα υπολογισμού του φόρου εισοδήματος κάθε οικονομι­κού έτους. Στα ανωτέρω εκκαθαριστικά σημειώματα οι­κονομικών ετών 2013-2015 εμφανίζονται και τα παρα­κρατούμενα ποσά της παραγράφου 6 του παρόντος άρ­θρου. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να καθορίζεται ο ειδικότερος τρόπος αποτύπωσης της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης για τη χρήση 2011 στο εκκαθαριστικό σημείωμα και ο ειδικότερος τρόπος κατα­βολής αυτής.

9.  Η ειδική εισφορά αλληλεγγύης φυσικών προσώπων του παρόντος άρθρου δεν αφαιρείται από το συνολικό εισόδημα ή από το φόρο της κλίμακας του άρθρου 9 του ΚΦΕ.» </span>

<span style="color: black;">

2. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 83 του ΚΦΕ προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Ειδικά για τις διαχειριστικές χρήσεις 2012 έως και 2014 στην ίδια βεβαίωση αναγράφονται και τα παρακρα­τούμενα ποσά της παραγράφου 6 του άρθρου 29 του ν. 3986/2011 (Α' 152).»</span>

<span style="color: black;"> 4. Χρόνος κτήσης του εισοδήµατος θεωρείται ο χρόνος που ο δικαιούχος απέκτησε το δικαίωµα είσπραξής του. Κατ’ εξαίρεση, για τις ανείσπρακτες δεδουλευµένες αποδοχές που εισπράττει καθυστερηµένα ο δικαιούχος εισοδήµατος από μισθωτή εργασία και συντάξεις σε φορολογικό έτος μεταγενέστερο, χρόνος απόκτησης του εν λόγω εισοδήµατος θεωρείται ο χρόνος που εισπράττονται, εφόσον αναγράφονται διακεκριµένα στην ετήσια βεβαίωση αποδοχών που χορηγείται στον δικαιούχο.</span>
<span style="color: black;">1. Το ακαθάριστο εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις περιλαµβάνει τα πάσης φύσεως εισοδήµατα σε χρήµα ή σε είδος που αποκτώνται στο πλαίσιο υφιστάµενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης.
2. Για τους σκοπούς του Κ.Φ.Ε., εργασιακή σχέση υφίσταται όταν ένα φυσικό πρόσωπο παρέχει υπηρεσίες:
α) στο πλαίσιο σύµβασης εργασίας, σύµφωνα µε το εργατικό δίκαιο,
β) βάσει σύµβασης, προφορικής ή έγγραφης, µε την οποία το φυσικό πρόσωπο αποκτά σχέση εξαρτηµένης εργασίας µε άλλο πρόσωπο, το οποίο έχει το δικαίωµα να ορίζει και να ελέγχει τον τρόπο, το χρόνο και τον τόπο εκτέλεσης των υπηρεσιών,
γ) οι οποίες ρυθµίζονται από τη νοµοθεσία περί μισθολογίου και ειδικών μισθολογίων των υπαλλήλων και λειτουργών του Δηµοσίου,
δ) ως διευθυντής ή µέλος του ΔΣ εταιρείας ή κάθε άλλου νοµικού προσώπου ή νοµικής οντότητας,
ε) ως δικηγόρος έναντι πάγιας αντιµισθίας για την παροχή νοµικών υπηρεσιών,
στ) βάσει έγγραφων συµβάσεων παροχής υπηρεσιών ή συµβάσεων έργου, µε φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες τα οποία δεν υπερβαίνουν τα τρία (3) ή, εφόσον υπερβαίνουν τον αριθµό αυτόν, ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%) του ακαθάριστου εισοδήµατος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προέρχεται από ένα (1) από τα φυσικά ή νοµικά πρόσωπα ή νοµικές οντότητες που λαµβάνουν τις εν λόγω υπηρεσίες και εφόσον δεν έχει την εμπορική ιδιότητα, ούτε διατηρεί επαγγελματική εγκατάσταση που είναι διαφορετική από τη κατοικία του.
Η διάταξη του προηγούµενου εδαφίου δεν εφαρµόζεται στην περίπτωση που ο φορολογούµενος αποκτά εισόδηµα από μισθωτή εργασία, σύµφωνα µε µία από τις περιπτώσεις α΄ έως ε΄ του παρόντος άρθρου.
Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να προβλέπονται περαιτέρω προϋποθέσεις και να καθορίζονται όλες οι αναγκαίες λεπτομέρειες για την εφαρμογή αυτής της περίπτωσης.
3. Ως ακαθάριστα εισοδήµατα από μισθωτή εργασία και συντάξεις θεωρούνται τα εξής:
α) ηµεροµίσθιο, μισθός, επίδοµα αδείας, επίδοµα ασθενείας, επίδοµα εορτών, αποζηµίωση µη ληφθείσας άδειας, αµοιβές, προµήθειες, επιµίσθια και φιλοδωρήµατα,
β) επιδόµατα περιλαµβανοµένων του επιδόµατος κόστους διαβίωσης, του επιδόµατος ενοικίου, της αποζηµίωσης εξόδων φιλοξενίας ή ταξιδίου,
γ) αποζηµίωση εξόδων στα οποία έχει υποβληθεί ο εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο του εργαζοµένου,
δ) παροχή οποιασδήποτε μορφής που λαµβάνει ο εργαζόµενος πριν την έναρξη της εργασιακής σχέσης,
ε) αποζηµιώσεις για τη λύση ή καταγγελία της εργασιακής σχέσης,
στ) συντάξεις που χορηγούνται από κύριο και επικουρικό φορέα υποχρεωτικής ασφάλισης, καθώς και από επαγγελµατικά ταµεία που έχουν συσταθεί µε νόµο,
ζ) το ασφάλισµα που καταβάλλεται εφάπαξ ή µε τη μορφή περιοδικής παροχής στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων,
η) κάθε άλλη παροχή που εισπράττεται έναντι υφιστάµενης, παρελθούσας ή μελλοντικής εργασιακής σχέσης</span>
<span style="color: black;">1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδηµά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.
2. Η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήµατος σε εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστηµα ενός φορολογικού έτους, υπολογίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του κόστους του οχήµατος που εγγράφεται ως δαπάνη στα βιβλία του εργοδότη µε τη μορφή της απόσβεσης περιλαµβανοµένων των τελών κυκλοφορίας, επισκευών, συντηρήσεων, καθώς και του σχετικού χρηµατοδοτικού κόστους που αντιστοιχεί στην αγορά του οχήµατος ή του μισθώµατος. Σε περίπτωση που το κόστος είναι μηδενικό, η αγοραία αξία της παραχώρησης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη.
3. Οι παροχές σε είδος µε τη μορφή δανείου, προς εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα περιβάλλονται τη μορφή έγγραφης συµφωνίας και αποτιµώνται µε βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόµενος στη διάρκεια του ηµερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισµού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, όπως του οποίου η μέθοδος υπολογισμού ορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόµενος στη διάρκεια του εν λόγω ηµερολογιακού μήνα. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συµφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών (3) μηνών θεωρείται δάνειο.
4. Η αγοραία αξία των παροχών σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή εταίρος ή μέτοχος από νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα µε τη μορφή δικαιωµάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών προσδιορίζεται κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώµατος προαίρεσης ή μεταβίβασής του και ανεξαρτήτως εάν συνεχίζει να ισχύει η εργασιακή σχέση. Η αγοραία αξία άσκησης δικαιώµατος είναι η τιµή κλεισίµατος της μετοχής στο χρηµατιστήριο μειωµένη κατά την τιµή διάθεσης του δικαιώµατος.
5. Η αγοραία αξία της παραχώρησης κατοικίας σε εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστηµα ενός φορολογικού έτους, αποτιµάται στο ποσό του μισθώµατος που καταβάλλει η επιχείρηση ή σε περίπτωση ιδιόκτητης κατοικίας σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) επί της αντικειµενικής αξίας του ακινήτου.
 1. Από τον υπολογισμό του εισοδήµατος από μισθωτή εργασία και συντάξεις εξαιρούνται:
α) η αποζηµίωση εξόδων διαµονής και σίτισης και η ηµερήσια αποζηµίωση που έχουν καταβληθεί από τον εργαζόµενο αποκλειστικά για σκοπούς της επιχειρηµατικής δραστηριότητας του εργοδότη,
β) η αποζηµίωση για έξοδα κίνησης που καταβάλλονται από τον εργοδότη για υπηρεσιακούς λόγους, εφόσον αφορούν έξοδα κίνησης που πραγµατοποιήθηκαν από τον εργαζόµενο κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του και αποδεικνύονται από νόμιμα παραστατικά,
γ) το επίδοµα αλλοδαπής που χορηγείται σε υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών και των λοιπών δηµόσιων πολιτικών υπηρεσιών,
δ) οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών ταµείων, οι οποίες επιβάλλονται µε νόµο,
ε) οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλει ο εργαζόµενος περιλαµβανοµένων των εισφορών εργοδότη και εργαζοµένου υπερ των επαγγελµατικών ταµείων που έχουν συσταθεί µε νόµο,
στ) η εφάπαξ καταβαλλόµενη παροχή από ταµεία πρόνοιας και ασφαλιστικούς οργανισµούς του Δηµοσίου, καθώς και επαγγελµατικά ταµεία που έχουν συσταθεί µε νόµο στους ασφαλισµένους και τα εξαρτώµενα µέλη του ασφαλισµένου,
ζ) η αξία των διατακτικών σίτισης αξίας έως έξι (6) ευρώ ανά εργάσιµη ηµέρα,
η) οι παροχές ασήµαντης αξίας μέχρι του ποσού των είκοσι επτά (27) ευρώ ετησίως,
ι) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργαζόµενο ή τον εργοδότη για λογαριασµό του εργαζοµένου στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων και
ια) τα ασφάλιστρα που καταβάλλονται από τον εργοδότη για την ιατροφαρµακευτική και νοσοκοµειακή κάλυψη του υπαλληλικού του προσωπικού ή για την κάλυψη του κινδύνου ζωής ή ανικανότητάς του στο πλαίσιο ασφαλιστηρίου συµβολαίου, μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ ετησίως ανά εργαζόµενο.
2. Οι ακόλουθες κατηγορίες εισοδήµατος από μισθωτή εργασία και συντάξεις απαλλάσσονται από το φόρο:
α) Το εισόδηµα που αποκτάται κατά την άσκηση των καθηκόντων τους από αλλοδαπό διπλωµατικό ή προξενικό εκπρόσωπο, κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται σε πρεσβεία, διπλωµατική αποστολή, προξενείο ή αποστολή αλλοδαπού κράτους για τη διεκπεραίωση κρατικών υποθέσεων που είναι πολίτης του εν λόγω κράτους και κάτοχος διπλωµατικού διαβατηρίου, καθώς και από κάθε φυσικό πρόσωπο που εργάζεται σε θεσµικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Διεθνούς Οργανισµού που έχει εγκατασταθεί βάσει διεθνούς συνθήκης την οποία εφαρµόζει η Ελλάδα.
β) Η διατροφή που λαµβάνει ο/η δικαιούχος, σύµφωνα µε δικαστική απόφαση ή συµβολαιογραφική πράξη.
γ) Η σύνταξη που καταβάλλεται σε ανάπηρους πολέµου και σε θύµατα ή οικογένειες θυµάτων πολέµου, καθώς και σε ανάπηρους ειρηνικής περιόδου, στρατιωτικούς γενικά, που υπέστησαν βλάβη κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους ή τις οικογένειες τους.
δ) Το εξωϊδρυµατικό επίδοµα και κάθε συναφές ποσό που καταβάλλεται σε ειδικές κατηγορίες ατόµων µε αναπηρίες.
ε) Οι μισθοί, οι συντάξεις και η πάγια αντιµισθία που χορηγούνται σε ανάπηρους µε ποσοστό αναπηρίας τουλάχιστον ογδόντα τοις εκατό (80%).
στ) Το επίδοµα ανεργίας που καταβάλλει ο Ο.Α.Ε.Δ. στους δικαιούχους ανέργους, εφόσον το άθροισµα των λοιπών εισοδηµάτων του φορολογούµενου δεν υπερβαίνει ετησίως τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
ζ) Το επίδοµα κοινωνικής αλληλεγγύης συνταξιούχων (Ε.Κ.Α.Σ.) που καταβάλλεται στους δικαιούχους.
η) Τα χρηµατικά ποσά που καταβάλλονται στους αναγνωρισµένους πολιτικούς πρόσφυγες, σε αυτούς που διαµένουν προσωρινά στην Ελλάδα για ανθρωπιστικούς λόγους και σε όσους έχουν υποβάλει αίτηση για αναγνώριση προσφυγικής ιδιότητας, η οποία βρίσκεται στο στάδιο εξέτασης από το Υπουργείο Δηµόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, από φορείς που υλοποιούν προγράμματα παροχής οικονοµικής ενίσχυσης των προσφύγων, τα οποία χρηµατοδοτούνται από την Ύπατη Αρµοστεία του Οργανισµού Ηνωµένων Εθνών (Ο.Η.Ε.) και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
θ) Το επίδομα επικίνδυνης εργασίας που καταβάλλεται με την μορφή πτητικού, καταδυτικού, ναρκαλιείας, αλεξιπτωτιστών, δυτών και υποβρυχίων καταστροφών σε αξιωματικούς, υπαξιωματικούς και οπλίτες των Ένοπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας και του Λιμενικού Σώματος, καθώς και η ειδική αποζημίωση που καταβάλλεται στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό και τα πληρώματα ασθενοφόρων του Ε.Κ.Α.Β που εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία με αεροπορικά μέσα για παροχή Α’ Βοηθειών, κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%)
 1. Το φορολογητέο εισόδηµα από μισθωτή εργασία και συντάξεις υποβάλλεται σε φόρο, σύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα:
Φορολογητέο εισόδημα (Ευρώ) Φορολογικός συντελεστής (%)
< 25.000 22%
25.000,01 έως και 42.000 32%
> 42.000 42%

2. Η παράγραφος 1 δεν εφαρµόζεται για το εισόδηµα από μισθωτή εργασία που αποκτούν:
α) οι αξιωµατικοί που υπηρετούν σε πλοία του εµπορικού ναυτικού και το οποίο φορολογείται µε φορολογικό συντελεστή 15% και
β) το κατώτερο πλήρωµα που υπηρετεί σε πλοία του εµπορικού ναυτικού και το οποίο φορολογείται µε φορολογικό συντελεστή 10%.
3. Με την επιφύλαξη της περίπτωσης στ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 14, φορολογείται αυτοτελώς µε εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, κάθε εφάπαξ αποζημίωση που παρέχεται από οποιονδήποτε φορέα και για οποιονδήποτε λόγο διακοπής της σχέσεως εργασίας ή άλλης σύµβασης, η οποία συνδέει το φορέα µε τον δικαιούχο της αποζηµίωσης.
Ο φόρος υπολογίζεται, σύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα:

Κλιμάκιο αποζημίωσης (ευρώ) Φορολογικός συντελεστής
< 60.000 0%
60.000,01 - 100.000 10%
100.000,01 - 150.000 20%
> 150.000 30%

4. Το ασφάλισµα που καταβάλλεται στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστήριων συνταξιοδοτικών συµβολαίων φορολογείται αυτοτελώς:
α) Με συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%) για κάθε περιοδικά καταβαλλόµενη παροχή.
β) Με συντελεστή δέκα τοις εκατό (10%) για εφάπαξ καταβαλλόµενη παροχή μέχρι σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ και µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) για εφάπαξ καταβαλλόµενη παροχή κατά μέρος που υπερβαίνει τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ.
Οι συντελεστές των ανωτέρω περιπτώσεων αυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς.
Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που πραγµατοποιείται σε εργαζόµενο ο οποίος έχει θεµελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωµα ή έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του, καθώς και κάθε καταβολή που γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζοµένου, όπως σε περίπτωση απόλυσης του εργαζοµένου ή πτώχευσης του εργοδότη.
5. Για του φορολογούμενους που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, κάτω από τρεις χιλιάδες εκτατό (3.100) κατοίκους, το φορολογητέο εισόδημα του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας της παραγράφου 1 αυξάνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό του φόρου που αναλογεί στο εισόδημα τους.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει μέχρι την 31 Δεκέμβρη 2015

 1. Ως κέρδος από επιχειρηµατική δραστηριότητα θεωρείται το σύνολο των εσόδων από τις επιχειρηµατικές συναλλαγές μετά την αφαίρεση των επιχειρηµατικών δαπανών, των αποσβέσεων και των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις. Στα έσοδα από τις επιχειρηµατικές συναλλαγές περιλαµβάνονται και τα έσοδα από την πώληση των στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης, καθώς και το προϊόν της εκκαθάρισής της, όπως αυτά προκύπτουν στη διάρκεια του φορολογικού έτους.
Ειδικά, για τον προσδιορισµό του εισοδήµατος από αγροτική επιχειρηµατική δραστηριότητα στα έσοδα από επιχειρηµατικές συναλλαγές περιλαµβάνονται τα έσοδα από την παραγωγή γεωργικών, πτηνοτροφικών, κτηνοτροφικών, δασοκοµικών, υλοτοµικών και αλιευτικών προϊόντων.
2. Το κέρδος από επιχειρηµατική δραστηριότητα προσδιορίζεται για κάθε φορολογικό έτος µε βάση το λογαριασµό αποτελεσµάτων χρήσης, ο οποίος συντάσσεται σύµφωνα µε το Ελληνικό Λογιστικό Σχέδιο και τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ), όπως ισχύει.
Σε περίπτωση που η επιχείρηση εφαρµόζει Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, το κέρδος προσδιορίζεται αποκλειστικά, σύµφωνα µε τον πίνακα φορολογικών αποτελεσµάτων χρήσης.
3. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως «επιχειρηµατική συναλλαγή» θεωρείται κάθε μεμονωμένη ή συµπτωµατική πράξη µε την οποία πραγµατοποιείται συναλλαγή ή και η συστηµατική διενέργεια πράξεων στην οικονοµική αγορά µε σκοπό την επίτευξη κέρδους. Κάθε τρεις οµοειδείς συναλλαγές που λαµβάνουν χώρα εντός ενός εξαµήνου θεωρούνται συστηµατική διενέργεια πράξεων.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου δεν εφαρμόζεται για τους τίτλους του άρθρου 42 που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε οργανωμένη αγορά ή πολυμερή μηχανισμό διαπραγμάτευσης, συμπεριλαμβανομένης και της Εναλλακτικής Αγοράς του Χρηματιστηρίου για τα κρατικά ομόλογα.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να προβλέπεται η εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου και σε κάθε άλλη ρυθμιζόμενη αγορά ή άλλου τίτλους.
Με όμοια απόφαση καθορίζονται οι φορολογούμενοι που ασχολούνται κατ’ επάγγελμα με τις ανωτέρω συναλλαγές.
Σε περίπτωση συναλλαγών που αφορούν ακίνητα, η περίοδος του δεύτερου εδαφίου είναι δύο (2) έτη.
4. Kάθε προσαύξηση περιουσίας που προέρχεται από παράνοµη ή αδικαιολόγητη ή άγνωστη πηγή ή αιτία θεωρείται κέρδος από επιχειρηµατική δραστηριότητα υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.
1. Τα κέρδη από επιχειρηµατική δραστηριότητα φορολογούνται σύµφωνα µε την ακόλουθη κλίµακα:
Φορολογητέο εισόδημα (ευρώ) Συντελεστής (%)
< 50.000 26%
> 50.000 33%

2. Για τα φυσικά πρόσωπα µε πρώτη δήλωση έναρξης επιτηδεύµατος από 1ης Ιανουαρίου 2013 και για τα τρία (3) πρώτα έτη άσκησης της δραστηριότητάς τους ο φορολογικός συντελεστής του πρώτου κλιµακίου της κλίµακας της παραγράφου 1 μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), εφόσον το ετήσιο ακαθάριστο εισόδηµά τους από επιχειρηµατική δραστηριότητα δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
3. Τα κέρδη από ατοµική αγροτική επιχείρηση φορολογούνται µε συντελεστή δεκατρία τοις εκατό (13%).
4. Το εισόδηµα από προσαύξηση περιουσίας της παραγράφου 4 του άρθρου 21 φορολογείται µε συντελεστή τριάντα τρία τοις εκατό (33%).
5. Για τους φορολογούμενους που κατοικούν μόνιμα σε νησιά με πληθυσμό σύμφωνα με την τελευταία απογραφή κάτω από τρεις χιλιάδες εκατό (3.100) κατοίκους, το φορολογητέο εισόδημα του πρώτου κλιμακίου της κλίμακας της παραγράφου 1 αυξάνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), προκειμένου να υπολογιστεί το ποσό του φόρου που αναλογεί στο εισόδημά τους.
Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου ισχύει μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2015.
6. Τα κέρδη των φυσικών προσώπων και των ατομικών επιχειρήσεων που εμπίπτουν στην έννοια των πολύ μικρών επιχειρήσεων, όπως ορίζονται στη Σύσταση 2003/361/ΕΚ της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, από τη διάθεση παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας προς την εταιρεία «Δ.Ε.Η. Α.Ε». ή άλλο προμηθευτή, μετά από την ένταξή τους στο «Ειδικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Φωτοβολταϊκών Συστημάτων μέχρι δέκα (10) kw», κατόπιν απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 14 του ν. 3468/2006 (Α΄ 8) , απαλλάσσονται του φόρου.</span>

1. Τα ακόλουθα πρόσωπα υποχρεούνται να παρακρατούν φόρο σύµφωνα µε το σύστηµα φορολόγησης στην πηγή:
α) κάθε φυσικό πρόσωπο που αποκτά κέρδη από επιχειρηµατική δραστηριότητα ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα που διενεργεί πληρωµές ή δίνει παροχές σε είδος στους εργαζοµένους τους ή υπαλλήλους τους,
β) κάθε νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα που καταβάλλει συντάξεις σε φυσικά πρόσωπα,
γ) ταµεία κοινωνικής ασφάλισης ή παρόµοιες οντότητες που διενεργούν πληρωµές στους ασφαλισµένους τους.
2. Το πρόσωπο, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 1, το οποίο καταβάλλει εισόδηµα για µισθωτή εργασία σύµφωνα µε το άρθρο 12 , φέρει την ευθύνη παρακράτησης φόρου και απόδοσής του στο κράτος. Κατ’ εξαίρεση, τα πρόσωπα που παρέχουν πάσης φύσεως μισθωτή εργασία στην Ιερά Κοινότητα, τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και τα εξαρτήματα αυτών, υποχρεούνται τα ίδια στην απόδοση του οφειλόμενου φόρου, απαλλασσομένων των ανωτέρω νομικών οντοτήτων από την υποχρέωση παρακράτησης και απόδοσης του φόρου.
Εάν δεν διενεργείται παρακράτηση, ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει το φόρο που δεν παρακρατήθηκε, καθώς και τυχόν πρόστιµα και ποινές που προβλέπονται στην κείµενη νοµοθεσία.
3. Εισόδηµα που απαλλάσσεται από το φόρο δεν υπόκειται σε παρακράτηση.
1. Το µηνιαίο εισόδηµα από µισθωτή εργασία και συντάξεις, συµπεριλαµβανοµένων των παροχών σε είδος, των ημερομισθίων και των εφάπαξ παροχών, υπόκειται σε παρακράτηση φόρου µε βάση την κλίµακα της παραγράφου 1 του άρθρου 15 και του άρθρου 16 µετά από προηγούµενη αναγωγή του σε ετήσιο.
2. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1, το εισόδηµα από µισθωτή εργασία που αποκτούν οι αξιωµατικοί και το κατώτερο πλήρωµα που υπηρετεί σε πλοία του εµπορικού ναυτικού υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύµφωνα µε τους συντελεστές της παραγράφου 2 του άρθρου 15.
3. Ο φόρος που παρακρατείται σύµφωνα µε τις διατάξεις του παρόντος άρθρου µειώνεται κατά ποσοστό ενάµισυ τοις εκατό (1,5%) κατά την παρακράτησή του.
4. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται ο τρόπος αναγωγής του µηνιαίου εισοδήµατος της παραγράφου 1 σε ετήσιο, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέµα για την εφαρµογή των διατάξεων του άρθρου αυτού.
5. Στα εισοδήµατα από µισθωτή εργασία και συντάξεις που καταβάλλονται αναδροµικά, σύµφωνα µε το άρθρο 12,καθώς και στις πρόσθετες αμοιβές που δεν συμπεριλαμβάνονται στις τακτικές αποδοχές διενεργείται παρακράτηση µε συντελεστή είκοσι τοις εκατό (20%) στο καταβαλλόµενο ποσό ανεξάρτητα από το έτος στο οποίο ανάγονται για να φορολογηθούν τα εισοδήµατα αυτά.
6. Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής του υποκείμενου σε παρακράτηση εισοδήματος.
Κάθε νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή φυσικό πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα και έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα, οι φορείς γενικής κυβέρνησης ή κάθε φορολογούμενος που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα, αλλά δραστηριοποιείται μέσω μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα, και προβαίνει σε πληρωμές σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο άρθρο 62, καθώς και οι συμβολαι­ογράφοι για τις συναλλαγές της περίπτωσης στ΄ του άρθρου 62 υποχρεούται σε παρακράτηση φόρου όπως ορίζεται στο άρθρο 64.
Κατ’ εξαίρεση, για πληρωμές που διενεργούνται από την Ιερά Κοινότητα, τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους και τα εξαρτήματα αυτών, υπόχρεοι σε απόδοση του οφειλόμενου φόρου είναι οι λήπτες των πληρωμών, απαλλασσομένων των ανωτέρω νομικών οντοτήτων από την υποχρέωση παρακράτησης και απόδοσης του φόρου.
1. Οι ακόλουθες πληρωµές υπόκειται σε παρακράτηση φόρου:
α) µερίσµατα,
β) τόκοι,
γ) δικαιώµατα (royalties),
δ) αµοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αµοιβές διοίκησης, αµοιβές για συµβουλευτικές υπηρεσίες και άλλες αµοιβές για παρόµοιες υπηρεσίες, ανεξαρτήτως εάν έχουν παρασχεθεί στην Ελλάδα, όταν ο λήπτης της αµοιβής είναι φυσικό πρόσωπο,
ε) το ασφάλισµα που καταβάλλεται εφάπαξ ή µε τη µορφή περιοδικά καταβαλλόµενης παροχής στο πλαίσιο οµαδικών ασφαλιστηρίων συνταξιοδοτικών συµβολαίων.
στ) η υπεραξία που αποκτά φυσικό πρόσωπο από µεταβίβαση ακίνητης περιουσίας σύµφωνα µε το άρθρο 41 εκτός της περίπτωσης του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 1 και της περίπτωσης ε΄ της παραγράφου 6 του άρθρου 41 .
2. Τα νοµικά πρόσωπα και οι νοµικές οντότητες που έχουν τη φορολογική κατοικία τους στην Ελλάδα και λαµβάνουν αµοιβές για τις υπηρεσίες που αναφέρονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου, µε την επιφύλαξη της παραγράφου 2 του άρθρου 64.
3. Κάθε νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα και λαµβάνει αµοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αµοιβές διοίκησης, αµοιβές για συµβουλευτικές υπηρεσίες ή και αµοιβές για παρόµοιες υπηρεσίες υπόκειται σε παρακράτηση φόρου.
Το ως άνω νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα ή το φυσικό πρόσωπο που ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα μπορεί να επιλέξει να φορολογηθεί για το εισόδημα από δικαιώματα και τις αμοιβές για τεχνικές υπηρεσίες, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές ή παρόμοιες υπηρεσίες σύμφωνα με το καθεστώς που ισχύει για τους φορολογικούς κατοίκους που λαμβάνουν τέτοιες αμοιβές και να πιστώσει τον παρακρατηθέντα φόρο έναντι του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος.
4. Το φυσικό πρόσωπο που αποκτά υπεραξία από τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 41 καταβάλλει στο συμβολαιογράφο κατά την υπογραφή του συμβολαίου μεταβίβασης το ποσό του φόρου που αντιστοιχεί στην υπεραξία σύμφωνα με το άρθρο 43 5. Τα νομικά πρόσωπα ή οι νομικές οντότητες που είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας ή έχουν μόνιμη εγκατάσταση στην Ελλάδα και λαμβάνουν αμοιβές για δικαιώματα (royalties) σύμφωνα με την περίπτωση γ΄ της παραγράφου 1 δεν υπόκεινται σε παρακράτηση φόρου σύμφωνα με το άρθρο 64 .
<span style="color: black;">1. Οι συντελεστές παρακράτησης φόρου είναι οι εξής:
α) για µερίσµατα δέκα τοις εκατό (10%),
β) για τόκους δεκαπέντε τοις εκατό (15%),
γ) για δικαιώµατα (royalties) και λοιπές πληρωµές είκοσι τοις εκατό (20%),
δ) για αμοιβές για τεχνικά έργα, αμοιβές διοίκησης, αμοιβές για συμβουλευτικές ή παρόμοιες υπηρεσίες είκοσι τοις εκατό (20%).
Κατ’ εξαίρεση, για τις αµοιβές που εισπράττονται από εργολήπτες κατασκευής κάθε είδους τεχνικών έργων και ενοικιαστών δηµόσιων, δημοτικών και κοινοτικών ή λιμενικών προσόδων ο συντελεστής είναι τρία τοις εκατό (3%) επί της αξίας του υπό κατασκευή έργου ή του μισθώµατος ανεξαρτήτως αν ο λήπτης της αμοιβής είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα,
ε) για το ασφάλισµα που καταβάλλεται µε τη µορφή περιοδικά καταβαλλόµενης παροχής δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Για το ασφάλισµα που καταβάλλεται εφάπαξ µέχρι του ποσού των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ δέκα τοις εκατό (10%) και για τα ποσά που υπερβαίνουν τις σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ είκοσι τοις εκατό (20%). Οι συντελεστές των προηγούµενων εδαφίων της περίπτωσης αυτής αυξάνονται κατά πενήντα τοις εκατό (50%) σε περίπτωση είσπραξης από τον δικαιούχο ποσού πρόωρης εξαγοράς. Δεν θεωρείται πρόωρη εξαγορά κάθε καταβολή που πραγµατοποιείται σε εργαζόµενο ο οποίος έχει θεµελιώσει συνταξιοδοτικό δικαίωµα ή έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του, καθώς και κάθε καταβολή που γίνεται χωρίς τη βούληση του εργαζοµένου, όπως σε περίπτωση απόλυσης του εργαζοµένου ή πτώχευσης του εργοδότη,
στ) για την υπεραξία από µεταβίβαση ακίνητης περιουσίας που αποκτά φυσικό πρόσωπο δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
2. Οι φορείς γενικής κυβέρνησης εκτός από τις κεφαλαιουχικές κατά την προµήθεια κάθε είδους αγαθών ή υπηρεσιών από φυσικά ή νοµικά πρόσωπα, υποχρεούνται, κατά την καταβολή ή την έκδοση της σχετικής εντολής πληρωµής της αξίας αυτών, να παρακρατούν φόρο εισοδήµατος, ο οποίος υπολογίζεται στο καθαρό ποσό της αξίας των αγαθών ή υπηρεσιών µε συντελεστή ως ακολούθως:
αα) ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) για τα υγρά καύσιμα
και τα προϊόντα καπνοβιοµηχανίας,
ββ) ποσοστό τέσσερα τοις εκατό (4%) για τα λοιπά αγαθά και
γγ) ποσοστό οκτώ τοις εκατό (8%) για την παροχή υπηρεσιών.
Εξαιρούνται από την παρακράτηση φόρου οι υπόχρεοι του πρώτου εδαφίου: αα) όταν προµηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες και δεν απαιτείται σύµβαση, εφόσον η καθαρή αξία αυτών, κατά συναλλαγή, δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ,
ββ) όταν λαµβάνουν υπηρεσίες ή προµηθεύονται ηλεκτρικό ρεύµα, τηλεφωνικές συνδιαλέξεις, τηλεγραφήµατα, γραµµατόσηµα, φωταέριο, νερό και εισιτήρια γενικά,
γγ) όπου προβλέπεται παρακράτηση ή προκαταβολή φόρου από άλλη διάταξη για το ίδιο έσοδο και
δδ) όταν προµηθεύονται αγαθά ή τους παρέχονται υπηρεσίες από τις πολεµικές βιοµηχανίες ΕΑΒ, ΕΒΟ, ΠΥΡΚΑΛ και ΕΛΘΟ, καθώς και από το Κέντρο Επιχειρηµατικής Πολιτιστικής Ανάπτυξης (Κ.Ε.Π.Α.) και την Αναπτυξιακή Ένωση Μακεδονίας (ΑΝ.Ε.Μ.).
3. Η παρακράτηση φόρου εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση της παραγράφου 1 σε περίπτωση που αυτός που λαµβάνει την πληρωµή, εκτός από τις αµοιβές που αναφέρονται στην περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1, η οποία υπόκειται σε παρακράτηση φόρου είναι φυσικό πρόσωπο που έχει τη φορολογική κατοικία του στην Ελλάδα ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα που λαμβάνει αμοιβές για υπηρεσίες σύμφωνα με την περίπτωση δ και που δεν έχει τη φορολογική κατοικία του και δεν διατηρεί µόνιµη εγκατάσταση στην Ελλάδα.
4. Σε περίπτωση που η παρακράτηση φόρου δεν εξαντλεί τη φορολογική υποχρέωση ο παρακρατηθείς φόρος πιστώνεται έναντι του φόρου εισοδήµατος που πρέπει να βεβαιωθεί από επιχειρηµατική δραστηριότητα ή του φόρου εισοδήµατος νοµικών προσώπων και νοµικών οντοτήτων, κατά περίπτωση.
5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών καθορίζεται ο χρόνος υποβολής της δήλωσης
6. Οι πληρωμές τόκων δανείων που χορηγούν πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένων των τόκων υπερημερίας, καθώς και οι τόκοι διατραπεζικών καταθέσεων απαλλάσσονται από την παρακράτηση φόρου.
7. Ο φόρος που παρακρατείται σύμφωνα με τις ανωτέρω παραγράφους αποδίδεται το αργότερο μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την ημερομηνία καταβολής της υποκείμενης σε παρακράτηση πληρωμής «εκτός από τους φόρους που παρακρατούνται από τους συμβολαιογράφους. Ειδικά ο φόρος που παρακρατείται από συμβολαιογράφο για την υπεραξία του άρθρου 41, αποδίδεται από τον ίδιο με τραπεζική επιταγή σε διαταγή του Ελληνικού Δημοσίου, εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την υπογραφή του συμβολαίου. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων καθορίζεται η διαδικασία για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
8. Σε περίπτωση που ο λήπτης της αμοιβής σύμφωνα με την περίπτωση δ΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 62 είναι φορολογικός κάτοικος Ελλάδας, παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 1 ενεργείται μόνον εφόσον η συναλλαγή υπερβαίνει τα τριακόσια (300) ευρώ.
9. Ειδικά, το εισόδημα από τόκους κρατικών ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου που αποκτούν νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες που δεν είναι φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και δεν έχουν στην Ελλάδα μόνιμη εγκατάσταση δεν υπόκειται σε παρακράτηση φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 1</span>
<span style="color: black;">1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων 2, 3, 4 και 5 οποιεσδήποτε παροχές σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή συγγενικό πρόσωπο αυτού συνυπολογίζονται στο φορολογητέο εισόδηµά του στην αγοραία αξία τους, εφόσον η συνολική αξία των παροχών σε είδος υπερβαίνει το ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ ανά φορολογικό έτος.
2. Η αγοραία αξία της παραχώρησης ενός οχήµατος σε εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστηµα ενός φορολογικού έτους, υπολογίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) του κόστους του οχήµατος που εγγράφεται ως δαπάνη στα βιβλία του εργοδότη µε τη μορφή της απόσβεσης περιλαµβανοµένων των τελών κυκλοφορίας, επισκευών, συντηρήσεων, καθώς και του σχετικού χρηµατοδοτικού κόστους που αντιστοιχεί στην αγορά του οχήµατος ή του μισθώµατος. Σε περίπτωση που το κόστος είναι μηδενικό, η αγοραία αξία της παραχώρησης ορίζεται σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της μέσης δαπάνης ή απόσβεσης κατά τα τελευταία τρία (3) έτη.
3. Οι παροχές σε είδος µε τη μορφή δανείου, προς εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα περιβάλλονται τη μορφή έγγραφης συµφωνίας και αποτιµώνται µε βάση το ποσό της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ των τόκων που θα κατέβαλε ο εργαζόµενος στη διάρκεια του ηµερολογιακού μήνα κατά τον οποίο έλαβε την παροχή, εάν το επιτόκιο υπολογισµού των τόκων ήταν το μέσο επιτόκιο αγοράς, όπως του οποίου η μέθοδος υπολογισμού ορίζεται µε απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, κατά τον ίδιο μήνα και των τόκων που τυχόν κατέβαλε ο εργαζόµενος στη διάρκεια του εν λόγω ηµερολογιακού μήνα. Σε περίπτωση που δεν υφίσταται έγγραφη συµφωνία δανείου, το σύνολο του αρχικού κεφαλαίου λογίζεται ως παροχή σε είδος. Η προκαταβολή μισθού άνω των τριών (3) μηνών θεωρείται δάνειο.
4. Η αγοραία αξία των παροχών σε είδος που λαµβάνει ένας εργαζόµενος ή εταίρος ή μέτοχος από νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα µε τη μορφή δικαιωµάτων προαίρεσης απόκτησης μετοχών προσδιορίζεται κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώµατος προαίρεσης ή μεταβίβασής του και ανεξαρτήτως εάν συνεχίζει να ισχύει η εργασιακή σχέση. Η αγοραία αξία άσκησης δικαιώµατος είναι η τιµή κλεισίµατος της μετοχής στο χρηµατιστήριο μειωµένη κατά την τιµή διάθεσης του δικαιώµατος.
5. Η αγοραία αξία της παραχώρησης κατοικίας σε εργαζόµενο ή εταίρο ή μέτοχο από ένα φυσικό ή νοµικό πρόσωπο ή νοµική οντότητα, για οποιοδήποτε χρονικό διάστηµα ενός φορολογικού έτους, αποτιµάται στο ποσό του μισθώµατος που καταβάλλει η επιχείρηση ή σε περίπτωση ιδιόκτητης κατοικίας σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) επί της αντικειµενικής αξίας του ακινήτου</span>
1. Στο Υπουργείο Οικονομικών συνιστάται Γενική Γραμ­ματεία Δημοσίων Εσόδων καταργουμένης ταυτοχρόνως της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων. Συνιστάται επίσης θέση Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων με βαθμό 1ο της κατηγορίας Ειδικών Θέσεων, ο οποίος προΐσταται της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ενώ καταργείται ταυτοχρόνως η θέση του Γενικού Γραμματέα Φορολογικών και Τελω­νειακών Θεμάτων με βαθμό 1ο της κατηγορίας Ειδικών Θέσεων.

2. Η Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων συγκρο­τείται από όλες τις οργανικές μονάδες και τις Ειδικές Αποκεντρωμένες Υπηρεσίες, που υπάγονται στις παρα­κάτω Γενικές Διευθύνσεις και Υπηρεσίες:

α. Γραφείο Γενικού Γραμματέα. β. Γενική Διεύθυνση Φορολογίας. γ. Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων και Εί­σπραξης Δημοσίων Εσόδων.

δ. Γενική Διεύθυνση Τελωνείων και Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης. ε. Γενική Διεύθυνση Γενικού Χημείου του Κράτους. στ. Γενική Διεύθυνση Οικονομικής Επιθεώρησης. ζ. Γενική Διεύθυνση Διοικητικής Υποστήριξης.

3. α. Εντός του πλαισίου των αρμοδιοτήτων της Γενι­κής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, ο Γενικός Γραμμα­τέας οφείλει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά:

(1) να διαμορφώνει και να επικαιροποιεί σε ετήσια βάση το στρατηγικό σχεδιασμό της Γενικής Γραμμα­τείας Δημοσίων Εσόδων, όπως επίσης ποιοτικούς και ποσοτικούς στόχους και κριτήρια αξιολόγησης των ορ­γανικών μονάδων που υπάγονται στην αρμοδιότητά του και του προσωπικού τους και να ενημερώνει σχετικά τον Υπουργό Οικονομικών,

(2) να τοποθετεί τους προϊσταμένους των οργανι­κών μονάδων και υπηρεσιών που υπάγονται στη Γε­νική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων σύμφωνα με τα κριτήρια που προβλέπονται στον Υπαλληλικό Κώδικα (ν. 3548/2007) και να αποφασίζει την πρόωρη λήξη της θητείας τους, λόγω μη εκπλήρωσης των τεθέντων ποι­οτικών και ποσοτικών στόχων,

(3) να διασφαλίζει ότι το πρόγραμμα και οι δραστηριό­τητες των επί μέρους οργανικών μονάδων και υπηρεσι­ών που υπάγονται στις αρμοδιότητές του συμβαδίζουν με το στρατηγικό σχεδιασμό και τους τεθέντες στόχους και να ελέγχει και εποπτεύει όλες τις δραστηριότητες της Γενικής Γραμματείας,

(4) να υποβάλλει προτάσεις νομοθετικών ρυθμίσεων που κατατίθενται στη Βουλή από τον Υπουργό Οικονομι­κών σε ζητήματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές του,

(5) να εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών την υπο­βολή προτάσεων για την έκδοση προεδρικών διαταγ­μάτων με τα οποία επέρχονται αλλαγές στον αριθμό, την οργάνωση, τις αρμοδιότητες και τη διάρθρωση των οργανικών μονάδων και υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων, καθώς και στην κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού,

(6) να μεταφέρει πόρους μεταξύ των οργανικών μονά­δων της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων,

(7) να λαμβάνει μέτρα για τη διασφάλιση της δια­φάνειας και την καταπολέμηση της διαφθοράς στις υπηρεσίες που υπάγονται στις αρμοδιότητές του, συ- μπεριλαμβανομένης και της κίνησης της διαδικασίας πειθαρχικής δίωξης,

(8) να οργανώνει προγράμματα μετεκπαίδευσης και εξειδίκευσης του προσωπικού που υπάγεται στις υπη­ρεσίες της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων.

Μέχρι το διορισμό του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, σύμφωνα με την παράγραφο 4β του παρόντος άρθρου, οι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται από τον Υπουργό ή τον Υφυπουργό Οικονομικών σύμφωνα με τις ισχύουσες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου διατάξεις.

β. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, ή του καθ' ύλην αρμόδιου Υφυπουργού Οικονομικών, που δη­μοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, περιέρ­χονται στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων πε­ραιτέρω αρμοδιότητες που κατά την κείμενη νομοθεσία ασκούνται από τον Υπουργό Οικονομικών, ή τον αρμόδιο Υφυπουργό, ή τους προϊσταμένους των οργανικών μο­νάδων του Υπουργείου Οικονομικών, εντός του πεδίου των αρμοδιοτήτων τους, σχετικά με την οργάνωση και άσκηση της φορολογικής διοίκησης, την εφαρμογή της φορολογικής και τελωνειακής νομοθεσίας που άπτεται της είσπραξης εσόδων, καθώς και την παρακολούθη­ση και αξιολόγηση του έργου των υπαγόμενων στην αρμοδιότητά του οργανικών μονάδων του Υπουργείου Οικονομικών και των υπαλλήλων τους. Οι αρμοδιότητες που μεταβιβάζονται κατά το προηγούμενο εδάφιο δεν μπορούν να αναμεταβιβασθούν στον Υπουργό Οικονο­μικών με μεταγενέστερη κανονιστική διοικητική πράξη.

Με αποφάσεις του, που δημοσιεύονται στην Εφημερί­δα της Κυβερνήσεως, ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων μπορεί να μεταβιβάζει στους προϊσταμένους των οργανικών μονάδων και ειδικών αποκεντρωμένων υπηρεσιών που υπάγονται στη Γενική Γραμματεία Δη­μοσίων Εσόδων, τις αναγκαίες αρμοδιότητες προκειμέ- νου αυτοί να ανταποκριθούν στους στόχους που τους τίθενται, όπως και να ανακαλεί τη μεταβίβαση αυτή των αρμοδιοτήτων, ανεξάρτητα του εάν έλαβε χώρα πριν ή μετά το διορισμό του. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων ορίζει έναν από τους προϊσταμένους Γενικής Διεύθυνσης της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων να τον αναπληρώνει σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας εκπλήρωσης των καθηκόντων του, καθώς και για το χρονικό διάστημα από τη λήξη της θητείας του μέχρι το διορισμό του διαδόχου του.

γ. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων υποβάλλει στη Βουλή μέσω του Υπουργού Οικονομικών ως το τέ­λος Φεβρουαρίου κάθε έτους αναλυτική ετήσια έκθεση απολογισμού και προγραμματισμού των δραστηριοτή­των της Γενικής Γραμματείας, η οποία συζητείται στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό της Βουλής, και αναρτάται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονομικών. Στην έκθεση δραστηριοτήτων δεν περιλαμβάνονται εξειδι­κευμένα στοιχεία, η γνωστοποίηση των οποίων μπορεί να παρεμποδίσει την υλοποίηση του προγράμματος και την επίτευξη των στόχων είσπραξης.

4. α. Ως Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων επι­λέγεται πρόσωπο εγνωσμένου κύρους που διαθέτει: 1) Πτυχίο Ανωτάτου Εκπαιδευτικού Ιδρύματος και, κατά προτίμηση, μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών στη φορο­λογική διοίκηση και το φορολογικό σύστημα εν γένει.

2) Σημαντική επαγγελματική εμπειρία κατά προτίμηση στον ιδιωτικό τομέα, στη φορολογική διοίκηση και το φορολογικό σύστημα. 3) Σημαντική διοικητική εμπειρία, σε θέσεις ευθύνης, σε διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, κατάρτιση στρατηγικών σχεδίων, διαχείριση έργων και δραστηριοτήτων (project management), στοχοθεσία, συ­ντονισμό ομάδων και παρακολούθηση επίτευξης στό­χων. 4) Γνώση ξένων γλωσσών, ιδίως δε της Αγγλικής, που αποδεικνύεται από σπουδές, δημοσιεύσεις και άλλα πρόσφορα μέσα. 5) Ισχυρό ιστορικό φορολογικής συμ­μόρφωσης.

β. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων επιλέ­γεται και διορίζεται για πενταετή θητεία με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών. Με την ανάληψη των κα­θηκόντων του ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων υπογράφει συμβόλαιο αποδοτικότητας με τον Υπουργό Οικονομικών, όπου περιλαμβάνονται οι υποχρεώσεις του και οι ποιοτικοί και ποσοτικοί στόχοι, οι οποίοι θα πρέπει να επιτευχθούν από τον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων κατά τη διάρκεια της θητείας του, όπως επίσης και σε ετήσια βάση.

γ. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσό­δων μπορεί να ανανεωθεί μία μόνο φορά με την ίδια διαδικασία.

δ. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 55 παρ. 13-16 του π.δ.63/2005, για την υποστήριξη του Γενι­κού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων στην άσκηση των κα­θηκόντων του συνιστάται μια επιπλέον θέση διοικητικού υπαλλήλου κατηγορίας ΠΕ, δύο επιπλέον θέσεις ειδικού συμβούλου και δύο επιπλέον θέσεις ειδικού συνεργάτη.

5. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων λήγει πρόωρα σε περίπτωση παραίτησης του Γενικού Γραμματέα, καθώς και αυτοδίκαιης θέσης σε αργία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 103 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, Α' 26), όπως εκάστοτε ισχύει. Η θητεία του Γενικού Γραμματέα Δη­μοσίων Εσόδων μπορεί επίσης να λήξει, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται μετά από εισήγηση του Υπουργού Οικονομικών, σε περίπτωση μό­νιμης αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων του λόγω νόσου ή αναπηρίας, σωματικής ή πνευματικής, όπως επίσης εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις δυνητικής θέσης σε αργία κατά τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 104 του Υπαλληλικού Κώδικα, όπως εκά­στοτε ισχύει. Κατά την ίδια διαδικασία, ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να εισηγηθεί την πρόωρη λήξη της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων σε περίπτωση προφανούς απόκλισης από την επίτευξη των τεθέντων στην παράγραφο 4β του παρόντος άρθρου ποιοτικών και ποσοτικών στόχων, μετά την συμπλήρω­ση δύο ετών από την τοποθέτησή του. Μετά τη λήξη της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και μέχρι το διορισμό του διαδόχου του, καθώς και σε περίπτωση προσωρινής αδυναμίας εκτέλεσης των καθηκόντων του, οι αρμοδιότητές του ασκούνται από τον Γενικό Διευθυντή που ορίζεται σύμφωνα με την περίπτωση 3 της παρούσας υποπαραγράφου. Τα ενδι­άμεσα αυτά διαστήματα δεν επιτρέπεται κατά κανόνα να υπερβαίνουν τους δύο μήνες.

6. α. Κατά τη διάρκεια της θητείας του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε δημόσιου λειτουργήματος, καθώς και η άσκηση καθηκόντων σε οποιαδήποτε θέση στο Δημό­σιο, Ο.Τ.Α., Ν.Π.Δ.Δ. και νομικά πρόσωπα του ευρύτε­ρου δημόσιου τομέα. Επίσης αναστέλλεται η άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος και ο ίδιος οφείλει, πριν την ανάληψη των καθηκόντων του, να παύσει οποιαδή- ποτε έννομη σχέση με εταιρεία, από την οποία μπορεί να προκληθεί σύγκρουση συμφερόντων.

β. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλε­κτρονικής Διακυβέρνησης, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να προβλέπεται ετήσια ειδική ανταμοιβή (bonus) του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων ως ποσοστό επί των εισπράξεων της Γενικής Γραμματείας που υπερβαίνουν τον ετήσιο στόχο.

 1. Για το φορολογικό έτος 2014 ως καταληκτική ημερομηνία εμπρόθεσμης υποβολής ορίζεται η 31 Μαρτίου 2015.
 2. Οι Δημόσιες Υπηρεσίες, τα Ν.Π.Δ.Δ. την υπηρεσία των οποίων ασκεί το δημόσιο και γενικά, όποιος παρακρατεί φόρο από μισθωτή εργασία, συντάξεις και φόρο από επιχειρηματική δραστηριότητα, υποβάλλουν υποχρεωτικά, με τη χρήση ηλεκτρονικής μεθόδου επικοινωνίας μέσω διαδικτύου (TAXISnet), στις αντίστοιχες εφαρμογές, το σύνολο των στοιχείων που προβλέπεται να περιλαμβάνονται στις εκδιδόμενες βεβαιώσεις αποδοχών ή συντάξεων και λοιπών παροχών και στις εκδιδόμενες βεβαιώσεις αμοιβών από επιχειρηματική δραστηριότητα που καταβλήθηκαν καθώς και το φόρο που παρακρατήθηκε επί αυτών και το ποσό της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης του άρθρου 29 του ν.3986/2011 (Α΄152) που παρακρατήθηκε προκειμένου για βεβαιώσεις αποδοχών από μισθωτή εργασία και συντάξεις.
Για την υποβολή αρχείου συντάξεων αρμόδιος φορέας είναι αποκλειστικά και μόνο η Ηλεκτρονική Διακυβέρνηση Κοινωνικής Ασφάλισης (Η.ΔΙ.Κ.Α) για όσα ταμεία ασκεί την εποπτεία.
Για τις αποδοχές που χορηγούνται αναδρομικά, τις αποδοχές κατόπιν δικαστικών αποφάσεων καθώς επίσης και για τις αμοιβές από επιχειρηματική δραστηριότητα των οποίων οι πληρωμές έχουν διενεργηθεί από τις Υπηρεσίες Δημοσιονομικού Ελέγχου (ΥΔΕ), αρμόδια υπηρεσία για την υποβολή αρχείου είναι η Δ/νση Συντονισμού και Ελέγχου Εφαρμογής Δημοσιολογιστικών Διατάξεων.
Για τους φορείς του Δημοσίου επισημαίνεται, ότι τυχόν διορθωτικές ή τροποποιητικές δηλώσεις υποβάλλονται αποκλειστικά και μόνο από τον ίδιο εκκαθαριστή, που έχει υποβάλλει τη σχετική αρχική δήλωση. Περαιτέρω, σε περιπτώσεις μετασχηματισμών επιχειρήσεων(απορροφήσεις, μετατροπές, συγχωνεύσεις, διασπάσεις), την υποχρέωση υποβολής του αρχείου βεβαιώσεων την έχει η προερχόμενη από το μετασχηματισμό επιχείρηση (απορροφώσα κλπ)