.
ΠΟΛ.1117/10.6.2015
Ρύθμιση οφειλών των διατάξεων των άρθρων 1-17 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ 32 Α/21.3.2015), όπως ισχύει και τροποποίηση διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής».
Με την παρούσα παρέχονται οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων της ρύθμισης οφειλών των άρθρων , , , , , , , , , , , , , , , , του ν.4321/2015 -ΦΕΚ 32A, (πλην της παραγράφου 4 του άρθρου 1 που αφορά αποκλειστικά σε οφειλές βεβαιωμένες σε ΟΤΑ), όπως τροποποιήθηκαν:
α. με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 - ΦΕΚ 35 Α, η οποία κυρώθηκε με το του ν. 4328/2015 - ΦΕΚ 51 Α,
β. με τα άρθρα και του ν. 4328/2015 και
γ. με το άρθρο του ν. 4324/2015 - ΦΕΚ 44 Α', και για την εφαρμογή της κατ' εξουσιοδότηση εκδοθείσας Απόφασης Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1080/2015-ΦΕΚ 628 Β, όπως τροποποιήθηκε με την Απόφαση Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1108/2015 - ΦΕΚ 917 Β', σε συνδυασμό με τις Αποφάσεις Υπουργού Οικονομικών ΠΟΛ 1098/2015 - ΦΕΚ 771 Β' & ΠΟΛ 1110/2015 - ΦΕΚ 946 Β', την τροποποίηση των διατάξεων των άρθρων 57 του ΚΦΔ και 6 του ΚΕΔΕ περί προστίμων εκπρόθεσμης καταβολής (άρθρο του ν. 4321/2015) και την κατάργηση της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Φ.Π.Α. (άρθρο του ν. 4321/2015) για την ενημέρωσή σας και την ενιαία εφαρμογή αυτών.
Αναλυτικότερα:
ΕΝΟΤΗΤΑ Α
ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
Ι.Στη ρύθμιση υπάγονται οφειλές ως εξής:
Α) Υποχρεωτικά:
Το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλών οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής, έχουν βεβαιωθεί στη Φορολογική Διοίκηση και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία αυτής και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής ή διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης.
Β) Μετά από επιλογή του οφειλέτη:
Β1) ληξιπρόθεσμες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής έχουν βεβαιωθεί και έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης και
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόμου
β) έχουν υπαχθεί σε διευκόλυνση ή νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, η οποία είναι σε ισχύ
Επισημάνσεις:
Στην περίπτωση υπαγωγής στη νέα ρύθμιση επέρχεται απώλεια των ανωτέρω διευκολύνσεων ή νομοθετικών ρυθμίσεων τμηματικής καταβολής χρεών και των ευεργετημάτων αυτών.
Σε περίπτωση που στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις περιλαμβάνονται οφειλές που δεν μπορούν να υπαχθούν στην παρούσα ρύθμιση, οι τελευταίες δύνανται να τακτοποιηθούν από τον οφειλέτη κατά νόμιμο τρόπο, με εκ νέου υπαγωγή τους στις ανωτέρω διευκολύνσεις ή ρυθμίσεις, ή με υπαγωγή τους σε άλλη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, σύμφωνα με τους οικείους όρους και προϋποθέσεις.
Αίτηση και υπαγωγή στη ρύθμιση των άρθρων , , , , , , , , , , , , , , , , του ν. 4321/2015 σημαίνει την αποδοχή αποκλειστικά και μόνο των ευεργετημάτων των διατάξεων που ορίζονται στα άρθρα αυτά.
γ) έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση χρεών κατ' άρθρο του Κ.Ε.Δ.Ε. ή κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου αυτού δυνάμει του δεύτερου εδαφίου της του ν. 3808/2009, η οποία είναι σε ισχύ
Επισήμανση:
Η απώλεια της ρύθμισης επιφέρει τις συνέπειες της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της του Κ.Ε.Δ.Ε. Σε περίπτωση που η εν λόγω ρύθμιση έχει απεικονιστεί στο σύστημα taxis με νέα βεβαίωση με είδος φόρου 4904 δεν είναι άμεσα δυνατή η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015. Κατά την υποβολή της αίτησης μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής εμφανίζεται απαγορευτικό μήνυμα με το εξής περιεχόμενο: «! Οφειλές ειδικής κατηγορίας: Για τη δυνατότητα υπαγωγής των οφειλών σας σε ρύθμιση παρακαλούμε να απευθυνθείτε στην αρμόδια για την είσπραξη φορολογική αρχή». Ο οφειλέτης υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης και να ζητήσει, με έγγραφη αίτησή του, την απώλεια της ρύθμισης για την οποία είχε δημιουργηθεί το εν λόγω τριπλότυπο βεβαίωσης, προκειμένου να γίνει διαγραφή αυτού και να απεικονιστούν στο σύστημα taxis οι συνέπειες της απώλειας της εν λόγω ρύθμισης, κατά τα ανωτέρω.
Β2) οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση και θα καταχωρισθούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων, μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής. Εάν πρόκειται για υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον των δικαστηρίων με την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκομίζεται και βεβαίωση από το αρμόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμη συζητηθεί. Εάν πρόκειται για εκκρεμή υπόθεση ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η δήλωση παραίτησης υποβάλλεται στη Φορολογική Αρχή, στην οποία υπεβλήθη η ενδικοφανής προσφυγή. Εν συνεχεία η Φορολογική Αρχή διαβιβάζει αυθημερόν τη δήλωση παραίτησης στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών με τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονικό μήνυμα, η οποία και θα αποστέλλει ακολούθως σημείωμα ότι η εκκρεμής υπόθεση δεν έχει εξετασθεί.
Β3) οι οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και αφορούν υποχρεώσεις ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014. Στην περίπτωση που από το χρηματικό κατάλογο ή τα συνοδευτικά αυτού έγγραφα δεν προκύπτει η αναγωγή της υποχρέωσης σε χρόνο έως 31.12.2014, απαιτείται προς τούτο έγγραφη βεβαίωση της βεβαιούσας αρχής.
Στη ρύθμιση του άρθρου 1 δύνανται επίσης να υπαχθούν μετά από επιλογή του οφειλέτη και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και έχουν βεβαιωθεί ύστερα από φορολογικό έλεγχο και αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων μέχρι 31/12/2014, συμπεριλαμβανομένων και των πρόσθετων φόρων / τελών του ν. 2523/1997 και των προστίμων ανακριβούς δήλωσης της διάταξης της του ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) και μη υποβολής δήλωσης των διατάξεων των και του ίδιου ως άνω νόμου.
Σημειώνεται ότι η οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου συνιστά εκτελεστό τίτλο (άρθρο ν. 4174/2013) και με βάση αυτή συνιστάται και βεβαιώνεται το 100% της φορολογικής οφειλής (άρθρο ν. 4174/2013), ήτοι ο κύριος και πρόσθετος φόρος / τέλος του ν. 2523/1997 ή πρόστιμο του άρθρου του ν. 4174/2013 ή πρόστιμο του άρθρου του ίδιου ως άνω νόμου, όταν αυτό επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου κατ' εφαρμογή της του ν. 4174/2013. Για τις απαλλαγές που προβλέπονται στο άρθρο του ν. 4321/2015 έχουν εφαρμογή τα οριζόμενα για τις εν γένει βεβαιωμένες οφειλές του ίδιου ως άνω νόμου.
Ευνόητο είναι ότι σε περίπτωση έκδοσης εντολής ελέγχου έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της και της του ν. 4174/2013, όπως ισχύει, δεν υπάρχει δηλαδή η δυνατότητα υποβολής δήλωσης για τη φορολογία, τη φορολογική περίοδο ή την υπόθεση που αφορά ο φορολογικός έλεγχος (σχετ. ΔΕΛ Α 1069048/2.5.2014 έγγραφό μας).
Σημειώνεται ότι, όσον αφορά τις φορολογίες κληρονομιών, δωρεών και γονικών παροχών, περιλαμβάνονται στη ρύθμιση οι οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης μέχρι την ημερομηνία της αίτησης και όχι αργότερα από τη λήξη της καταληκτικής ημερομηνίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014, ανεξάρτητα αν στην ημερομηνία βεβαίωσης αναγράφεται ως οικονομικό έτος το 2015. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η Δ.Ο.Υ., στην οποία υπάρχει ο σχετικός φάκελος της υπόθεσης, ενημερώνει με σχετικό υπηρεσιακό σημείωμα την αρμόδια για τη ρύθμιση Δ.Ο.Υ. για το χρόνο γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, μετά από την αίτηση του φορολογουμένου για την υπαγωγή του στη ρύθμιση, η οποία εν προκειμένω δεν υποστηρίζεται ηλεκτρονικά.
Τέλος, στη ρύθμιση του άρθρου 1 υπάγονται και οφειλές από την αυτοτελή φορολόγηση των μη διανεμηθέντων ή κεφαλαιοποιηθέντων αποθεματικών, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων και του άρθρου του ν. 4172/2013, ανεξάρτητα εάν στην ημερομηνία βεβαίωσης αναγράφεται ως οικονομικό έτος το 2015.
Επισημάνσεις:
Οι οφειλές των υποπεριπτώσεων Β2) και Β3) υπάγονται στη ρύθμιση ανεξαρτήτως της ημερομηνίας που καθίστανται ληξιπρόθεσμες.
Οφειλές βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση υπέρ νομικών προσώπων και τρίτων υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρούσα εγκύκλιο.
Ο οφειλέτης ο οποίος υπάγει σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλές των περιπτώσεων Α, Β1 και Β3, δηλαδή αυτές των άρθρων , και , παράγραφος 2 του ν. 4321/2015, δεν υποχρεούται σε παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή του δικογράφου ένδικου βοηθήματος ή ένδικου μέσου ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ 1106/2015.
Δεν είναι υποχρεωτική η υπαγωγή όλων των προαιρετικά υπαγόμενων στη ρύθμιση οφειλών που εμπίπτουν στις περιπτώσεις Β1, Β2 και Β3, αλλά ο οφειλέτης δύναται με αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία να επιλέξει να υπαγάγει μερικές μόνον από αυτές. Δεν είναι όμως δυνατή η επιλογή μέρους μόνο οφειλής, εκτός εάν ο οφειλέτης έχει ευθύνη για την καταβολή μέρους μόνον αυτής.
Β4) οφειλές που υπάγονται σε συμφωνία που επικυρώθηκε με δικαστική απόφαση κατ' άρθρα 99 και επόμενα του Πτωχευτικού Κώδικα, του ν. 1892/1990 ή άλλες διατάξεις και είναι σε ισχύ είτε οι υπαγόμενες οφειλές είναι ληξιπρόθεσμες σύμφωνα με τα οριζόμενα στην περίπτωση Β1 είτε πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται στις περιπτώσεις Β2 και Β3 της παρούσας ενότητας
Επισήμανση:
Για την υπαγωγή στη ρύθμιση απαιτείται προηγούμενη ανατροπή της συμφωνίας ως προς το Δημόσιο, με συνέπεια την αναβίωση των οφειλών που είχαν υπαχθεί σε αυτή, η οποία επέρχεται με σχετική μονομερή δήλωση του οφειλέτη, που υποβάλλεται εγγράφως στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης. Ποσά που έχουν καταβληθεί στο πλαίσιο της ανατραπείσας συμφωνίας πιστώνονται κατά το χρόνο που έλαβε χώρα κάθε καταβολή στις οφειλές που είχαν υπαχθεί στη συμφωνία, με τις αναλογούσες κατά το χρόνο καταβολής προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι όροι της ανατραπείσας συμφωνίας (π.χ. «πάγωμα» προσαυξήσεων ή τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, περιορισμός αυτών κ.λπ.). Σε περίπτωση που στη δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία προβλέπεται ρητά η δυνατότητα του οφειλέτη να επιλέξει, μετά την επικύρωσή της, ευμενέστερο από τον οριζόμενο σε αυτή τρόπο αποπληρωμής των οφειλών του, κατ' εφαρμογή των κειμένων διατάξεων, έχουν εφαρμογή τα προβλεπόμενα στη συμφωνία.
Έχει παρατηρηθεί ότι, για τις ανάγκες απεικόνισης των όρων των δικαστικών συμφωνιών, επιλέγεται συχνά στην πράξη η δημιουργία νέας βεβαίωσης με είδος φόρου 4904. Στην περίπτωση αυτή, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω (υπό στοιχείο Β1γ) εμποδίζεται αυτόματα η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής και ο οφειλέτης υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης Υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης και να ζητήσει με έγγραφη μονομερή δήλωσή του την ανατροπή της συμφωνίας. Στη συνέχεια η αρμόδια Υπηρεσία υποχρεούται να προβεί στη διαγραφή του τριπλοτύπου βεβαίωσης με είδος φόρου 4904 και στην απεικόνιση των συνεπειών της ανατροπής της συμφωνίας στο σύστημα taxis.
Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση που για την απεικόνιση της δικαστικής συμφωνίας έχει επιλεγεί ορισμένος τύπος ρύθμισης στο σύστημα taxis ή η συμφωνία δεν έχει απεικονιστεί καθόλου σε αυτό, δεν κωλύεται η ηλεκτρονική υποβολή αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος υπαγωγής στην παρούσα ρύθμιση οφειλών για τις οποίες ήδη προβλέπεται ειδικός τρόπος αποπληρωμής βάσει δικαστικά επικυρωμένης συμφωνίας, χωρίς προηγούμενη ανατροπή αυτής και απεικόνιση των οικείων συνεπειών, οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να διενεργούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα σχετικό έλεγχο, ώστε, αν διαπιστωθεί ότι έχει λάβει χώρα υπαγωγή οφειλών της ανωτέρω κατηγορίας στη ρύθμιση του ν. 4321/2015, χωρίς να έχει προηγηθεί υποβολή έγγραφης μονομερούς δήλωσης και πίστωση των καταβληθέντων ποσών, κατά τα ανωτέρω, να επέρχεται απώλεια της ρύθμισης του ν. 4321/2015 σύμφωνα με το Κεφάλαιο VIII της Ενότητας Γ' της παρούσας εγκυκλίου. Προκειμένου ο οφειλέτης να έχει τη δυνατότητα να υποβάλει εμπρόθεσμα νέα αίτηση για υπαγωγή στην παρούσα ρύθμιση, μετά την απώλεια της πρώτης και αφού τηρηθεί η προαναφερόμενη διαδικασία (υποβολή έγγραφης μονομερούς δήλωσης ανατροπής, ορθή πίστωση καταβληθέντων ποσών), ο ανωτέρω έλεγχος πρέπει να διενεργείται κατά το χρονικό διάστημα πριν από την καταληκτική ημερομηνία για υποβολή αίτησης υπαγωγής στην ρύθμιση, με ταυτόχρονη ειδοποίηση του οφειλέτη με κάθε πρόσφορο μέσο.
Επισημαίνεται και με την παρούσα εγκύκλιο η επιτακτική ανάγκη απεικόνισης τυχόν μη απεικονισμένων δικαστικών συμφωνιών στο σύστημα taxis ή χειρόγραφα, ώστε να καθίσταται δυνατή η διενέργεια του ανωτέρω περιγραφόμενου ελέγχου.
Προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο ρύθμισης οφειλών που υπάγονται σε δικαστικά επικυρωμένη συμφωνία εν μέρει με τους όρους της συμφωνίας και εν μέρει με τις διατάξεις του ν. 4321/2015, τονίζεται ότι οι ανωτέρω οδηγίες καταλαμβάνουν όλες τις οφειλές που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας κατά τους όρους αυτής, δηλαδή όχι μόνο οφειλές που ήταν ήδη βεβαιωμένες κατά το χρόνο δικαστικής επικύρωσης της συμφωνίας (ημερομηνία έκδοσης της επικυρωτικής απόφασης) και ρυθμίζονται από αυτή αλλά και οφειλές που βεβαιώθηκαν μετά την ανωτέρω ημερομηνία ή θα βεβαιωθούν και θα καταχωριστούν στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του ν. 4321/2015 (βλ. ανωτέρω υπό στοιχεία Β2 και Β3 της παρούσας ενότητας), υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας.
Τέλος, είναι αυτονόητο ότι σε περίπτωση ανατροπής της συμφωνίας δεν τίθεται ζήτημα υπαγωγής σε αυτή οφειλών που θα βεβαιωθούν μελλοντικά και οι οποίες βάσει των όρων της ανατραπείσας συμφωνίας θα ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής αυτής. Επίσης, μετά την ανατροπή συμφωνίας συνδιαλλαγής ή εξυγίανσης κατ' άρθρα 99 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα δεν είναι πλέον δυνατή η ρύθμιση κατ' άρθρο του Κ.Ε.Δ.Ε. σε συνδυασμό με το του ν. 3808/2009 οφειλών που δεν είχαν υπαχθεί στο πεδίο εφαρμογής αυτής.
ΙΙ. Δικαιούχοι υποβολής αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση.
Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και για τις οφειλές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής. Στη ρύθμιση δύνανται να υποβάλλουν αίτηση υπαγωγής με τους ίδιους όρους:
α) ο πρωτοφειλέτης (φυσικό πρόσωπο ή ο νόμιμος εκπρόσωπος στην περίπτωση του νομικού προσώπου),
β) τα πρόσωπα που ευθύνονται μαζί με τον πρωτοφειλέτη και κατά το μέρος της ευθύνης τους,
γ) οι κληρονόμοι αποβιωσάντων οφειλετών, δεδομένου ότι δεν πρόκειται περί συνυπευθυνότητας με τον οφειλέτη αλλά επιμεριστικής ευθύνης καταβολής κατά το ποσοστό της κληρονομικής τους μερίδας,
δ) οι οφειλέτες σύζυγοι για φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων που προέκυψε από την κοινή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, δεδομένου ότι η ευθύνη καταβολής ανήκει στον κάθε σύζυγο χωριστά για το φόρο που αναλογεί στα εισοδήματά του. Ομοίως και σε περίπτωση άλλων φόρων και τελών που προκύπτουν από κοινή δήλωση.
ε) στις περιπτώσεις των καταλογιστικών πράξεων που εκδίδονται στα Τελωνεία με υπόχρεα πρόσωπα πέραν του ενός, οι οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν από τους υπόχρεους - ο καθένας να ρυθμίσει, εφόσον το επιθυμεί, το σύνολο των οφειλών που αφορούν την προσωπική του υποχρέωση - υπό την αίρεση ότι η αλληλέγγυα υποχρέωσή του δεν παύει μέχρι την αποπληρωμή της οφειλής από τους λοιπούς οφειλέτες ή αυτούς τους ίδιους.
ΙΙΙ. Εξαιρέσεις από την υπαγωγή στη ρύθμιση.
Εξαιρούνται από την υπαγωγή στη ρύθμιση:
α. οι οφειλές οι οποίες σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις δεν δύνανται να υπαχθούν σε διευκόλυνση ή νομοθετική ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, όπως οφειλές που προέρχονται από ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών άρθρων 2 & 3 του ν.3220/2004, βάσει του αρ. ν.4099/2012. Η ανάκτηση γίνεται με την έκδοση φύλλου ελέγχου από την αρμόδια ελεγκτική φορολογική Υπηρεσία και η βεβαίωση αυτής διενεργείται σύμφωνα με τον Κ.Ε.Δ.Ε (είδος φόρου 6130),
β. οφειλές από τις ετήσιες δηλώσεις φόρου εισοδήματος φορολογικού έτους 2014.
Επισήμανση:
Με τις διατάξεις του άρθρου του ν. 4321/2015 καταργήθηκαν οι διατάξεις της παραγράφου 4α του άρθρου 49 και της παραγράφου 6 του άρθρου 50 του Κώδικα Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000) και δεν εξαιρούνται πλέον από την υπαγωγή σε διευκόλυνση ή ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών, ούτε βέβαια από την παρούσα ρύθμιση, οφειλές από Φ.Π.Α. που έχουν βεβαιωθεί με τις πράξεις των άρθρων 49 και 50 του Κώδικα Φ.Π.Α.
ΕΝΟΤΗΤΑ Β
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ
Ι. Υποβολή αίτησης - Προϋποθέσεις υπαγωγής- Καταβολή δόσεων.
1. Η αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται ηλεκτρονικά, μέσω διαδικτυακής εφαρμογής, έως και την 26η Ιουνίου 2015.
Επισημάνσεις:
Τυχόν εκκρεμής πίστωση ποσού έως πενήντα (50) ευρώ από καταβολή ή απόδοση που έχει διενεργηθεί πριν την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση δεν εμποδίζει την υποβολή της σχετικής αίτησης μέσω διαδικτυακής εφαρμογής.
Σε περίπτωση που εκκρεμεί πίστωση ποσού άνω των πενήντα (50) ευρώ, η πίστωση διενεργείται κατά προτεραιότητα και η τυχόν εναπομείνασα οφειλή δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση.
2. Εξαιρετικά, σε περίπτωση που δεν είναι δυνατή η υποβολή της αίτησης ηλεκτρονικά, υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
Επισήμανση:
Κατ'εξαίρεση, όταν η αίτηση δεν υποβάλλεται από τον πρωτοφειλέτη, η υποβολή της διενεργείται μόνο στην αρμόδια Υπηρεσία.
3. Ο φορολογούμενος που διαπιστώνει ότι έχει πρόσθετο φόρο ο οποίος έχει συμβεβαιωθεί στον ίδιο ΚΑΕ με τον κύριο, προκειμένου οι οφειλές του να απαλλαγούν από το ποσοστό του πρόσθετου φόρου ανάλογα με το πρόγραμμα δόσεων που επιθυμεί, προσέρχεται στην υπηρεσία που είναι βεβαιωμένες οι οφειλές, υποβάλλει αίτηση διαχωρισμού σε κύριο και πρόσθετο φόρο, προσκομίζοντας τα τυχόν αποδεικτικά στοιχεία που διαθέτει (το νόμιμο τίτλο βεβαίωσης, όπως δήλωση, εκκαθάριση δήλωσης, φύλλο ελέγχου, λοιπές πράξεις προσδιορισμού φόρου, πρακτικό διοικητικής επίλυσης διαφοράς κ.λπ.). Ο Προϊστάμενος της υπηρεσίας αποδέχεται τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά και καταχωρεί τα απαιτούμενα για το διαχωρισμό στοιχεία, μετά από επικοινωνία με τις συναρμόδιες υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, εφόσον απαιτείται, σε εφαρμογή του πληροφοριακού συστήματος της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης της Γ.Γ.Δ.Ε. Ο διαχωρισμός διενεργείται με μεταβολή της αρχικής βεβαίωσης ανά ΚΑΕ, ώστε να αποτυπωθεί η με βάση του διαχωρισμού αναλογία στο ανεξόφλητο υπόλοιπο πριν την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της αίτησης υπαγωγής. Κατόπιν, ο φορολογούμενος υποβάλλει αίτηση για υπαγωγή στη ρύθμιση.
Επισήμανση:
Τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίζονται διασταυρώνονται με αυτά που τηρούνται στα αρχεία της Φορολογικής Διοίκησης (φάκελο της υπόθεσης, βιβλία καταχώρησης φύλλων ελέγχου, πρακτικών συμβιβασμού κ.λπ.), κατά την προσκόμισή τους, εφόσον είναι εφικτό, διαφορετικά στο συντομότερο δυνατό χρόνο.
4. Προϋπόθεση για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι η καταβολή της προκαταβολής ή της πρώτης δόσης ή η εφάπαξ εξόφλησή της εντός τριών εργάσιμων ημερών από την ημέρα υποβολής της αίτησης (για την περίπτωση υπαγωγής σε ρύθμιση κατόπιν καταβολής «προκαταβολής» ισχύουν και τα ειδικότερα οριζόμενα στην κατωτέρω ενότητα Δ.
Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι και την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών.
Επισημάνσεις:
Εφόσον ο αιτών δεν καταβάλλει την πρώτη δόση εντός της ανωτέρω αποκλειστικής προθεσμίας, μπορεί να υποβάλει εκ νέου αίτηση έως την καταληκτική ημερομηνία υποβολής της, προκειμένου να ρυθμίσει τις οφειλές του.
Δεν υφίσταται περιορισμός ως προς το ύψος της οφειλής η οποία δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση.
Εφόσον οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης εξοφλήσει εφάπαξ το υπολειπόμενο ποσό έως και την καταληκτική ημερομηνία υποβολής αίτησης για υπαγωγή, δικαιούται επί του εφάπαξ εξοφλούμενου ποσού τις απαλλαγές του άρθρου του ν. 4321/2015, όπως ισχύει, κατά ποσοστό 100% από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν. 2523/1997, πρόστιμα μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν, κατόπιν σχετικής αίτησης η οποία υποβάλλεται στην αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία πριν ή μετά την εφάπαξ εξόφληση.
Ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης του ν.4321/2015, όπως τροποποιήθηκε με την Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου της 27.03.2015 (ΦΕΚ 35 Α), μετά την εκούσια καταβολή της πρώτης δόσης αυτής. Εξαίρεση στην περίπτωση καταβολής της πρώτης δόσης της ρύθμισης με εκούσια καταβολή συνιστά η δυνατότητα πίστωσης αυτής με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων και του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης, με επιμέλεια του οφειλέτη.
Ο συμψηφισμός κατά τις διατάξεις του άρθρου του ΚΦΔ και του άρθρου του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν, η απόδοση προϊόντος κατάσχεσης (με εξαίρεση την περίπτωση του ανωτέρω εδαφίου) πλειστηριασμού, πτωχευτικής διανομής ή άλλης μορφής συλλογικής εκτέλεσης και η παρακράτηση επί αποδεικτικού ενημερότητας ή βεβαίωσης οφειλής του άρθρου του ΚΦΔ, όπως ισχύει, δεν αποτελούν εκούσια καταβολή, αλλά καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθμισης εφόσον αποδίδονται κατά τη διάρκεια εν ισχύ ρύθμισης και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
ΙΙ. Φορείς είσπραξης.
Η καταβολή των δόσεων διενεργείται στους φορείς είσπραξης (συνεργαζόμενες Τράπεζες, Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, ΕΛ.ΤΑ.), χωρίς να επιβάλλεται στον οφειλέτη οικονομική επιβάρυνση, με την χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής (Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής - Τ.Ρ.Ο.) ή σε υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ. / Ελεγκτικό Κέντρο, Τελωνείο κατά περίπτωση).
Επισήμανση:
- Ο οφειλέτης πρέπει να απευθυνθεί στους φορείς είσπραξης εφόσον επιθυμεί τη σύσταση εντολής αυτόματης χρέωσης λογαριασμού για την καταβολή των δόσεων της ρύθμισης. Σε περίπτωση που υπάγονται στη νέα ρύθμιση οφειλές οι οποίες τελούσαν σε προηγούμενη ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής οι δόσεις της οποίας καταβάλλονταν με εντολή αυτόματης χρέωσης λογαριασμού που τηρείται σε φορέα είσπραξης, ο φορολογούμενος θα πρέπει να απευθυνθεί στο φορέα είσπραξης, για την αλλαγή της εντολής.
ΙΙΙ. Αρμοδιότητα
Ως αρμόδιος για τη χορήγηση της ρύθμισης, την παρακολούθηση, την τήρηση των όρων της, την απώλεια αυτής, τη βεβαίωση της κύρωσης του άρθρου του ν.4321/2015 και κάθε άλλη αναγκαία διαδικασία ορίζεται ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. ή του Τελωνείου ή άλλης Υπηρεσίας, ο οποίος είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
Στην περίπτωση συναρμοδιότητας του Προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης, αρμόδιος για τα ανωτέρω ορίζεται ο τελευταίος, ανεξαρτήτως του ύψους της ρυθμιζόμενης οφειλής.
ΕΝΟΤΗΤΑ Γ
ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ
Ι. Ευεργετήματα υπέρ του οφειλέτη.
Διακανονισμός πληρωμής.
i) Δυνατότητα καταβολής των οφειλών που ρυθμίζονται εφάπαξ ή σε έως εκατό (100) μηνιαίες δόσεις.
ii) Απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του Ν. 2523/1997, από τα πρόστιμα του άρθρου 58 και του άρθρου του ν. 4174/2013, όταν αυτό το τελευταίο επιβάλλεται μετά από έλεγχο αντί του προστίμου του άρθρου , κατ' εφαρμογή των διατάξεων της του ίδιου ως άνω νόμου, οπότε και συμβεβαιώνεται με την κύρια οφειλή, καθώς και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που επιβαρύνουν τις ρυθμισμένες οφειλές (όπως έχουν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της αίτησης υπαγωγής) ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
Εφόσον καταβάλλεται προκαταβολή ποσού οφειλής, χορηγείται απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής του προγράμματος ρύθμισης που θα επιλέξει.
Οι απαλλαγές τόκων και προσαυξήσεων υπολογίζονται επί του ποσού της αρχικής ρυθμισμένης οφειλής και πριν την απαλλαγή των πρόσθετων φόρων ή τελών του ν. 2523/1995 και των προστίμων μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 που συμβεβαιώνονται με την κύρια οφειλή.
Δεν διενεργείται απαλλαγή του αυτοτελούς προστίμου των διατάξεων του άρθρου 7 του ν. 2523/1997 και της παραγράφου 1 της του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, για παραβάσεις που αφορούν τα τέλη κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων.
Τέλος, για τις μη φορολογικές οφειλές είναι δυνατή μόνο η κατά ποσοστό απαλλαγή των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. ή Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής.
iii) Συγκεκριμένα, οι ρυθμιζόμενες οφειλές καταβάλλονται, εφάπαξ ή σε δόσεις ως εξής:
α) εφάπαξ, με απαλλαγή ποσοστού εκατό τοις εκατό (100%),
β) από δύο (2) έως και πέντε (5) μηνιαίες δόσεις, με απαλλαγή ποσοστού ενενήντα τοις εκατό (90%) ,
γ) από έξι (6) έως και δέκα (10) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού ογδόντα τοις εκατό (80%),
δ) από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%),
ε) από είκοσι μία (21) έως και τριάντα (30) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εβδομήντα τοις εκατό (70%)
στ) από τριάντα μία (31) έως και σαράντα (40) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα πέντε τοις εκατό (65%),
ζ) από σαράντα μία (41) έως και πενήντα (50) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού εξήντα τοις εκατό (60%),
η) από πενήντα μία (51) έως και εξήντα (60) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα πέντε τοις εκατό (55%),
θ) από εξήντα μία (61) έως και εβδομήντα (70) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού πενήντα τοις εκατό (50%),
ι) από εβδομήντα μία (71) έως και ογδόντα (80) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού σαράντα πέντε τοις εκατό (45%),
ια) από ογδόντα μία (81) έως και ενενήντα (90) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού σαράντα τοις εκατό (40%) και
ιβ) από ενενήντα μία (91) έως και εκατό (100) μηνιαίες δόσεις με απαλλαγή ποσοστού τριάντα τοις εκατό (30%).
Επισημάνσεις:
Η διάρκεια της ρύθμισης των βεβαιωμένων οφειλών υπέρ αλλοδαπού δημοσίου κατόπιν αιτήσεων αμοιβαίας συνδρομής στην είσπραξη δεν δύναται να υπερβαίνει την ημερομηνία παραγραφής, όπως αυτή ορίζεται από το αλλοδαπό δημόσιο. Στην περίπτωση αυτή οι οφειλές προς το αλλοδαπό δημόσιο δύνανται, με αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια υπηρεσία, να ρυθμίζονται με διαφορετική Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής από τις λοιπές οφειλές.
Τα πολλαπλά τέλη και πρόστιμα που έχουν βεβαιωθεί κατ' εφαρμογή των διατάξεων του Τελωνειακού Κώδικα υπάγονται στη ρύθμιση με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τα επιβαρύνουν ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
iv) Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράμματος ρύθμισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των άρθρων 57 και του ΚΦΔ και του άρθρου του ΚΕΔΕ.
Στην περίπτωση που επιβάλλεται ή έχει επιβληθεί το πρόστιμο του άρθρου του ΚΦΔ, εφόσον ο φορολογούμενος υπαχθεί στη ρύθμιση και υπό την προϋπόθεση τήρησης του προγράμματος, το πρόστιμο αυτό διαγράφεται.
ν) Το ελάχιστο ποσό δόσης ρύθμισης δεν μπορεί να είναι κατώτερο από 20€. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές ληξιπρόθεσμες της 1η Μαρτίου 2015 σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ. ή σε περισσότερα του ενός Τελωνεία, το ελάχιστο ποσό δόσης διαμορφώνεται σε 10€. Σε κάθε περίπτωση οι δόσεις της ρύθμισης δεν μπορεί να είναι περισσότερες των εκατό (100).
III. Λήψη πιστοποιητικών
α) Στις περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται μνημόνευση και επισύναψη ή η προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α και ο φορολογούμενος έχει ανεξόφλητες οφειλές από διαφορετικές οφειλές, συμπεριλαμβανομένων Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α., που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση, εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στην της ΠΟΛ 1004/2015 (ΦΕΚ 2Β') Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Στις περιπτώσεις στις οποίες στο πιστοποιητικό του άρθρου αναγράφεται το οφειλόμενο ποσό του αναλογούντος φόρου (ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ) και υπάρχει υποχρέωση απόδοσης του ποσού αυτού από το συμβολαιογράφο ( ν. 4174/2013), τότε εφαρμόζεται η διαδικασία της της ΠΟΛ 1004/2015 Απόφασης του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων.
Ο επιμεριστικά αναλογών φόρος υπολογίζεται από το τμήμα συμμόρφωσης και σχέσεων με τους φορολογούμενους της Δ.Ο.Υ. και αναγράφεται, κατά τα οριζόμενα στην ανωτέρω απόφαση, στα υποδείγματα 3 και 5 αυτής με τα λοιπά στοιχεία βεβαίωσης του φόρου.
Προκειμένου να πιστωθούν / αποδοθούν τα ποσά του αναλογούντος επιμεριστικά φόρου για κάθε οφειλή από ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ, πραγματοποιείται οίκοθεν από το τμήμα εσόδων διαχωρισμός της ρύθμισης και εκδίδονται αντίστοιχες Ταυτότητες Ρυθμισμένης Οφειλής. Με την απεικόνιση της πίστωσης / απόδοσης εκδίδεται νέα Ταυτότητα Ρυθμισμένης Οφειλής για το σύνολο των οφειλών, δηλαδή για αυτές από ΦΑΠ ή ΕΝΦΙΑ και τις λοιπές. Η τελευταία αυτή ρύθμιση, όπως και οι ενδιάμεσες, έχουν τα ευεργετήματα και τους όρους της αρχικής.
Ο φορολογούμενος ενημερώνεται για τις νέες Ταυτότητες Ρυθμισμένης Οφειλής από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., στην περίπτωση που το πιστοποιητικό χορηγείται μετά την καταβολή του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου στη Δ.Ο.Υ., και από την «Προσωποποιημένη Πληροφόρηση του φορολογούμενου» στο Ο.Π.Σ.TAXISnet, εφόσον αποδίδεται από το συμβολαιογράφο. Μέχρι την καταβολή από το συμβολαιογράφο του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου και την έκδοση της νέας Ταυτότητας Ρυθμισμένης Οφειλής για το σύνολο των οφειλών, εφόσον απαιτείται καταβολή δόσης της ρύθμισης, αυτή καταβάλλεται για όλες τις επιμέρους ρυθμίσεις που έχουν δημιουργηθεί. Μετά την εξόφληση του αναλογούντος φόρου από το φορολογούμενο, το πιστοποιητικό χορηγείται άμεσα σε αυτόν, ενώ στην περίπτωση απόδοσης του επιμεριστικά αναλογούντος φόρου από το συμβολαιογράφο, το πιστοποιητικό χορηγείται άμεσα μετά την αναγραφή των Ταυτοτήτων Ρυθμισμένης Οφειλής στο πιστοποιητικό.
β) Η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν επηρεάζει τον τρόπο χορήγησης του πιστοποιητικού του άρθρου 105 του Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών και Κερδών από τυχερά παίγνια, ο οποίος κυρώθηκε με το πρώτο άρθρο του ν. 2961/2001 (ΦΕΚ 266 Α'), συνεπώς δεν χορηγείται το εν λόγω πιστοποιητικό αν δεν έχει καταβληθεί ο επιμεριστικά αναλογών φόρος. Σε κάθε περίπτωση που καταβάλλεται από τον υπόχρεο επιμεριστικά αναλογών φόρος κληρονομιάς, δωρεάς ή γονικής παροχής καθώς και στις περιπτώσεις που υπάρχει υποχρέωση απόδοσης επιμεριστικά αναλογούντος φόρου, κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 82 του ως άνω Κώδικα, είτε από συμβολαιογράφο είτε από άλλα πρόσωπα -όπως Τράπεζες εφόσον πρόκειται για απόδοση καταθέσεων- ακολουθείται η ανωτέρω αναφερθείσα διαδικασία για την περίπτωση α) ως προς την πίστωση / απόδοση των ποσών του αναλογούντος επιμεριστικά φόρου (διαχωρισμός ρύθμισης κ.λπ).
IV. Χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας.
Στον οφειλέτη που είναι συνεπής στη ρύθμιση δύναται να χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας των οφειλών του στη Φορολογική Διοίκηση, μηνιαίας διάρκειας (με παρακράτηση ποσοστού, όπου απαιτείται), εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου του Κ.Φ.Δ. και της κατ' εξουσιοδότηση εκδοθείσας απόφασης ΓΓΔΕ ΠΟΛ 1274/2013 (ΦΕΚ 3398 Β'), όπως ισχύουν.
Επισήμανση:
- Σε έκτακτες περιπτώσεις που για οποιαδήποτε αιτία δεν εμφανίζονται στο πληροφοριακό σύστημα των Δ.Ο.Υ. οι σχετικές πληρωμές, ο αιτών οφείλει να προσκομίζει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. το σχετικό παραστατικό πληρωμής, για την αξιολόγηση του αιτήματος χορήγησης αποδεικτικού ενημερότητας.
V. Μη λήψη αναγκαστικών μέτρων είσπραξης.
1. Για οφειλές που έχουν υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης και ο οφειλέτης συμμορφώνεται με το πρόγραμμα αυτής και εφόσον έχει ελεγχθεί η συνδρομή των ουσιαστικών προϋποθέσεων υπαγωγής και διατήρησής του, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας, αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης εν γένει (π.χ. έκδοση προγράμματος πλειστηριασμού) επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί παραγγελίες κατάσχεσης, τα ποσά όμως που θα αποδίδονται από τις κατασχέσεις στα χέρια τρίτων καλύπτουν δόση ή δόσεις της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. Με την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.
2. Οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) έχει εξοφληθεί ποσοστό 25% της αρχικής βασικής βεβαιωμένης ρυθμιζόμενης οφειλής πριν από οποιαδήποτε απαλλαγή, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό της προκαταβολής του άρθρου του ν. 4321/2015,
β) έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη,
γ) έχει κατά περίπτωση εξεταστεί η συνδρομή της πλήρωσης των προϋποθέσεων υπαγωγής στη ρύθμιση και μη απώλειας αυτής, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας,
δ) η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί και εξοφληθεί στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης και δεν περιλαμβάνει άλλα χρέη που δεν έχουν εξοφληθεί.
3. Λοιπές επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων για τις οποίες δεν συντρέχουν οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν αίρονται.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων του άρθρου του ν.4321/2015, όπως ισχύει, περί δυνατότητας πίστωσης υπό προϋποθέσεις ποσών από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια των πιστωτικών ιδρυμάτων για την εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή ή την κάλυψη πρώτης δόσης της ρύθμισης, τα αποδιδόμενα ποσά από τις επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων, καθώς και από άλλες πράξεις εκτέλεσης (πχ απόδοση πλειστηριάσματος) λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Διευκρινίζεται ότι ως τρόπος εξόφλησης της της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1080/2015 νοείται κάθε ποσό που εισπράττεται από οποιαδήποτε αιτία, κατά τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνεται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.
Ποσά που αποδίδονται από επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων πέραν του ανωτέρω ποσοστού δεν επιστρέφονται.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτημα περιορισμού κατασχέσεων στα χέρια τρίτων, σύμφωνα με τις διατάξεις της του ΚΕΔΕ . Σχετική και η εγκύκλιος ΠΟΛ 1092/2014.
VI. Αναβολή εκτέλεσης ποινής.
Με την υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής, αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τις διατάξεις του άρθρου του ν.1882/1990, όπως ισχύει σήμερα, ή εφόσον άρχισε η εκτέλεσή, της διακόπτεται.
VII. Δικαιώματα του Δημοσίου.
Η Φορολογική Διοίκηση διατηρεί το δικαίωμα και μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση:
α) να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ' αυτού εφόσον δεν διασφαλίζονται τα συμφέροντά του Δημοσίου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο του ΚΦΔ και την κατ'εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ 1274/2013, όπως ισχύουν,
β) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη και των συνυποχρέων προσώπων, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,
γ) να ορίζει ποσοστό παρακράτησης, στις περιπτώσεις που απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού για είσπραξη χρημάτων από φορείς του Δημοσίου, το οποίο αναγράφεται επί του χορηγούμενου αποδεικτικού ενημερότητας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο του ΚΦΔ και την κατ'εξουσιοδότηση εκδοθείσα απόφαση ΓΓΔΕ ΠΟΛ 1274/2013, όπως ισχύουν,
δ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του - εν στενή εννοία - Δημοσίου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο του ΚΦΔ και στο άρθρο του ΚΕΔΕ, όπως ισχύουν.
VIII. Απώλεια της ρύθμισης.
1. Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της οφειλής σύμφωνα με τα στοιχεία βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:
α) κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει δύο (2) συνεχόμενες δόσεις ή
β) μετά την πάροδο του πρώτου οκταμήνου της ρύθμισης δεν καταβάλει τρεις (3) συνεχόμενες δόσεις ή
γ) καθυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης για χρονικό διάστημα τριών μηνών, ανεξαρτήτως του αριθμού των δόσεων της ρύθμισης ή
δ) δεν υποβάλλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α., εφόσον υπέχει σχετική υποχρέωση, καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, το αργότερο εντός τριών (3) μηνών από την πάροδο της προθεσμίας υποβολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή και υπήρχε υποχρέωση υποβολής των δηλώσεων κατά την τελευταία πενταετία προ της υπαγωγής.
Γενικώς, στην περίπτωση που διαπιστωθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης ότι δεν πληρούνται οι όροι των διατάξεων των άρθρων 1 - 17 του πρώτου κεφαλαίου του νόμου 4321/2015 και της Α.Υ.Ο. ΠΟΛ 1080/2015, η ρύθμιση απόλλυται και ο οφειλέτης χάνει τα ευεργετήματα της ρύθμισης.
Εάν η απώλεια της ρύθμισης επέλθει εντός της προθεσμίας υποβολής αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση, ο οφειλέτης δύναται να υποβάλει εκ νέου αίτηση και να υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης του άρθρου του ν.4321/2015.
Η τυχόν εν μέρει ή εν όλω απόρριψη ενδίκων βοηθημάτων ή μέσων ή της ενδικοφανούς προσφυγής από τη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών δεν συνεπάγεται την απώλεια των απαλλαγών από πρόσθετους φόρους, τέλη, πρόστιμα, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής του άρθρου 1, καθώς και των λοιπών ευεργετημάτων του ν. 4321/2015.
IX. Αναστολή παραγραφής χρεών.
Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.
ΕΝΟΤΗΤΑ Δ
ΛΟΙΠΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΗΣ
I . Τόκος.
Οι υπαχθείσες στη ρύθμιση οφειλές δεν επιβαρύνονται εφεξής με προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσμης καταβολής κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ.
Βασική οφειλή άνω των 5.000€ που υπάγεται σε ρύθμιση επιβαρύνεται με τόκο 3% ετησίως, ήτοι 0.25% ανά μήνα.
Επισήμανση:Το όριο των 5.000€ αφορά σε βασική ρυθμιζόμενη οφειλή κατά το άρθρο του ν.4321/2015, ανά υπηρεσία στην οποία είναι βεβαιωμένη η οφειλή και ανά ρύθμιση. Εφόσον καταβάλλεται προκαταβολή το όριο των 5.000 ευρώ διαμορφώνεται μετά την αφαίρεση της προκαταβολής.
ΙΙ. Εκπρόθεσμη καταβολή δόσης.
Στην περίπτωση καθυστέρησης δόσης, αυτή πρέπει να καταβληθεί με επιβάρυνση 0,25% ανά μήνα καθυστέρησης.
ΙΙΙ. Δυνατότητα αλλαγής προγράμματος ρύθμισης.
1) Εφόσον ο οφειλέτης επιθυμεί σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης να εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής με οποιοδήποτε τρόπο, ο οφειλέτης θα τύχει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των πρόσθετων φόρων ή τελών του Ν. 2523/1997, προστίμων μη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ) που έχουν συμβεβαιωθεί με την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων σύμφωνα με το νέο πρόγραμμα ρύθμισης, που τελικά διαμορφώνεται.
2) Ο οφειλέτης που έχει υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών των άρθρων 1-17 του ν. 4321/2015, δύναται με αίτησή του στην αρμόδια υπηρεσία να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραμμα ρύθμισης της ίδιας περίπτωσης, με μεγαλύτερο ή μικρότερο αριθμό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή θα τύχει ποσοστού απαλλαγής για το ποσό που εντάσσεται στο νέο πρόγραμμα ρύθμισης, η οποία λαμβάνει νέα ταυτότητα πληρωμής (Τ.Ρ.Ο.), αποτελεί δε συνέχεια της αρχικής ρύθμισης.
Επισήμανση:
-Σε καμία περίπτωση αλλαγής προγράμματος ρύθμισης ο συνολικός αριθμός μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100), υπολογιζόμενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράμματος ρύθμισης.
IV. Εξόφληση μέρους της οφειλής με προκαταβολή
1. Η αίτηση - δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης με χορήγηση ισόποσης απαλλαγής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν.4321/2015 υποβάλλεται ηλεκτρονικά μέσω διαδικτυακής εφαρμογής για όλες τις περιπτώσεις που αυτό υποστηρίζεται τεχνικά. Σε περίπτωση που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η αίτηση υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ. ή Τελωνείο ή άλλη Υπηρεσία, ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
2. Η αίτηση - δήλωση για προκαταβολή ρύθμισης και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση δύναται να υποβληθεί έως και την 26η Ιουνίου 2015.
3. Το ελάχιστο ποσό προκαταβολής δεν μπορεί να είναι κατώτερο των διακοσίων ευρώ (200€). Σε περίπτωση που υφίστανται ληξιπρόθεσμες την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές βεβαιωμένες σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ. ή σε περισσότερα του ενός Τελωνεία, το ελάχιστο ποσό προκαταβολής διαμορφώνεται σε εκατό ευρώ (100€). Η προκαταβολή είναι καταβλητέα άπαξ, με εκούσια καταβολή, μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. Εξαίρεση στην περίπτωση καταβολής της προκαταβολής με εκούσια καταβολή συνιστά η δυνατότητα πίστωσης αυτής με τα αποδιδόμενα ποσά από κατασχετήρια που έχουν επιβληθεί αποκλειστικά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, εφόσον αυτά εισπράττονται εντός της προθεσμίας των τριών (3) εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης - δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση και δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεμένα ποσά στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων μετά την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας των άρθρων 30Α και 32 του ν.δ. 356/1974 (ΚΕΔΕ) δεν έχουν αποδοθεί, επισπεύδεται η απόδοση αυτών εντός της ανωτέρω προθεσμίας των τριών εργασίμων ημερών από την υποβολή της αίτησης - δήλωσης για προκαταβολή και για υπαγωγή της υπολειπόμενης οφειλής σε ρύθμιση, με επιμέλεια του οφειλέτη.
4. Η υπολειπόμενη οφειλή υπάγεται υποχρεωτικά σε πρόγραμμα δόσεων ρύθμισης του άρθρου του ν. 4321/2015. Οι δόσεις της ρύθμισης είναι καταβλητέες έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των μηνών που έπονται της προκαταβολής. Η προκαταβολή δεν προσμετράται στον αριθμό των δόσεων της ρύθμισης.
5. Εφόσον η προκαταβολή είναι ίση ή μεγαλύτερη από την πρώτη δόση της ρύθμισης ο οφειλέτης τυγχάνει των ευεργετημάτων της ρύθμισης σύμφωνα με το άρθρο του ν. 4321/2015, όπως η χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας κατά το άρθρο του ΚΦΔ.
6. Η καταβολή της προκαταβολής διενεργείται στους φορείς είσπραξης (Τράπεζες, ΕΛ.ΤΑ.) με τη χρήση μοναδικού κωδικού πληρωμής ή σε υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης (Δ.Ο.Υ. / Ελεγκτικό Κέντρο, Τελωνείο).
7. Εφόσον ο οφειλέτης δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από τις δέκα (10) πρώτες δόσεις της ρύθμισης που έπονται της προκαταβολής ή, στην περίπτωση που οι δόσεις της ρύθμισης είναι λιγότερες των δέκα, δεν καταβάλει εμπρόθεσμα οποιαδήποτε από αυτές ή επέλθει απώλεια της ρύθμισης με υπαιτιότητα του οφειλέτη για οποιοδήποτε λόγο, βεβαιώνεται σε βάρος του οφειλέτη, ο οποίος έχει υποβάλει την αίτηση, στον Κ.Α.Ε 3739, ποσό ίσο με την απαλλαγή που του χορηγήθηκε κατά την καταβολή της προκαταβολής. Η ως άνω μη εμπρόθεσμη καταβολή μιας δόσης δεν συνεπάγεται άνευ ετέρου και την απώλεια της ρύθμισης.
8. Για την εφαρμογή των οριζομένων στην προηγούμενη παράγραφο απαιτείται σύνταξη χρηματικού καταλόγου από το αρμόδιο για την παρακολούθηση της ρύθμισης όργανο, ο οποίος αποστέλλεται προς βεβαίωση και είσπραξη κατά τις διατάξεις του ΚΕΔΕ στην υπηρεσία όπου είναι βεβαιωμένες οι ρυθμισμένες οφειλές. Τα ανωτέρω δύνανται να υλοποιηθούν και με μαζικούς χρηματικούς καταλόγους, τοπικά ή κεντρικά, όταν δημιουργηθεί η κατάλληλη μηχανογραφική εφαρμογή.
ΕΝΟΤΗΤΑ Ε
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ 57 ΤΟΥ ΚΦΔ ΚΑΙ 6 ΤΟΥ ΚΕΔΕ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΤΙΜΩΝ ΕΚΠΡΟΘΕΣΜΗΣ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ (ΑΡΘΡΟ 19 ΤΟΥ Ν. 4321/2015)
Οι οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από την 21η Μαρτίου 2015 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4321/2015) και εφεξής δεν επιβαρύνονται με το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής (10%, 20%, 30%) του άρθρου 57 του ΚΦΔ και του άρθρου 6 του ΚΕΔΕ. Τα ως άνω πρόστιμα υπολογίζονται κατά την είσπραξη για οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης έως και την 20η Μαρτίου 2015.
Η Γενική Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων - Αικατερίνη Σαββαΐδου
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
1. Οι απαλλαγές της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υπολογίζονται επί των προσαυξήσεων και τόκων, όπως έχουν διαµορφωθεί την ηµεροµηνία της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθµιση.
2. Βασικές συνολικές οφειλές µέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ που υπάγονται σε πρόγραµµα ρύθµισης του παρόντος άρθρου, από την υπαγωγή τους στη ρύθµιση, δεν επιβαρύνονται πλέον µε προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσµης καταβολής. Βασικές συνολικές οφειλές άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ που υπάγονται σε πρόγραµµα ρύθµισης του παρόντος άρθρου, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσµης καταβολής, από την υπαγωγή σε ρύθµιση, επιβαρύνονται µε τόκο που ανέρχεται σε τρεις εκατοστιαίες µονάδες (3%) ετησίως.
3. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής µε µηνιαία προσαύξηση 0,25%
Στη ρύθµιση του άρθρου 1 δύνανται, επίσης, να υπαχθούν, µετά από επιλογή του οφειλέτη, και ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και οι οποίες κατά την ηµεροµηνία της αίτησης:
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόµου ή
β) έχουν υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.
Κατ’ εξαίρεση:
1. Δύνανται να υπαχθούν στη ρύθµιση του άρθρου 1, οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση µετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώµατος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήµατος ή µέσου ενώπιον αρµοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής, και έως 26.5.2015, ανεξαρτήτως της ηµεροµηνίας που οι οφειλές αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσµες.
Εφόσον πρόκειται για υπαγόµενες υποθέσεις, που εκκρεµούν ενώπιον των αρµοδίων δικαστηρίων, µαζί µε την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκοµίζεται και βεβαίωση από το αρµόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόµα συζητηθεί, προκειµένου να βεβαιωθεί η οφειλή.
2. Στη ρύθµιση του άρθρου 1 δύνανται, επίσης, να υπαχθούν, µετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και θα αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων µέχρι και 31.12.2014.
Η ρύθµιση χορηγείται ανά οφειλέτη και αφορά και τις οφειλές για τις οποίες αυτός ευθύνεται. Πρόσωπα που ευθύνονται για την καταβολή µέρους της οφειλής δικαιούνται να ρυθµίσουν το εν λόγω µέρος
1. Η αίτηση για την υπαγωγή σε πρόγραµµα ρύθµισης του άρθρου 1 υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση µέχρι την 26η Μαΐου 2015. Μόνο σε περιπτώσεις που υφίσταται τεχνική αδυναµία διαδικτυακής υποστήριξης, η υποβολή αίτησης διενεργείται στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, ο προϊστάµενος της οποίας είναι αρµόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που εκδίδεται εντός µηνός από τη λήξη της ανωτέρω προθεσµίας, δύναται να παρατείνεται η καταληκτική ηµεροµηνία υπαγωγής των οφειλών στη ρύθµιση για χρονικό διάστηµα µέχρι έναν (1) µήνα.
Για την υπαγωγή στη ρύθµιση του άρθρου 1 πρέπει να καταβληθεί η πρώτη δόση εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Οι επόµενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των εποµένων µηνών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Η καταβολή διενεργείται µε τη χρήση µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.
Η ρύθµιση απόλλυται, µε συνέπεια την υποχρεωτική άµεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύµφωνα µε τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άµεση επιδίωξη της είσπραξής της µε όλα τα προβλεπόµενα από την ισχύουσα νοµοθεσία µέτρα, εάν ο οφειλέτης:
α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόµενες µηνιαίες δόσεις κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταµήνου της ρύθµισης ή µετά την πάροδο του οκταµήνου δεν καταβάλλει τρεις (3) συνεχόµενες µηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των τριών (3) τελευταίων δόσεων της ρύθµισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστηµα,
β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόµενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήµατος και του φόρου προστιθέµενης αξίας, καθ’ όλο το διάστηµα της ρύθµισης των οφειλών του και µέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) µηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσµίας υποβολής τους.
Στην περίπτωση που ο οφειλέτης, σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθµισης, εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθµισµένων οφειλών ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής µε οποιονδήποτε τρόπο, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναποµείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσµης καταβολής, σε ποσοστό ίσο µε αυτό που αντιστοιχεί στον αριθµό των µηνιαίων δόσεων που τελικά διαµορφώνεται µε την εξόφληση, σύµφωνα µε το άρθρο 1.
Ο οφειλέτης, που έχει υπαχθεί σε πρόγραµµα ρύθµισης του άρθρου 1, δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραµµα ρύθµισης του ίδιου άρθρου µε διαφορετικό αριθµό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή δικαιούται απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσµης καταβολής για το εναποµείναν ποσό, σύµφωνα µε το νέο πρόγραµµα ρύθµισης. Στην περίπτωση αυτή ο συνολικός αριθµός µηνιαίων δόσεων δεν µπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100), υπολογιζόµενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράµµατος ρύθµισης.
1. Η υπαγωγή και συµµόρφωση στη ρύθµιση παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήµατα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενηµερότητας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει,
β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται,
γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών µέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόµενα όµως ποσά από αυτές λαµβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθµισης, εφόσον δεν πιστώνονται µε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθµιστεί. Αν ο οφειλέτης απωλέσει το ευεργέτηµα της ρύθµισης, τα µέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται,
δ) αναστέλλεται η εκτέλεση του µέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν. 2120/1993 (Α΄ 24), όπως ισχύει,
ε) οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται µετά από αίτηση του οφειλέτη, αφού εξοφληθεί το εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) της αρχικής βασικής ρυθµιζόµενης οφειλής. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτηµα περιορισµού κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε..
1. Το Δηµόσιο διατηρεί το δικαίωµα και µετά τη συµµόρφωση του οφειλέτη στη ρύθµιση τµηµατικής καταβολής που του χορηγήθηκε:
α) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισµένη,
β) να µην χορηγεί αποδεικτικό ενηµερότητας για µεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εµπραγµάτου δικαιώµατος επ’ αυτού στα πρόσωπα της προηγούµενης υποπερίπτωσης, ακόµη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισµένη, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ.,
γ) να προβαίνει σε συµψηφισµό των χρηµατικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δηµοσίου και µέχρι του ύψους των οφειλών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του K.E.Δ.E..
Τα ποσά που εισπράττονται κατά τη διάρκεια της ρύθµισης από την παρακράτηση ποσοστού απαίτησης του οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενηµερότητας ή κατόπιν συµψηφισµού καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθµισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά. Οµοίως, τα αποδιδόµενα ποσά από πράξεις εκτέλεσης, λαµβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθµισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις.
Κατ’ εξαίρεση, µε την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήµατος περί υπαγωγής στη ρύθµιση του παρόντος νόµου, τα αποδιδόµενα ποσά από κατασχέσεις στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυµάτων, λαµβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσµίας του άρθρου 7 του παρόντος και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές, που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεµένα ποσά, µετά την πάροδο της νόµιµης προθεσµίας του άρθρου 30α και 32 του ν.δ. 356/1974, δεν έχουν αποδοθεί, µε επιµέλεια του οφειλέτη επισπεύδεται η απόδοση και εφαρµόζονται κατ’ αναλογία τα οριζόµενα στην περίπτωση του προηγούµενου εδαφίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόµου. Η διάταξη ισχύει από 22.3.2015.
Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθµιση αναστέλλεται από την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστηµα που αφορά η ρύθµιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συµπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.
Σε περίπτωση καταβολής ως προκαταβολής ποσού βασικής οφειλής τουλάχιστον δεκαπλάσιου της ελάχιστης δόσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος Κεφαλαίου, έως και τις 27 Απριλίου 2015, χορηγείται στον οφειλέτη ισόποση απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσµης καταβολής του προγράµµατος ρύθµισης που θα επιλέξει. Το ανωτέρω πρέπει να δηλώνεται ως προκαταβολή από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήµατος υπαγωγής και να καταβάλεται εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών από την υποβολή της αίτησης. Οι δόσεις της ρύθµισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των εποµένων µηνών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Η πληρωµή της προκαταβολής και των δόσεων ρύθµισης διενεργείται µε τη χρήση µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.
Σε περίπτωση µη εµπρόθεσµης καταβολής των δέκα (10) πρώτων δόσεων της ρύθµισης, εφόσον οι δόσεις είναι περισσότερες από δέκα (10) ή όλων των υπολειπόµενων δόσεων, εφόσον οι δόσεις είναι λιγότερες από δέκα (10), βεβαιώνεται ως δηµόσιο έσοδο σε βάρος του οφειλέτη ποσό ίσο µε το ποσό απαλλαγής κατά το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Επί της κύρωσης του προηγούµενου εδαφίου δεν υπολογίζονται επιβαρύνσεις εκπρόθεσµης καταβολής κατά την κείµενη νοµοθεσία.
Αρµόδιος για τη χορήγηση των ρυθµίσεων του παρόντος Κεφαλαίου είναι ο Υπουργός Οικονοµικών, ο οποίος δύναται µε απόφασή του να µεταβιβάζει την αρµοδιότητα αυτή ή να εξουσιοδοτεί να υπογράφουν µε εντολή του άλλα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ρυθµίζονται ειδικότερα θέµατα και λεπτοµέρειες για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και δύνανται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υπαγωγή σε αυτές.
Κυρώνεται και έχει ισχύ νόµου από τη δηµοσίευσή της στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως, η από 27 Μαρτίου 2015 Πράξη Νοµοθετικού Περιεχοµένου «Κατεπείγουσα ρύθµιση για τη βιωσιµότητα της «Ελληνικής Βιοµηχανίας Ζάχαρης Α.Ε.» και τις ληξιπρόθεσµες οφειλές», που δηµοσιεύθηκε στο υπ' αριθµόν 35 Φύλλο της Εφηµερίδας της Κυβερνήσεως (Τεύχος Α΄) και έχει ως εξής:
«ΠΡΑΞΗ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΟΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ
«Κατεπείγουσα ρύθµιση για τη βιωσιµότητα της «Ελληνικής Βιοµηχανίας Ζάχαρης Α.Ε.» και τις ληξιπρόθεσµες οφειλές»
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Έχοντας υπόψη:
1. Την παράγραφο 1 του άρθρου 44 του Συντάγµατος.
2. Την έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης: α) για την κεφαλαιακή ενίσχυση της επιχείρησης µε την επωνυµία «Ελληνική Βιοµηχανία Ζάχαρης Α.Ε.» και την εξασφάλιση της απαραίτητης ρευστότητας προκειµένου να παρασχεθεί η στήριξη στους τευτλοπαραγωγούς κατά την έναρξη της καλλιεργητικής περιόδου, να ολοκληρωθεί η τευτλοκαλλιέργεια και τευτλοπαραγωγή και να διασφαλισθούν η συνέχεια της λειτουργίας και η βιωσιµότητα της εν λόγω επιχείρησης και β) για τη ρύθµιση των φορολογικών εκκρεµοτήτων των πολιτών και των επιχειρήσεων που, λόγω της κρίσης, της µείωσης µισθών και της ανεργίας, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, καθώς και για την ταυτόχρονη αύξηση των δηµοσίων εσόδων.
3. Τη σχετική πρόταση του Υπουργικού Συµβουλίου.
Αποφασίζουμε
Άρθρο Πρώτο
Κατ’ εξαίρεση των διατάξεων του άρθρου 145 και 146 του ν. 4261/2014 (Α’ 107), του Κανονισµού ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυµάτων, όπως ισχύει, και των διατάξεων του Πτωχευτικού Κώδικα, κατά το µέτρο που εφαρµόζονται συµπληρωµατικά επί ειδικής εκκαθάρισης πιστωτικών ιδρυµάτων, ποσό τριάντα εκατοµµυρίων (30.000.000) ευρώ εκ των µη διανεµηθέντων εισέτι διαθεσίµων του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύµατος µε την επωνυµία ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. καταβάλλεται άµεσα από τον ειδικό εκκαθαριστή αυτής στην ελεγχόµενη από το πιστωτικό ίδρυµα επιχείρηση µε την επωνυµία Ελληνική Βιοµηχανία Ζάχαρης Α.Ε. έναντι µελλοντικής αυξήσεως µετοχικού κεφαλαίου αυτής προς κάλυψη της αναγκαίας κεφαλαιακής ενίσχυσής της και στο πλαίσιο διαφύλαξης της ακεραιότητας και της προστασίας της υπό ρευστοποίηση συµµετοχής του υπό εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύµατος στην παραπάνω βιοµηχανική επιχείρηση.
Άρθρο Δεύτερο
Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 4321/2015 (Α΄ 32) αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:»
Άρθρο Τρίτο
Η ισχύς της παρούσας, η οποία θα κυρωθεί νοµοθετικά κατά το άρθρο 44 παράγραφος 1 του Συντάγµατος, αρχίζει από τη δηµοσίευσή της στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα, 27 Μαρτίου 2015
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ - ΠΡΟΚΟΠΙΟΣ Β. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ
Ο ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ - ΑΛΕΞΙΟΣ Π. ΤΣΙΠΡΑΣ
ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ
Ιωάννης Δραγασάκης, Νικόλαος Βούτσης, Γεώργιος Σταθάκης, Παναγιώτης Καµµένος, Παναγιώτης Λαφαζάνης, Νικόλαος Παρασκευόπουλος, Ιωάννης Βαρουφάκης, Παναγιώτης Σκουρλέτης, Νικόλαος Παππάς, Αλέξανδρος Φλαµπουράρης, Γεώργιος Κατρούγκαλος, Ιωάννης Πανούσης, Αναστασία Χριστοδουλοπούλου, Θεόδωρος Δρίτσας, Έλενα Κουντουρά, Χρήστος Σπίρτζης, Κωνσταντίνος – Ηρακλής Ήσυχος, Νικόλαος Ξυδάκης, Ιωάννης Τσιρώνης, Ευάγγελος Αποστόλου, Νικόλαος Χουντής, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Όλγα - Νάντια Βαλαβάνη, Δηµήτριος Μάρδας, Θεανώ Φωτίου, Ουρανία Αντωνοπούλου, Δηµήτριος Στρατούλης»
1. Στο τέλος του άρθρου 13 του ν. 4321/2015 (Α΄32) προστίθενται νέα εδάφια ως εξής:
«Κατ’ εξαίρεση, µε την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήµατος περί υπαγωγής στη ρύθµιση του παρόντος νόµου, τα αποδιδόµενα ποσά από κατασχέσεις στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυµάτων, λαµβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσµίας του άρθρου 7 του παρόντος και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές, που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεµένα ποσά, µετά την πάροδο της νόµιµης προθεσµίας του άρθρου 30α και 32 του ν.δ. 356/1974, δεν έχουν αποδοθεί, µε επιµέλεια του οφειλέτη επισπεύδεται η απόδοση και εφαρµόζονται κατ’ αναλογία τα οριζόµενα στην περίπτωση του προηγούµενου εδαφίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόµου. Η διάταξη ισχύει από 22.3.2015.»
Στην περίπτωση 2 του άρθρου 4 του ν. 4321/2015 (Α΄32) η λέξη «φορολογικών» διαγράφεται.
Στο τέλος του άρθρου 15 του ν. 4321/2015 (Α΄ 32) προστίθεται νέο εδάφιο:
«Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που εκδίδεται εντός µηνός από τη λήξη της ανωτέρω προθεσµίας, και ανατρέχει στο χρόνο λήξης αυτής, δύναται να παρατείνεται για χρονικό διάστηµα µέχρι έναν (1) µήνα η καταληκτική ηµεροµηνία εφάπαξ εξόφλησης µέρους της βασικής οφειλής, µε τους όρους και τις προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου.»
1. Τα πρόστιµα εκπρόθεσµης καταβολής του άρθρου 57 του ν. 4174/2013 (Α΄ 170) και του άρθρου 6 του ν.δ. 356/1974 (Α΄ 90) καταργούνται.
2. Η κατάργηση των προστίµων της προηγούµενης παραγράφου καταλαµβάνει οφειλές που καταχωρίζονται στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης από τη δηµοσίευση του παρόντος.
Η παρ. 4α του άρθρου 49 και η παρ. 6 του άρθρου 50 του ν. 2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.), όπως προστέθηκαν µε τις περιπτώσεις 4 και 5 της υποπαραγράφου Α.6 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107) αντιστοίχως, καταργούνται.
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
1. Οι απαλλαγές της παραγράφου 1 του άρθρου 1 υπολογίζονται επί των προσαυξήσεων και τόκων, όπως έχουν διαµορφωθεί την ηµεροµηνία της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθµιση.
2. Βασικές συνολικές οφειλές µέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ που υπάγονται σε πρόγραµµα ρύθµισης του παρόντος άρθρου, από την υπαγωγή τους στη ρύθµιση, δεν επιβαρύνονται πλέον µε προσαυξήσεις ή τόκους εκπρόθεσµης καταβολής. Βασικές συνολικές οφειλές άνω των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ που υπάγονται σε πρόγραµµα ρύθµισης του παρόντος άρθρου, αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσµης καταβολής, από την υπαγωγή σε ρύθµιση, επιβαρύνονται µε τόκο που ανέρχεται σε τρεις εκατοστιαίες µονάδες (3%) ετησίως.
3. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής µε µηνιαία προσαύξηση 0,25%
Στη ρύθµιση του άρθρου 1 δύνανται, επίσης, να υπαχθούν, µετά από επιλογή του οφειλέτη, και ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και οι οποίες κατά την ηµεροµηνία της αίτησης:
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόµου ή
β) έχουν υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.
Κατ’ εξαίρεση:
1. Δύνανται να υπαχθούν στη ρύθµιση του άρθρου 1, οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση µετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώµατος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήµατος ή µέσου ενώπιον αρµοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής, και έως 26.5.2015, ανεξαρτήτως της ηµεροµηνίας που οι οφειλές αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσµες.
Εφόσον πρόκειται για υπαγόµενες υποθέσεις, που εκκρεµούν ενώπιον των αρµοδίων δικαστηρίων, µαζί µε την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκοµίζεται και βεβαίωση από το αρµόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόµα συζητηθεί, προκειµένου να βεβαιωθεί η οφειλή.
2. Στη ρύθµιση του άρθρου 1 δύνανται, επίσης, να υπαχθούν, µετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και θα αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων µέχρι και 31.12.2014.
Η ρύθµιση χορηγείται ανά οφειλέτη και αφορά και τις οφειλές για τις οποίες αυτός ευθύνεται. Πρόσωπα που ευθύνονται για την καταβολή µέρους της οφειλής δικαιούνται να ρυθµίσουν το εν λόγω µέρος
1. Η αίτηση για την υπαγωγή σε πρόγραµµα ρύθµισης του άρθρου 1 υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση µέχρι την 26η Μαΐου 2015. Μόνο σε περιπτώσεις που υφίσταται τεχνική αδυναµία διαδικτυακής υποστήριξης, η υποβολή αίτησης διενεργείται στην υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης, ο προϊστάµενος της οποίας είναι αρµόδιος για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής.
2. Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που εκδίδεται εντός µηνός από τη λήξη της ανωτέρω προθεσµίας, δύναται να παρατείνεται η καταληκτική ηµεροµηνία υπαγωγής των οφειλών στη ρύθµιση για χρονικό διάστηµα µέχρι έναν (1) µήνα.
Για την υπαγωγή στη ρύθµιση του άρθρου 1 πρέπει να καταβληθεί η πρώτη δόση εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Οι επόµενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των εποµένων µηνών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Η καταβολή διενεργείται µε τη χρήση µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.
Η ρύθµιση απόλλυται, µε συνέπεια την υποχρεωτική άµεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύµφωνα µε τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άµεση επιδίωξη της είσπραξής της µε όλα τα προβλεπόµενα από την ισχύουσα νοµοθεσία µέτρα, εάν ο οφειλέτης:
α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόµενες µηνιαίες δόσεις κατά τη διάρκεια του πρώτου οκταµήνου της ρύθµισης ή µετά την πάροδο του οκταµήνου δεν καταβάλλει τρεις (3) συνεχόµενες µηνιαίες δόσεις ή καθυστερήσει την καταβολή των τριών (3) τελευταίων δόσεων της ρύθµισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστηµα,
β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόµενες δηλώσεις φορολογίας εισοδήµατος και του φόρου προστιθέµενης αξίας, καθ’ όλο το διάστηµα της ρύθµισης των οφειλών του και µέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) µηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσµίας υποβολής τους.
Στην περίπτωση που ο οφειλέτης, σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθµισης, εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθµισµένων οφειλών ή σε περίπτωση εξόφλησης του συνόλου της οφειλής µε οποιονδήποτε τρόπο, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναποµείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσµης καταβολής, σε ποσοστό ίσο µε αυτό που αντιστοιχεί στον αριθµό των µηνιαίων δόσεων που τελικά διαµορφώνεται µε την εξόφληση, σύµφωνα µε το άρθρο 1.
Ο οφειλέτης, που έχει υπαχθεί σε πρόγραµµα ρύθµισης του άρθρου 1, δύναται να επιλέξει την υπαγωγή του σε άλλο πρόγραµµα ρύθµισης του ίδιου άρθρου µε διαφορετικό αριθµό δόσεων για το υπόλοιπο προς καταβολή ποσό και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις. Στην περίπτωση αυτή δικαιούται απαλλαγή από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσµης καταβολής για το εναποµείναν ποσό, σύµφωνα µε το νέο πρόγραµµα ρύθµισης. Στην περίπτωση αυτή ο συνολικός αριθµός µηνιαίων δόσεων δεν µπορεί να υπερβαίνει τις εκατό (100), υπολογιζόµενος από την πρώτη δόση του αρχικού προγράµµατος ρύθµισης.
1. Η υπαγωγή και συµµόρφωση στη ρύθµιση παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήµατα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενηµερότητας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει,
β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται,
γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών µέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόµενα όµως ποσά από αυτές λαµβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθµισης, εφόσον δεν πιστώνονται µε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθµιστεί. Αν ο οφειλέτης απωλέσει το ευεργέτηµα της ρύθµισης, τα µέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται,
δ) αναστέλλεται η εκτέλεση του µέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν. 2120/1993 (Α΄ 24), όπως ισχύει,
ε) οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται µετά από αίτηση του οφειλέτη, αφού εξοφληθεί το εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) της αρχικής βασικής ρυθµιζόµενης οφειλής. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτηµα περιορισµού κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε..
1. Το Δηµόσιο διατηρεί το δικαίωµα και µετά τη συµµόρφωση του οφειλέτη στη ρύθµιση τµηµατικής καταβολής που του χορηγήθηκε:
α) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισµένη,
β) να µην χορηγεί αποδεικτικό ενηµερότητας για µεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εµπραγµάτου δικαιώµατος επ’ αυτού στα πρόσωπα της προηγούµενης υποπερίπτωσης, ακόµη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισµένη, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στο άρθρο 12 του Κ.Φ.Δ.,
γ) να προβαίνει σε συµψηφισµό των χρηµατικών απαιτήσεων του οφειλέτη κατά του Δηµοσίου και µέχρι του ύψους των οφειλών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του K.E.Δ.E..
Τα ποσά που εισπράττονται κατά τη διάρκεια της ρύθµισης από την παρακράτηση ποσοστού απαίτησης του οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενηµερότητας ή κατόπιν συµψηφισµού καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθµισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά. Οµοίως, τα αποδιδόµενα ποσά από πράξεις εκτέλεσης, λαµβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθµισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις.
Κατ’ εξαίρεση, µε την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήµατος περί υπαγωγής στη ρύθµιση του παρόντος νόµου, τα αποδιδόµενα ποσά από κατασχέσεις στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυµάτων, λαµβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσµίας του άρθρου 7 του παρόντος και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές, που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεµένα ποσά, µετά την πάροδο της νόµιµης προθεσµίας του άρθρου 30α και 32 του ν.δ. 356/1974, δεν έχουν αποδοθεί, µε επιµέλεια του οφειλέτη επισπεύδεται η απόδοση και εφαρµόζονται κατ’ αναλογία τα οριζόµενα στην περίπτωση του προηγούµενου εδαφίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόµου. Η διάταξη ισχύει από 22.3.2015.
Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθµιση αναστέλλεται από την ηµεροµηνία υποβολής της αίτησης και για ολόκληρο το χρονικό διάστηµα που αφορά η ρύθµιση ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συµπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της τελευταίας δόσης αυτής.
Σε περίπτωση καταβολής ως προκαταβολής ποσού βασικής οφειλής τουλάχιστον δεκαπλάσιου της ελάχιστης δόσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος Κεφαλαίου, έως και τις 27 Απριλίου 2015, χορηγείται στον οφειλέτη ισόποση απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσµης καταβολής του προγράµµατος ρύθµισης που θα επιλέξει. Το ανωτέρω πρέπει να δηλώνεται ως προκαταβολή από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήµατος υπαγωγής και να καταβάλεται εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών από την υποβολή της αίτησης. Οι δόσεις της ρύθµισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των εποµένων µηνών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Η πληρωµή της προκαταβολής και των δόσεων ρύθµισης διενεργείται µε τη χρήση µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.
Σε περίπτωση µη εµπρόθεσµης καταβολής των δέκα (10) πρώτων δόσεων της ρύθµισης, εφόσον οι δόσεις είναι περισσότερες από δέκα (10) ή όλων των υπολειπόµενων δόσεων, εφόσον οι δόσεις είναι λιγότερες από δέκα (10), βεβαιώνεται ως δηµόσιο έσοδο σε βάρος του οφειλέτη ποσό ίσο µε το ποσό απαλλαγής κατά το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Επί της κύρωσης του προηγούµενου εδαφίου δεν υπολογίζονται επιβαρύνσεις εκπρόθεσµης καταβολής κατά την κείµενη νοµοθεσία.
Αρµόδιος για τη χορήγηση των ρυθµίσεων του παρόντος Κεφαλαίου είναι ο Υπουργός Οικονοµικών, ο οποίος δύναται µε απόφασή του να µεταβιβάζει την αρµοδιότητα αυτή ή να εξουσιοδοτεί να υπογράφουν µε εντολή του άλλα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών ρυθµίζονται ειδικότερα θέµατα και λεπτοµέρειες για την εφαρµογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και δύνανται να προβλέπονται εξαιρέσεις από την υπαγωγή σε αυτές.
1. Τα πτωχευτικά χρέη των πτωχών οφειλετών του Δημοσίου που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και στα Τελωνεία μπορεί να ρυθμίζονται, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 A΄), στην οποία προστίθενται, ως μέλος ένας Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δύο εισηγητές, εφόσον το συνολικό βασικό χρέος δεν υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) ευρώ. Αν το συνολικό βασικό χρέος υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, το αίτημα εξετάζεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
2. Ως βασικό χρέος θεωρείται το σύνολο των βεβαιωμένων χρεών, έστω και αν αυτά δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα, όπως το ύψος τους έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ρύθμισης, μετά και από τυχόν πληρωμή ή νόμιμη διαγραφή, χωρίς τις κατά το άρθρο 6 του παρόντος, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.
3. Η ρύθμιση μπορεί να αφορά είτε στην απαλλαγή του πτωχού οφειλέτη από την καταβολή μέρους ή όλων των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, των φορολογικών προσαυξήσεων και προστίμων με εφάπαξ καταβολή του υπολοίπου, είτε στην καταβολή του βασικού χρέους και των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, σε συνεχείς μηνιαίες δόσεις, είτε σε συνδυασμό και των δύο περιπτώσεων. Ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβεί τις ενενήντα (90). Από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για τη ρύθμιση, οι δόσεις δεν επιβαρύνονται με επιπλέον προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εκτός εάν καθυστερήσει η καταβολή τους. Η πρώτη δόση είναι καταβλητέα μέσα σε δύο (2) μήνες από την ημερομηνία αποδοχής της ρύθμισης από τον οφειλέτη και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα καθενός από τους επόμενους μήνες.
4. Η ρύθμιση τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης πληρωμής τριών (3) συνεχών μηνιαίων δόσεων. Σε περίπτωση πλήρους συμμόρφωσης του οφειλέτη προς τους όρους της ρύθμισης, το ποσό των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, των φορολογικών προσαυξήσεων και προστίμων που απαλλάχθηκε με τη ρύθμιση ο οφειλέτης, διαγράφεται από τα οικεία βιβλία της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή του Τελωνείου, κατά περίπτωση, εκτός εάν υπάρχουν συνυπόχρεα για την καταβολή του πρόσωπα, οπότε αναζητούνται από αυτά. Σε περίπτωση πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, η ρύθμιση ανατρέπεται αυτοδίκαια, χωρίς δήλωση του Δημοσίου, με συνέπεια να καθίσταται αμέσως απαιτητό το υπόλοιπο χρέος με το σύνολο των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με τις οποίες επιβαρύνεται από τη βεβαίωσή του μέχρι την εξόφλησή του.
5. Η αποδοχή της ρύθμισης από τον πτωχό οφειλέτη γίνεται με ρητή, ανεπιφύλακτη και χωρίς όρους δήλωσή του που καταχωρίζεται στο σώμα της απόφασης για τη ρύθμιση και υπογράφεται από αυτόν παρουσία του προϊσταμένου της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή του Τελωνείου μέσα σε ένα (1) μήνα από την πρόσκλησή του. Η αποδοχή της ρύθμισης αποτελεί αναγνώριση της ύπαρξης και του ύψους του παλαιού χρέους (βασικού και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής).
6. Από την ημέρα υποβολής της αίτησης ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή των χρεών για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ρύθμιση, η δε παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από το χρόνο ανατροπής της ρύθμισης ή της έκδοσης απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ή της έγγραφης άρνησης αποδοχής της ρύθμισης ή της άπρακτης παρόδου της προθεσμίας για την αποδοχή αυτής, κατά περίπτωση.
7. Για τη ρύθμιση απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) να έχει κηρυχθεί και να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης ο οφειλέτης ή ο αιτών που ευθύνεται για την πληρωμή χρεών άλλου, φυσικού ή νομικού προσώπου, έστω και αν το τελευταίο δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, β) τα χρέη να είναι προς το Δημόσιο ή και προς τρίτους μόνον εφόσον έχουν συμβεβαιωθεί με τα χρέη προς το Δημόσιο, γ) τα χρέη να είναι πτωχευτικά, δ) ο αιτών να μην έχει καταδικασθεί, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πτώχευσης, για το αδίκημα της δόλιας χρεωκοπίας, ούτε να έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή να εκκρεμεί ποινική δίκη για το αδίκημα αυτό.
8. Η Επιτροπή γνωμοδοτεί για την αποδοχή ή μη της αίτησης ρύθμισης του πτωχού οφειλέτη μετά από συνεκτίμηση στοιχείων, που αφορούν στην προσωπική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και από τα οποία αποδεικνύεται η οικονομική αδυναμία άμεσης ή και εφάπαξ πληρωμής του συνόλου ή μέρους των χρεών του και στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται το επισφαλές ή μη της είσπραξης των απαιτήσεων του Δημοσίου. Στο πλαίσιο αυτό συνεκτιμώνται ιδίως: α) η ύπαρξη κινητής ή ακίνητης περιουσίας του πτωχού, η αξία και τα τυχόν βάρη αυτής, β) η εν γένει οικονομική και επαγγελματική κατάσταση, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του πτωχού και των μελών της οικογένειάς του, γ) οι προς τρίτους υποχρεώσεις του (υποχρέωση διατροφής, χρέη προς ασφαλιστικά ταμεία και ιδιώτες), δ) το ύψος και το είδος των χρεών (βασικού και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής), ε) το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία της πτώχευσης, η ύπαρξη ή μη πτωχευτικής περιουσίας και η αξία αυτής, η αναγγελία ή μη άλλων πιστωτών, τα προνόμια και το ύψος των απαιτήσεων αυτών.
9. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται διαδικαστικές λεπτομέρειες εφαρμογής των ανωτέρω
παρ. 6. α) Επί αιτήματος συμφωνίας συνδιαλλαγής με το Δημόσιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του ν. 3588/2007 (ΦΕΚ 153 Α΄), αρμόδιος να αποφασίζει είναι ο Υπουργός Οικονομικών, μετά από γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών. Σε περίπτωση μη συμμετοχής του Δημοσίου σε συμφωνία συνδιαλλαγής, κατά τα ανωτέρω, η οποία όμως επιτυγχάνεται με άλλους πιστωτές και επικυρώνεται από το Δικαστήριο, αρμόδιο όργανο για την εξέταση αιτήματος ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο είναι η επιτροπή του άρθρου 9 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α΄), η οποία γνωμοδοτεί κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α΄), ανεξαρτήτως ύψους οφειλής.
1. Αν το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση το διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς ως εξής:
α) δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε (5%) έως είκοσι (20%) τοις εκατό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
β) τριάντα τοις εκατό (30%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου που προκύπτει βάσει της φορολογικής δήλωσης,
γ) εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση και αποδεικνύεται ότι η ανακρίβεια οφείλεται σε πρόθεση του φορολογουμένου.
2. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης από την οποία θα πρόκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που αναλογεί στην μη υποβληθείσα δήλωση. Επί εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου ανέρχεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου.
1. Για καθεμία από τις παρακάτω παραβάσεις επιβάλλεται πρόστιμο στον φορολογούμενο ή οποιοδήποτε πρόσωπο, εφόσον υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία που αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής του:
α) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα ή υποβάλει ελλιπή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου,
β) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση,
γ) δεν υποβάλλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου,
δ) δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων,
ε) δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου,
στ) δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση το διορισμό του φορολογικού εκπροσώπου του,
ζ) δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές
η) δεν συμμορφώνεται με κάθε υποχρέωση σχετική με την τήρηση βιβλίων, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 του Κώδικα.
θ) δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς αποδείξεις λιανικής πώλησης ή επαγγελματικά στοιχεία.
2. Τα πρόστιμα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται ως εξής:
α) εκατό (100) ευρώ, σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής σχετικά με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1,
β) εκατό (100) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β’, γ’, δ’ της παραγράφου 1 που ο φορολογούμενος δεν είναι υπόχρεος τήρησης λογιστικών βιβλίων,
γ) διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1, με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα και
δ) πεντακόσια (500) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1, με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.
ε) δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ στις περιπτώσεις ε΄ και ζ΄ και η΄ της παραγράφου 1
Δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης ΦΠΑ ή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, εφόσον η σχετική αρχική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα.
3. Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, τα σύμφωνα με τον Κώδικα πρόστιμα επιβάλλονται στο διπλάσιο και, στην περίπτωση κάθε επόμενης ίδιας παράβασης, στο τετραπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος προστίμου.
1. Η είσπραξη των φόρων και των λοιπών εσόδων του Δημοσίου που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα πραγματοποιείται δυνάμει εκτελεστού τίτλου.
2. Εκτελεστοί τίτλοι από το νόμο είναι:
α) στην περίπτωση άμεσου προσδιορισμού φόρου, ο προσδιορισμός του φόρου, όπως προκύπτει ταυτόχρονα με την υποβολή της δήλωσης,
β) στην περίπτωση διοικητικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη προσδιορισμού του φόρου,
γ) στην περίπτωση εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου, η πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού του φόρου,
δ) στην περίπτωση διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, η πράξη διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου,
ε) στην περίπτωση προληπτικού προσδιορισμού φόρου, η πράξη προληπτικού προσδιορισμού του φόρου,
στ) σε περίπτωση έκδοσης οριστικής δικαστικής απόφασης, η απόφαση αυτή,
ζ) σε περίπτωση καταλογισμού τόκων και προστίμων, οι αντίστοιχες πράξεις.
η) σε περίπτωση ενδικοφανούς προσφυγής, η απόφαση της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης.
1. Πράξη προσδιορισμού φόρου είναι η πράξη, με την οποία καθορίζεται το ποσό της φορολογικής οφειλής ή απαίτησης του φορολογουμένου για μια ή περισσότερες φορολογικές περιόδους ή για ένα ή περισσότερα φορολογικά έτη ή διαχειριστικές περιόδους ή για μια ή περισσότερες φορολογικές υποθέσεις. Με την πράξη προσδιορισμού φόρου συνιστάται και βεβαιώνεται η φορολογική οφειλή ή απαίτηση του φορολογούμενου.
Η πράξη αυτή καταχωρίζεται ως εισπρακτέο ή επιστρεπτέο ποσό στα βιβλία της Φορολογικής Διοίκησης. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα καθορίζονται τα βιβλία, στα οποία γίνεται η καταχώριση, το περιεχόμενο, η διαδικασία και οι εξαιρέσεις από αυτή, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
2. Η Φορολογική Διοίκηση είναι αρμόδια να εκδίδει τις ακόλουθες πράξεις προσδιορισμού φόρου:
α) πράξη διοικητικού προσδιορισμού φόρου,
β) πράξη εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου,
γ) πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και
δ) πράξη προληπτικού προσδιορισμού φόρου.
1. Αν το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση το διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς ως εξής:
α) δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε (5%) έως είκοσι (20%) τοις εκατό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
β) τριάντα τοις εκατό (30%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου που προκύπτει βάσει της φορολογικής δήλωσης,
γ) εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση και αποδεικνύεται ότι η ανακρίβεια οφείλεται σε πρόθεση του φορολογουμένου.
2. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης από την οποία θα πρόκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που αναλογεί στην μη υποβληθείσα δήλωση.
Επί εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου ανέρχεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου.
1. Για καθεμία από τις παρακάτω παραβάσεις επιβάλλεται πρόστιμο στον φορολογούμενο ή οποιοδήποτε πρόσωπο, εφόσον υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία που αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής του:
α) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα ή υποβάλει ελλιπή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου,
β) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση,
γ) δεν υποβάλλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου,
δ) δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων,
ε) δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου,
στ) δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση το διορισμό του φορολογικού εκπροσώπου του,
ζ) δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές
η) δεν συμμορφώνεται με κάθε υποχρέωση σχετική με την τήρηση βιβλίων, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 του Κώδικα.
θ) δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς αποδείξεις λιανικής πώλησης ή επαγγελματικά στοιχεία.
2. Τα πρόστιμα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται ως εξής:
α) εκατό (100) ευρώ, σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής σχετικά με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1,
β) εκατό (100) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β’, γ’, δ’ της παραγράφου 1 που ο φορολογούμενος δεν είναι υπόχρεος τήρησης λογιστικών βιβλίων,
γ) διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1, με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα και
δ) πεντακόσια (500) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1, με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.
ε) δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ στις περιπτώσεις ε΄ και ζ΄ και η΄ της παραγράφου 1
Δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης ΦΠΑ ή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, εφόσον η σχετική αρχική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα.
3. Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, τα σύμφωνα με τον Κώδικα πρόστιμα επιβάλλονται στο διπλάσιο και, στην περίπτωση κάθε επόμενης ίδιας παράβασης, στο τετραπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος προστίμου.
1. Αν το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση το διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς ως εξής:
α) δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε (5%) έως είκοσι (20%) τοις εκατό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
β) τριάντα τοις εκατό (30%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου που προκύπτει βάσει της φορολογικής δήλωσης,
γ) εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση και αποδεικνύεται ότι η ανακρίβεια οφείλεται σε πρόθεση του φορολογουμένου.
2. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης από την οποία θα πρόκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που αναλογεί στην μη υποβληθείσα δήλωση.
Επί εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου ανέρχεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου.
παρ. 6. Εφόσον, για την ίδια παράβαση, επιβάλλονται, σύμφωνα με τον Κώδικα, περισσότερα πρόστιμα, υπερισχύει η διάταξη που προβλέπει το μεγαλύτερο πρόστιμο.
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
παρ. 1. Ο υπόχρεος σε υποβολή φορολογικών δηλώσεων υποβάλλει τις φορολογικές δηλώσεις στη Φορολογική Διοίκηση κατά το χρόνο που προβλέπεται από την οικεία φορολογική νομοθεσία.
Εκπρόθεσμη φορολογική δήλωση υποβάλλεται οποτεδήποτε μέχρι την έκδοση εντολής ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της αρχικής δήλωσης με όλες τις συνέπειες περί εκπρόθεσμης δήλωσης.
παρ. 3. Τροποποιητική φορολογική δήλωση υποβάλλεται οποτεδήποτε μέχρι την έκδοση εντολής ελέγχου από τη Φορολογική Διοίκηση ή μέχρι την παραγραφή του δικαιώματος της Φορολογικής Διοίκησης για έλεγχο της αρχικής δήλωσης με όλες τις συνέπειες περί εκπρόθεσμης δήλωσης.
παρ. 12. Τα µη διανεµηθέντα ή κεφαλαιοποιηθέντα αποθεµατικά των νοµικών προσώπων του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε, όπως αυτά σχηματίστηκαν μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2013, και τα οποία προέρχονται από κέρδη που δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο που προέκυψαν λόγω απαλλαγής αυτών κατ’ εφαρµογή διατάξεων του ν. 2238/1994, όπως ισχύει µετά τη δηµοσίευση του Κ.Φ.Ε. ή εγκυκλίων ή αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, σε περίπτωση διανοµής ή κεφαλαιοποίησής τους - µέχρι την 31η Δεκεµβρίου 2013, φορολογούνται αυτοτελώς µε συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νοµικού προσώπου και των µετόχων ή εταίρων αυτού. Από την 1η Ιανουαρίου 2014 και εξής, τα µη διανεµηθέντα ή κεφαλαιοποιηθέντα αποθεµατικά του πρώτου εδαφίου συµψηφίζονται υποχρεωτικά στο τέλος κάθε φορολογικού έτους µε δηλωθείσες φορολογικές ζημίες της επιχείρησης από οποιαδήποτε αιτία που προέκυψαν κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη µέχρι εξαντλήσεώς τους, εκτός αν διανεµηθούν ή κεφαλαιοποιηθούν οπότε υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση µε συντελεστή δεκαεννέα τοις εκατό (19%).
Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδάφιου ως συμψηφισμός νοείται το αλγεβρικό άθροισμα και το οποίο αυξομειώνει το φορολογικό αποτέλεσμα (κέρδη ή ζημίες) της επιχείρησης.
Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νοµικού προσώπου και των µετόχων ή εταίρων αυτού.
Η καταβολή του φόρου της παραγράφου αυτής γίνεται μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την απόφαση διανομής από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
παρ. 13. Για ισολογισμούς που κλείνουν με ημερομηνία 31.12.2014 και μετά δεν επιτρέπεται η τήρηση λογαριασμών αφορολόγητου αποθεματικού, πλην των επενδυτικών ή αναπτυξιακών νόμων, καθώς και ειδικών διατάξεων νόμων, του αφορολόγητου αποθεματικού της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 2238/1994 , όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση του Κ.Φ.Ε. καθώς και ειδικών διατάξεων νόμων.
1. Οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 71 του νόµου αυτού ισχύουν για τα εισοδήµατα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγµατοποιούνται, κατά περίπτωση, στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά, µε την επιφύλαξη των επόµενων παραγράφων του άρθρου αυτού.
2. Οι διατάξεις των άρθρων 22 και 23 ισχύουν για δαπάνες που αφορούν φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου του 2014 και μετά
3. Οι διατάξεις των άρθρων 24, 25 ισχύουν για φορολογικές περιόδους που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και εξής.
4. Οι διατάξεις του άρθρου 26 ισχύουν για προβλέψεις που σχηµατίζονται στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά. Για τις προβλέψεις επισφαλών απαιτήσεων που έχουν σχηµατισθεί στα φορολογικά έτη 2010, 2011, 2012 και 2013 θα έχουν εφαρµογή οι διατάξεις της περίπτωσης θ΄ της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994 (Βλ. ΠΟΛ 1056/2015)
5. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 27 ισχύουν από την έναρξη ισχύος του ν. 4046/2012 (Α΄ 28).
6. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 11 του άρθρου 41 ισχύουν για υπεραξία από µεταβιβάσεις ακίνητης περιουσίας που θα πραγµατοποιηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά.
7. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 5 του άρθρου 42 ισχύουν για υπεραξία από µεταβιβάσεις µετοχών, µεριδίων, οµολόγων, παραγώγων και ολόκληρης επιχείρησης που θα πραγµατοποιηθούν από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά.
8. Οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 42 ισχύουν από την 29η Φεβρουαρίου 2012.
9. α. Η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 49 τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2017. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο οι δαπάνες τόκων δεν αναγνωρίζονται ως εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δαπάνες στο βαθμό που οι πλεονάζουσες δαπάνες τόκων υπερβαίνουν τα ακόλουθα ποσοστά των φορολογητέων κερδών προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων (ΕBITDA):
- το εξήντα τοις εκατό (60%) από την 1η Ιανουαρίου 2014,
- το πενήντα τοις εκατό (50%) από την 1η Ιανουαρίου 2015,
- το σαράντα τοις εκατό (40%) από την 1η Ιανουαρίου 2016.
β. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 49 τίθενται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2016. Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο οι δαπάνες τόκων αναγνωρίζονται πλήρως ως εκπιπτόμενες επιχειρηματικές δα¬πάνες εφόσον το ποσό των εγγεγραμμένων στα βιβλία καθαρών δαπανών τόκων δεν υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) ευρώ το χρόνο.
γ. Οι διατάξεις του άρθρου 49 δεν εφαρμόζονται στις επιχειρήσεις ειδικού σκοπού, μόνο κατά το μέρος που αφορά στην εκτέλεση δημοσίου έργου ή την παροχή δημόσιας υπηρεσίας μέσω σύμβασης παραχώρησης, κατά την έννοια των προεδρικών διαταγμάτων 59/2007 και 60/2007, η οποία έχει κυρωθεί με νόμο, ή μέσω σύμβασης Σύμπραξης Δημοσίου Ιδιωτικού Τομέα (Σ.Δ.Ι.Τ.) κατά τις διατάξεις του ν. 3389/2005, οι οποίες συνάπτονται μέχρι και τις 31.12.2014.
Για καλύτερη κατανόηση της παραγράφου βλ. ΠΟΛ 1037/2-2-2015 «Οδηγίες για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 49 και της παρ. 9 του άρθρου 72 του ν.4172/2013, αναφορικά με την υποκεφαλαιοδότηση»
10. Οι διατάξεις των άρθρων 52 έως και 56 ισχύουν για µετασχηµατισµούς που πραγµατοποιούνται από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά.
11. Οι διατάξεις των άρθρων 61 έως και 64 ισχύουν για πληρωµές των οποίων η διαδικασία αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2014 και µετά.
12. Τα µη διανεµηθέντα ή κεφαλαιοποιηθέντα αποθεµατικά των νοµικών προσώπων του άρθρου 45 του Κ.Φ.Ε, όπως αυτά σχηματίστηκαν μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2013, και τα οποία προέρχονται από κέρδη που δεν φορολογήθηκαν κατά το χρόνο που προέκυψαν λόγω απαλλαγής αυτών κατ’ εφαρµογή διατάξεων του ν. 2238/1994, όπως ισχύει µετά τη δηµοσίευση του Κ.Φ.Ε. ή εγκυκλίων ή αποφάσεων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού, σε περίπτωση διανοµής ή κεφαλαιοποίησής τους - µέχρι την 31η Δεκεµβρίου 2013, φορολογούνται αυτοτελώς µε συντελεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%). Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νοµικού προσώπου και των µετόχων ή εταίρων αυτού. Από την 1η Ιανουαρίου 2014 και εξής, τα µη διανεµηθέντα ή κεφαλαιοποιηθέντα αποθεµατικά του πρώτου εδαφίου συµψηφίζονται υποχρεωτικά στο τέλος κάθε φορολογικού έτους µε δηλωθείσες φορολογικές ζημίες της επιχείρησης από οποιαδήποτε αιτία που προέκυψαν κατά τα τελευταία πέντε (5) έτη µέχρι εξαντλήσεώς τους, εκτός αν διανεµηθούν ή κεφαλαιοποιηθούν οπότε υπόκεινται σε αυτοτελή φορολόγηση µε συντελεστή δεκαεννέα τοις εκατό (19%).
Για τους σκοπούς του προηγούμενου εδάφιου ως συμψηφισμός νοείται το αλγεβρικό άθροισμα και το οποίο αυξομειώνει το φορολογικό αποτέλεσμα (κέρδη ή ζημίες) της επιχείρησης.
Με την καταβολή του φόρου αυτού εξαντλείται κάθε φορολογική υποχρέωση του νοµικού προσώπου και των µετόχων ή εταίρων αυτού.
Η καταβολή του φόρου της παραγράφου αυτής γίνεται μέχρι το τέλος του δεύτερου μήνα από την απόφαση διανομής από τη γενική συνέλευση των μετόχων.
13. Για ισολογισμούς που κλείνουν με ημερομηνία 31.12.2014 και μετά δεν επιτρέπεται η τήρηση λογαριασμών αφορολόγητου αποθεματικού, πλην των επενδυτικών ή αναπτυξιακών νόμων, καθώς και ειδικών διατάξεων νόμων, του αφορολόγητου αποθεματικού της περίπτωσης ζ΄ της παραγράφου 3 του άρθρου 28 του ν. 2238/1994 , όπως ισχύει μετά τη δημοσίευση του Κ.Φ.Ε. καθώς και ειδικών διατάξεων νόμων.
14. Οι διατάξεις που διέπουν τη φορολογία των ναυτιλιακών επιχειρήσεων και των συνδεοµένων φυσικών προσώπων µόνο σε σχέση µε το εισόδηµα που απορρέει από τις επιχειρήσεις αυτές δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
15. Οι διατάξεις των παραγράφων 3 και 4 του άρθρου 4 του παρόντος Κώδικα δεν εφαρµόζονται για τις εταιρείες που έχουν συσταθεί σύµφωνα µε το ν. 27/1975 και το ν.δ. 2687/1953.
16. Συσσωρευθέντα κεφάλαια που αντιστοιχούν σε καταβαλλόµενα έως 31.12.2013 ασφάλιστρα του εργαζοµένου εξαιρούνται από την οριζόµενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 15 φορολόγηση.
17. Οι διατάξεις του ν. 2778/1999 (Α΄295) που διέπουν τη φορολογία των εταιρειών επενδύσεων σε ακίνητη περιουσία και των θυγατρικών τους δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
18. Οι διατάξεις του νόμου 2367/95 και του ν. 2992/2002 (Α΄54), που διέπουν τη φορολογία των Εταιρειών Κεφαλαίου Επιχειρηµατικών Συµµετοχών (ΕΚΕΣ) και των Αµοιβαίων Κεφαλαίων Επιχειρηµατικών Συµµετοχών (ΑΚΕΣ) αντίστοιχα, δεν θίγονται από τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα.
19.Για τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κώδικα η παράγραφος 2 του άρθρου 24 τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2019
20. Από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 καταργείται η παρ. 3 του άρθρου 6 του ν.1905/1990 (Α΄ 147).
21. Από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 παύουν να ισχύουν η παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 2682/1999 (Α΄16) και η παρ. 8 του άρθρου 26 του ν. 2789/2000 (Α΄ 21).
22. Για τις παροχές σε είδος, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 του Κώδικα , η παράγραφος 1 του άρθρου 60 τίθεται σε ισχύ από την 1.1.2015.
23. Το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 67 τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015. Ειδικά για το φορολογικό έτος 2014 η δήλωση υποβάλλεται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Φεβρουαρίου μέχρι και την 30ή Ιουνίου.
24. Οι διατάξεις του Κώδικα για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος από επιχειρηματική δραστηριότητα των οικοδομικών επιχειρήσεων εφαρμόζονται για ακίνητα για τα οποία η άδεια κατασκευής έχει εκδοθεί από την 1.1.2006 και μετά.
24. Κατά τον υπολογισμό του φόρου σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 15 και προκειμένου να διατηρηθεί ακέραιο το ποσό της μείωσης του φόρου, σύμφωνα με το άρθρο 16, ο φορολογούμενος απαιτείται να προσκομίσει αποδείξεις σε ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) του φορολογητέου εισοδήματός του.
Το ποσό των αποδείξεων που προσκομίζονται δεν απαιτείται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ. Σε περίπτωση που δεν προσκομίζεται το απαιτούμενο ποσό αποδείξεων, ο φόρος προσαυξάνεται κατά τη θετική διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου ποσού αποδείξεων, με ανώτατο όριο τις δέκα χιλιάδες πεντακόσια (10.500) ευρώ και του προσκομισθέντος ποσού αποδείξεων, η οποία πολλαπλασιάζεται με συντελεστή 22%. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι δαπάνες για τις οποίες απαιτείται η προσκόμιση αποδείξεων, ο τρόπος επιμερισμού των δαπανών μεταξύ των συζύγων, οι κατηγορίες των φορολογουμένων που εξαιρούνται από την υποχρέωση αυτή, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται αποκλειστικά για το φορολογικό έτος 2014.
25. Από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του νόμου 2238/1994 (Α΄ 151), συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου.
26. Σε περίπτωση κατά την οποία η μεταβίβαση του άρθρου 41 Κ.Φ.Ε. αφορά δικαίωμα το οποίο αποκτήθηκε μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1994, η υπεραξία θεωρείται μηδενική.
Ειδικά στην περίπτωση της χρησικτησίας, εφόσον ο σχετικός χρόνος συμπληρώθηκε πριν από την 31η Δεκεμβρίου 1994, ως χρόνος κτήσης θεωρείται η 1η Ιανουαρίου 1995.
27. Στην περίπτωση ακινήτου που εμπίπτει στις διατάξεις του άρθρου 41 και έχει αποκτηθεί, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε αυτό, από 1ης Ιανουαρίου 1995 έως και την 31η Δεκεμβρίου 2002, ο συντελεστής απομείωσης της παραγράφου 5 πολλαπλασιάζεται με το συντελεστή 0,8.
28. Για την περίοδο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 2015 η υπεραξία που αποκτά ένα νομικό πρόσωπο ή νομική οντότητα από πώληση και επαναμίσθωση (lease back) ακινήτου αναγνωρίζεται ως έσοδο σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 17, όπως αυτό υιοθετείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
29. Ειδικά ο χρόνος υποβολής της δήλωσης και απόδοσης του παρακρατούμενου φόρου που καταβάλλεται τον Ιανουάριο του 2014, παρατείνεται μέχρι τις 30 Απριλίου 2014.
30. Οι διατάξεις της παραγράφου 5 του άρθρου 15, της παραγράφου 5 του άρθρου 29 και της παραγράφου 4 του άρθρου 58 του Κώδικα εφαρμόζονται και για το νησί της Κεφαλονιάς για εισοδήματα που αποκτώνται ή κέρδη που προκύπτουν από την 1η Ιανουαρίου 2014 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015.
31. Ειδικά, για τα εισοδήματα που αποκτήθηκαν από 1.1.2013 έως 31.12.2013 εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις της παρ. 7 του άρθρου 4 του νόμου 2238/1994 και οι εκδοθείσες κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού υπουργικές αποφάσεις.
32. Ειδικά οι επιχειρήσεις που τηρούν απλογραφικά βιβλία και οι οποίες για τον προσδιορισμό των αποτελεσμάτων τους του οικονομικού έτους 2014 (χρήση 2013) εφάρμοσαν τις διατάξεις του δευτέρου εδαφίου της περίπτωσης γ΄ της παρ. 1 του άρθρου 31 του ν. 2238/1994 (Α΄ 151), δύνανται, αποκλειστικά για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος του φορολογικού έτους 2014, ως απογραφή έναρξης να λάβουν ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) των αγορών της διαχειριστι¬κής χρήσης του 2013 και ως απογραφή λήξης το δέκα τοις εκατό (10%) των αγορών του φορολογικού έτους 2014, ανεξαρτήτως υποχρέωσης σύνταξης απογραφής εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζονται αναλόγως για τους αγρότες που πριν την 1.1.2014 τηρούσαν βιβλία και εξέδιδαν στοιχεία του Κ.Φ.Α.Σ.
Οι αγρότες και λοιποί επιτηδευματίες που δεν έχουν υποχρέωση τήρησης βιβλίων, δύνανται να εξάγουν το λογιστικό αποτέλεσμα του φορολογικού έτους 2014, είτε χωρίς απογραφές έναρξης και λήξης είτε να προβούν σε αποτίμηση των εμπορεύσιμων περιουσιακών στοιχείων τους της 1.1.2014 με οποιονδήποτε αξιόπιστο τρόπο και σε σύνταξη απογραφής λήξης της 31.12.2014 με τον ίδιο τρόπο, όπως και της απογραφής έναρξης σε καταστάσεις τις οποίες διαφυλάσσουν έως το χρόνο παραγραφής.
33. α. Η ισχύς του άρθρου 41 του παρόντος Κώδικα αναστέλλεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2016.
β. Η διάταξη της παρούσας παραγράφου τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2015
34. Ειδικά, κατά το φορολογικό έτος 2014 για όσους αποκτούν εισόδηµα από ατοµική αγροτική επιχειρηµατική δραστηριότητα το προς βεβαίωση ποσό φόρου της παραγράφου 1 του άρθρου 69 περιορίζεται στο µισό.» Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν από 8.5.2015.
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
Στη ρύθµιση του άρθρου 1 δύνανται, επίσης, να υπαχθούν, µετά από επιλογή του οφειλέτη, και ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και οι οποίες κατά την ηµεροµηνία της αίτησης:
α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή δικαστική ή εκ του νόµου ή
β) έχουν υπαχθεί σε ρύθµιση ή διευκόλυνση τµηµατικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.
Κατ’ εξαίρεση:
1. Δύνανται να υπαχθούν στη ρύθµιση του άρθρου 1, οφειλές που θα βεβαιωθούν στη Φορολογική Διοίκηση µετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώµατος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ένδικου βοηθήµατος ή µέσου ενώπιον αρµοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής, και έως 26.5.2015, ανεξαρτήτως της ηµεροµηνίας που οι οφειλές αυτές καθίστανται ληξιπρόθεσµες.
Εφόσον πρόκειται για υπαγόµενες υποθέσεις, που εκκρεµούν ενώπιον των αρµοδίων δικαστηρίων, µαζί µε την αίτηση και τη δήλωση παραίτησης προσκοµίζεται και βεβαίωση από το αρµόδιο δικαστήριο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόµα συζητηθεί, προκειµένου να βεβαιωθεί η οφειλή.
2. Στη ρύθµιση του άρθρου 1 δύνανται, επίσης, να υπαχθούν, µετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και θα αφορούν υποχρεώσεις φορολογικών ετών, περιόδων και υποθέσεων µέχρι και 31.12.2014.
1. Οι κατά την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου υφιστάμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου έκτακτου προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τα Ν.Π.Ι.Δ. Δημόσιου Τομέα παρατείνονται αυτοδικαίως ως την 30.9.90, κατά παρέκκλιση των διατάξεων των Ν.1735/87, 1835/89 και 1874/90 ή άλλων ειδικών διατάξεων. Από τη ρύθμιση αυτή εξαιρείται το προσωπικό που έχει προσληφθεί με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για την κάλυψη εποχιακών αναγκών καθώς και με συμβάσεις έργου, η κατάσταση του οποίου ρυθμίζεται από τις διατάξεις της παρ.7 αυτού του άρθρου.
2. Ως την 30.4.90 όλες οι αρμόδιες υπηρεσίες οφείλουν να κοινοποιήσουν στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης πίνακα των συμβάσεων που περιλαμβάνονται στην κατηγορία του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου.
Παράβαση της υποχρέωσης αυτής συνεπάγεται την πειθαρχική δίωξη παντός υπευθύνου.
3. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Οικονομικών και Εργασίας ύστερα από γνώμη των οικείων υπηρεσιακών συμβουλίων και, εν ελλείψει τούτων, του διοικούντος συλλογικού οργάνου του οικείου νομικού προσώπου, και ως την 30.9.90:
α) Καταγράφεται κατά φορέα και ειδικότητα ο αριθμός του προσωπικού του πρώτου εδαφ. της παρ.1 που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας.
β) Ιδρύονται νέες κενές θέσεις, "με μόνιμο προσωπικό ή" με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου και αορίστου χρόνου, εφ'όσον το απαιτούν οι ανάγκες που προκύπτουν από την πιο πάνω καταγραφή,
γ) Καθορίζονται οι κενές θέσεις που πρόκειται να πληρωθούν "με μόνιμο προσωπικό ή" με συμβάσεις αορίστου χρόνου,
4. Μέχρι την 30.9.90 κινείται η διαδικασία πλήρωσης των κενών θέσεων της περιπτ.γ' της προηγούμενης παραγράφου. Η διαδικασία αυτή θα στηριχθεί σε πανελλήνιο δημόσιο διαγωνισμό, στον οποίο θα μπορούν να συμμετάσχουν και οι συμβασιούχοι του πρώτου εδαφίου της παρ.1, με πρόσθετο προσόν την προϋπηρεσία τους και ανεξαρτήτως ανώτατου ορίου ηλικίας πρόσληψης.
5. Με τα Π.Δ., που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, καθορίζονται κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων:
α) Οι κάθε είδους όροι προκήρυξης, διεξαγωγής και ολοκλήρωσης του διαγωνισμού της παρ.4.
β) Τα απαιτούμενα προσόντα των δυναμένων να διαγωνισθούν.
γ) Η τοποθέτηση των επιτυχόντων στις θέσεις που καταλαμβάνουν.
δ) Η προσαύξηση της συνολικής βαθμολογίας ανάλογα με το χρόνο της προϋπηρεσίας της παρ.4.
ε) Κάθε άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής των διατάξεων της παρ.4.
6. Με τα Π.Δ. της παρ.5, είναι δυνατόν να παρέχεται υπεξουσιοδότηση στον Υπουργό Προεδρίας της Κυβέρνησης για τη ρύθμιση ειδικότερων τεχνικών ή λεπτομερειακών θεμάτων των διατάξεων των παρ.1, 2, 3 και 4 αυτού του άρθρου.
7. Οι κατά την έναρξη της ισχύος αυτού του νόμου υφιστάμενες συμβάσεις του προσωπικού που έχει προσληφθεί στο Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και τα Ν.Π.Ι.Δ., του Δημόσιου Τομέα για την κάλυψη εποχιακών αναγκών, καθώς και συμβάσεις του προσωπικού με μίσθωση έργου παρατείνονται αυτοδικαίως ως την 31.5.90. Ως την ημερομηνία αυτήν και με βάση τη διαδικασία της παρ.3 αυτού του άρθρου προσδιορίζεται ο αριθμός των συμβασιούχων του προηγούμενου εδαφίου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών και, με βάση τον προσδιορισμό αυτόν, εξειδικεύονται τα άτομα των οποίων οι συμβάσεις μετατρέπονται στη συνέχεια αυτοδικαίως με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που λήγουν την 30.9.90. Κατά τα λοιπά ισχύουν και ως προς αυτούς, κατ'αναλογία, όλες οι διατάξεις των παρ.2-6 του παρόντος άρθρου.
8. Η παράταση των συμβάσεων των παρ.1 εδαφ.α' και 7 δεν μετατρέπει τις συμβάσεις αυτές σε αορίστου χρόνου, μετά δε τη λήξη ισχύος τους λύονται αυτοδικαίως χωρίς άλλη διατύπωση και δίχως καμία αποζημίωση.
1. Τα πτωχευτικά χρέη των πτωχών οφειλετών του Δημοσίου που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και στα Τελωνεία μπορεί να ρυθμίζονται, ύστερα από αίτηση του υπόχρεου, με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από γνωμοδότηση της Επιτροπής του άρθρου 9 του ν.2386/1996 (ΦΕΚ A΄43), στην οποία προστίθενται, ως μέλος ένας Πάρεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δύο εισηγητές, εφόσον το συνολικό βασικό χρέος δεν υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων (600.000) ευρώ. Αν το συνολικό βασικό χρέος υπερβαίνει το ανωτέρω ποσό, το αίτημα εξετάζεται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
2. Ως βασικό χρέος θεωρείται το σύνολο των βεβαιωμένων χρεών, έστω και αν αυτά δεν έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμα, όπως το ύψος τους έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης ρύθμισης, μετά και από τυχόν πληρωμή ή νόμιμη διαγραφή, χωρίς τις κατά το άρθρο 6 του παρόντος, προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.
3. Η ρύθμιση μπορεί να αφορά είτε στην απαλλαγή του πτωχού οφειλέτη από την καταβολή μέρους ή όλων των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, των φορολογικών προσαυξήσεων και προστίμων με εφάπαξ καταβολή του υπολοίπου, είτε στην καταβολή του βασικού χρέους και των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, σε συνεχείς μηνιαίες δόσεις, είτε σε συνδυασμό και των δύο περιπτώσεων. Ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων δεν μπορεί να υπερβεί τις ενενήντα (90). Από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για τη ρύθμιση, οι δόσεις δεν επιβαρύνονται με επιπλέον προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, εκτός εάν καθυστερήσει η καταβολή τους. Η πρώτη δόση είναι καταβλητέα μέσα σε δύο (2) μήνες από την ημερομηνία αποδοχής της ρύθμισης από τον οφειλέτη και οι υπόλοιπες μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα καθενός από τους επόμενους μήνες.
4. Η ρύθμιση τελεί υπό τη διαλυτική αίρεση της μη εμπρόθεσμης πληρωμής τριών (3) συνεχών μηνιαίων δόσεων. Σε περίπτωση πλήρους συμμόρφωσης του οφειλέτη προς τους όρους της ρύθμισης, το ποσό των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, των φορολογικών προσαυξήσεων και προστίμων που απαλλάχθηκε με τη ρύθμιση ο οφειλέτης, διαγράφεται από τα οικεία βιβλία της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή του Τελωνείου, κατά περίπτωση, εκτός εάν υπάρχουν συνυπόχρεα για την καταβολή του πρόσωπα, οπότε αναζητούνται από αυτά. Σε περίπτωση πλήρωσης της διαλυτικής αίρεσης, η ρύθμιση ανατρέπεται αυτοδίκαια, χωρίς δήλωση του Δημοσίου, με συνέπεια να καθίσταται αμέσως απαιτητό το υπόλοιπο χρέος με το σύνολο των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής με τις οποίες επιβαρύνεται από τη βεβαίωσή του μέχρι την εξόφλησή του.
5. Η αποδοχή της ρύθμισης από τον πτωχό οφειλέτη γίνεται με ρητή, ανεπιφύλακτη και χωρίς όρους δήλωσή του που καταχωρίζεται στο σώμα της απόφασης για τη ρύθμιση και υπογράφεται από αυτόν παρουσία του προϊσταμένου της αρμόδιας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας ή του Τελωνείου μέσα σε ένα (1) μήνα από την πρόσκλησή του. Η αποδοχή της ρύθμισης αποτελεί αναγνώριση της ύπαρξης και του ύψους του παλαιού χρέους (βασικού και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής).
6. Από την ημέρα υποβολής της αίτησης ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή των χρεών για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ρύθμιση, η δε παραγραφή δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από το χρόνο ανατροπής της ρύθμισης ή της έκδοσης απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ή της έγγραφης άρνησης αποδοχής της ρύθμισης ή της άπρακτης παρόδου της προθεσμίας για την αποδοχή αυτής, κατά περίπτωση.
7. Για τη ρύθμιση απαιτείται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) να έχει κηρυχθεί και να βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης κατά το χρόνο εξέτασης της αίτησης ο οφειλέτης ή ο αιτών που ευθύνεται για την πληρωμή χρεών άλλου, φυσικού ή νομικού προσώπου, έστω και αν το τελευταίο δεν έχει κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, β) τα χρέη να είναι προς το Δημόσιο ή και προς τρίτους μόνον εφόσον έχουν συμβεβαιωθεί με τα χρέη προς το Δημόσιο, γ) τα χρέη να είναι πτωχευτικά, δ) ο αιτών να μην έχει καταδικασθεί, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης πτώχευσης, για το αδίκημα της δόλιας χρεωκοπίας, ούτε να έχει ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη ή να εκκρεμεί ποινική δίκη για το αδίκημα αυτό.
8. Η Επιτροπή γνωμοδοτεί για την αποδοχή ή μη της αίτησης ρύθμισης του πτωχού οφειλέτη μετά από συνεκτίμηση στοιχείων, που αφορούν στην προσωπική και οικονομική κατάσταση του οφειλέτη και από τα οποία αποδεικνύεται η οικονομική αδυναμία άμεσης ή και εφάπαξ πληρωμής του συνόλου ή μέρους των χρεών του και στοιχείων από τα οποία αποδεικνύεται το επισφαλές ή μη της είσπραξης των απαιτήσεων του Δημοσίου. Στο πλαίσιο αυτό συνεκτιμώνται ιδίως: α) η ύπαρξη κινητής ή ακίνητης περιουσίας του πτωχού, η αξία και τα τυχόν βάρη αυτής,
β) η εν γένει οικονομική και επαγγελματική κατάσταση, η ηλικία, η κατάσταση της υγείας του πτωχού και των μελών της οικογένειάς του,
γ) οι προς τρίτους υποχρεώσεις του (υποχρέωση διατροφής, χρέη προς ασφαλιστικά ταμεία και ιδιώτες),
δ) το ύψος και το είδος των χρεών (βασικού και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής),
ε) το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία της πτώχευσης, η ύπαρξη ή μη πτωχευτικής περιουσίας και η αξία αυτής, η αναγγελία ή μη άλλων πιστωτών, τα προνόμια και το ύψος των απαιτήσεων αυτών.
9. Με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται διαδικαστικές λεπτομέρειες εφαρμογής των ανωτέρω
παρ. 6. α) Επί αιτήματος συμφωνίας συνδιαλλαγής με το Δημόσιο κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 και επόμενα του ν. 3588/2007 (ΦΕΚ 153 Α΄), αρμόδιος να αποφασίζει είναι ο Υπουργός Οικονομικών, μετά από γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών. Σε περίπτωση μη συμμετοχής του Δημοσίου σε συμφωνία συνδιαλλαγής, κατά τα ανωτέρω, η οποία όμως επιτυγχάνεται με άλλους πιστωτές και επικυρώνεται από το Δικαστήριο, αρμόδιο όργανο για την εξέταση αιτήματος ρύθμισης οφειλών προς το Δημόσιο είναι η επιτροπή του άρθρου 9 του ν. 2386/1996 (ΦΕΚ 43 Α΄), η οποία γνωμοδοτεί κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 62Α του ν.δ. 356/1974 (ΦΕΚ 90 Α΄), ανεξαρτήτως ύψους οφειλής.
β) Η παράγραφος 5 του άρθρου 61 του ν.δ. 356/1974 εφαρμόζεται και για τις πτωχευτικές διανομές που γίνονται κατά τις διατάξεις του ν. 3588/2007.
γ) Οι διατάξεις των τεσσάρων τελευταίων εδαφίων της παραγράφου 1 του άρθρου 62 του ν.δ. 356/1974 εφαρμόζονται αναλόγως και στις πτωχεύσεις που κηρύχθηκαν ή κηρύσσονται, κατά τις διατάξεις του ν. 3588/2007.
1. Ανάκτηση παράνομων κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3220/2004.
α) Το ειδικό αφορολόγητο αποθεματικό επενδύσεων, που έχει σχηματισθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ν. 3220/2004 (Α Ί 5) από τα αδιανέμητα κέρδη των επιχειρήσεων κατά τα οικονομικά έτη 2004 και 2005, συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 107 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής 'Ενωσης. Το ύψος της ενίσχυσης ανέρχεται στο ισόποσο του φόρου εισοδήματος από τον οποίο απαλλάχθηκε η επιχείρηση που προέβη στο σχηματισμό του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού με σκοπό την πραγματοποίηση επενδύσεων σύμφωνα με τους όρους των ως άνω διατάξεων.
β) Η ενίσχυση της περίπτωσης α' κατά το μέρος που δεν είναι συμβατή με την εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τα άρθρα 1 έως 3 της Απόφασης 2008/723/ΕΚ της Επιτροπής, ανακτάται από το Ελληνικό Δημόσιο με την έκδοση από τις αρμόδιες ΔΟΥ σχετικών φύλλων ελέγχου με τα οποία καταλογίζονται στις οικείες επιχειρήσεις το ποσό της ενίσχυσης και το ποσό των τόκων που οφείλονται με βάση τη μέθοδο ανατοκισμού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο V του Κανονισμού 794/2004/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 140, 30.4.2004), όπως έχει τροποποιηθεί από τον Κανονισμό 271/2008/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 82, 25.3.2008), για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους από τα κέρδη του οποίου σχηματίσθηκε το αποθεματικό μέχρι του χρόνου πραγματικής ανάκτησης του συνολικού ποσού της ενίσχυσης. Το επιτόκιο που εφαρμόζεται είναι το επιτόκιο αναφοράς που ορίζεται, για κάθε ημερολογιακό έτος, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
γ) Είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά και εξαιρούνται της ανάκτησης οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας βάσει του Κανονισμού 69/2001/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L10,13.1.2001), λαμβανομένων υπόψη των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 5 του Κανονισμού 1998/2006/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 379, 28.12.2006).
δ) Είναι συμβατές με την εσωτερική αγορά και εξαιρούνται της ανάκτησης ενισχύσεις σε επιχειρήσεις κατά το μέρος που οι επιχειρήσεις, για κάλυψη του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού, πραγματοποίησαν δαπάνες οι οποίες εμπίπτουν σε μία τουλάχιστον από τις ακόλουθες περιπτώσεις και το ποσό της ανάκτησης στις περιπτώσεις αυτές, υπολογίζεται σύμφωνα με την περίπτωση ε΄ του παρόντος.
- Στις διατάξεις του ν. 2601/1998 (Α΄ 81) ή του ν. 3299/ 2004 (Α΄ 261).
- Στον Κανονισμό 70/2001/ΕΚ της Επιτροπής της 12ης Ιανουαρίου 2001 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης της ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρές ή μεσαίες επιχειρήσεις (ΕΕ L 10, 13.1.2001) εφόσον πρόκειται για ενίσχυση σε μικρή ή μεσαία επιχείρηση.
- Στον Κανονισμό 68/2001/ΕΚ της Επιτροπής της 12.1.2001 σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης της ΕΚ στις ενισχύσεις για επαγγελματική εκπαίδευση (ΕΕ L10, 13.1.2001).
- Στον Κανονισμό 1/2004/ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης της ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της παραγωγής, μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων (ΕΕ L 1, 3.1.2004), καθώς και στις Κοινοτικές Κατευθυντήριες Γραμμές για τις κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της γεωργίας (ΕΕ C 28, 1.2.2000), μόνον εφόσον αφορούν τη μεταφορά εγκαταστάσεων γεωργικών εκμεταλλεύσεων για λόγους δημοσίου συμφέροντος.
- Στον Κανονισμό 1595/2004 /ΕΚ της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της Συνθήκης της ΕΚ στις κρατικές ενισχύσεις προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην παραγωγή, μεταποίηση και εμπορία προϊόντων αλιείας (ΕΕ L 291, 14.9.2004), καθώς και στο εγκεκριμένο καθεστώς ν. 621/ 2000 - Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας 2000 - 2006 (ΕΕ C 102, 31.3.2001).
ε) Το ποσό της ανάκτησης στην περίπτωση της ως άνω περίπτωσης δ ' υπολογίζεται ως η θετική διαφορά που προκύπτει αν από το φόρο εισοδήματος από τον οποίο απαλλάχθηκε η επιχείρηση που προέβη στο σχηματισμό του ειδικού αφορολόγητου αποθεματικού αφαιρεθεί το ποσό που αναλογεί με βάση την ένταση της επιτρεπόμενης ενίσχυσης ανά κατηγορία δαπάνης επί των δαπανών που εμπίπτουν στις περιπτώσεις της περίπτωσης δ '.
στ) Επί επιχειρήσεων που έχουν προβεί σε ανάκτηση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 47 του ν. 3614/2007 (Α'267) για τον υπολογισμό του τελικού ποσού της ανάκτησης αφαιρούνται τα ποσά που έχουν τυχόν ήδη καταβληθεί ή καταλογιστεί με βάση τις διατάξεις του άρθρου αυτού, λαμβανομένου υπ' όψιν του χρόνου καταβολής τους. Τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο επιστρέφεται. Το συνολικό ποσό που προκύπτει για καταβολή βεβαιώνεται και καταβάλλεται σε μια δόση, χωρίς καμία έκπτωση, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα για το Δημόσιο του επόμενου από τη βεβαίωση μήνα. Οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις του ν. 2523/1997 (Α'179) κυρώσεις δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση αυτή.
ζ) Το ποσό των τόκων στην περίπτωση της παραγράφου 4 του άρθρου 47 του ν. 3614/2007 υπολογίζεται με τη μέθοδο του ανατοκισμού σύμφωνα με τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο V του Κανονισμού 794/2004/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 140), όπως έχει τροποποιηθεί από τον Κανονισμό 271/2008/ΕΚ της Επιτροπής (ΕΕ L 82, 25.3.2008), για το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του οικονομικού έτους από τα κέρδη του οποίου σχηματίσθηκε το αποθεματικό μέχρι του χρόνου πραγματικής ανάκτησης του συνολικού ποσού της ενίσχυσης.
η) Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη ειδική ή γενική διάταξη εφαρμόζονται και στις υποθέσεις που έχουν ελεγχθεί και έχουν εκδοθεί φύλλα ελέγχου, εκτός των αναφερομένων στην περίπτωση β ', τα οποία έχουν καταστεί ή θα καταστούν οριστικά καθ' οιονδήποτε τρόπο, ακόμη και με δικαστική απόφαση.
2. Συμμόρφωση προς την «Στρατιωτική Απόφαση» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με αριθμό Ε(2010) 8274/ 1.12.2010.
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος καταργείται το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης, που παραχωρήθηκε στην εταιρεία «ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΝΑΥΠΗΓΕΙΑ Α.Ε.» με την παράγραφο 15 του άρθρου 1 του ν. 2302/1995 (Α'74), όπως συμπληρώθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του ν. 2941/2011 (Α'201), κατά το μέρος που αφορά το τμήμα του δημοσίου Κτήματος ΑΒΚ 266 εμβαδού διακοσίων δεκατεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τριών κόμμα εννιακοσίων ογδόντα πέντε τετραγωνικών μέτρων (214.663,985 m2), το οποίο εμφαίνεται με στοιχεία 226, 227, 228, 229, 230, 231, 232, 233, 234, 235, 236, 237, 321, 320, 319, 318, 317, 316, 315, 314, 226 στο από Δεκέμβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού-μη-χανικού Δημήτρη Κουλούκη κλίμακας 1: 2.000 που θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών και Στέγασης του Υπουργείου Οικονομικών και δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση με τον παρόντα νόμο στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι), καθώς και κατά το μέρος της αντίστοιχης έμπροσθεν του ανωτέρω δημοσίου Κτήματος ΑΒΚ ζώνης αιγιαλού. 3. Ρύθμιση θεμάτων του ν. 3601/2007 (ΑΊ78)
Στο άρθρο 27 του ν. 3601/2007 προστίθεται παράγραφος ως εξής:
«5. Για την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων αποχώρησης ή αποκλεισμού συνεταίρων, η οποία συνεπάγεται μείωση, εντός της οικονομικής χρήσης, μεγαλύτερη του 2% των ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος που έχει μορφή συνεταιρισμού του ν. 1667/1986, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο και στο άρθρο 28 του παρόντος, απαιτείται προηγούμενη έγκριση της Τράπεζας της Ελλάδος. Σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να απαγορεύει την εξόφληση συνεταιριστικών μερίδων, εάν τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί με τη μορφή του πιστωτικού συνεταιρισμού.»
Η παρ. 4α του άρθρου 49 και η παρ. 6 του άρθρου 50 του ν. 2859/2000 (Κώδικας Φ.Π.Α.), όπως προστέθηκαν µε τις περιπτώσεις 4 και 5 της υποπαραγράφου Α.6 της παρ. Α΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α΄ 107) αντιστοίχως, καταργούνται.
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων, το κατασχετήριο έγγραφο κοινοποιείται στο κεντρικό κατάστημα ή σε οποιοδήποτε υποκατάστημα αυτών και μπορεί να περιέχει πολλούς οφειλέτες του Δημοσίου. Στο κατασχετήριο αυτό έγγραφο επισυνάπτεται για τον κάθε οφειλέτη πίνακας στον οποίο αναφέρεται το είδος και το ποσό κάθε οφειλής, ως και ο αριθμός και η χρονολογία βεβαίωσής της. Η δήλωση του πιστωτικού ιδρύματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 32, γίνεται κοινή για όλους τους οφειλέτες του κατασχετηρίου εγγράφου και συνοδεύεται απαραίτητα από παραστατικό κίνησης του τραπεζικού λογαριασμού του κάθε οφειλέτη για διάστημα τουλάχιστον πέντε (5) ημερών πριν την ημερομηνία επίδοσης του κατασχετηρίου εγγράφου και μιας ημέρας μετά από αυτήν, άλλως θεωρείται ότι δεν υποβλήθηκε ποτέ δήλωση.
Η απόδοση των ποσών στην υπηρεσία που επέβαλε την κατάσχεση γίνεται υποχρεωτικά εντός δέκα (10) ημερών από την υποβολή της δήλωσης του πιστωτικού ιδρύματος. Οι διατάξεις των άρθρων 87 και 88 του ν.δ. 17.7/13.8.1923 (ΦΕΚ 224 Α΄) δεν εφαρμόζονται. Για την ανωτέρω διαδικασία δεν καταβάλλονται έξοδα
Δεν επιβάλλεται, με τη διαδικασία του παρόντος άρθρου, κατάσχεση για απαιτήσεις που υπολείπονται του συνολικού ποσού ύψους πενήντα (50) ευρώ, και, εφόσον επιβληθεί, δεν υποβάλλεται η δήλωση του άρθρου 32, τυχόν δε υφιστάμενο ποσό δεν αποδίδεται. Σε περίπτωση κατά την οποία επιβλήθηκε κατάσχεση για συνολικό ποσό το οποίο υπερβαίνει αυτό του προηγούμενου εδαφίου και το προς απόδοση ποσό υπολείπεται των πενήντα (50) ευρώ, αυτό δεν αποδίδεται εντός της προθεσμίας που ορίζεται στο παρόν άρθρο αλλά σε χρόνο κατά τον οποίο θα υπερβεί το παραπάνω όριο.
1. Εάν ο τρίτος ουδέν οφείλει ή δεν οφείλει όλα τα αναφερόμενα εις το κατασχετήριον έγγραφον του Δημοσίου Ταμείου χρήματα ως και άλλα πράγματα ή δεν υποχρεούται εις την άμεσον απόδοσιν αυτών ένεκα των υφισταμένων μεταξύ αυτού και του οφειλέτου συμφωνιών ή εξ άλλου νομίμου λόγου, ο τρίτος οφείλει να δηλώση τούτο εντός οκτώ ημερών από της επιδόσεως του κατασχετηρίου. Ειδικά για κατασχέσεις απαιτήσεων στα χέρια πιστωτικών ιδρυμάτων η δήλωση του προηγούμενου εδαφίου γίνεται εντός οκτώ εργασίμων ημερών από την επίδοση του κατασχετηρίου.
Η προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως.
Η δήλωσις γίνεται εγγράφως δι' αναφοράς επιδιδομένης δια δικαστικού κλητήρος εις τον εκδόντα το κατασχετήριον έγγραφον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου ή προφορικώς ενώπιον του Ειρηνοδίκου της κατοικίας του ή διαμονής του, όστις συντάσσει έκθεσιν εφ' απλού χάρτου ήν αποστέλει εις τον Διευθυντήν του Δημοσίου Ταμείου εντός 24 ωρών.
2. Η γενομένη επί τη κατασχέσει του Δημοσίου δήλωσις εκ μέρους μισθωτών ή υπομισθωτών, περί προκαταβολικής εξοφλήσεως ή εκχωρήσεως μισθωμάτων, ισχύει δια το Δημόσιον μόνον εφ' όσον ούτοι είχον προβή εις δήλωσιν προς την Εφορίαν προ της επιβολής της κατασχέσεως και προσκομίζουν σχετικήν, περί τούτου, βεβαιώσιν.
1. Εάν ο φορολογούμενος δικαιούται επιστροφή φόρου, η Φορολογική Διοίκηση, αφού συμψηφίσει τους οφειλόμενους από τον φορολογούμενο φόρο με το ποσό προς επιστροφή, προβαίνει στην επιστροφή της τυχόν προκύπτουσας διαφοράς.
2. Το επιστρεπτέο ποσό καταβάλλεται στον φορολογούμενο εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή έγγραφου αιτήματος του φορολογουμένου, εκτός εάν προβλέπεται μικρότερο χρονικό διάστημα από άλλη διάταξη της φορολογικής νομοθεσίας.
Ειδικά για αιτήματα επιστροφής ΦΠΑ από υποκειμένους μη εγκατεστημένους στο εσωτερικό της χώρας, η Φορολογική Διοίκηση αποφαίνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν απαιτείται η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων οπότε η ως άνω προθεσμία παρατείνεται μέχρι οκτώ (8) μήνες.
3. Με έγγραφη δήλωση που περιλαμβάνεται στην αίτηση επιστροφής του φορολογουμένου, το επιστρεπτέο ποσό παρακρατείτε με σκοπό το συμψηφισμό του με μελλοντικές οφειλές του φορολογουμένου.
4. Η αξίωση για επιστροφή φόρου, ο οποίος καταβλήθηκε αχρεώστητα παραγράφεται κατά το χρόνο που παραγράφεται το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης για έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 36 του Κώδικα αναφορικά με την αντίστοιχη φορολογική υποχρέωση από την οποία πηγάζει η αξίωση προς επιστροφή.
5. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να ορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
1. Βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του οφειλέτη κατά του Δημοσίου, η οποία αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
2. Ο συμψηφισμός προτείνεται με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ., η οποία είναι αρμόδια για την είσπραξη του χρέους. Ο συμψηφισμός μπορεί να ενεργείται και αυτεπάγγελτα, με πράξη του προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται η απαίτηση του οφειλέτη. Απαίτηση του Δημοσίου παραγεγραμμένη αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής.
Η δήλωση του οφειλέτη για συμψηφισμό της απαίτησης κατά του Δημοσίου ή το έγγραφο του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό κοινοποιείται στην εκκαθαρίζουσα την απαίτηση υπηρεσία, η οποία υποχρεούται σε άμεση απόδοση του συμψηφισθέντος ποσού.
3. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με χρέη προς το Δημόσιο που καταβάλλονται με ταυτόχρονη υποβολή δήλωσης φόρου ή άλλου εσόδου. Η δήλωση συμψηφισμού, που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της εκπρόθεσμης υποβολής της.
4. Με το συμψηφισμό οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται, με την επιφύλαξη των άρθρων 89 και 94 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄).
5. Αναστολή είτε του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης ή είσπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων διοικητικής εκτέλεσης, από το νόμο ή βάσει απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν εμποδίζει τη διενέργεια του συμψηφισμού.
6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η ειδικότερη διαδικασία, με την τήρηση των οποίων εξαιρούνται από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο.
1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό ενημερότητας ισχύος μέχρι και δύο μηνών για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται.
2. Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας, μόνο εφόσον ο φορολογούμενος δεν έχει οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση από οποιαδήποτε αιτία και έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών.
3. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εάν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε άλλη αρχή του δημόσιου τομέα. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι ανωτέρω αρχές για να ενημερώνουν τη Φορολογική Διοίκηση σχετικά με φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4. Κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 3, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών ή έχει οφειλές μη ληξιπρόθεσμες ή σε αναστολή, δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας περιορισμένης ισχύος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Η Φορολογική Διοίκηση και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη σε πρόγραμμα ρύθμισης ορίζει υποχρεωτικά όρο παρακράτησης στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία. Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών.
5. Οι πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες προσκομίζεται αποδεικτικό ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησής του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισής του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοση του αποδεικτικού, ο τύπος του, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης, τα τυχόν άλλα πρόσωπα τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν το αποδεικτικό, τα όργανα έκδοσής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
6. Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 για τη χορήγησή του, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, εκδίδεται από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία κατατίθεται αντί του αποδεικτικού ενημερότητας στην υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής ή κατατίθεται για τη μεταβίβαση ακινήτου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή αποδίδεται το προς είσπραξη ποσό ή το προϊόν του τιμήματος και μέχρι του ύψους της οφειλής, στην εκδούσα τη βεβαίωση υπηρεσία.
7. Οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή της, τα όργανα έκδοσης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
8. Σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, μπορεί με γραπτή συναίνεση του Γενικού Γραμματέα να μην χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται περιπτώσεις διασφάλισης δημοσίου συμφέροντος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
Σε περίπτωση καταβολής ως προκαταβολής ποσού βασικής οφειλής τουλάχιστον δεκαπλάσιου της ελάχιστης δόσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος Κεφαλαίου, έως και τις 27 Απριλίου 2015, χορηγείται στον οφειλέτη ισόποση απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσµης καταβολής του προγράµµατος ρύθµισης που θα επιλέξει. Το ανωτέρω πρέπει να δηλώνεται ως προκαταβολή από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήµατος υπαγωγής και να καταβάλεται εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών από την υποβολή της αίτησης. Οι δόσεις της ρύθµισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των εποµένων µηνών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Η πληρωµή της προκαταβολής και των δόσεων ρύθµισης διενεργείται µε τη χρήση µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.
Σε περίπτωση µη εµπρόθεσµης καταβολής των δέκα (10) πρώτων δόσεων της ρύθµισης, εφόσον οι δόσεις είναι περισσότερες από δέκα (10) ή όλων των υπολειπόµενων δόσεων, εφόσον οι δόσεις είναι λιγότερες από δέκα (10), βεβαιώνεται ως δηµόσιο έσοδο σε βάρος του οφειλέτη ποσό ίσο µε το ποσό απαλλαγής κατά το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Επί της κύρωσης του προηγούµενου εδαφίου δεν υπολογίζονται επιβαρύνσεις εκπρόθεσµης καταβολής κατά την κείµενη νοµοθεσία.
1. Για καθεμία από τις παρακάτω παραβάσεις επιβάλλεται πρόστιμο στον φορολογούμενο ή οποιοδήποτε πρόσωπο, εφόσον υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία που αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής του:
α) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα ή υποβάλει ελλιπή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου,
β) δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση,
γ) δεν υποβάλλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου,
δ) δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων,
ε) δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου,
στ) δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση το διορισμό του φορολογικού εκπροσώπου του,
ζ) δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές
η) δεν συμμορφώνεται με κάθε υποχρέωση σχετική με την τήρηση βιβλίων, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 του Κώδικα.
θ) δεν εκδίδει ή εκδίδει ανακριβώς αποδείξεις λιανικής πώλησης ή επαγγελματικά στοιχεία.
2. Τα πρόστιμα για τις παραβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 καθορίζονται ως εξής:
α) εκατό (100) ευρώ, σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής σχετικά με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1,
β) εκατό (100) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β’, γ’, δ’ της παραγράφου 1 που ο φορολογούμενος δεν είναι υπόχρεος τήρησης λογιστικών βιβλίων,
γ) διακόσια πενήντα (250) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1, με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση απλοποιημένα λογιστικά πρότυπα και
δ) πεντακόσια (500) ευρώ, για κάθε παράβαση των περιπτώσεων β΄, γ΄, δ΄, στ΄ και θ΄ της παραγράφου 1, με ανώτατο όριο το ποσό ύψους τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, στην περίπτωση της μη έκδοσης ή έκδοσης ανακριβών φορολογικών στοιχείων, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης βιβλίων και στοιχείων με βάση πλήρη λογιστικά πρότυπα.
ε) δύο χιλιάδες πεντακόσια (2.500) ευρώ στις περιπτώσεις ε΄ και ζ΄ και η΄ της παραγράφου 1
Δεν επιβάλλονται τα πρόστιμα του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης τροποποιητικής δήλωσης ΦΠΑ ή δήλωσης παρακρατούμενου φόρου, εφόσον η σχετική αρχική δήλωση έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα.
3. Σε περίπτωση διαπίστωσης, στο πλαίσιο ελέγχου, εκ νέου διάπραξης της ίδιας παράβασης, εντός πενταετίας από την έκδοση της αρχικής πράξης, τα σύμφωνα με τον Κώδικα πρόστιμα επιβάλλονται στο διπλάσιο και, στην περίπτωση κάθε επόμενης ίδιας παράβασης, στο τετραπλάσιο του αρχικώς επιβληθέντος προστίμου.
1. Αν το ποσό του φόρου που προκύπτει με βάση φορολογική δήλωση υπολείπεται του ποσού του φόρου που προκύπτει με βάση το διορθωτικό προσδιορισμό φόρου που πραγματοποιήθηκε από τη Φορολογική Διοίκηση, ο φορολογούμενος υπόκειται σε πρόστιμο επί της διαφοράς ως εξής:
α) δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού της διαφοράς, εάν το εν λόγω ποσό ανέρχεται σε ποσοστό από πέντε (5%) έως είκοσι (20%) τοις εκατό του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση,
β) τριάντα τοις εκατό (30%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου που προκύπτει βάσει της φορολογικής δήλωσης,
γ) εκατό τοις εκατό (100%) του ποσού της διαφοράς, αν το εν λόγω ποσό υπερβαίνει σε ποσοστό το πενήντα τοις εκατό (50%) του φόρου που προκύπτει με βάση τη φορολογική δήλωση και αποδεικνύεται ότι η ανακρίβεια οφείλεται σε πρόθεση του φορολογουμένου.
2. Σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης από την οποία θα πρόκυπτε υποχρέωση καταβολής φόρου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που αναλογεί στην μη υποβληθείσα δήλωση.
Επί εκτιμώμενου προσδιορισμού φόρου το πρόστιμο του προηγούμενου εδαφίου ανέρχεται σε ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) του φόρου.
παρ. 6. Εφόσον, για την ίδια παράβαση, επιβάλλονται, σύμφωνα με τον Κώδικα, περισσότερα πρόστιμα, υπερισχύει η διάταξη που προβλέπει το μεγαλύτερο πρόστιμο.
1. Η είσπραξη των τελών κυκλοφορίας αυτοκινήτων οχημάτων γίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του ν. 2362/1995 (Α' 247) «Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις».
Τα τέλη κυκλοφορίας εισπράττονται κατά το χρονικό διάστημα από την 1η Νοεμβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου του προηγουμένου έτους εκείνου στο οποίο αφορούν. Εξαιρετικά για το πρώτο έτος εφαρμογής η καταβολή των τελών κυκλοφορίας θα αρχίσει την 15η Νοεμβρίου 2012.
Οι κάτοχοι των αυτοκινήτων οχημάτων είναι υπόχρεοι στην καταβολή των τελών κυκλοφορίας, που προβλέπονται από τις οικείες διατάξεις, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση αυτών.
Ειδικά για τα οχήματα που τίθενται για πρώτη φορά σε κυκλοφορία, τα τέλη κυκλοφορίας καταβάλλονται πριν από τη χορήγηση της άδειας κυκλοφορίας.
Σε περίπτωση αλλαγής των χαρακτηριστικών οποιου- δήποτε οχήματος, βάσει της οποίας μεταβάλλεται το ύψος των τελών κυκλοφορίας, τα νέα τέλη οφείλονται από το επόμενο ημερολογιακό έτος.
Σε περίπτωση εκπρόθεσμης καταβολής, μη καταβολής ή καταβολής μειωμένων τελών κυκλοφορίας, με υπαιτιότητα του φορολογουμένου, καταβάλλεται αυτοτελές πρόστιμο ίσο με τα τέλη κυκλοφορίας. Το πρόστιμο αυτό μειώνεται στο ήμισυ των τελών κυκλοφορίας, προ- κειμένου για οχήματα των περιπτώσεων Α.γ, Α.δ, Β.α, Β.β, Β.γ και Β.δ της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α' 242), όπως ισχύει. Σε κάθε περίπτωση, το πρόστιμο για μη καταβολή τελών κυκλοφορίας δεν μπορεί να είναι κατώτερο των 30,00 ευρώ.
Ο τρόπος, η διαδικασία, τα αρμόδια για την είσπραξη όργανα και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια αναφορικά με την καταβολή των τελών κυκλοφορίας και των τυχόν κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων και την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών. Με όμοια απόφαση είναι δυνατόν να παρατείνεται η προβλεπόμενη στην παρούσα περίπτωση προθεσμία καταβολής των τελών κυκλοφορίας.
2. Για τα ποσά των τελών κυκλοφορίας που δεν έχουν καταβληθεί έως την καταληκτική προθεσμία πληρωμής τους, καθώς και για τα τυχόν οφειλόμενα πρόστιμα, δημιουργούνται χρηματικοί κατάλογοι από την Γ.Γ.Π.Σ. για λογαριασμό των αρμοδίων Δ.Ο.Υ. ή από τις αρμόδιες Δ.Ο.Υ., κατά περίπτωση.
Αρμόδιος για τη βεβαίωση των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων είναι ο Προϊστάμενος της Δ.Ο.Υ. που, κατά το χρόνο βεβαίωσης αυτών, είναι αρμόδια για τη φορολογία εισοδήματος του κατόχου του οχήματος.
Τα οφειλόμενα ποσά τελών κυκλοφορίας του τρέχο- ντος κάθε φορά έτους, καθώς και τα αντίστοιχα πρόστιμα βεβαιώνονται εφάπαξ.
Για την είσπραξη ή τη βεβαίωση των κατά περίπτωση οφειλομένων προστίμων, δεν απαιτείται η έκδοση απόφασης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.Ο.Υ..
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζεται ο τρόπος βεβαίωσης και καταβολής των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας και προστίμων και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης.
3. Τα όργανα της Αστυνομικής Αρχής προβαίνουν σε έλεγχο των οφειλομένων τελών κυκλοφορίας, μέσω εφαρμογών διαλειτουργικότητας με τα συστήματα της Γ.Γ.Π.Σ. Στις περιπτώσεις οφειλής τελών κυκλοφορίας αφαιρούνται οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας του αυτοκινήτου οχήματος με πράξη της Αστυνομικής Αρχής, από την οποία επιστρέφονται μόνο εάν ο ενδιαφερόμενος προσκομίσει το αποδεικτικό καταβολής των τελών κυκλοφορίας, καθώς και του οφειλομένου, κατά περίπτωση, προστίμου ή αποδεικτικό στοιχείο περί μη οφειλής τελών κυκλοφορίας.
Εφόσον τα αφαιρεθέντα στοιχεία κυκλοφορίας δεν έχουν παραληφθεί από τους ενδιαφερομένους, μετά την παρέλευση εξαμήνου, αποστέλλονται από την αστυνομική αρχή στις αρμόδιες Υπηρεσίες της οικείας Περιφέρειας με σχετική ενημέρωση των ενδιαφερομένων.
Οι Υπηρεσίες αυτές δεν επιστρέφουν τα στοιχεία κυκλοφορίας, εάν ο ενδιαφερόμενος δεν προσκομίσει τα προσδιοριζόμενα στο πρώτο εδάφιο αποδεικτικά στοιχεία.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Προστασίας του Πολίτη μπορεί να καθορίζονται το ποσοστό επί του εισπραττομένου, κατά περίπτωση, προστίμου, λόγω μη καταβολής τελών κυκλοφορίας, το οποίο αποδίδεται στα Ασφαλιστικά Ταμεία των αστυνομικών, ο τρόπος απόδοσης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τον τρόπο αφαίρεσης και επιστροφής των στοιχείων κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων.
Επίσης, ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Δ.Ο.Υ., δύναται με έγγραφό του να ζητά να αφαιρούνται με πράξη των Αστυνομικών Αρχών, οι πινακίδες και η άδεια κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος, σε περίπτωση κυκλοφορίας αυτοκινήτου οχήματος για το οποίο δεν έχουν καταβληθεί τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας.
4. Το ποσό των τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων που καταβάλλεται όπως ορίζεται με τις ισχύ- ουσες περί τελών κυκλοφορίας διατάξεις αποτελεί στο σύνολό του έσοδο του Δημοσίου.
5. Το τέταρτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (A' 181), όπως ισχύει με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 (A' 75) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η ακινησία δεν αίρεται εάν ο κάτοχος του οχήματος δεν καταβάλλει τα τέλη κυκλοφορίας του έτους κατά το οποίο γίνεται η άρση.»
6. α. Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου αφορούν στα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων.
β. Καταργούνται για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επομένων:
(i) οι διατάξεις της παρ. 1 εδάφιο πέμπτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως ισχύει με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 (Α' 75),
(ii) οι διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 (Α' 181) όπως αντικαταστάθηκαν από την παρ. 2 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 και στη συνέχεια από την παρ. 1 του άρθρου 115 του ν. 2362/1995, οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 36 του ν. 2093/1992 όπως ισχύουν με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 40 του ν. 2214/1994 και τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 2753/1999 ( Α' 249),
(iii) οι διατάξεις της παρ. 6 εδάφιο τρίτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως ισχύει,
(iv) οι διατάξεις της παρ. 6 εδάφιο πέμπτο του άρθρου 36 του ν. 2093/1992, όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις της παρ 12 του άρθρου 7 του ν. 2275/1994 (Α' 238),
(v) οι διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 2873/2000 (Α'285), όπως συμπληρώθηκαν με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 31 του ν. 3697/2008 (Α' 194),
(vi) οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α' 242),
(vii) οι διατάξεις του άρθρου 7, του άρθρου 9 παρ. 2 εδάφιο τρίτο και του άρθρου 12 παρ. 1, παρ. 2 περ α και παρ. 3 του ν. 2523/1997 (Α' 179),
(viii) οι διατάξεις της παρ. 8 του άρθρου 12 του ν. 3052/2002 (Α' 221) και
(ix) οι διατάξεις των παραγράφων 1, περίπτωση Ζ και 5 του άρθρου 35 του ν. 3986/2011 (Α' 152),
(x) Οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 35 του ν. 3986/2011.
γ. Καταργείται για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επόμενων κάθε αναφορά διάταξης νόμου στο «ειδικό σήμα τελών κυκλοφορίας». Όπου αναγράφεται η φράση «προμήθεια ειδικού σήματος τελών κυκλοφορίας», αυτή αντικαθίσταται από τη φράση «καταβολή τελών κυκλοφορίας».
7. α. Δεν επέρχεται μεταβίβαση της κυριότητας αυτοκινήτου οχήματος, εάν δεν καταβληθούν προηγουμένως τα τέλη κυκλοφορίας του έτους εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η μεταβίβαση και τα τέλη κυκλοφορίας προηγουμένων ετών, τα οποία τυχόν οφείλονται για το χρόνο που το όχημα βρισκόταν στην κατοχή του μεταβιβάζοντος, συμπεριλαμβανομένων των προβλεπομένων από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις προστίμων.
β. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας, Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, ορίζεται ο τρόπος ελέγχου και η διαδικασία καταβολής των τυχόν οφειλόμενων τελών κυκλοφορίας και προστίμων τρέχοντος και παρελθόντων ετών, κατά τη μεταβίβαση αυτοκινήτων οχημάτων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προηγούμενων υποπεριπτώσεων.
γ. Καταργείται η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 12 του ν. 2523/1997, καθώς και η περίπτωση δ' της παρ. 2 της αριθ. 1012568/120β/Τ.&Ε.Φ./10.2.2004 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Μεταφορών και Επικοινωνιών (Β' 365), η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του άρθρου 27 του ν. 3220/2004, κατά το μέρος που αφορά στην υποχρέωση των Δ.Ο.Υ. για βεβαίωση καταβολής τελών κυκλοφορίας των αυτοκινήτων οχημάτων κατά τη μεταβίβαση αυτών.
δ. Η ισχύς των διατάξεων της περίπτωσης 7 αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 2013.
8. α. Στο τέλος της περίπτωσης Α εδάφιο (ε) της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001 (Α' 242), όπως ισχύει, προστίθενται οι λέξεις:
«Ασθενοφόρα και νεκροφόρες: 300,00 ευρώ» β. Καταργείται η περίπτωση Β. εδάφιο (ε) της παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2948/2001, όπως ισχύει.
γ. Οι διατάξεις της παρούσας περίπτωσης 8 ισχύουν για τα τέλη κυκλοφορίας έτους 2013 και επόμενων ετών.
9. Το εισιτήριο για την είσοδο στο χώρο των «μηχανημάτων» ή των «τραπεζιών» των επιχειρήσεων καζίνο της χώρας, ορίζεται ενιαία, στο ποσό των έξι (6) ευρώ.
Από τη συνολική αξία του εισιτηρίου παρακρατείται ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) από την επιχείρηση
- καζίνο, ως δικαίωμα διάθεσης και κάλυψης δαπανών, στο οποίο εμπεριέχεται και ο αναλογών Φ.Π.Α., το υπόλοιπο δε ποσό αποτελεί το δικαίωμα του Δημοσίου.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μπορεί να ανακαθορίζεται η τιμή εισιτηρίου, το ποσοστό που θα αποδίδεται στο Δημόσιο, καθώς και κάθε διαδικαστικό θέμα ή λεπτομέρεια εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων.
10. Από την έναρξη ισχύος του νόμου καταργούνται: αα. Οι διατάξεις της παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994 (Α' 62) και της περίπτωσης ζ' της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003 (Α' 100).
ββ. Στο δεύτερο εδάφιο της περίπτωσης α' της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003 διαγράφονται οι λέξεις «και το εισιτήριο στο καζίνο».
γγ. Κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη νόμου ή διοικητική κανονιστική πράξη που έχει εκδοθεί και ορίζει την τιμή του εισιτηρίου εισόδου σε οποιοδήποτε καζίνο, σε άλλο ποσό.
γ. Η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στα μικτά κέρδη παιγνίων, που καθορίζεται στην παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2206/1994, στις περ. ε' της παρ. 1 και β' της παραγράφου 3 του άρθρου 1 του ν. 3139/2003, όπως αυτές έχουν διαμορφωθεί και ισχύουν για κάθε μία από τις λειτουργούσες επιχειρήσεις καζίνο της χώρας, αυξάνεται κατά δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες.
Ο υπόχρεος απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου, ο οποίος δεν απέδωσε το φόρο αυτόν εντός της νόμιμης προθεσμίας προς πληρωμή υπόκειται σε πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε.
1. Για οποιοδήποτε ποσό χρέους γίνεται ληξιπρόθεσμο, ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλει τόκους και πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 53 και 57 του Κ.Φ.Δ. (ν. 4174/2013), όπως ισχύει. Προκειμένου περί δημοσίων εσόδων, που δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω Κώδικα, πλην των τελωνειακών, το χρονικό διάστημα των δύο (2) μηνών από την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας καταβολής αυξάνεται σε έξι (6) μήνες. Πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων, δεν επιβάλλεται στις περιπτώσεις των οφειλών, οι οποίες προέρχονται από επιβολή προστίμων σύμφωνα με οποιαδήποτε διάταξη της κείμενης νομοθεσίας.
Για χρέη από συμβάσεις οι τόκοι ορίζονται ως ανωτέρω, εκτός αν προβλέπεται άλλη ρύθμιση με ρητό όρο της σύμβασης, και υπολογίζονται από την επόμενη ημέρα της προθεσμίας που πρέπει, σύμφωνα με τη σύμβαση, να καταβληθεί η οφειλή μερικά ή ολικά.
2. Η πίστωση χρηματικών ποσών έναντι συγκεκριμένης οφειλής αποσβένει την υποχρέωση του οφειλέτη με την ακόλουθη σειρά: α) έξοδα είσπραξης, β) τόκοι γ) πρόστιμο και δ) αρχικό ποσό της οφειλής.
3. Οι τόκοι και το πρόστιμο της παραγράφου 1 υπολογίζονται και επί των εσόδων υπέρ οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), Ειδικών Ταμείων και εν γένει νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που συνεισπράττονται με τα δημόσια έσοδα από τη Φορολογική Διοίκηση.
4. Ο οφειλέτης δύναται να ζητά απαλλαγή των ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο και αυτών προς τους τρίτους, των οποίων η είσπραξη έχει ανατεθεί στη Φορολογική Διοίκηση, από τους τόκους και το πρόστιμο εκπρόθεσμης καταβολής της παραγράφου 1, εφόσον η μη εμπρόθεσμη καταβολή οφείλεται σε λόγους ανωτέρας βίας. Απαλλαγή δεν χορηγείται, αν δεν έχουν εξοφληθεί, πριν από το αίτημα απαλλαγής, όλοι οι φόροι για τους οποίους επιβλήθηκαν οι τόκοι και το πρόστιμο. Το αίτημα απαλλαγής απευθύνεται στον Γενικό Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων και: α) υποβάλλεται εγγράφως, β) περιέχει τα στοιχεία και τον αριθμό φορολογικού μητρώου του οφειλέτη, γ) φέρει την υπογραφή του οφειλέτη ή νόμιμα εξουσιοδοτημένου προσώπου και δ) περιγράφει όλα τα γεγονότα και περιλαμβάνει τα αποδεικτικά στοιχεία που αποδεικνύουν την ανωτέρα βία. Ο Γενικός Γραμματέας Δημοσίων Εσόδων αποφαίνεται επί του αιτήματος εντός τριάντα (30) ημερών και κοινοποιεί την απόφαση στον οφειλέτη κατά το άρθρο 5 του ν. 4174/ 2013. Αν η ανωτέρω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το αίτημα θεωρείται ότι έχει απορριφθεί.
5. Αναστολή είτε του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης ή είσπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων διοικητικής εκτέλεσης, από το νόμο ή βάσει απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν απαλλάσσει τα χρέη από τους τόκους άρθρου 53 παρ. 1 του ν. 4174/ 2013, για όσο χρόνο διαρκεί η αναστολή, για το ποσό που εν τέλει οφείλεται.
6. Δεν υπόκεινται στους τόκους και το πρόστιμο της παραγράφου 1 οι από κάθε αιτία οφειλές: α) των στρατευμένων με υποχρεωτική στρατιωτική θητεία, από την πρώτη ημέρα του μήνα της στράτευσής τους, μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του τρίτου μήνα από την αποστράτευσή τους, του μήνα της αποστράτευσης θεωρουμένου ως πρώτου, με εξαίρεση τα ελλείμματα της δημόσιας διαχείρισης και β) των ανηλίκων, για όσο διάστημα στερούνται εκπροσώπησης και επί ένα εξάμηνο μετά την απόκτηση αυτής.
7. Σε περίπτωση κατά την οποία οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου δεν είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), οι διατάξεις αυτού υπερισχύουν, για τα έσοδα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
Ο υπόχρεος απόδοσης παρακρατηθέντος φόρου, ο οποίος δεν απέδωσε το φόρο αυτόν εντός της νόμιμης προθεσμίας προς πληρωμή υπόκειται σε πρόστιμο ίσο με το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε.
1. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες απαιτείται η μνημόνευση και επισύναψη ή η προσκόμιση πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. και ο φορολογούμενος έχει ανεξόφλητες οφειλές από διαφορετικές πηγές, συμπεριλαμβανομένων των Φ.Α.Π. κα ΕΝ.Φ.Ι.Α., οι οποίες έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση καταβολής, υποβάλλει αίτηση σύμφωνα με το υπόδειγμα 1 και το πιστοποιητικό χορηγείται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Δ.Ο.Υ. αφού συμπληρωθεί το υπόδειγμα 3. Προκειμένου να χορηγηθεί το πιστοποιητικό αυτό ακολουθείται η κατωτέρω διαδικασία:
α) αφού διαπιστωθεί από το τμήμα συμμόρφωσης και σχέσεων με τους φορολογουμένους της Δ.Ο.Υ. ότι το ακίνητο ή το δικαίωμα επί ακινήτου περιλαμβάνεται με τα ίδια στοιχεία στη δήλωση Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α. για όσα έτη αιτείται το πιστοποιητικό, υπολογίζεται ο επιμεριστικά αναλογών φόρος ακίνητης περιουσίας ανά έτος, ο οποίος αναγράφεται στο υπόδειγμα 3, με τα λοιπά στοιχεία της βεβαίωσης του φόρου. Στο ίδιο υπόδειγμα αναγράφεται το σύνολο των αναλογούντων Φ.Α.Π. και ΕΝ.Φ.Ι.Α., που αφορούν ακίνητα για τα οποία ο φορολογούμενος έχει ήδη λάβει πιστοποιητικό ΕΝ.Φ.Ι.Α. του ιδίου έτους, καθώς και το σύνολο του φόρου που πρέπει να καταβληθεί, προκειμένου να χορηγηθεί το οικείο πιστοποιητικό.
β) το τμήμα εσόδων της Δ.Ο.Υ. αναγράφει το υπόλοιπο του φόρου, που πρέπει να καταβληθεί, τις προσαυξήσεις, τόκους και πρόστιμα επ’ αυτού, το συνολικό ποσό και τα στοιχεία του χρέους προς καταβολή.
γ) μετά την εξόφληση του ποσού επισυνάπτονται στην αίτηση χορήγησης του πιστοποιητικού το συμπληρωμένο υπόδειγμα 3 της παρούσας καθώς και φωτοτυπίες του ηλεκτρονικού αποδεικτικού καταβολής ή του διπλοτύπου είσπραξης.
1. Είναι αυτοδικαίως άκυρη κάθε υποσχετική ή εκποιητική δικαιοπραξία με την οποία συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται, από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται από το συμβολαιογράφο στο συμβόλαιο που συντάσσει, πιστοποιητικό της Φορολογικής Διοίκησης, με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση Ενιαίου Φόρου Ιδιοκτησίας Ακινήτων, καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει, ή νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για το συγκεκριμένο ακίνητο και έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις, έχει ρυθμίσει ή έχει νόμιμα απαλλαγεί από τον ΕΝ.Φ.Ι.Α. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα πέντε (5) προηγούμενα έτη. Αυτοδικαίως άκυρος είναι ο συμβολαιογραφικός τίτλος και για τη σύνταξη κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου πλειστηριασμού.
Δεν απαιτείται η μνημόνευση, επισύναψη ή προσκόμιση του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α. στη μονομερή εξάλειψη υποθήκης ή στην άρση κατάσχεσης. Σε κάθε περίπτωση θεωρείται έγκυρη η μνημόνευση, επισύναψη ή προσκόμιση του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., στο οποίο το κτίσμα αποτυπώνεται με απόκλιση της επιφάνειάς του μέχρι πέντε (5) τετραγωνικά μέτρα και το γήπεδο ή το οικόπεδο αποτυπώνονται με απόκλιση μέχρι δύο τοις εκατό (2%) της επιφάνειάς τους.
2. Οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων υποχρεούνται να αρνηθούν τη μεταγραφή ή την καταχώρηση στα κτηματολογικά βιβλία συμβολαιογραφικού εγγράφου, με το οποίο συστήνονται, μεταβάλλονται, αλλοιώνονται ή μεταβιβάζονται από οποιαδήποτε αιτία δικαιώματα επί ακινήτου ή παρέχεται δικαίωμα προσημείωσης ή υποθήκης σε αυτό, αν δεν μνημονεύεται και δεν επισυνάπτεται το πιστοποιητικό της προηγούμενης παραγράφου. Το προηγούμενο εδάφιο ισχύει και για τη μεταγραφή ή καταχώρηση της κατακυρωτικής έκθεσης επί εκούσιου πλειστηριασμού, καθώς και για τη μεταγραφή ή καταχώρηση της αποδοχής κληρονομιάς.
3. Εάν δεν είναι δυνατή η επισύναψη στο συμβολαιογραφικό έγγραφο του πιστοποιητικού του ΕΝ.Φ.Ι.Α. της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού για τα πέντε (5) προηγούμενα της μεταβίβασης έτη, επισυνάπτεται για τα υπόλοιπα έτη το πιστοποιητικό του άρθρου 48 του ν. 3842/ 2010 (Α΄ 58) με το οποίο πιστοποιείται ότι το ίδιο ακίνητο, με τα ίδια στοιχεία, περιλαμβάνεται στη δήλωση φόρου ακίνητης περιουσίας (Φ.Α.Π.), καθώς και ότι ο φορολογούμενος έχει καταβάλει το Φ.Α.Π. για το συγκεκριμένο ακίνητο και ότι έχει καταβάλει τις ληξιπρόθεσμες δόσεις του Φ.Α.Π. ή έχει ρυθμίσει το Φ.Α.Π. για τα υπόλοιπα ακίνητα, για τα οποία είναι υπόχρεος για τα προηγούμενα έτη.
4. Επιτρέπεται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και πριν την εξόφληση του οφειλόμενου φόρου των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος, με την προϋπόθεση ότι επί των οικείων πιστοποιητικών αναγράφεται το συνολικά οφειλόμενο ποσό κύριων και πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων, για το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο υποχρεούται να αποδώσει, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, ο συμβολαιογράφος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη σύνταξή του. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, το καταβληθησόμενο τίμημα δεν μπορεί να υπολείπεται του οφειλόμενου ποσού.
Η ανωτέρω διαδικασία εφαρμόζεται ανάλογα και στις συμβολαιογραφικές πράξεις εγγραφής υποθήκης για διασφάλιση χορηγούμενου δανείου από πιστωτικό ίδρυμα. Ο συμβολαιογράφος υποχρεούται, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, να αποδώσει τον αναλογούντα φόρο μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου και πάντως εντός τριών ημερών από την εκταμίευση του δανείου.
Κατά τη μεταγραφή ή την καταχώρηση του συμβολαιογραφικού εγγράφου στα κτηματολογικά γραφεία οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων υποχρεούνται να αρνηθούν τη μεταγραφή ή την καταχώρηση, αν δεν προσκομισθεί κυρωμένο αντίγραφο του αποδεικτικού εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού.
5. Είναι απαράδεκτη η συζήτηση ενώπιον δικαστηρίου εμπράγματης αγωγής επί ακινήτου, πλην της μονομερούς εγγραφής υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης ή της άρσης κατάσχεσης, αν δεν προσκομισθεί από τον υπόχρεο σε ΕΝ.Φ.Ι.Α., το πιστοποιητικό των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου αυτού.
6. Οι συμβολαιογράφοι, οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων που παραβαίνουν τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στο παρόν άρθρο, υπόκεινται σε πρόστιμο που ορίζεται σε πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ, για κάθε παράβαση. Το πρόστιμο αυτό επιβάλλεται με πράξη της Φορολογικής Διοίκησης.
7. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται ο τύπος και το περιεχόμενο (πληροφορίες και στοιχεία) του πιστοποιητικού ΕΝ.Φ.Ι.Α., η διαδικασία χορήγησής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
παρ. 4. Επιτρέπεται η σύνταξη συμβολαιογραφικού εγγράφου και πριν την εξόφληση του οφειλόμενου φόρου των παραγράφων 1 και 3 του παρόντος, με την προϋπόθεση ότι επί των οικείων πιστοποιητικών αναγράφεται το συνολικά οφειλόμενο ποσό κύριων και πρόσθετων φόρων και προσαυξήσεων, για το συγκεκριμένο ακίνητο, το οποίο υποχρεούται να αποδώσει, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, ο συμβολαιογράφος μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη σύνταξή του. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, το καταβληθησόμενο τίμημα δεν μπορεί να υπολείπεται του οφειλόμενου ποσού.
Η ανωτέρω διαδικασία εφαρμόζεται ανάλογα και στις συμβολαιογραφικές πράξεις εγγραφής υποθήκης για διασφάλιση χορηγούμενου δανείου από πιστωτικό ίδρυμα. Ο συμβολαιογράφος υποχρεούται, επί ποινή ακυρότητας του συμβολαίου, να αποδώσει τον αναλογούντα φόρο μέσα σε αποκλειστική προθεσμία τριών (3) εργασίμων ημερών από τη σύνταξη του συμβολαιογραφικού εγγράφου και πάντως εντός τριών ημερών από την εκταμίευση του δανείου.
Κατά τη μεταγραφή ή την καταχώρηση του συμβολαιογραφικού εγγράφου στα κτηματολογικά γραφεία οι φύλακες μεταγραφών και οι προϊστάμενοι των κτηματολογικών γραφείων υποχρεούνται να αρνηθούν τη μεταγραφή ή την καταχώρηση, αν δεν προσκομισθεί κυρωμένο αντίγραφο του αποδεικτικού εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού.
ΠΑΡ. 2. Για τη χορήγηση πιστοποιητικού της παραγράφου 4 του άρθρου 54Α του Ν. 4174/2013 απαιτείται η υποβολή αίτησης από το φορολογούμενο σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα 4. Ο τύπος και το περιεχόμενο του πιστοποιητικού έχουν ως το συνημμένο υπόδειγμα 5. Για τη διαδικασία χορήγησης του πιστοποιητικού ακολουθείται ανάλογα η παράγραφος 1 του παρόντος.
1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό ενημερότητας ισχύος μέχρι και δύο μηνών για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται.
2. Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας, μόνο εφόσον ο φορολογούμενος δεν έχει οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση από οποιαδήποτε αιτία και έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών.
3. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εάν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε άλλη αρχή του δημόσιου τομέα. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι ανωτέρω αρχές για να ενημερώνουν τη Φορολογική Διοίκηση σχετικά με φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4. Κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 3, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών ή έχει οφειλές μη ληξιπρόθεσμες ή σε αναστολή, δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας περιορισμένης ισχύος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Η Φορολογική Διοίκηση και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη σε πρόγραμμα ρύθμισης ορίζει υποχρεωτικά όρο παρακράτησης στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία. Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών.
5. Οι πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες προσκομίζεται αποδεικτικό ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησής του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισής του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοση του αποδεικτικού, ο τύπος του, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης, τα τυχόν άλλα πρόσωπα τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν το αποδεικτικό, τα όργανα έκδοσής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
6. Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 για τη χορήγησή του, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, εκδίδεται από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία κατατίθεται αντί του αποδεικτικού ενημερότητας στην υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής ή κατατίθεται για τη μεταβίβαση ακινήτου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή αποδίδεται το προς είσπραξη ποσό ή το προϊόν του τιμήματος και μέχρι του ύψους της οφειλής, στην εκδούσα τη βεβαίωση υπηρεσία.
7. Οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή της, τα όργανα έκδοσης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
8. Σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, μπορεί με γραπτή συναίνεση του Γενικού Γραμματέα να μην χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται περιπτώσεις διασφάλισης δημοσίου συμφέροντος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
Σε περίπτωση καταβολής ως προκαταβολής ποσού βασικής οφειλής τουλάχιστον δεκαπλάσιου της ελάχιστης δόσης της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος Κεφαλαίου, έως και τις 27 Απριλίου 2015, χορηγείται στον οφειλέτη ισόποση απαλλαγή επί των συνολικών προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσµης καταβολής του προγράµµατος ρύθµισης που θα επιλέξει. Το ανωτέρω πρέπει να δηλώνεται ως προκαταβολή από τον οφειλέτη κατά την υποβολή του αιτήµατος υπαγωγής και να καταβάλεται εντός τριών (3) εργάσιµων ηµερών από την υποβολή της αίτησης. Οι δόσεις της ρύθµισης καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιµη ηµέρα των εποµένων µηνών από την ηµεροµηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθµιση. Η πληρωµή της προκαταβολής και των δόσεων ρύθµισης διενεργείται µε τη χρήση µοναδικού κωδικού πληρωµής στους φορείς είσπραξης ή στη Φορολογική Διοίκηση.
Σε περίπτωση µη εµπρόθεσµης καταβολής των δέκα (10) πρώτων δόσεων της ρύθµισης, εφόσον οι δόσεις είναι περισσότερες από δέκα (10) ή όλων των υπολειπόµενων δόσεων, εφόσον οι δόσεις είναι λιγότερες από δέκα (10), βεβαιώνεται ως δηµόσιο έσοδο σε βάρος του οφειλέτη ποσό ίσο µε το ποσό απαλλαγής κατά το πρώτο εδάφιο του παρόντος άρθρου. Επί της κύρωσης του προηγούµενου εδαφίου δεν υπολογίζονται επιβαρύνσεις εκπρόθεσµης καταβολής κατά την κείµενη νοµοθεσία.
Τα ποσά που εισπράττονται κατά τη διάρκεια της ρύθµισης από την παρακράτηση ποσοστού απαίτησης του οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενηµερότητας ή κατόπιν συµψηφισµού καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγηθείσας ρύθµισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά. Οµοίως, τα αποδιδόµενα ποσά από πράξεις εκτέλεσης, λαµβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθµισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις.
Κατ’ εξαίρεση, µε την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήµατος περί υπαγωγής στη ρύθµιση του παρόντος νόµου, τα αποδιδόµενα ποσά από κατασχέσεις στα χέρια Πιστωτικών Ιδρυµάτων, λαµβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθµισης εφόσον εισπράττονται εντός της προθεσµίας του άρθρου 7 του παρόντος και δεν πιστώνονται σε άλλες οφειλές, που δεν έχουν ρυθµιστεί ή πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείµενες διατάξεις. Σε περίπτωση που τα κατασχεµένα ποσά, µετά την πάροδο της νόµιµης προθεσµίας του άρθρου 30α και 32 του ν.δ. 356/1974, δεν έχουν αποδοθεί, µε επιµέλεια του οφειλέτη επισπεύδεται η απόδοση και εφαρµόζονται κατ’ αναλογία τα οριζόµενα στην περίπτωση του προηγούµενου εδαφίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και για την περίπτωση της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος νόµου. Η διάταξη ισχύει από 22.3.2015.
παρ. 2. Οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) έχει εξοφληθεί ποσοστό 25% της αρχικής βασικής βεβαιωμένης ρυθμιζόμενης οφειλής πριν από οποιαδήποτε απαλλαγή, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται το ποσό της προκαταβολής του άρθρου 15 του Ν. 4321/2015,
β) έχει υποβληθεί σχετική αίτηση από τον οφειλέτη,
γ) έχει κατά περίπτωση εξεταστεί η συνδρομή των προϋποθέσεων υπαγωγής στη ρύθμιση και μη απώλειας αυτής, όπως αναφέρονται στα αντίστοιχα κεφάλαια της παρούσας,
δ) η επιβληθείσα κατάσχεση αφορά αποκλειστικά χρέη που έχουν υπαχθεί και εξοφληθεί στο πλαίσιο της παρούσας ρύθμισης και δεν περιλαμβάνει άλλα χρέη που δεν έχουν εξοφληθεί.
παρ. 4. Η κατάσχεση μπορεί να περιοριστεί σε μικρότερο ποσό ή ποσοστό μετά από αιτιολογημένη απόφαση εκείνου που την επέβαλε
1. Απαγορεύεται κάθε δικαιοπραξία εν ζωή με την οποία συνιστάται υπέρ φυσικών ή νομικών προσώπων με ιθαγένεια ή έδρα εκτός των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα, που αφορά ακίνητα, κείμενα στις παραμεθόριες περιοχές, καθώς και η μεταβίβαση μετοχών ή εταιρικών μεριδίων ή η μεταβολή του προσώπου εταίρων εταιρειών οποιασδήποτε μορφής που έχουν στην κυριότητά τους ακίνητα στις περιοχές αυτές.
2. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όταν αποκτούν τα πιο πάνω δικαιώματα το Ελληνικό Δημόσιο, οι δήμοι και κοινότητες, τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, αυτοί που αποκαθίστανται κατά τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας, η εταιρεία στην οποία θα εισφερθεί ο κλάδος των ΒΙ.ΠΕ. από την Ε.Τ.Β.Α. Α.Ε.
1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό ενημερότητας ισχύος μέχρι και δύο μηνών για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται.
2. Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας, μόνο εφόσον ο φορολογούμενος δεν έχει οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση από οποιαδήποτε αιτία και έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών.
3. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εάν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε άλλη αρχή του δημόσιου τομέα. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι ανωτέρω αρχές για να ενημερώνουν τη Φορολογική Διοίκηση σχετικά με φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4. Κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 3, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών ή έχει οφειλές μη ληξιπρόθεσμες ή σε αναστολή, δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας περιορισμένης ισχύος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Η Φορολογική Διοίκηση και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη σε πρόγραμμα ρύθμισης ορίζει υποχρεωτικά όρο παρακράτησης στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία. Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών.
5. Οι πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες προσκομίζεται αποδεικτικό ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησής του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισής του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοση του αποδεικτικού, ο τύπος του, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης, τα τυχόν άλλα πρόσωπα τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν το αποδεικτικό, τα όργανα έκδοσής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
6. Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 για τη χορήγησή του, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, εκδίδεται από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία κατατίθεται αντί του αποδεικτικού ενημερότητας στην υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής ή κατατίθεται για τη μεταβίβαση ακινήτου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή αποδίδεται το προς είσπραξη ποσό ή το προϊόν του τιμήματος και μέχρι του ύψους της οφειλής, στην εκδούσα τη βεβαίωση υπηρεσία.
7. Οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή της, τα όργανα έκδοσης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
8. Σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, μπορεί με γραπτή συναίνεση του Γενικού Γραμματέα να μην χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται περιπτώσεις διασφάλισης δημοσίου συμφέροντος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό ενημερότητας ισχύος μέχρι και δύο μηνών για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται.
2. Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας, μόνο εφόσον ο φορολογούμενος δεν έχει οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση από οποιαδήποτε αιτία και έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών.
3. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εάν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε άλλη αρχή του δημόσιου τομέα. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι ανωτέρω αρχές για να ενημερώνουν τη Φορολογική Διοίκηση σχετικά με φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4. Κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 3, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών ή έχει οφειλές μη ληξιπρόθεσμες ή σε αναστολή, δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας περιορισμένης ισχύος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Η Φορολογική Διοίκηση και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη σε πρόγραμμα ρύθμισης ορίζει υποχρεωτικά όρο παρακράτησης στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία. Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών.
5. Οι πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες προσκομίζεται αποδεικτικό ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησής του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισής του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοση του αποδεικτικού, ο τύπος του, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης, τα τυχόν άλλα πρόσωπα τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν το αποδεικτικό, τα όργανα έκδοσής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
6. Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 για τη χορήγησή του, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, εκδίδεται από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία κατατίθεται αντί του αποδεικτικού ενημερότητας στην υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής ή κατατίθεται για τη μεταβίβαση ακινήτου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή αποδίδεται το προς είσπραξη ποσό ή το προϊόν του τιμήματος και μέχρι του ύψους της οφειλής, στην εκδούσα τη βεβαίωση υπηρεσία.
7. Οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή της, τα όργανα έκδοσης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
8. Σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, μπορεί με γραπτή συναίνεση του Γενικού Γραμματέα να μην χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται περιπτώσεις διασφάλισης δημοσίου συμφέροντος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
1. Εάν ο φορολογούμενος δικαιούται επιστροφή φόρου, η Φορολογική Διοίκηση, αφού συμψηφίσει τους οφειλόμενους από τον φορολογούμενο φόρο με το ποσό προς επιστροφή, προβαίνει στην επιστροφή της τυχόν προκύπτουσας διαφοράς.
2. Το επιστρεπτέο ποσό καταβάλλεται στον φορολογούμενο εντός ενενήντα (90) ημερών από την υποβολή έγγραφου αιτήματος του φορολογουμένου, εκτός εάν προβλέπεται μικρότερο χρονικό διάστημα από άλλη διάταξη της φορολογικής νομοθεσίας.
Ειδικά για αιτήματα επιστροφής ΦΠΑ από υποκειμένους μη εγκατεστημένους στο εσωτερικό της χώρας, η Φορολογική Διοίκηση αποφαίνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη λήψη του σχετικού αιτήματος, εκτός εάν απαιτείται η προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων οπότε η ως άνω προθεσμία παρατείνεται μέχρι οκτώ (8) μήνες.
3. Με έγγραφη δήλωση που περιλαμβάνεται στην αίτηση επιστροφής του φορολογουμένου, το επιστρεπτέο ποσό παρακρατείτε με σκοπό το συμψηφισμό του με μελλοντικές οφειλές του φορολογουμένου.
4. Η αξίωση για επιστροφή φόρου, ο οποίος καταβλήθηκε αχρεώστητα παραγράφεται κατά το χρόνο που παραγράφεται το δικαίωμα της Φορολογικής Διοίκησης για έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 36 του Κώδικα αναφορικά με την αντίστοιχη φορολογική υποχρέωση από την οποία πηγάζει η αξίωση προς επιστροφή.
5. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα μπορούν να ορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
1. Βέβαιη και εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση του οφειλέτη κατά του Δημοσίου, η οποία αποδεικνύεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή δημόσιο έγγραφο, συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
2. Ο συμψηφισμός προτείνεται με δήλωση του οφειλέτη που υποβάλλεται στη Δ.Ο.Υ., η οποία είναι αρμόδια για την είσπραξη του χρέους. Ο συμψηφισμός μπορεί να ενεργείται και αυτεπάγγελτα, με πράξη του προϊσταμένου της ίδιας υπηρεσίας, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται η απαίτηση του οφειλέτη. Απαίτηση του Δημοσίου παραγεγραμμένη αντιτάσσεται σε συμψηφισμό για μια τριετία από τη συμπλήρωση της παραγραφής.
Η δήλωση του οφειλέτη για συμψηφισμό της απαίτησης κατά του Δημοσίου ή το έγγραφο του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. για αυτεπάγγελτο συμψηφισμό κοινοποιείται στην εκκαθαρίζουσα την απαίτηση υπηρεσία, η οποία υποχρεούται σε άμεση απόδοση του συμψηφισθέντος ποσού.
3. Με τις πιο πάνω προϋποθέσεις επιτρέπεται ο συμψηφισμός απαιτήσεων κατά του Δημοσίου με χρέη προς το Δημόσιο που καταβάλλονται με ταυτόχρονη υποβολή δήλωσης φόρου ή άλλου εσόδου. Η δήλωση συμψηφισμού, που υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της δήλωσης που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο, δεν απαλλάσσει τον οφειλέτη από τις συνέπειες της εκπρόθεσμης υποβολής της.
4. Με το συμψηφισμό οι αμοιβαίες απαιτήσεις αποσβένονται από την ημερομηνία που συνυπήρξαν και κατά το μέρος που καλύπτονται, με την επιφύλαξη των άρθρων 89 και 94 του ν. 2362/1995 (ΦΕΚ 247 Α΄).
5. Αναστολή είτε του νόμιμου τίτλου βεβαίωσης ή είσπραξης είτε της ταμειακής βεβαίωσης είτε των πράξεων διοικητικής εκτέλεσης, από το νόμο ή βάσει απόφασης δικαστηρίου ή διοικητικού οργάνου, δεν εμποδίζει τη διενέργεια του συμψηφισμού.
6. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών καθορίζονται οι προϋποθέσεις και η ειδικότερη διαδικασία, με την τήρηση των οποίων εξαιρούνται από τον αυτεπάγγελτο συμψηφισμό χρηματικές απαιτήσεις του οφειλέτη έναντι του Δημοσίου με βεβαιωμένα αλλά μη ληξιπρόθεσμα χρέη του προς το Δημόσιο.
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
1. Βεβαιωµένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση, σύµφωνα µε τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δηµοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, δύνανται να ρυθµίζονται, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσµες έως και την 1η Μαρτίου 2015 και έχουν καταχωρισθεί στα Βιβλία Εισπρακτέων Εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση, µε απαλλαγή κατά ποσοστό από πρόσθετους φόρους ή τέλη του ν. 2523/1997, πρόστιµα εκπρόθεσµης υποβολής ή µη υποβολής δήλωσης ή ανακριβούς δήλωσης του ν. 4174/2013 (Κ.Φ.Δ.) που έχουν συµβεβαιωθεί µε την κύρια οφειλή και από τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσµης καταβολής που τις επιβαρύνουν ως ακολούθως:
α) Εφάπαξ µε απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).
β) Από δύο (2) έως και πέντε (5) µηνιαίες δόσεις µε απαλλαγή κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%).
γ) Από έξι (6) έως και δέκα (10) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%).
δ) Από ένδεκα (11) έως και είκοσι (20) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα πέντε τοις εκατό (75%).
ε) Από είκοσι µία (21) έως και τριάντα (30) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εβδοµήντα τοις εκατό (70%).
στ) Από τριάντα µία (31) έως και σαράντα (40) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα πέντε τοις εκατό (65%).
ζ) Από σαράντα µία (41) έως και πενήντα (50) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%).
η) Από πενήντα µία (51) έως και εξήντα (60) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%).
θ) Από εξήντα µία (61) έως και εβδοµήντα (70) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).
ι) Από εβδοµήντα µία (71) έως και ογδόντα (80) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%).
ια) Από ογδόντα µία (81) έως και ενενήντα (90) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ιβ) Από ενενήντα µία (91) έως και εκατό (100) µηνιαίες δόσεις, µε απαλλαγή κατά ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
Με την υπαγωγή και υπό την προϋπόθεση της τήρησης του προγράµµατος ρύθµισης δεν υπολογίζονται τα πρόστιµα των άρθρων 57 και 59 του Κ.Φ.Δ. και του άρθρου 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
2. Το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης της ρύθµισης δεν µπορεί να είναι µικρότερο των είκοσι (20) ευρώ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου και είναι βεβαιωµένες σε περισσότερες της µίας υπηρεσίες της Φορολογικής Διοίκησης, το ελάχιστο ποσό µηνιαίας δόσης ρύθµισης διαµορφώνεται σε δέκα (10) ευρώ.
3. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσµων οφειλών έως και την 1η Μαρτίου 2015 που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων της Φορολογικής Διοίκησης µέχρι την ηµεροµηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθµιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόµιµο τρόπο µε αναστολή πληρωµής ή διευκόλυνση ή άλλη νοµοθετική ρύθµιση τµηµατικής καταβολής.
4. Στη ρύθµιση του παρόντος Κεφαλαίου υπάγεται επίσης το σύνολο των οφειλών που θα έχουν βεβαιωθεί έως τις 26.5.2015 προς ΟΤΑ α' και β' βαθµού και νοµικά πρόσωπα αυτών, συµπεριλαµβανοµένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήµα ή τη µετατροπή εισφοράς γης σε χρήµα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγµένων ιδιοκτησιών, σύµφωνα µε το ν. 1337/1983. Για τις οφειλές αυτές η σχετική αίτηση υποβάλλεται στην αρµόδια υπηρεσία του οικείου ΟΤΑ ή του οικείου νοµικού προσώπου.
1. Η υπαγωγή και συµµόρφωση στη ρύθµιση παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήµατα:
α) χορηγείται αποδεικτικό ενηµερότητας, σύµφωνα µε τα οριζόµενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του Κ.Φ.Δ., όπως ισχύει,
β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής του άρθρου 25 του ν. 1882/1990, όπως ισχύει ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται,
γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών µέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόµενα όµως ποσά από αυτές λαµβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθµισης, εφόσον δεν πιστώνονται µε άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθµιστεί. Αν ο οφειλέτης απωλέσει το ευεργέτηµα της ρύθµισης, τα µέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται,
δ) αναστέλλεται η εκτέλεση του µέτρου που προβλέπεται από το άρθρο 7 του ν. 2120/1993 (Α΄ 24), όπως ισχύει,
ε) οι ήδη επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων αίρονται µετά από αίτηση του οφειλέτη, αφού εξοφληθεί το εικοσιπέντε τοις εκατό (25%) της αρχικής βασικής ρυθµιζόµενης οφειλής. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να εξετάζει αίτηµα περιορισµού κατασχέσεων εις χείρας τρίτων, σύµφωνα µε τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 30 του Κ.Ε.Δ.Ε..
1. Ο φορολογούμενος δύναται να ζητήσει αποδεικτικό ενημερότητας ισχύος μέχρι και δύο μηνών για την πραγματοποίηση πράξεων και συναλλαγών που ρητά ορίζονται.
2. Η Φορολογική Διοίκηση χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας, μόνο εφόσον ο φορολογούμενος δεν έχει οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση από οποιαδήποτε αιτία και έχει υποβάλει τις απαιτούμενες φορολογικές δηλώσεις των τελευταίων πέντε ετών.
3. Η Φορολογική Διοίκηση δύναται να μη χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας εάν ο φορολογούμενος έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε άλλη αρχή του δημόσιου τομέα. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζεται η διαδικασία που ακολουθούν οι ανωτέρω αρχές για να ενημερώνουν τη Φορολογική Διοίκηση σχετικά με φορολογουμένους που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς αυτές, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4. Κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στις παραγράφους 2 και 3, σε περίπτωση που ο φορολογούμενος έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών ή έχει οφειλές μη ληξιπρόθεσμες ή σε αναστολή, δύναται να εκδοθεί αποδεικτικό ενημερότητας περιορισμένης ισχύος, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα μήνα. Η Φορολογική Διοίκηση και μετά τη συμμόρφωση του οφειλέτη σε πρόγραμμα ρύθμισης ορίζει υποχρεωτικά όρο παρακράτησης στις περιπτώσεις που το αποδεικτικό ενημερότητας εκδίδεται για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού από επαχθή αιτία. Το παρακρατούμενο ποσό λαμβάνεται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων σύμφωνα με το πρόγραμμα ρύθμισης οφειλών.
5. Οι πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες προσκομίζεται αποδεικτικό ενημερότητας, οι προϋποθέσεις χορήγησής του, οι τυχόν εξαιρέσεις από την υποχρέωση προσκόμισής του, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή του, οι φορολογικές δηλώσεις που απαιτείται να έχουν υποβληθεί για την έκδοση του αποδεικτικού, ο τύπος του, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος, τα ποσοστά παρακράτησης, τα τυχόν άλλα πρόσωπα τα οποία δύνανται να ζητούν και να λαμβάνουν το αποδεικτικό, τα όργανα έκδοσής του και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
6. Αν ζητείται αποδεικτικό ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων ή μεταβίβαση ακινήτου και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 για τη χορήγησή του, ούτε συντρέχουν οι προϋποθέσεις συμψηφισμού, εκδίδεται από την αρμόδια για την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής υπηρεσία, βεβαίωση οφειλής προς το Δημόσιο, η οποία κατατίθεται αντί του αποδεικτικού ενημερότητας στην υπηρεσία ή τον οργανισμό πληρωμής ή κατατίθεται για τη μεταβίβαση ακινήτου. Με βάση τη βεβαίωση αυτή αποδίδεται το προς είσπραξη ποσό ή το προϊόν του τιμήματος και μέχρι του ύψους της οφειλής, στην εκδούσα τη βεβαίωση υπηρεσία.
7. Οι προϋποθέσεις χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, οι οφειλές που λαμβάνονται υπόψη για τη χορήγησή της, τα όργανα έκδοσης, ο τύπος, το περιεχόμενο, η διάρκεια ισχύος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια εφαρμογής ορίζονται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα.
8. Σε ειδικές περιπτώσεις διασφάλισης σοβαρών συμφερόντων του Δημοσίου ή περιπτώσεις οικονομικού εγκλήματος και μεγάλης έκτασης φοροδιαφυγής, μπορεί με γραπτή συναίνεση του Γενικού Γραμματέα να μην χορηγηθεί αποδεικτικό ενημερότητας, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης αυτού. Με απόφαση του Γενικού Γραμματέα ορίζονται περιπτώσεις διασφάλισης δημοσίου συμφέροντος και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.