.
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.1 ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΕΛΕΓΧΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ
Τακτικός έλεγχος χρηματοοικονομικών καταστάσεων
1. I) Υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο από έναν ή περισσότερους νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία του ν. 3693/2008 (Α’174), σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 της παρούσας υποπαραγράφου:
α) Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις των οντοτήτων των του ν. 4308/2014 (Α’ 251), όταν βάσει των κριτηρίων μεγέθους του άρθρου 2 του ίδιου νόμου χαρακτηρίζονται ως μεσαίες και μεγάλες οντότητες.
β) Οι χρηματοοικονομικές καταστάσεις των οντοτήτων της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου ανεξαρτήτως μεγέθους, όταν οι οντότητες αυτές χαρακτηρίζονται ως δημοσίου ενδιαφέροντος (συμφέροντος), κατά την έννοια του ορισμού του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014.
γ) Οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις που συντάσσουν οι όμιλοι οι οποίοι βάσει της του ν. 4308/2014 χαρακτηρίζονται ως «μεγάλοι».
δ) Οι ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις που συντάσσουν οι όμιλοι ανεξαρτήτως μεγέθους, όταν οι όμιλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως δημοσίου ενδιαφέροντος (συμφέροντος), κατά την έννοια του ορισμού του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014.
II) Εξακολουθούν να ισχύουν διατάξεις ειδικής νομοθεσίας που υπαγάγουν σε έλεγχο από νόμιμο ελεγκτή ειδικές κατηγορίες οντοτήτων.
2. Προαιρετικός τακτικός έλεγχος
Μικρές οντότητες κατά την έννοια του του ν. 4308/2014 (Α΄251) μπορούν να προβλέπουν στο καταστατικό τους ή, εάν δεν προβλέπεται σε αυτό, να αποφασίζουν δια της γενικής συνέλευσης των μετόχων ή της συνέλευσης των εταίρων, την υποβολή των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων σε έλεγχο, σύμφωνα με τα ισχύοντα ελεγκτικά πρότυπα.
Διορισμός ελεγκτών
3. α) Ο έλεγχος των χρηματοοικονομικών καταστάσεων της παραγράφου 1 αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της έγκρισης των ετήσιων χρηματοοικονομικών καταστάσεων από τη γενική συνέλευση ή άλλο αρμόδιο όργανο.
β) Ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο διορίζονται από την τακτική γενική συνέλευση των μετόχων ή τη συνέλευση των εταίρων, που λαμβάνει χώρα κατά τη διάρκεια της ελεγχόμενης χρήσης. Το καταστατικό ή έκτακτη συνέλευση, που συγκαλείται εντός τριμήνου από τη σύσταση της οντότητας, μπορεί να ορίζει ελεγκτή για την πρώτη εταιρική χρήση. Τα μέλη του διοικητικού οργάνου ευθύνονται έναντι της οντότητας για την παράλειψη διορισμού ελεγκτή, σύμφωνα με τα παραπάνω, αν δεν συγκάλεσαν εγκαίρως την τακτική συνέλευση ή, στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου, έκτακτη συνέλευση, με θέμα ημερήσιας διάταξης το διορισμό ελεγκτή.
γ) Σε κάθε περίπτωση, ο διορισμός ελεγκτή από μεταγενέστερη συνέλευση δεν επηρεάζει το κύρος του διορισμού του.
δ) Ο διορισμός του ελεγκτή γνωστοποιείται σε αυτόν από την οντότητα. Ο ελεγκτής θεωρείται ότι αποδέχθηκε το διορισμό του, αν δεν τον αποποιηθεί εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών.
ε) Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3693/2008 (Α΄174).
Δικαιώματα και υποχρεώσεις του ελεγκτή
4. α) Ο ελεγκτής οφείλει κατά τη διάρκεια της χρήσεως να παρακολουθεί τη λογιστική και διαχειριστική κατάσταση της οντότητας. Έχει δικαίωμα να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε λογιστικού αρχείου όπως αυτά καθορίζονται στο Κεφάλαιο 2 του ν. 4308/2014, καθώς και κάθε εταιρικού βιβλίου που προβλέπεται από το νόμο.
β) Ο ελεγκτής οφείλει να παρίσταται στη γενική συνέλευση και να παρέχει κάθε πληροφορία που είναι σχετική με τον έλεγχο που διενήργησε.
γ) Ο ελεγκτής δικαιούται με αίτησή του προς το αρμόδιο κατά περίπτωση διοικητικό όργανο της οντότητας, να ζητήσει τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης.
δ) Η συνέλευση της περίπτωσης γ΄ συγκαλείται υποχρεωτικά από το αρμόδιο όργανο διοίκησης της οντότητας εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση της αίτησης προς τον πρόεδρο αυτού, έχει δε ως αντικείμενο ημερήσιας διάταξης τα θέματα που περιέχονται στην αίτηση. Αν δεν συγκληθεί εντός της προθεσμίας αυτής, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις που διέπουν την αίτηση σύγκλησης συνέλευσης που υποβάλλεται από μειοψηφία μετόχων ή εταίρων.
Περιεχόμενο της έκθεσης ελέγχου
5. α) Τα θέματα της διενέργειας του τακτικού ελέγχου και της έκθεσης ελέγχου (περιεχόμενο, έκδοση, υπογραφή) ρυθμίζονται από το ν. 3693/2008.
β) Στην έκθεση ελέγχου ο ελεγκτής αναφέρει αν συντάχθηκε η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης και παρέχονται σε αυτήν τα πληροφοριακά στοιχεία που ορίζονται στην του κ.ν. 2190/1920.
γ) Ο ελεγκτής διατυπώνει γνώμη σχετικά με το εάν:
γα) η έκθεση διαχείρισης αντιστοιχεί στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις του ίδιου οικονομικού έτους,
γβ) η έκθεση διαχείρισης έχει καταρτισθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες νομικές απαιτήσεις ( του κ.ν. 2190/1920) και
γγ) δηλώνει αν, σύμφωνα με τη γνώση και την κατανόηση της οντότητας και του περιβάλλοντός της που αποκτήθηκαν κατά τον έλεγχο, έχει εντοπίσει ουσιώδεις ανακρίβειες στην έκθεση διαχείρισης και δίνει ενδείξεις σχετικά με τη φύση των ανακριβειών αυτών.
δ) Η παράγραφος γ΄ έχει εφαρμογή τόσο στην ετήσια όσο και στην ενοποιημένη έκθεση διαχείρισης.
ε) Σε περίπτωση που οι ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις της μητρικής οντότητας επισυνάπτονται στις ετήσιες ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις του ομίλου, οι εκθέσεις ελέγχου αυτών μπορούν να συγχωνεύονται σε μία.
Μεταβατικές διατάξεις
6. Ι) Η έναρξη ισχύος της παρούσας υποπαραγράφου ορίζεται από 1η Ιανουαρίου 2016.
ΙΙ) Από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται:
α) τα άρθρα 36 έως 38, η παρ. 4 του άρθρου 43α του κ.ν. 2190/1920,
β) η παρ. 6 του άρθρου 42α του κ.ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 38 του ν. 4308/2014,
γ) το άρθρο 108 του κ.ν. 2190/1920,
δ) το άρθρο 23 του ν. 3190/1955,
ε) το άρθρο 99 του ν. 4072/2012, καθώς και κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στις παραπάνω ρυθμίσεις.
ΙΙΙ) Διορισμένοι, κατά τη δημοσίευση του παρόντος, ελεγκτές με βάση τις καταργούμενες διατάξεις συνεχίζουν το έργο τους μέχρι την περάτωσή του.
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.2 ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ Ν.Δ. 49/1968 (Α΄294)
1. Η δεύτερη και επόμενες υποπαράγραφοι της παρ. 3 του άρθρου 2 του ν.δ. 49/1968 (Α΄294), όπως ισχύουν, καταργούνται.
2. Οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 2 του ν.δ. 49/1968 (Α΄294), όπως ισχύουν, αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Για τη χορήγηση άδειας κυκλοφορίας ενός ή περισσοτέρων φορτηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης, υποβάλλεται αίτημα στην αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών με τα ακόλουθα δικαιολογητικά:
α. Αίτηση του ενδιαφερόμενου φυσικού προσώπου ή του προσώπου που εκπροσωπεί το νομικό πρόσωπο ή νομίμως εξουσιοδοτημένου εκπρόσωπου αυτών.
β. Bεβαίωση της οικείας Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας, η οποία έχει εκδοθεί εντός των τελευταίων 30 ημερών από την υποβολή της αίτησης, με τη οποία βεβαιώνεται η έναρξη και λειτουργία της επιχείρησης και το αντικείμενο αυτής.
γ. Βεβαίωση ορθής αναγγελίας ενάρξεως επαγγέλματος ή διοικητική άδεια ή εγγραφή σε μητρώο εφόσον απαιτείται για την άσκηση της συγκεκριμένης επαγγελματικής δραστηριότητας.
Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, επαγγελματικές δραστηριότητες για τις οποίες απαιτείται η υποβολή των δικαιολογητικών του εδαφίου γ΄ της παρούσας, μπορούν να εξαιρούνται από την υποβολή αυτών.
Η κατηγορία της αιτούμενης άδειας του φορτηγού ιδιωτικής χρήσης αυτοκινήτου προσδιορίζεται στην αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών.
Για τη διακοπή των εργασιών της επιχείρησης από την οικεία Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία, απαιτείται η υποβολή βεβαίωσης της αρμόδιας υπηρεσίας μεταφορών περί κατάθεσης των στοιχείων κυκλοφορίας των κατεχόμενων φορτηγών ιδιωτικής χρήσης ή βεβαίωσης περί μεταβίβασης αυτών.
5. Όπου στην ισχύουσα νομοθεσία προβλέπεται ο έλεγχος της απόδειξης της πραγματοποίησης ακαθάριστων εσόδων ως προϋπόθεση για τη χορήγηση αδειών κυκλοφορίας φορτηγών αυτοκινήτων ιδιωτικής χρήσης ή για τη μεταβολή των όρων κυκλοφορίας τους, αυτός παύει να ισχύει.»
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.3 ΡΥΘΜΙΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΘΕΜΑΤΩΝ
1. Η παρ. 6 (α) του άρθρου 12 του από 2/16.5.1959 βασιλικού διατάγματος (Α΄ 89), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του π.δ. 430/1981 (Α΄ 115), το άρθρο μόνο του π.δ. 104/1988 (Α΄ 46), το άρθρο 1 του π.δ. 113/1999 (Α΄115) και την υποπαράγραφο ΣΤ.8 της παραγράφου ΣΤ΄ του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014, αντικαθίσταται ως εξής:
«6. α) Ως «παστεριωμένο γάλα» νοείται το γάλα το οποίο έχει υποβληθεί σε επεξεργασία που περιλαμβάνει την έκθεση σε υψηλή θερμοκρασία για μικρό χρονικό διάστημα (+71,7 βαθμούς Cο τουλάχιστον για 15 δευτερόλεπτα) ή σε χαμηλή θερμοκρασία για μεγάλο χρονικό διάστημα (+63 βαθμούς Cο τουλάχιστον για 30 λεπτά) ή σε διαδικασία παστερίωσης που χρησιμοποιεί διαφορετικούς συνδυασμούς χρόνου και θερμοκρασίας μεταξύ των δύο παραπάνω συνθηκών για την επίτευξη ισοδύναμου αποτελέσματος, παρουσιάζει αρνητική αντίδραση στη δοκιμασία φωσφατάσης και θετική στη δοκιμασία υπεροξειδάσης, αμέσως δε μετά την παστερίωση ψύχεται το συντομότερο δυνατόν σε θερμοκρασία που δεν υπερβαίνει τους +6 βαθμούς Cο, στην οποία θερμοκρασία και συντηρείται, η δε διάρκεια συντήρησής του καθορίζεται με ευθύνη του παρασκευαστή και υπόκειται σε ελέγχους των αρμόδιων αρχών του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Στη συσκευασία του παστεριωμένου γάλακτος πρέπει να αναγράφονται σε εμφανές σημείο και με ευδιάκριτους χαρακτήρες οι ενδείξεις «παστεριωμένο» και «γάλα», η ημερομηνία παστερίωσης, η ημερομηνία λήξης, το σήμα καταλληλότητας του προϊόντος και η θερμοκρασία συντήρησής του. Στη συσκευασία πρέπει να αναγράφεται σε σαφή μορφή και εμφανές σημείο στο ίδιο οπτικό πεδίο με το σήμα του προϊόντος η διάρκεια ζωής του γάλακτος σε ημέρες.
Το παστεριωμένο γάλα που συσκευάζεται σε τελική συσκευασία εντός 24 ωρών από την άμελξη χωρίς να έχει υποστεί διαδικασία θέρμισης ή άλλη ισοδύναμη επεξεργασία προ της παστερίωσης και η διάρκεια συντήρησής του δεν υπερβαίνει τις δύο ημέρες από την ημερομηνία παστερίωσης, μπορεί, πέραν των αναφερόμενων στο προηγούμενο εδάφιο, να φέρει και την ένδειξη «γάλα ημέρας».»
2. α. Η παρ. 8 του άρθρου 2 του ν.3526/2007 (Α΄24) αντικαθίσταται ως εξής:
«Η χρήση του όρου «αρτοποιός», καθώς και η εμπορική χρήση των διακριτικών τίτλων «αρτοποιός» ή «αρτοποιείο» ή «φούρνος», επιτρέπεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είτε επιμελούνται άμεσα από το στάδιο των επιλεγόμενων πρώτων υλών, το ζύμωμα της ζύμης, την εξέλιξη αυτής μέχρι την πλήρη μορφοποίησή της και την έψηση του άρτου στον τόπο της πώλησής του προς τον καταναλωτή είτε επιμελούνται μόνο το τελικό στάδιο της έψησης του άρτου στον τόπο πώλησής του στον τελικό καταναλωτή. Δεν επιτρέπεται σε άλλα πρόσωπα, εκτός από αυτά που ορίζονται στο προηγούμενο εδάφιο, η χρήση όρου συναφούς με τους όρους «αρτοποιός» ή «αρτοποιείο», εφόσον ο χώρος πώλησης άρτου δεν διαθέτει εγκαταστάσεις έψησης άρτου, με τη ρητή επιφύλαξη των άρθρων 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ν. 3526/2007 (Α΄24), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, με το νόμο 3823/2010 (Α΄ 22) άρθρο 15.»
β. Το εδάφιο 2 της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3526/2007 (Α΄24) αντικαθίσταται ως εξής:
«Επιτρέπεται η ίδρυση πρατηρίου άρτου σε χώρους που πληρούν τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντα Οικοδομικού Κανονισμού. Αν το πρατήριο άρτου δεν αποτελεί αυτοτελές και ανεξάρτητο κατάστημα, επιτρέπεται η ίδρυση του σε όλα τα καταστήματα τροφίμων και ποτών, σε χώρο σαφώς διαχωρισμένο και τηρούμενων των σχετικών υγειονομικών διατάξεων.»
3. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 711/1977 (Α΄284), όπως ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής:
«Το μεταφορικό έργο που πραγματοποιείται, κατ’ αποκλειστικότητα, από τα ειδικά τουριστικά λεωφορεία δημόσιας χρήσης συνίσταται στη μεταφορά προσχηματισμένης ομάδας προσώπων και αποσκευών, απαγορευμένης της με οποιοδήποτε τρόπο εκτέλεσης του συγκοινωνιακού έργου των τακτικών αστικών και υπεραστικών επιβατικών γραμμών ως εξής:»
4. Η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4276/2014 (Α΄155) και η παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 2160/1993 (Α΄118) καταργούνται από 1η Νοεμβρίου 2015.
5. Η παρ. 9 του άρθρου 98 της Υ.Α. Α2 861/2013 (Β΄2044) καταργείται.
6. α. Η παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 4177/2013 (Α΄173) αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«1. Ως τακτικές και ενδιάμεσες εκπτωτικές περίοδοι, κατά τη διάρκεια των οποίων επιτρέπεται η πώληση εμπορευμάτων ή η παροχή υπηρεσιών με μειωμένες τιμές, ορίζονται οι εξής:
α) Τακτικές εκπτώσεις:
αα) από τη δεύτερη Δευτέρα του Ιανουαρίου μέχρι το τέλος του Φεβρουαρίου και
αβ) από τη δεύτερη Δευτέρα του Ιουλίου μέχρι το τέλος του Αυγούστου.
β) Ενδιάμεσες εκπτωτικές περίοδοι:
βα) το πρώτο δεκαήμερο του Μαΐου και
ββ) το πρώτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις πωλήσεις αυτοκινήτων.»
β. Στην παρ. 1 του άρθρου 15 του ν.4177/2013 (Α΄173) προστίθεται στοιχείο 2 ως ακολούθως:
«Επιτρέπεται, πέραν των περιόδων της προηγούμενης παραγράφου, η πώληση εμπορευμάτων ή η παροχή υπηρεσιών με μειωμένες τιμές, καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, χωρίς υποχρέωση προηγούμενης γνωστοποίησης.»
ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ Α.4 ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3869/10
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ν.3869/2010 (Α'130) «ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ»
Άρθρο 1
Εκσυγχρονισμός του θεσμικού πλαισίου των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων
1. Το άρθρο 1 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο.
2. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης:
α) οι βεβαιωμένες οφειλές στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ.), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν,
β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α΄ και β΄ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή την μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με το ν.1337/1983 από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και
γ) ασφαλιστικές οφειλές προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής.
Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ πρόσωπα, δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές.
3. Στην διαδικασία ρύθμισης του νόμου δύνανται να υπαχθούν οφειλές του εδαφίου β' της παραγράφου 2 οι οποίες:
α) έχουν γεννηθεί ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης και
β) βεβαιώνονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης αίτησης ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου κατά τον παρόντα νόμο. εφόσον οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί.
Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου δύνανται κατ’ επιλογήν του οφειλέτη να υπαχθούν επίσης οι οφειλές του, οι οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως του οφειλέτη για την υπαγωγή στην διαδικασία του παρόντος νόμου, τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ.
4. Δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου οι οφειλές, οι οποίες: είτε
α) έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί το τελευταίο έτος πριν την κατάθεση της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, είτε
β) δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια, είτε
γ) συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές, είτε
δ) αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανηλίκου τέκνου. Ο περιορισμός του εδαφίου α΄ στοιχείο α΄ δεν ισχύει όσον αφορά τις οφειλές του εδαφίου β' της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.»
2. Στο άρθρο 2 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4α ως εξής:
«4.α. Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού (Ο.Τ.Α.), τα νομικά πρόσωπα αυτών και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης υποχρεούνται κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να παραδώσουν σε αυτόν εντός της ανωτέρω προθεσμίας αναλυτική κατάσταση:
α) των βεβαιωμένων οφειλών στην Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ). τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, αναφέροντας και το επιτόκιο εκπρόθεσμης καταβολής,
β) των βεβαιωμένων οφειλών προς τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α’ και β’ βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως περιγράφονται στην παρ. 2 εδάφιο β΄ στοιχείο β΄: του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, αναλυόμενες σε κεφάλαιο, προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής,
γ) των βεβαιωμένων ασφαλιστικών οφειλών προς τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης.»
3. Η παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής.
«1 .Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου, συνοδευόμενη από τα έγγραφα της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, Η αίτηση του οφειλέτη πρέπει να αναφέρει:
α) την περιουσιακή κατάσταση του ιδίου και του συζύγου και τα πάσης φύσεως εισοδήματά τους,
β) τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, αναλυόμενες σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του παρόντος νόμου,
γ) τυχόν μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων του επί ακινήτων, στις οποίες ο οφειλέτης προέβη την τελευταία τριετία πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης,
δ) τυχόν αίτημα για διαγραφή των χρεών του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5° του παρόντος νόμου ή σχέδιο για την διευθέτηση των οφειλών του, που λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύρια κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού, Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Εργασίας Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παρούσας παραγράφου με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά.»
4. Η παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Η αίτηση της παραγράφου 1 πρέπει να συνοδεύεται από: α) τα έγγραφα που ο οφειλέτης έχει στη διάθεσή του και αφορούν στην περιουσία και τα εισοδήματά του ιδίου και του συζύγου, στα κάθε φύσης εισοδήματα του, στους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους, β) έγγραφη υπεύθυνη δήλωση του οφειλέτη όσον αφορά την ορθότητα του περιεχομένου της αιτήσεως της παραγράφου 1. Η παρ. 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 (Α' 67) εφαρμόζεται και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου.»
5. Η παρ. 3 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Με την παραλαβή και πρωτοκόλληση της αίτησης και των εγγράφων της παραγράφου 2, η γραμματεία του ειρηνοδικείου, προβαίνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και το αργότερο εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την παραλαβή της στον τυπικό έλεγχο αυτής, όσον αφορά την πληρότητα του περιεχόμενου της και των εγγράφων που τη συνοδεύουν και την καταβολή από τον αιτούντα κάθε τέλους που προβλέπεται από την κείμενη νομοθεσία ως προϋπόθεση για το παραδεκτό της συζήτησης της αίτησης. Με την κατάθεση της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας όλα τα έγγραφα και στοιχεία που αφορούν στην αίτησή του.»
6. Στο άρθρο 4 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Εφόσον από τον ανωτέρω έλεγχο δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε έλλειψη όσον αφορά το περιεχόμενο της αίτησης, τα συνοδευτικά αυτής έγγραφα ή την καταβολή των απαραίτητων για τη συζήτηση της αίτησης τελών, όπως αυτά προσδιορίζονται στις παραγράφους 1 και 2 του παρόντος άρθρου, η αίτηση του οφειλέτη εισάγεται άμεσα προς προσδιορισμό δικασίμου για την συζήτηση της κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του άρθρου 13 του παρόντος νόμου. Εφόσον κατά τον ανωτέρω έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η αίτηση, τα προσκομισθέντα έγγραφα και δικαιολογητικά δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του νόμου ή δεν είναι ακριβή και πλήρη, η γραμματεία του δικαστηρίου προσκαλεί τον αιτούντα, είτε εγγράφως είτε μέσω τηλεομοιοτυπίας ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου να προβεί στις αναγκαίες διευκρινίσεις, διορθώσεις ή συμπληρώσεις της αίτησης, των δικαιολογητικών και των συνοδευτικών εγγράφων, εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την λήψη της σχετικής πρόσκλησης, μετά την άπρακτη παρέλευση της οποίας ο φάκελος της αίτησης τίθεται στο αρχείο. Η ανωτέρω προθεσμία δύναται να παραταθεί μέχρι ένα (1) μήνα, εφόσον αυτό επιβάλλεται από τις συνθήκες και το είδος των στοιχείων που πρέπει να συμπληρωθούν. Μέχρις ότου συμπληρωθούν οι ελλείψεις που επισημάνθηκαν από την γραμματεία του δικαστηρίου δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία της κατάθεσης της αίτησης και δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός δικασίμου για την συζήτησή της.»
7. Η παράγραφος 5 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης του οφειλέτη προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία ολοκλήρωσης της κατάθεσής της. Ο οφειλέτης πρέπει εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αιτήσεώς του να επιδώσει αντίγραφο αυτής στους πιστωτές και τους εγγυητές του. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης προσδιορίζεται επίσης η ημέρα επικύρωσης, κατά την οποία είτε επικυρώνεται ο ενδεχόμενος προδικαστικός συμβιβασμός από τον Ειρηνοδίκη είτε συζητείται αι ενδεχόμενο αίτημα για την έκδοση προσωρινής διαταγής και τη λήψη προληπτικών μέτρων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 781 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Η ημέρα επικύρωσης προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης. Η ημέρα συζήτησης της αιτήσεως του άρθρου 5α προσδιορίζεται υποχρεωτικώς εντός δύο (2) μηνών από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης. Μέχρι την ημέρα της επικύρωσης ή της συζήτησης της αναστολής ή της συζήτησης της αιτήσεως του άρθρου 5α απαγορεύεται η λήψη καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη όσον αφορά τις απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του και η μεταβολή της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του.»
8. Η παρ. 6 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«6. Από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης και εφεξής:
α) ο οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει συμμέτρως προς τους πιστωτές του στις μηνιαίες καταβολές που ορίζονται στο εδάφιο γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου,
β) αναστέλλεται μέχρι την έκδοση οριστικής αποφάσεως η παραγραφή των απαιτήσεων των πιστωτών που έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 και γ) επέρχεται η λύση της μέχρι τότε ισχύουσας ρύθμισης ή διευκόλυνσης ή τμηματικής καταβολής των οφειλών του εδαφίου β' της παραγράφου 2 του άρθρου 1, οι οποίες κατά την ημερομηνία κατάθεσης της αιτήσεως του οφειλέτη για την υπαγωγή στην διαδικασία του παρόντος νόμου, τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.»
9. Στην παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 προστίθεται εδάφιο στ΄ ως εξής:
«Η απόφαση περί επικύρωσης ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 758 ΚΠολΔ».
10. Η παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5α του παρόντος νόμου αν δεν επέλθει συμβιβασμός και επικύρωση ο ειρηνοδίκης αποφασίζει κατά την ημέρα επικύρωσης, κατόπιν αιτήματος του οφειλέτη ή ενός εκ των πιστωτών που αναφέρονται στην αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως για κάθε ζήτημα που χρήζει προσωρινής ρυθμίσεως σύμφωνα με τα άρθρα 745, 751 και 781 ΚΠολΔ, και ιδίως για την αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων κατά του οφειλέτη, τη διατήρηση της πραγματικής και νομικής κατάστασης της περιουσίας του και το ύψος των μηνιαίων δόσεων που ο οφειλέτης υποχρεούται να καταβάλλει προς τους πιστωτές που έχουν συμπεριληφθεί στην αίτηση. Για τη χορήγηση της ανωτέρω προσωρινής διαταγής, ο ειρηνοδίκης πιθανολογεί μεταξύ άλλων:
α) το παραδεκτό της αιτήσεως του οφειλέτη,
β) την πλήρωση των προϋποθέσεων των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου,
γ) την τήρηση της προδικασίας της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου,
δ) την ανάγκη προστασίας του δικαιώματος, στην εξασφάλιση του οποίου αποβλέπει η προσωρινή διαταγή και το επείγον αυτής.
Η χρονική ισχύς της ανωτέρω προσωρινής διαταγής δεν μπορεί να υπερβαίνει σε διάρκεια τους έξι (6) μήνες, συνυπολογιζόμενης και της περιόδου αναστολής άσκησης καταδιωκτικών μέτρων, αρχομένης από την ολοκλήρωση της κατάθεσης της αίτησης ή εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, έως την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως του οφειλέτη,
Η προσωρινή διαταγή ανακαλείται ή μεταρρυθμίζεται κατά το άρθρο 781 ΚΠολΔ.»
11. Στο άρθρο 5 του ν.3869/2010 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής:
«3. Το ποσό των μηνιαίων δόσεων που διατάσσονται με την προσωρινή διαταγή της παραγράφου 2 καταβάλλεται συμμέτρως προς τους πιστωτές, Οι μηνιαίες καταβολές από την κατάθεση της αίτησης μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, συνυπολογίζονται στο χρονικό διάστημα καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2. Ο καθορισμός του ποσού των τελευταίων ενήμερων μηνιαίων καταβολών πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα κάλυψης ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, ωστόσο το ανωτέρω ποσό δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 10% των μηνιαίων δόσεων που ο αϊτών όφειλε να καταβάλει σε όλους τους δανειστές μέχρι την κατάθεση της αίτησης. Κάθε ποσό που υπολείπεται μετά την αφαίρεση του ποσού που καλύπτει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης του αιτούντος και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, διανέμεται συμμέτρως στους πιστωτές. Σε κάθε περίπτωση, το ελάχιστο συνολικό ποσό καταβολής στους δανειστές δεν μπορεί να υπολείπεται των σαράντα (40) ευρώ μηνιαίως. Εξαίρεση από τα οριζόμενα στα εδάφια 2, 3 και 4 επιτρέπεται μόνον εφόσον ο αϊτών πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 8 παράγραφος 5 του παρόντος νόμου, οπότε είναι δυνατός ο προσδιορισμός της μηνιαίας δόσεως σε ποσό που υπολείπεται των ανωτέρω ορίων ή και ο ορισμός μηδενικών δόσεων.»
12. Στο άρθρο 5 του ν.3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής.
«4. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή των δόσεων που ορίζονται από τον ειρηνοδίκη, σύμφωνα με την παράγραφο 2, με συνέπεια το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τριών μηνιαίων δόσεων, ο ειρηνοδίκης ή το κατά περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο διατάσσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής με την οποία ορίστηκε η καταβολή των δόσεων, ή την ανάκληση κάθε άλλου προληπτικού ή ανασταλτικού μέτρου, Η αίτηση του πιστωτή για την ανάκληση κατατίθεται στο το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από τη δημιουργία του λόγου ανάκλησης. Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται προ δέκα ημερών.»
13. Στο ν. 3869/2010 προστίθεται άρθρο 5α με τον υπότιτλο «Ταχεία Διευθέτηση Μικροοφειλών» ως εξής:
«Άρθρο 5α
Ταχεία Διευθέτηση Μικροοφειλών
1. Εφόσον ο οφειλέτης αποδεικνύει σωρευτικώς ότι:
α) κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης και της επικύρωσης δεν διαθέτει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και δεν έχει προβεί σε πράξη διάθεσης ακίνητης περιουσίας κατά την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησης,
β) τα λοιπά περιουσιακά στοιχεία του είτε ως δικαιούχου είτε ως συνδικαιούχου. συμπεριλαμβανομένων των καταθέσεων του σε πιστωτικά ιδρύματα δεν υπερβαίνουν σε αξία το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, γ) οι οφειλές που περιλαμβάνονται στην αίτηση του κατά το άρθρο 4 παράγραφος 1 του παρόντος νόμου συνιστούν το σύνολο των υποχρεώσεων του οφειλέτη, γ) το ύψος των υπό β’ οφειλών του δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ. συμπεριλαμβανομένων τόκων, εξόδων και πάσης φύσεως προσαυξήσεων δ) οι περιλαμβανόμενες στην αίτηση οφειλές δεν είναι εξαιρετέες από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 1, ε) δεν υπάρχουν εμπραγμάτως ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ασφαλισμένοι πιστωτές, στ) τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη καθ' όλη τη διάρκεια του τελευταίου έτους πριν από την ημέρα της επικύρωσης είναι μηδενικά και ζ) είναι συνεργάσιμος σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας που θεσπίστηκε με Απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος Ευρωσύστημα Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (Β' 2289/27.8.2014), ο ειρηνοδίκης δύναται κατόπιν σχετικού αιτήματος του οφειλέτη και εφόσον οι δανειστές που περιλαμβάνονται στην αίτηση δεν αμφισβητούν, κατά το χρόνο της συζήτησης της αιτήσεως. τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, να διατάξει, δικάζοντας κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, την προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη που περιλαμβάνονται στην αίτηση.
2. Η προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη κατά την ανωτέρω παράγραφο χορηγείται για διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών. Από της εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 1 και για όσο χρόνο διαρκεί η προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη αναστέλλονται το πάσης φύσεως ατομικά καταδιωκτικά μέτρα εναντίον του. Με την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 938 ΑΚ επ. περί καταδολίευσης δανειστών και εφόσον κατά τη διάρκεια ισχύος της προσωρινής απαλλαγής δεν μεταβληθούν οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, αφού παρέλθει διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών, ο οφειλέτης απαλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεών του σύμφωνα με το άρθρο 11 παράγραφος 1 του ν. 3869/2010. Κατά τη διάρκεια του ανωτέρω διαστήματος, ο οφειλέτης υποχρεούται να ενημερώνει οποτεδήποτε καταστεί αναγκαίο, και σε κάθε περίπτωση το αργότερο ανά τρίμηνο, από την ημερομηνία εκδόσεως της δικαστικής αποφάσεως της παραγράφου 1, τη γραμματεία του ειρηνοδικείου στην οποία τηρείται ο φάκελος του, για οποιαδήποτε μεταβολή της προσωπικής περιουσιακής του κατάστασης και των πάσης φύσεων εισοδημάτων του ιδίου και της οικογενείας του. Σε περίπτωση υπαίτιας παράβασης της ανωτέρω υποχρέωσης, ή σε περίπτωση που ο οφειλέτης παραλείψει υπαιτίως να ενημερώσει ειλικρινώς τον φάκελο του σε σχέση με τα στοιχεία που αφορούν την περιουσιακή του κατάσταση και τα πάσης φύσεως εισοδήματα του ιδίου και της οικογενείας του, τότε με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμοδίου ειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο οφειλέτης κηρύσσεται έκπτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγής και αίρεται η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του.
3. Σε περίπτωση μεταβολής της περιουσιακής ή εισοδηματικής κατάστασης του οφειλέτη κατά τη διάρκεια της προσωρινής απαλλαγής, είναι δυνατόν με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του αρμοδίου ειρηνοδικείου, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, ο οφειλέτης να κηρυχθεί έκπτωτος από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγής και να αρθεί η αναστολή των ατομικών καταδιωκτικών μέτρων εναντίον του, εφόσον αυτό δικαιολογείται από την μεταβολή της περιουσιακής ή εισοδηματικής του κατάστασης.
4. Στις περιπτώσεις της παρούσας παραγράφου, τυχόν υποβολή νέου αιτήματος από τον οφειλέτη κατά τον παρόντα νόμο δεν υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 8 παράγραφος 1 εδάφιο δ', εφόσον δεν πρόκειται για υποβολή νέου αιτήματος στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου.»
14. Η παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Μετά τη συζήτηση ενώπιον του ειρηνοδίκη κατά την ημέρα επικύρωσης και εφόσον δεν έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας που έχει ξεκινήσει κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή, εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, έως την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου, ανεξαρτήτως εάν αυτοί έχουν εκκινήσει ή όχι διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος του οφειλέτη. Η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας διατάσσεται από το αρμόδιο δικαστήριο εφόσον αυτό πιθανολογεί:
α) την ευδοκίμηση της κύριας αίτησης και
β) την πρόκληση ουσιώδους βλάβης στα συμφέροντα του αιτούντος.»
15. Η παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«2. Πριν από την έναρξη της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, το αρμόδιο δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον, η οποία δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της. Η ισχύς της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή, εφόσον η συζήτηση της κύριας αιτήσεως έχει προσδιορισθεί σε βραχύτερο χρόνο, την ημέρα συζήτησης της κύριας αιτήσεως του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει όλους τους πιστωτές που έχουν περιληφθεί στην αίτηση του οφειλέτη, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου. Το δικαστήριο διατάσσει τα ασφαλιστικά μέτρα εφόσον πιθανολογεί ότι:
α) η κύρια αίτηση θα ευδοκιμήσει και
β) επίκειται μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, ουσιωδώς επιζήμια για τους πιστωτές.»
16. Το εδάφιο α' της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«Οι απαιτήσεις των ιδιωτών πιστωτών που είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με επιτόκιο ενήμερης οφειλής.»
17. Το εδάφιο α΄ της παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής.
«Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου.»
18. Το άρθρο 9 του ν. 3869/2010 αντικαθίσταται ως εξής:
«Άρθρο 9
Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας Προστασία κύριας κατοικίας
1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο 371 του ΚΠολΔ. Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή. Από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του οφειλέτη, εξαιρούνται τα πράγματα που ορίζονται ως ακατάσχετα, σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 953 του ΚΠολΔ. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΠολΔ.
2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εκδίδεται σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να εξαιρεθεί η κυρία κατοικία του από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, ιδίως ως προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου το ύψος του συνόλου των οφειλών κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της κατάθεσης της αίτησης και το μικτό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη.
Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση καθορισμού σταθερού επιτοκίου, το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου για ανάλογη της ρύθμισης περίοδο, όπως ομοίως προκύπτει από το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος, και χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών ικανοποιούνται συμμέτρως από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζόμενης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη, εκτός αν η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη ήταν μεγαλύτερη των είκοσι ετών, οπότε ο Ειρηνοδίκης δύναται να προσδιορίσει μεγαλύτερη διάρκεια, η οποία πάντως δεν υπερβαίνει τα τριάντα πέντε έτη.
3. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του. Καταγγελία της ρύθμισης της παραγράφου 2 επιτρέπεται εφόσον ο οφειλέτης καθυστερεί υπαιτίως την καταβολή τεσσάρων διαδοχικών μηνιαίων δόσεων ετησίως ή καθυστερεί την καταβολή δόσεων της ρύθμισης, έτσι το συνολικό ύψος του ποσού σε καθυστέρηση να υπερβαίνει αθροιστικώς την αξία τεσσάρων (4) μηνιαίων δόσεων ετησίως. Για τον υπολογισμό του έτους στο προηγούμενο εδάφιο λαμβάνεται ως αφετηρία ο χρόνος έκδοσης της αποφάσεως που διατάσσει την καταβολή των δόσεων κατά το παρόν άρθρο. Αν ο οφειλέτης κατοικεί ή διαμένει σε ξένο ακίνητο και ο σύζυγος αυτού δεν διαθέτει ακίνητο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία, τότε οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται και για το μοναδικό ακίνητο του οφειλέτη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία. Η προστασία του ακινήτου, σύμφωνα με τα προηγούμενα, ισχύει και εφόσον ο οφειλέτης έχει την επικαρπία ή ψιλή κυριότητα ή ιδανικό μερίδιο επ’αυτών.
4. Εφόσον οι μηνιαίες καταβολές της παραγράφου 2 του άρθρου 8 πραγματοποιούνται πριν τη διανομή του τιμήματος από την πώληση του ακινήτου, οι προνομιούχοι ή ενυπόθηκοι δανειστές συντρέχουν σε αυτές στο σύνολο των απαιτήσεων τους, εφαρμοζομένων των διατάξεων των άρθρων 159 και 160 του Πτωχευτικού Κώδικα ως ισχύει.
5. Σε περίπτωση που οι, κατά την παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 3869/2010, πραγματοποιηθείσες καταβολές στους πιστωτές υπολείπονται αυτών που ορίζονται με την οριστική απόφαση του δικαστηρίου κατά τα άρθρα 8 παράγραφος 2 ή 9 παράγραφος 2, ο οφειλέτης υποχρεούται να εξοφλήσει το ποσό της διαφοράς που υπολείπεται. Το ποσό που προκύπτει αποπληρώνεται εντόκως μέσα σε ένα έτος από τη λήξη των καταβολών του άρθρου 8 παράγραφος 2 και του άρθρου 9 παράγραφος 2 με επιτόκιο αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, προσαυξημένο κατά δυόμισι εκατοστιαίες μονάδες.»
19. Στο άρθρο 10 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Ο οφειλέτης υποχρεούται καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας του παρόντος νόμου να επιδεικνύει τη συμπεριφορά συνεργάσιμου δανειολήπτη υπό την έννοια της Απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος Ευρωσύστημα Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (ΦΕΚ 2287/27.8.2014) σε σχέση με τους συνερνάσιμους δανειολήπτες.»
20. Στο άρθρο 13 του ν. 3869/2010 προστίθεται παράγραφος 3 ως εξής
«3. Στα Ειρηνοδικεία της Επικράτειας αναπτύσσεται και τηρείται Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα (Ο.Π.Σ.) Αιτήσεων και φακέλων, στο οποίο καταγράφονται όλα τα στοιχεία των αιτήσεων και η πορεία των υποθέσεων. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφανειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες ανάπτυξης και λειτουργίας του Ο.Π.Σ..»
21. Στο άρθρο 13 του ν.3869/2010 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:
«4. Με ευθύνη και πρωτοβουλία της Γραμματείας των Ειρηνοδικείων τόσον οι ήδη εκκρεμείς αιτήσεις του παρόντος νόμου όσο και οι αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, κατηγοριοποιούνται ανάλογα με: α) το ύψος των οφειλών και β) το ύψος της περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Οι σημαντικότερες με βάση τα ανωτέρω κριτήρια αιτήσεις προσδιορίζονται κατά προτεραιότητα όσον αφορά τη συζήτησή τους. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.»
Άρθρο 2
Μεταβατικές διατάξεις
1. Οι οφειλέτες, των οποίων η κύρια αίτηση εκκρεμούσε στις 19 Αυγούστου 2015, υποχρεούνται έως τις 30 Ιουνίου 2016, και εφόσον μέχρι τότε δεν έχει λάβει χώρα συζήτηση της αιτήσεώς τους, να υποβάλουν στη γραμματεία του Δικαστηρίου, όπου τηρείται ο φάκελος της αιτήσεώς τους, επικαιροποιημένα τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010. Η παράλειψη του οφειλέτη να ενημερώσει τα ανωτέρω στοιχεία του φακέλου θεωρείται παράβαση καθήκοντος ειλικρινούς δηλώσεως του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010.
Για να δείτε αναλυτικά τις όλες αλλαγές του άρθρου πατήστε εδώ
2. Εφόσον στο πλαίσιο της εκκρεμούσας αιτήσεως έχει εκδοθεί προσωρινή διαταγή, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 ή απόφαση ασφαλιστικών μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 6 του ν. 3869/2010, η οποία εξακολουθεί μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παραγράφου 1, καθένας από τους διαδίκους έχει δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση ή μεταρρύθμιση της υφιστάμενης προσωρινής διαταγής ή απόφασης ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον τούτο δικαιολογείται με βάση τα επικαιροποιημένα στοιχεία που κατέθεσε το οφειλέτης.
3. Οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλει αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α.4, οι υποθέσεις των οποίων δεν έχουν συζητηθεί ή για τις οποίες δεν έχει επέλθει συμβιβασμός με τους πιστωτές τους, δύνανται να επανυποβάλλουν αιτήσεις προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν. 3869/2010, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικό έγγραφα και δικαιολογητικά.
4. Εντός τεσσάρων (4) μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, κάθε διάδικος δύναται να ζητήσει με κλήση, ατελώς, να επαναπροσδιοριστεί υπόθεση που είχε προσδιοριστεί πέραν της τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, σε συντομότερη δικάσιμο. Μετά την πάροδο της ανωτέρω προθεσμίας, επαναπροσδιορίζεται αυτεπαγγέλτως εντός τριετίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου το σύνολο των υποθέσεων, οι οποίες έχουν ήδη προσδιοριστεί πέραν της τριετίας, αρχίζοντας από αυτές που έχουν προσδιοριστεί συντομότερα με προτίμηση στις σημαντικότερες, σύμφωνα με την παράγραφο 6, υποθέσεις. Ο ορισμός συντομότερης δικασίμου γίνεται ατελώς για τον αιτούντα. Η πράξη προσδιορισμού δικασίμου κοινοποιείται είτε με επίδοση από δικαστικό επιμελητή είτε με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, ιδίως τηλεομοιοτυπία ή ηλεκτρονική αλληλογραφία στον πληρεξούσιο δικηγόρο ή στον διάδικο. Η γραμματεία του δικαστηρίου υποχρεούται να αναρτά κάθε μήνα σε πίνακα ανακοινώσεων έγγραφο, από το οποίο προκύπτουν οι επαναπροσδιοριζόμενες υποθέσεις, καθώς και η αρχική και η νεότερη δικάσιμος. Με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου.
5. Οι διατάξεις του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α 4 καταλαμβάνουν τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του.
6. Έως την έκδοση της απόφασης του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010, όπως αντικαθίσταται από την παράγραφο 18 του άρθρου 1 της παρούσας ΥΠΟΠΑΡΑΓΡΑΦΟΥ Α4, εξακολουθεί να εφαρμόζεται η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του καταργούμενου άρθρου.
Άρθρο 3
Τροποποίηση του «Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών»
Στο άρθρο 4 του ν. 1755/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών» προστίθεται παράγραφος 7 ως εξής:
«7. Στα Ειρηνοδικεία, στο οποία λειτουργούν τμήματα, μπορεί να συνιστώνται, με απόφαση του τριμελούς συμβουλίου διεύθυνσης ή του προϊσταμένου του δικαστηρίου, ειδικό ή ειδικά τμήματα εκδίκασης των υποθέσεων του ν. 3869/2010 «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και άλλες διατάξεις», τα οποία στελεχώνονται με δικαστές σε ποσοστό ανάλογο του ποσοστού των σχετικών υποθέσεων που εκκρεμούν σε κάθε δικαστήριο. Έως το τέλος του δικαστικού έτους, κατά το οποίο εκδίδεται η παραπάνω απόφαση, η Ολομέλεια του οικείου δικαστηρίου τροποποιεί αναλόγως τον κανονισμό του, σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 7 του άρθρου 14 του παρόντος. Στην περίπτωση που δεν εγκριθεί τροποποίηση του κανονισμού, τα ειδικά τμήματα παύουν να λειτουργούν από το επόμενο δικαστικό έτος.»
Άρθρο 4
1. Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών αυξάνεται από τη δημοσίευση του νόμου αυτού κατά εκατόν σαράντα (140) και ορίζεται συνολικά σε 916
2. Οι οργανικές θέσεις που συστήθηκαν με την προηγούμενη παράγραφο κατανέμονται στα Ειρηνοδικεία του Κράτους ως εξής:
1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αθηνών
α. Ειρηνοδικείο Αθηνών: 31
β. Ειρηνοδικείο Καλλιθέας: 5
γ. Ειρηνοδικείο Ν Ιωνίας: 3
δ. Ειρηνοδικείο Περιστεριού: 3
ε. Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου: 2
στ. Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου: 2
ζ. Ειρηνοδικείο Αχαρνών: 6
η. Ειρηνοδικείο Κρωπίας: 3
θ. Ειρηνοδικείο Ελευσίνας: 2
ι. Ειρηνοδικείο Μεγάρων: 2
ια. Ειρηνοδικείο Μαραθώνα: 1
ιβ. Ειρηνοδικείο Ιλίου: 5
ιγ Ειρηνοδικείο Λαυρίου: 1
2. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Χαλκίδας
Ειρηνοδικείο Χαλκίδας: 2
3. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Θηβών
Ειρηνοδικείο Θηβών: 1
4. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λαμίας
Ειρηνοδικείο Λαμίας: 2
5. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λιβαδειάς
Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς: 1
6. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Πειραιά
α. Ειρηνοδικείο Πειραιά: 2
β. Ειρηνοδικείο Σαλαμίνας: 3
γ. Ειρηνοδικείο Νίκαιας: 5
7. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κατερίνης
Ειρηνοδικείο Πιερίας: 1
8. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Γιαννιτσών
Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών: 1
9. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Σερρών
Ειρηνοδικείο Σερρών: 1
10. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κέρκυρας
Ειρηνοδικείο Κέρκυρας: 1
11. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης
Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης: 1
12. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Δράμας
Ειρηνοδικείο Δράμας: 1
13. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Καβάλας
Ειρηνοδικείο Καβάλας: 1
14. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ιωαννίνων
Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων: 2
15 Περιφέρεια Πρωτοδικείου Άρτας
Ειρηνοδικείο Άρτας: 1
16. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ρόδου
Ειρηνοδικείο Ρόδου: 1
17. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Χανιών
Ειρηνοδικείο Χανίων: 2
18. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ρεθύμνης
Ειρηνοδικείο Ρεθύμνης: 1
19. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ηρακλείου
Ειρηνοδικείο Ηρακλείου: 3
20. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λασιθίου
Ειρηνοδικείο Λασιθίου: 1
21. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κοζάνης
Ειρηνοδικείο Κοζάνης: 1
22. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λάρισας
Ειρηνοδικείο Λάρισας: 1
23. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Τρικάλων
Ειρηνοδικείο Τρικάλων: 1
24. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Βόλου
Ειρηνοδικείο Βόλου: 2
25. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κορίνθου
Ειρηνοδικείο Κορίνθου: 5
26. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Καλαμάτας
Ειρηνοδικείο Καλαμάτας: 1
27. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Πατρών
Ειρηνοδικείο Πατρών: 9
28. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ηλείας
Ειρηνοδικείο Πύργου: 1
29. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ζακύνθου
Ειρηνοδικείο Ζακύνθου: 1
30. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αγρίνιου
Ειρηνοδικείο Αγρίνιου: 1
31. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Μεσολογγίου
Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου: 1
32. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης: 16.
3. Οι θέσεις Ειρηνοδικών Δ τάξεως που προκηρύχθηκαν με την υπ' αριθμ, 104572/2014 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αυξάνονται κατά 140 και ορίζονται σε 194.
4. Στον τομέα υπαλλήλων των πολιτικών και ποινικών δικαστηρίων και εισαγγελιών συνιστώνται 77 θέσεις Δικαστικών υπαλλήλων του Κλάδου ΠΕ Γραμματέων, 34 θέσεις του Κλάδου ΠΕ Πληροφορικής 45 θέσεις του Κλάδου ΤΕ Γραμματέων. 10 θέσεις του Κλάδου ΤΕ Πληροφορικής και 24 Θέσεις του κλάδου ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων που κατανέμονται στα ακόλουθα Ειρηνοδικεία:
1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αθηνών
α. Ειρηνοδικείο Αθηνών: 46
ΠΕ Γραμματέων. 15 ΠΕ Πληροφορικής: 4. ΤΕ Γραμματέων 18. ΤΕ Πληροφορικής 3, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων: 6
β. Ειρηνοδικείο Καλλιθέας: 7
ΠΕ Γραμματέων 3. ΠΕ Πληροφορικής 2, ΤΕ Γραμματέων. 1. ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων: 1
γ. Ειρηνοδικείο Ν Ιωνίας: 4
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέων: 1. ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων. 1
δ. Ειρηνοδικείο Περιστεριού: 4
ΠΕ Γραμματέων. 1. ΠΕ Πληροφορικής 1, ΤΕ Γραμματέων: 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων 1 ε
ε. Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1. ΠΕ Πληροφορικής: 1. ΤΕ Γραμματέων; 1,
στ. Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου 3
ΠΕ Γραμματέων: 1. ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέων 1,
ζ. Ειρηνοδικείο Αχαρνών 9
ΠΕ Γραμματέων. 3, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέων 2. ΤΕ Πληροφορικής: 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων: 2
η. Ειρηνοδικείο Κρωπίας. 4
ΠΕ Γραμματέων 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1. ΤΕ Γραμματέων 1 ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων 1
θ. Ειρηνοδικείο Ελευσίνας. 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής. 1, ΤΕ Γραμματέων: 1.
ι. Ειρηνοδικείο Μεγάρων. 3
ΠΕ Γραμματέων 1. ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέων 1
ια. Ειρηνοδικείο Μαραθώνα: 1 ΠΕ Γραμματέων: 1,
ιβ. Ειρηνοδικείο Ιλίου. 7
ΠΕ Γραμματέων: 2. ΠΞ Πληροφορικής: 2, ΤΕ Γραμματέων 1 ΤΕ Πληροφορικής. 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων 1
ιγ. Ειρηνοδικείο Λαυρίου 1
ΠΕ Γραμματέων 1.
2. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Χαλκίδας
Ειρηνοδικείο Χαλκίδας 3
ΠΕ Γραμματέων. 1. ΠΕ Πληροφορικής. 1. ΤΕ Γραμματέων: 1
3. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Θηβών,
Ειρηνοδικείο Θηβών. 1
ΠΕ Γραμματέων: 1.
4. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λαμίας
Ειρηνοδικείο Λαμίας: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1. ΤΕ Γραμματέων. 1.
5. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λιβαδειάς
Ειρηνοδικείο Λιβαδειάς: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1,
6. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Πειραιά
α. Ειρηνοδικείο Πειραιά: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέων 1,
β. Ειρηνοδικείο Σαλαμίνας: 4
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέων 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων 1
γ. Ειρηνοδικείο Νίκαιας: 7
ΠΕ Γραμματέων: 2, ΠΕ Πληροφορικής: 2. ΤΕ Γραμματέων. 1, ΤΕ Πληροφορικής: 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων 1
7. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κατερίνης
Ειρηνοδικείο Πιερίας: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1
8. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Γιαννιτσών
Ειρηνοδικείο Γιαννιτσών 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
9. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Σερρών
Ειρηνοδικείο Σερρών: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1,
10. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κέρκυρας
Ειρηνοδικείο Κέρκυρας: 1
ΠΕ Γραμματέων 1,
11. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης
Ειρηνοδικείο Αλεξανδρούπολης: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1,
12. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Δράμας
Ειρηνοδικείο Δράμας. 1
Ε Γραμματέων: 1,
13. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Καβάλας
Ειρηνοδικείο Καβάλας: 1
ΠΕ Γραμματέων 1.
14. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ιωαννίνων
Ειρηνοδικείο Ιωαννίνων: 3
ΠΕ Γραμματέων 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέων 1,
15. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αρτας
Ειρηνοδικείο Αρτας 1
ΠΕ Γραμματέων 1,
16. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ρόδου
Ειρηνοδικείο Ρόδου 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
17. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Χανιών
Ειρηνοδικείο Χανιών: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1. ΤΕ Γραμματέων: 1,
18. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ρεθύμνης
Ειρηνοδικείο Ρεθύμνης 1
ΠΕ Γραμματέων. 1,
19. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ηρακλείου
Ειρηνοδικείο Ηρακλείου 4
ΠΕ Γραμματέων: 1. ΠΕ Πληροφορικής 1, ΤΕ Γραμματέων: 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων
20. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λασιθίου
Ειρηνοδικείο Λασιθίου. 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
1. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κοζάνης
Ειρηνοδικείο Κοζάνης: 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
22. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Λάρισας
Ειρηνοδικείο Λάρισας: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1,
23. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Τρικάλων
Ειρηνοδικείο Τρικάλων: 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
24. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Βόλου
Ειρηνοδικείο Βόλου: 3
ΠΕ Γραμματέων: 1, ΠΕ Πληροφορικής: 1, ΤΕ Γραμματέων: 1,
25. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Κορίνθου
Ειρηνοδικείο Κορίνθου: 7
ΠΕ Γραμματέων: 2, ΠΕ Πληροφορικής: 2. ΤΕ Γραμματέων: 1. ΤΕ Πληροφορικής. 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων: 1
26. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Καλαμάτας
Ειρηνοδικείο Καλαμάτας: 1
ΠΕ Γραμματέων: 1,
27. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Πατρών
Ειρηνοδικείο Πατρών 12
ΠΕ Γραμματέων: 4,
ΠΕ Πληροφορικής: 2, ΤΕ Γραμματέων. 2, ΤΕ Πληροφορικής 1, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων: 3
28. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ηλείας
Ειρηνοδικείο Πύργου:
ΠΕ Γραμματέων. 1.
29. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Ζακύνθου
Ειρηνοδικείο Ζακύνθου: 1
ΠΕ Γραμματέων. 1,
30. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Αγρίνιου
Ειρηνοδικείο Αγρίνιου 1
ΠΕ Γραμματέων 1,
31. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Μεσολογγίου
Ειρηνοδικείο Μεσολογγίου 1
ΠΕ Γραμματέων: 1.
32. Περιφέρεια Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης: 22
ΠΕ Γραμματέων: 8, ΠΕ Πληροφορικής: 4, ΤΕ Γραμματέων: 4, ΤΕ Πληροφορικής: 2, ΥΕ Επιμελητών Δικαστηρίων: 4.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'
ΛΗΨΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΗΣΗΣ ΤΩΝ ΜΗ ΕΞΥΠΗΡΕΤΟΥΜΕΝΩΝ ΔΑΝΕΙΩΝ
Άρθρο 5
Υποστήριξη του έργου του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους
Στο άρθρο 1 του ν. 4224/2013 «Κυβερνητικό Συμβούλιο Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους Ελληνικό Επενδυτικό Ταμείο Αξιοποίησης» προστίθενται παράγραφοι 1α και 1β ως ακολούθως:
«1.α. Συστήνεται Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους: με αρμοδιότητα την υποστήριξη του έργου του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (ΚΥ,Σ.Δ.Ι.Χ), την οργάνωση πολιτική ενημέρωσης και παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών προς τους καταναλωτές δανειολήπτες, το συντονισμό του έργου όλων των συναρμοδίων φορέων.
Με το προεδρικό διάταγμα εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών, Οικονομίας Υποδομών Ναυτιλίας και Τουρισμού, Οικονομικών και Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης συστήνονται οι επιμέρους οργανικές μονάδες της Κεντρικής Υπηρεσίας της Ειδικής Γραμματείας αυτής, καθορίζονται οι αρμοδιότητές τους και ρυθμίζεται κάθε άλλη λεπτομέρεια, σχετική με τη λειτουργία της.
Η στελέχωση των οργανικών μονάδων της Κεντρικής Υπηρεσίας Ειδικής Γραμματείας γίνεται αποκλειστικά με μεταφορές ή αποσπάσεις προσωπικού, που θα προέρχεται από το Δημόσιο, τα Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. του Δημοσίου με την ίδια σχέση εργασίας και με το ίδιο μισθολογικό καθεστώς.
1.β. Συστήνονται τριάντα: (30) Κέντρα Ενημέρωσης Δανειοληπτών, ως περιφερειακές Υπηρεσίες της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, με αρμοδιότητα την ενημέρωση των δανειοληπτών, την παροχή οικονομικών και νομικών συμβουλών.
Με το προεδρικό διάταγμα της προηγουμένης υποπαραγράφου προβλέπεται η έδρα των Κέντρων του προηγουμένου εδαφίου, σε επιλεγμένα αστικά κέντρα, έτσι ώστε να καλύπτονται οι συμβουλευτικές ανάγκες του πληθυσμού.
Η στελέχωση των Κέντρων Ενημέρωσης Δανειοληπτών γίνεται κυρίως από εξειδικευμένους εξωτερικούς συμβούλους με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις παροχής έργου. Για την παροχή συμβουλών και ενημέρωσης προς δανειολήπτες, μέσω των Κέντρων Ενημέρωσης Δανειοληπτών, η Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, μπορεί επίσης να συμβάλλεται με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, Ενώσεις Καταναλωτών και άλλους εξειδικευμένους φορείς.
Οι δαπάνες για τη λειτουργία των παραπάνω Κέντρων Ενημέρωσης Δανειοληπτών θα καλύπτονται από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Διοικητική Μεταρρύθμιση» της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Τομεακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου, μέσω της Ειδικής Γραμματείας Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, η οποία θα μπορεί να συμμετέχει και σε άλλα επιχειρησιακά προγράμματα, για τη χρηματοδότηση της δράσης της.»
Η φράση «του ν. 3859/2010» του άρθρου 3 του Κεφαλαίου Α’ που εισάγεται με το άρθρο 2, παράγραφος Α’, υποπαράγραφος Α.4., τέθηκε όπως αντικαταστάθηκε από τη φράση «του ν. 3869/2010» με την παράγραφο 2 του άρθρου 58 του ν. 4356/2015 και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου.
παρ. 2. Οι παρακάτω οντότητες εφαρμόζουν τις ρυθμίσεις αυτού του νόμου:
α) Τα νομικά πρόσωπα που έχουν τη μορφή της ανώνυμης εταιρείας, της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, της ετερόρρυθμης κατά μετοχές εταιρείας και της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας.
β) Τα νομικά πρόσωπα που έχουν τη μορφή της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, όταν όλοι οι άμεσοι ή έμμεσοι εταίροι των προσώπων αυτών έχουν περιορισμένη ευθύνη λόγω του ότι είναι είτε νομικά πρόσωπα της περίπτωσης α΄ της παρούσας παραγράφου ή άλλου νομικού τύπου συγκρίσιμου με τα νομικά πρόσωπα της περίπτωσης αυτής.
παρ. 3. Μεγάλοι όμιλοι είναι οι όμιλοι που αποτελούνται από μία μητρική και θυγατρικές οντότητες προς υπαγωγή σε ενοποίηση, οι οποίοι σε ενοποιημένη βάση κατά την ημερομηνία του ισολογισμού της μητρικής οντότητας, υπερβαίνουν τα όρια τουλάχιστον δύο από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:
α) Σύνολο ενεργητικού: 20.000.000 ευρώ.
β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 40.000.000 ευρώ.
γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 250 άτομα.
1. Οι οντότητες κατατάσσονται με βάση το μέγεθός τους στις παρακάτω κατηγορίες των παραγράφων 2 έως 6 του παρόντος άρθρου.
2. Πολύ μικρές οντότητες. Πολύ μικρές οντότητες είναι οι οντότητες οι οποίες κατά την ημερομηνία του ισολογισμού τους δεν υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:
α) Σύνολο ενεργητικού (περιουσιακών στοιχείων): 350.000 ευρώ.
β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 700.000 ευρώ.
γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 10 άτομα.
3. Ειδικά οι οντότητες της παραγράφου 2 (γ) του άρθρου 1 εντάσσονται στην κατηγορία των πολύ μικρών οντοτήτων με μόνη προϋπόθεση ότι ο κύκλος εργασιών τους δεν υπερβαίνει το ποσό του 1.500.000 ευρώ.
4. Μικρές οντότητες. Μικρές οντότητες είναι οι οντότητες οι οποίες δεν είναι πολύ μικρές οντότητες και κατά την ημερομηνία του ισολογισμού τους δεν υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:
α) Σύνολο ενεργητικού: 4.000.000 ευρώ.
β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 8.000.000 ευρώ.
γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 50 άτομα.
5. Μεσαίες οντότητες. Μεσαίες οντότητες είναι οι οντότητες οι οποίες δεν είναι πολύ μικρές ή μικρές οντότητες και οι οποίες κατά την ημερομηνία του ισολογισμού τους δεν υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:
α) Σύνολο ενεργητικού: 20.000.000 ευρώ.
β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 40.000.000 ευρώ.
γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 250 άτομα.
6. Μεγάλες οντότητες. Μεγάλες οντότητες είναι οι οντότητες οι οποίες κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους υπερβαίνουν τα όρια δύο τουλάχιστον από τα ακόλουθα τρία κριτήρια:
α) Σύνολο ενεργητικού: 20.000.000 ευρώ.
β) Καθαρό ύψος κύκλου εργασιών: 40.000.000 ευρώ.
γ) Μέσος όρος απασχολουμένων κατά τη διάρκεια της περιόδου: 250 άτομα.
7. Το ποσό του κονδυλίου «Σύνολο ενεργητικού» και το καθαρό ποσό του κονδυλίου «Κύκλος εργασιών» που αναφέρονται σε αυτό το άρθρο είναι εκείνα των αντίστοιχων κονδυλίων των υποδειγμάτων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, ως εξής:
α) «Σύνολο ενεργητικού» είναι το ποσό του κονδυλίου «Σύνολο ενεργητικού» του υποδείγματος ισολογισμού Β.1.1 ή Β.1.2 ή Β.5, αναλόγως.
β) «Κύκλος εργασιών» είναι το ποσό του κονδυλίου «Κύκλος εργασιών (καθαρός)» του υποδείγματος της Κατάστασης αποτελεσμάτων Β.2.1 ή Β.2.2 ή Β.6, αναλόγως.
8. Σε περίπτωση περιόδου διαφορετικής του δωδεκάμηνου, ο κύκλος εργασιών για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου υπολογίζεται κατ’ αναλογία σε ετήσια βάση.
9. Όταν η οντότητα υπερβαίνει ή παύει να υπερβαίνει τα όρια δύο εκ των τριών κριτηρίων των παραγράφων 2 και 4 έως 6 ή το κριτήριο της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου για δύο διαδοχικές περιόδους, για τους σκοπούς εφαρμογής των ρυθμίσεων αυτού του νόμου η αλλαγή κατηγορίας μεγέθους ενεργοποιείται από την περίοδο που έπεται των δύο εν λόγω διαδοχικών περιόδων.
10. Οι οντότητες της παραγράφου 2(δ) του άρθρου 1, όταν δεν είναι οντότητες της παραγράφου 2(α), 2(β) ή 2(γ) του άρθρου 1, εντάσσονται στις «μεγάλες» οντότητες.
δ) Ανώνυμη εταιρεία, οι μετοχές ή άλλες κινητές αξίες της οποίας έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, κατά την έννοια της περίπτωσης 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007, (ΦΕΚ 195 Α΄) (σημείο 14 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004, EE L 145 της 30.4.2010), συμπεριλαμβάνει στην ετήσια έκθεση διαχείρισής της και δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης.
Η δήλωση αυτή συμπεριλαμβάνεται ως ειδικό τμήμα της ετήσιας έκθεσης διαχείρισης και περιέχει τουλάχιστον τα παρακάτω πληροφοριακά στοιχεία:
αα) αναφορά στον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης στον οποίο υπάγεται η εταιρεία ή τον οποίο έχει αποφασίσει αυτοβούλως να εφαρμόζει η εταιρεία, καθώς και τον τόπο στον οποίο είναι διαθέσιμο στο κοινό το σχετικό κείμενο,
ββ) αναφορά στις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης που εφαρμόζει η εταιρεία επιπλέον των προβλέψεων του νόμου, καθώς και παραπομπή στον τόπο όπου τις έχει δημοσιοποιήσει,
γγ) περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων της εταιρείας σε σχέση με τη διαδικασία σύνταξης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων,
δδ) τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1 στοιχεία γ), δ), στ), η) και θ) της οδηγίας 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς, εφόσον η εταιρεία υπάγεται στην εν λόγω οδηγία.
εε) πληροφοριακά στοιχεία για τον τρόπο λειτουργίας της γενικής συνέλευσης των μετόχων και τις βασικές εξουσίες της, καθώς και περιγραφή των δικαιωμάτων των μετόχων και του τρόπου άσκησής τους.
στστ) τη σύνθεση και τον τρόπο λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου και τυχόν άλλων διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων ή επιτροπών της εταιρείας.
Αν η εταιρεία αποκλίνει από τον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης, στον οποίο υπάγεται ή τον οποίο εφαρμόζει, η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης περιλαμβάνει περιγραφή της απόκλισης με αναφορά στα σχετικά μέρη του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης και αιτιολόγηση της απόκλισης αυτής.
Αν η εταιρία δεν εφαρμόζει ορισμένες διατάξεις του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης, στον οποίο υπάγεται ή τον οποίο εφαρμόζει, η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης περιλαμβάνει αναφορά της διάταξης που δεν εφαρμόζει και εξήγηση των λόγων της μη εφαρμογής.
δ) Ανώνυμη εταιρεία, οι μετοχές ή άλλες κινητές αξίες της οποίας έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, κατά την έννοια της περίπτωσης 10 του άρθρου 2 του ν. 3606/2007, (ΦΕΚ 195 Α΄) (σημείο 14 της παραγράφου 1 του άρθρου 4 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Απριλίου 2004, EE L 145 της 30.4.2010), συμπεριλαμβάνει στην ετήσια έκθεση διαχείρισής της και δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης.
Η δήλωση αυτή συμπεριλαμβάνεται ως ειδικό τμήμα της ετήσιας έκθεσης διαχείρισης και περιέχει τουλάχιστον τα παρακάτω πληροφοριακά στοιχεία:
αα) αναφορά στον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης στον οποίο υπάγεται η εταιρεία ή τον οποίο έχει αποφασίσει αυτοβούλως να εφαρμόζει η εταιρεία, καθώς και τον τόπο στον οποίο είναι διαθέσιμο στο κοινό το σχετικό κείμενο,
ββ) αναφορά στις πρακτικές εταιρικής διακυβέρνησης που εφαρμόζει η εταιρεία επιπλέον των προβλέψεων του νόμου, καθώς και παραπομπή στον τόπο όπου τις έχει δημοσιοποιήσει,
γγ) περιγραφή των κύριων χαρακτηριστικών των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και διαχείρισης κινδύνων της εταιρείας σε σχέση με τη διαδικασία σύνταξης των χρηματοοικονομικών καταστάσεων,
δδ) τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται κατά το άρθρο 10, παράγραφος 1 στοιχεία γ), δ), στ), η) και θ) της οδηγίας 2004/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, σχετικά με τις δημόσιες προσφορές εξαγοράς, εφόσον η εταιρεία υπάγεται στην εν λόγω οδηγία.
εε) πληροφοριακά στοιχεία για τον τρόπο λειτουργίας της γενικής συνέλευσης των μετόχων και τις βασικές εξουσίες της, καθώς και περιγραφή των δικαιωμάτων των μετόχων και του τρόπου άσκησής τους.
στστ) τη σύνθεση και τον τρόπο λειτουργίας του διοικητικού συμβουλίου και τυχόν άλλων διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων ή επιτροπών της εταιρείας.
Αν η εταιρεία αποκλίνει από τον κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης, στον οποίο υπάγεται ή τον οποίο εφαρμόζει, η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης περιλαμβάνει περιγραφή της απόκλισης με αναφορά στα σχετικά μέρη του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης και αιτιολόγηση της απόκλισης αυτής.
Αν η εταιρία δεν εφαρμόζει ορισμένες διατάξεις του κώδικα εταιρικής διακυβέρνησης, στον οποίο υπάγεται ή τον οποίο εφαρμόζει, η δήλωση εταιρικής διακυβέρνησης περιλαμβάνει αναφορά της διάταξης που δεν εφαρμόζει και εξήγηση των λόγων της μη εφαρμογής.